2006-2007
2. Είκοσι τρία μέτρα για μια ολοκληρωμένη πολιτική απασχόλησης
Α. Οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών και πολιτικών
Η παρακολούθηση των στόχων της Λισσαβόνας και η εφαρμογή ενός κυλιόμενου Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Απασχόληση δεν αρκούν, αν θέλουμε να γίνει μία τομή που να υπερβαίνει τους ρυθμούς ανάπτυξης και άρα την καμπύλη της ελληνικής οικονομίας. Η καταπολέμηση της ανεργίας και η αύξηση της απασχόλησης αναγορεύονται από την ίδια την κοινωνία σε πρώτο μέλημα της κυβερνητικής πολιτικής. Αυτό πρέπει να αποτυπωθεί και οργανωτικά και πολιτικά με τη σύσταση μόνιμης διυπουργικής επιτροπής για την ανεργία και την απασχόληση υπό την προεδρία του ίδιου του Πρωθυπουργού, με συντονιστή τον Υπουργό Απασχόλησης. Η διυπουργική αυτή επιτροπή θα λειτουργεί «οριζόντια», κατά το επιτυχημένο και αποτελεσματικό πρότυπο της Διυπουργικής Επιτροπής Συντονισμού της Ολυμπιακής Προετοιμασίας (ΔΕΣΟΠ), κινητοποιώντας όλα τα υπουργεία, όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, τις περιφέρειες, την τοπική αυτοδιοίκηση, τον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους.Β. Επαναξιολόγηση και ενίσχυση των ακολουθούμενων παθητικών και ενεργητικών πολιτικών
- Απολύτως αναγκαία είναι σε κάθε περίπτωση η ριζική αναθεώρηση των παθητικών πολιτικών και ιδίως των επιδομάτων ανεργίας με τη δραστική αύξηση της αντίστοιχης δημόσιας δαπάνης και άρα του επιδόματος ως ποσοστού του κατώτερου ημερομησθίου, τη σημαντική παράταση του χρονικού διαστήματος για το οποίο αυτά παρέχονται και τη σύνδεση τους όχι μόνο με προγράμματα κατάρτισης ή επανακατάρτισης, αλλά και με προγράμματα κοινωνικής απασχόλησης.
Είναι, για παράδειγμα, αδιανόητο ένας εγγεγραμμένος άνεργος να παύει από ένα σημείο και μετά να καλύπτεται με ασφάλιση υγείας. Αυτό πρέπει να θεωρείται αυτονόητο δικαίωμα κάθε εγγεγραμμένου ανέργου που αναζητά εργασία, ρίς χρονικό περιορισμό.
- Με τον τρόπο αυτό γίνεται ευκολότερη η αντιμετώπιση της προφανούς σχέσης που υπάρχει μεταξύ ανεργίας και φτώχειας, έτσι ώστε να διασφαλίζεται μέσω των επιδομάτων και άλλων συνδυασμένων πολιτικών και μέτρων ένα εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης κάθε νοικοκυριού που πλήττεται από την ανεργία. Αυτό είναι προφανές ότι πρέπει να αφορά και τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας που εκ των πραγμάτων δεν διαθέτουν προϋπηρεσία και ασφαλιστικό βίο καθώς και τους αυτοαπασχολούμενους που αναζητούν πλέον θέση εξαρτημένης εργασίας.
- Η ασφάλιση της ανεργίας πρέπει να ενισχυθεί και μέσω των επαγγελματικών ταμείων, που εκτός από τρίτος πυλώνας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος πρέπει να λειτουργεί και ως πυλώνας της ασφάλισης της ανεργίας. Συμπεριλαμβανομένης και της φάσης ανασυγκρότησης για τους αυτοαπασχολούμενους που αναγκάζονται να διακόψουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα προκειμένου να επανενταχθούν με καλύτερους όρους στην αγορά.
- Τα προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης για τους άνεργους πρέπει να επαναξιολογηθούν σε πιο ρεαλιστική βάση ώστε αυτά να λειτουργούν πράγματι στο πλαίσιο μιας ενεργητικής πολιτικής και όχι ως υποκατάστατο των επιδομάτων. Είναι ανάγκη περισσότερα κονδύλια να διοχετευθούν στις τοπικές δράσεις απασχόλησης και κοινωνικής συνοχής και στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας.
- Η ενίσχυση της μικρής επιχειρηματικότητας που παράγει νέες θέσεις απασχόλησης με την συνένωση των δράσεων του ΕΟΜΜΕΧ και του ΟΑΕΔ πρέπει να είναι μία σταθερή και βασική επιλογή της πολιτικής απασχόλησης. Το ίδιο φυσικά ισχύει για την γυναικεία και την νεανική επιχειρηματικότητα, ενώ απολύτως συναφή είναι τα προγράμματα αγροτικής επιχειρηματικότητας και ιδίως αυτά που αφορούν νέους αγρότες και γυναίκες αγρότισσες σε συνδυασμό με την ανάγκη, όσο γίνεται μεγαλύτερης «τριτογενοποίησης» του πρωτογενούς τομέα.
