Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στο συνέδριο του Κύκλου ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση

 

«Η Ελλάδα Μετά»

Επίγνωση

Μετά από δεκαοκτώ μήνες έντονων συζητήσεων και προβληματισμών, μετά από είκοσι και πλέον εκδηλώσεις για επιμέρους θέματα που οργανώθηκαν στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και αρκετές άλλες πόλεις, μετά την ανάρτηση διακοσίων περίπου συμβολών στο διαδικτυακό του τόπο, ο Κύκλος Ιδεών ανέλαβε την πρωτοβουλία να οργανώσει - σε συνεργασία  με την Συμεών Γ. Τσομώκος Α.Ε. -  το διήμερο συνέδριο με τον τίτλο «Η Ελλάδα Μετά». Χωρίς ερωτηματικό, αλλά με προϋποθέσεις που είναι πρωτίστως ενδογενείς. Εξαρτώνται από τις επιλογές των Ελληνίδων και των Ελλήνων. Ευχαριστώ θερμά τους εισηγητές, τους παρεμβαίνοντες και τους συντονιστές για την αποδοχή της πρόσκλησής μας, για την προθυμία και τον κόπο τους και για την πολύτιμη συμβολή τους στην προσπάθεια μας. Ευχαριστώ την οργανωτική ομάδα του Κύκλου Ιδεών που έκανε εντυπωσιακή δουλειά, τον Συμεών Τσομώκο για την συνεργασία. Όλες και όλους εσάς που μετέχετε ενεργά στο Συνέδριο και το συνδιαμορφώνετε.

Ο Κύκλος Ιδεών δεν είναι ούτε ερευνητικό Ινστιτούτο ούτε πολιτικό κόμμα. Είναι μια δεξαμενή σκέψης. Ένας χώρος ιδεών, μια ομάδα προσώπων που τους ενώνει η ανάγκη να θέτουν τα προβλήματα στις πραγματικές τους διαστάσεις, στα ιστορικά και διεθνή τους συμφραζόμενα και στην προοπτική τους. Αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ο πιο λειτουργικός ορισμός του προοδευτικού στις ημέρες μας.

 

Σε ερευνητικό επίπεδο έχουν ειπωθεί ήδη πολλά και σημαντικά πράγματα με εντυπωσιακά υψηλό βαθμό επανάληψης και επικάλυψης. Υπάρχει πλήθος μελετών, αναλύσεων, προτάσεων, συστάσεων που διατύπωσαν διεθνείς οργανισμοί, ευρωπαϊκοί και εθνικοί θεσμοί, επιστημονικά ινστιτούτα, ειδικοί επιστήμονες. 

Κατά καιρούς παρουσιάζονται πολιτικές προτάσεις, από επιγραμματικά διατυπωμένες προτεραιότητες, μέχρι ολιστικές κομματικές πλατφόρμες για τα πάντα  με την πεποίθηση πως συνιστούν εναλλακτική λύση. Συντηρητική, Φιλελεύθερη, Σοσιαλδημοκρατική, Αριστερή, Ριζοσπαστική, Εθνικολαϊκιστική. Συστημική ή αντισυστημική.

Το Συνέδριο αυτό δεν γίνεται για να παρουσιαστούν νέες πληροφορίες ή αναλύσεις,  αλλά για να διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη και ει δυνατόν αξιόπιστη (πολιτικά και κοινωνικά) μέθοδος ανοικτής και καχύποπτης προσέγγισης των θεμάτων. 

Αν κάτι θέλουμε να εισφέρει αυτό το Συνέδριο είναι η εμπέδωση της ανάγκης για υψηλό βαθμό επίγνωσης των προβλημάτων, των δυσκολιών και των προϋποθέσεων ενός σχεδίου επανόδου στην κανονικότητα μιας χώρας μέλους της ΕΕ και της ΖτΕ που κερδίζει το χαμένο έδαφος, μετέχει ξανά στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και έχει συνείδηση των προκλήσεων και των ευκαιριών του μέλλοντος. Στόχος δεν είναι η «Ελλάδα Μετά» να είναι ξανά η «Ελλάδα πριν», η Ελλάδα  του άνετου παρελθόντος όπως το βίωνε η κοινωνία πριν την έκρηξη της κρίσης, αλλά η Ελλάδα του προκλητικού μέλλοντος που μπορεί να καταστεί είτε ευεργετικό είτε απειλητικό. Η επιστροφή στο πριν είναι κυνήγι ενός κινούμενου στόχου. Η επίγνωση του μέλλοντος μας επιτρέπει να επιβιβαστούμε στον στόχο.

Η «Ελλάδα Μετά» είναι  στην πραγματικότητα μια επώδυνη αλλά απολύτως αναγκαία άσκηση εθνικής και κοινωνικής αυτογνωσίας σε μια χώρα που νιώθει βαθειά ηττημένη και πρέπει να ξαναβρεί την αυτοπεποίθηση της, οικονομικά, θεσμικά, εθνικά.

 

[ Κύκλος 1: Το Μεταρρυθμιστικό Πρόταγμα – Πολιτικές και Κοινωνικές Προϋποθέσεις ]

 

Η πρώτη θεματική ενότητα του συνεδρίου έχει τίτλο: «Το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα - Οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις».

Εννοείται: Προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την «Ελλάδα Μετά» που είναι ο τίτλος και το ζητούμενο του συνεδρίου.

Η βασική υπόθεση είναι ότι αν δεν υιοθετηθεί ένα καθαρό μεταρρυθμιστικό πρόταγμα τόσο από το πολιτικό σύστημα όσο και από την κοινωνία των πολιτών, η χώρα θα σέρνεται υπό συνθήκες συλλογικής αμφιθυμίας και απαισιοδοξίας. Θα κλαίει τη μοίρα της και την εξάρτησή της από τους εταίρους και δανειστές. Θα παλινδρομεί μεταξύ στασιμοχρεοκοπίας και ανεπαρκών ρυθμών ανάπτυξης. Θα είναι επιρρεπής στον λαϊκισμό, τις ψευδαισθήσεις, τις ποικίλες θεωρίες συνωμοσίας, το συντηρητισμό δεξιό και αριστερό. Δεν θα μπορέσει να αποκτήσει νέα εθνική αφήγηση και πολύ περισσότερο  εθνική στρατηγική για την ανάκτηση του χαμένου εδάφους και του χαμένου χρόνου.

Το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα δεν είναι απλώς η παραμονή της χώρας στην ΕΕ και τη ΖτΕ. Είναι η επάνοδος στην κανονικότητα μιας πραγματικά ισότιμης χώρας μέλους της ευρωζώνης. Ανταγωνιστικής. Ικανής να βελτιώνει συνεχώς τη σχετική της θέση. Να μετέχει ενεργά στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι που είναι μια διαρκής διακυβερνητική διαπραγμάτευση, αλλά και μια διαρκής διαπραγμάτευση μεταξύ κρατών, περιφερειακών οντοτήτων, διεθνών οργανισμών, εθνικών αγορών και των παραγόντων που συγκροτούν  τις παγκόσμιες αγορές. Μεταρρυθμιστικό πρόταγμα είναι η κατάφαση στην πρόκληση της Ιστορίας που δεν τελειώνει ποτέ. Που γεννά διαρκώς νέες ευκαιρίες και νέες απειλές τεχνολογικές, οικονομικές, πολιτιστικές, γνωσιολογικές. Μεταρρυθμιστικό πρόταγμα είναι η άρνηση της Ελλάδας να παραιτηθεί, να αυτοπεριθωριοποιηθεί. Μεταρρυθμιστικό πρόταγμα είναι συνεπώς η πιο σύγχρονη και απαιτητική μορφή προοδευτικού πατριωτισμού.  Η πραγματική μάχη για εθνική ταυτότητα μέσα σε μια Ευρώπη που αναζητά και διαπραγματεύεται την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Μέσα στα συμφραζόμενα μιας διαρκούς σύγκρουσης  κοσμοπολιτισμού και ηγεμονισμού που θέτει υπό δοκιμασία την ίδια την αυτοαντίληψη του δυτικού κόσμου.