- Η ένταξη των μερικώς απασχολούμενων και των απασχολούμενων με σύμβαση έργου που υποκρύπτει σύμβαση εργασίας στο σύστημα ασφάλισης ανεργίας είναι απολύτως αναγκαία μέτρα για την ορθολογική και πειστική λειτουργία του συστήματος.
- Η κατ’ εξαίρεση πρόσληψη στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα των κατόχων διδακτορικού διπλώματος, ηλικίας έως 40 ετών, είναι ένα συμβολικό μέτρο που δείχνει ότι το κράτος σέβεται και επιβραβεύει τον κόπο και τις επιδόσεις των νέων ανθρώπων με αξιοκρατικά κριτήρια.
Γ. Ειδικότερα μέτρα για την απασχόληση των γυναικών και των νέων καθώς και των εργαζόμενων μέσης ηλικίας.
- Με δεδομένο ότι το πρόβλημα της ανεργίας εστιάζεται στη φάση της εισόδου στην αγορά εργασίας και θίγει κυρίως τους νέους ως 26 ετών και πρωτίστως τις νέες γυναίκες – απόφοιτες λυκείου, τα πρώτα μέτρα πρέπει λογικά να αφορούν το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, δηλαδή το πρόγραμμα σπουδών του λυκείου και το σύστημα αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης. Ο κάθε απόφοιτος λυκείου πρέπει να διαθέτει τον στοιχειώδη εξοπλισμό που ζητά η αγορά εργασίας: ικανοποιητική γνώση της αγγλικής και επαρκή ικανότητα χρήσης του ηλεκτρονικού υπολογιστή και του Διαδικτύου. Τα στοιχειώδη αυτά προσόντα πρέπει να αποκτηθούν και από τους παλαιότερους αποφοίτους λυκείου που αναζητούν εργασία, με την οργάνωση στοχευμένων εντατικών προγραμμάτων αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης για όσους από αυτούς είναι εγγεγραμμένοι άνεργοι ηλικίας μέχρι 35 ετών.
- Με δεδομένο ότι η χαμηλή απασχόληση των γυναικών συνδυάζεται με το οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας και την υπογεννητικότητα (που δεν αφορά τόσο το τρίτο ή τέταρτο παιδί όσο το πρώτο και το δεύτερο, άρα την ίδια τη δυνατότητα να φτιάξουν οι νέοι άνθρωποι οικογένεια), απαιτούνται θαρραλέα μέτρα συμφιλίωσης της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής στην κρίσιμη φάση της έναρξης της κοινής ζωής των νέων ζευγαριών. Και επειδή η ολοκλήρωση του δικτύου των βρεφονηπιακών σταθμών, των ολοήμερων νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων και όλων των συναφών υποστηρικτικών υπηρεσιών και μεταβιβαστικών πληρωμών, αφορά απευθείας το ίδιο το κράτος, το ζητούμενο για την αγορά εργασίας και τη σχέση εργοδοτών – εργαζομένων είναι η ανάληψη από το κράτος του κόστους επέκτασης της γονικής άδειας για την μητέρα ή τον πατέρα σε 24 τουλάχιστον μήνες για κάθε νεογέννητο παιδί, δηλαδή στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
- Με αφετηρία τις ισχύουσες, αλλά δυστυχώς ανεφάρμοστες, ρυθμίσεις του νόμου 3227/ 2004, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η κάλυψη από το κράτος του συνόλου των εργοδοτικών εισφορών επί δύο (και όχι μόνο ένα) χρόνια ως προς τους νέους ως 24 ετών που προσλαμβάνονται.
- Κατά την ίδια λογική για τις άνεργες μητέρες των ανήλικων παιδιών που προσλαμβάνονται, οι εργοδοτικές εισφορές πρέπει να καλύπτονται επί δύο ( και όχι μόνο ένα) χρόνια για κάθε ανήλικο παιδί.
- Οι ρυθμίσεις του νόμου 3227/2004, για ανέργους που βρίσκονται κοντά στις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, τίθενται αμέσως σε εφαρμογή με την αντίστοιχη χρηματοδότηση και συνδυάζονται με την οργάνωση του τομέα της κοινωνικής οικονομίας, κατά προτεραιότητα στις φθίνουσες περιοχές αλλά όχι μόνον.

* Το κείμενο αυτό εντάσσεται στην ευρύτερη μελέτη του Ευ. Βενιζέλου υπό τον τίτλο "Απάντηση στις προκλήσεις"



Please wait...