 

Προφανώς το πρώτο βήμα είναι οι βουλευτικές εκλογές, η μεταβολή των εκλογικών και κοινοβουλευτικών συσχετισμών, μια άλλη κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας των δημοκρατικών δυνάμεων ευρωπαϊκού προσανατολισμού στην οποία θα κληθεί να μετάσχει και ο ηττημένος ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς όμως να μπορεί να παρεμποδίσει ή να καθοδηγήσει τις εξελίξεις.

 

Και αυτό όμως δεν αρκεί. Χρειάζονται ούτως ή άλλως ευρύτερες θεσμικές συναινέσεις για την ανάδειξη ΠτΔ τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2020 (180 ψήφοι )  και την σταθεροποίηση του εκλογικού συστήματος (200 ψήφοι). Κυρίως όμως χρειάζεται νέου τύπου πολιτική συναίνεση ως προς το μακροπρόθεσμο πλαίσιο στρατηγικής αναφοράς της χώρας. Πραγματική εθνική «ιδιοκτησία» της στρατηγικής επανόδου στην κανονικότητα.

Η προφανής κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης καθιστά εξαιρετικά εύκολη την αναζωπύρωση της κρίσης νομιμοποίησης. Τα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας των επόμενων κυβερνήσεων είναι, ούτως ή άλλως, πολύ στενά λόγω συσσώρευσης δημοσιονομικών και χρηματοοικονομικών περιορισμών και κατά την περίοδο μετά το τυπικό τέλος του τρίτου προγράμματος, όπως θα δούμε στη δεύτερη θεματική ενότητα του Συνεδρίου.

Οι κοινωνικοί συσχετισμοί είναι ακόμη δυσκολότεροι μετά τις μεταβολές που έχουν επέλθει στη διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας. Την εξάρθρωση των μεσαίων στρωμάτων. Την υπόθαλψη αντισυστημικών τάσεων που διχοτομούν την κοινωνία:  Σε ένα ημισφαίριο που, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο  βαθμό,  αποδέχεται  τη γενική ιδέα μιας ανταγωνιστικής Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη και φοβάται την περιθωριοποίηση της χώρας. Και ένα ημισφαίριο παραιτημένο από μια τέτοια διεκδίκηση, ρητορικά αντισυστημικό, αλλά στην πραγματικότητα βαθειά συντηρητικό, που θεωρεί μάταιη την περαιτέρω προσπάθεια εντός ευρωπαϊκού πλαισίου, που είναι έτοιμο να αποδεχθεί ότι δεν έχει πλέον τι να χάσει καθώς θεωρεί ότι βιώνει την απόλυτη καταστροφή και συνεπώς αδυνατεί να προσδιορίσει την τεράστια διαφορά μεταξύ αφενός μεν κρίσης, μείωσης των εισοδημάτων ή υποβάθμισης των συνθηκών και του σχεδίου ζωής, αφετέρου δε της ασύντακτης χρεωκοπίας που δεν θα είναι μόνο οικονομική αλλά και θεσμική και εθνική.

Το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα προφανώς προσκρούει σε ποικίλα εμπόδια, εμφανή  και λανθάνοντα. Πρωτίστως στην ίδια την εξειδίκευσή του που θίγει ατομικά ή κλαδικά συμφέροντα πολιτών ή ομάδων που γενικά τάσσονται υπέρ του μεταρρυθμιστικού προτάγματος. Πρόκειται συνεπώς για μια αλλαγή του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος. Για μια σύγκρουση ως προς την ηγεμονία των ιδεών και αντιλήψεων που δεν μπορεί να διεξαχθεί με όρους εμφυλιοπολεμικούς ή έστω αξιακά αλαζονικούς. Δεν μπορεί να χαρίσει στον εθνικολαϊκισμό, τον αντιευρωπαϊσμό, τον τυφλό αντισυστημισμό, τον φοβικό συντηρητισμό όσους έχουν δισταγμούς, φοβίες, αντιστάσεις ή νιώθουν ότι βρίσκονται σε απόγνωση, ότι έχουν οδηγηθεί οριστικά στο περιθώριο του ευρωπαϊκού και εθνικού γίγνεσθαι. 

Προφανώς πρέπει να συγκροτηθεί το δεκτικό τμήμα της κοινωνίας, οι δημιουργικές δυνάμεις της με την ευρύτατη έννοια του όρου. Η νέα εθνική στρατηγική συναίνεση πρέπει όμως  να απευθύνεται και στα δυο ημισφαίρια, μέσα από μια οργανωμένη αναδιανομή προσδοκιών που θεμελιώνουν το αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινωνία παρά τις διαφορές και τις αντιθέσεις της και το συνακόλουθο αίσθημα ασφάλειας. Όταν συνεπώς μιλάμε για το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα μιλάμε για τη νέα Αλλαγή. Για το μόνο αίτημα αλλαγής που οδηγεί κάπου εκτός από τη μιζέρια, τη στασιμότητα, την ανασφάλεια.

Μεταβάλλονται κατά τον τρόπο αυτό τα κριτήρια διάκρισης μεταξύ προοδευτισμού και συντηρητισμού και αναδεικνύεται ο κομβικός ρόλος του προοδευτικού κέντρου που υπερβαίνει τα όρια και την αμηχανία της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που δυσκολεύεται να προβάλλει μια συνεκτική εναλλακτική πρόταση μετά τη διαρθρωτική κρίση του ευρωπαϊκού μοντέλου. Αυτή είναι κρίση δημογραφική, κρίση του ευρωπαϊκού μοντέλου παραγωγής και ανταγωνιστικότητας, κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Αφορά τη προοπτική περαιτέρω μείωσης του  ποσοστού  συμμετοχής της ΕΕ στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Διασταυρώνεται με την πίεση που ασκεί η λεγόμενη τέταρτη βιομηχανική επανάσταση στις εργασιακές και κοινωνικές σχέσεις, στην αντίληψή μας για τον κόσμο, ακόμη και για την ίδια την ανθρώπινη οντότητα.

 

[ Κύκλος 2: Τα εκ των ων ουκ άνευ – Δημοσιονομικές και Χρηματοπιστωτικές  Προϋποθέσεις ]

 

Η δεύτερη θεματική ενότητα του Συνεδρίου αναφέρεται στα εκ των ων ουκ άνευ. Στις δημοσιονομικές και χρηματοοικονομικές προϋποθέσεις της «Ελλάδας Μετά».

Η έξοδος από τα μνημόνια, δηλαδή τα προγράμματα δημοσιονομικής και διαρθρωτικής  προσαρμογής που διασφαλίζουν δανειοδότηση από τους εταίρους (από το 2012 και μετά μέσω του EFSF / ESM, με παράλληλο πρόγραμμα  του  ΔΝΤ), δεν είναι προφανώς μια εύκολη υπόθεση. Πλήρης έξοδος από τα προγράμματα προσαρμογής προϋποθέτει πλήρη επάνοδο στις αγορές για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας, πρώτον, με λογικό επιτόκιο που να μην επιβαρύνει πολύ το σταθμισμένο μέσο κόστος του χρέους και, δεύτερον, με εκδόσεις ομολόγων που δεν μειώνουν πολύ τη σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους. Είναι συνεπώς λογικό να μεσολαβήσει μια φάση προστατευμένης και σταδιακής επανόδου στις αγορές με το σχήμα μιας προληπτικής πιστωτικής γραμμής που περιλαμβάνεται στα θεσπισμένα χρηματοδοτικά εργαλεία του ESM τα οποία  προβλέπουν συμβουλευτικό απλώς ρόλο για το ΔΝΤ. Στο σημείο αυτό είχε βρεθεί η Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2014 οπότε και ελήφθη σχετική, πολιτική, απόφαση του Eurogroup, η σύνθεση του οποίου ταυτίζεται με το Συμβούλιο των Διοικητών του ESM.

Η επάνοδος όμως στις αγορές και η συμμετοχή στα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ έχει συνδεθεί με τη διευθέτηση του ζητήματος της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους μέσω παραμετρικών αλλαγών που θα συμπληρώνουν την ονομαστική απομείωση και αναδιάρθρωση του χρέους που έγινε το 2012, αποκλειομένης όμως μιας νέας ονομαστικής μείωσης και με ανοικτό το ερώτημα για το πώς θα επιτευχθεί περαιτέρω μείωση σε παρούσα αξία και ποιος θα την επωμισθεί. Κατά  τη συμφωνία της 12.7.2015 οι δανειστές δεν αναλαμβάνουν ούτε έμμεσα πρόσθετο κόστος. Τα λεγόμενα βραχυπρόθεσμα μέτρα που δόθηκαν το Νοέμβριο του 2016 δόθηκαν με ελληνική επιβάρυνση και  μέσα  στο περιθώριο χρηματοοικονομικών χειρισμών του ΕΜΣ, χωρίς επιπλέον κόστος για τα κράτη - μέλη της ΖτΕ .

Δεν θα επαναλάβω όσα περιλαμβάνονται στο νωπό ακόμη βιβλίο μου «Μύθοι και αλήθειες για το δημόσιο χρέος 2012-2017» ούτε όσα είπα και έγραψα για τις τελευταίες εξελίξεις, για το τι έγινε στη σύνοδο του Eurogroup της 22.5.2017  και για το ποια ζητήματα θα έπρεπε να θέτει κατά προτεραιότητα η Ελλάδα - αν ήξερε τι θέλει - ενόψει της συνόδου του Eurogroup της 15.6 και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 22.6 κ.ο.κ.

Τελείως επιγραμματικά σημειώνω ότι η χώρα εγκλωβίστηκε στο μεγάλο πρωθύστερο ως προς το πρωτογενές πλεόνασμα. Εμφάνισε δημοσιονομική  υπεραπόδοση και τεράστιο πρωτογενές πλεόνασμα 4.2% του ΑΕΠ αντί του προβλεπόμενου 0,5 % το 2016, υπό συνθήκες ύφεσης ή έστω στασιμότητας. Και αποδέχθηκε στη συνέχεια  πρωτογενές πλεόνασμα 3,5 % του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και μάλιστα με στόχο  4,5 % προκειμένου  να χρηματοδοτούνται επιδοματικά αντίμετρα 1% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα παραιτήθηκε έτσι θριαμβολογόντας από το βασικό αίτημά της να της δοθεί δημοσιονομικός χώρος αναπνοής προκειμένου να διευκολυνθεί η επίτευξη υψηλής ονομαστικής διόγκωσης του  ΑΕΠ, προκειμένου δηλαδή να δοθεί έμφαση στον παρονομαστή του κλάσματος «δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ». Αυτό μάλιστα  έγινε πριν την εξομάλυνση της καμπύλης των τόκων τις χρονιές που αυτοί αυξάνονται λογιστικά ( 2022-24 και 2026 )  επειδή προηγήθηκε δεκαετής περίοδος χάριτος. Πριν ολοκληρωθεί η σταθεροποίηση των κυμαινόμενων επιτοκίων και η  μείωση του μακροπρόθεσμου επιτοκιακού κινδύνου. Πριν υπολογισθούν ορθά οι μεικτές χρηματοδοτικές ανάγκες, χωριστά για το μεσομακροπρόθεσμο και χωριστά για το ανακυκλούμενο βραχυπρόθεσμο χρέος. Πριν συμφωνηθεί μια ρεαλιστική εκτίμηση για τον  πιθανό μέσο ρυθμό ανάπτυξης την επόμενη δεκαετία και όχι την επόμενη πεντηκονταετία που υπερβαίνει τον ορίζοντα οποιασδήποτε πραγματικής πρόβλεψης. Πριν αναλυθεί η θετική επιρροή στις αποδόσεις νέων ελληνικών ομολόγων λόγω της ύπαρξης μιας προληπτικής πιστωτικής γραμμής κ.ο.κ.

Το δημόσιο χρέος μπορεί από βάρος του παρελθόντος να γίνει κλειδί του μέλλοντος, αν η χώρα απαλλαγεί οριστικά από τον δημοσιονομικό εθνικολαϊκισμό που τώρα δίνει μάχη οπισθοφυλακής με την αποδοχή των υπερβολικών πρωτογενών πλεονασμάτων και τη νεοταξική θεωρία των αντίμετρων και της αναδιανομής της μιζέριας για λόγους αμιγώς πολιτικούς. 

Η χώρα πρέπει να επανέλθει στο στρατηγικό στόχο «δημοσιονομικός χώρος αναπνοής έναντι μεταρρυθμίσεων» και να διατυπώσει πρόταση για το χρέος που αξιοποιεί επιτέλους την δραστική παρέμβαση του 2012. Έχω εξηγήσει ποιά πρέπει να είναι αυτή κατά τη γνώμη μου.  Δεν μου αρκεί να βλέπω κάποιους να γλείφουν εκεί που έφτυναν. Δεν θέλω να διαψεύδονται, να ταπεινώνονται, να γίνονται γραφικοί. Θέλω η χώρα να εκπροσωπείται με τρόπο αξιοπρεπή, αξιόπιστο και επαγγελματικό και να ανακτά τη δυνατότητα άσκησης φορολογικής πολιτικής που δεν είναι αντιαναπτυξιακή και μυωπική. Που δεν  βασίζεται στην υπερφορολόγηση, στην αποθάρρυνση της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας και την εξόντωση των ελεύθερων επαγγελματιών και επιτηδευματιών.

Το χρηματοπιστωτικό πρόβλημα, η διαχείριση των κόκκινων δανείων που πρακτικά διογκώνονται αντί να μειώνονται, η επιστροφή των καταθέσεων, η άρση των capital controls, η χρηματοδότηση των αναγκαίων επενδύσεων από ένα τραπεζικό σύστημα που λειτουργεί πραγματικά, είναι πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από το πρόβλημα του δημοσίου χρέους. 

Μια μη χρηματοδοτούμενη ανάπτυξη δεν αποκλείεται θεωρητικά, δεν έχει όμως καμία σχέση με αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα για την ανόρθωσή της και την ανάκτηση του χαμένου εδάφους των τελευταίων δέκα ετών, όπως έδειξε πρόσφατη μελέτη της PWC. 

Επαναλαμβάνω επιγραμματικά  δυο προτάσεις μου του Σεπτεμβρίου 2016 :

Πρώτον, την παροχή ειδικά για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα Ευρωπαϊκής  εγγύησης των καταθέσεων μέσω υφιστάμενων πόρων του προγράμματος στήριξης.

 Δεύτερον, την ίδρυση θυγατρικής της ΕυρΤρΕπ για την Ελλάδα με ειδικό σκοπό την μόχλευση των ευρωπαϊκών αναπτυξιακών  κονδυλίων.  

Η διαχείριση των μη εξυπηρετουμένων δανείων πρέπει να γίνει με πιο ευρηματικούς και ευέλικτους τρόπους που θα ισχύουν και για κάποιες κατηγορίες εξυπηρετούμενων δανείων προκειμένου να μην επεκτείνεται η έκθεση σε μελλοντικά κόκκινα δάνεια επειδή η ευνοϊκή μεταχείριση των κόκκινων δανείων θα μετατρέπει σε στρατηγικούς κακοπληρωτές τους ενήμερους δανειολήπτες . 

Το βαθύτερο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας αλλά και διεθνώς είναι βεβαίως  το ασφαλιστικό και πιο συγκεκριμένα το αναλογιστικό έλλειμμα. Έχουν διατυπωθεί ορισμένες ενδιαφέρουσες ολοκληρωμένες προτάσεις, όπως αυτή του Μιλτιάδη Νεκτάριου. Έχουν αναλυθεί ( πρόσφατα από το World Economic Forum ) οι κίνδυνοι των ασφαλιστικών συστημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι συνεπώς προφανές ότι πρέπει να στραφούμε στις όψεις του  ασφαλιστικού που κινούνται εκτός γενικής κυβέρνησης, όπως τα επαγγελματικά ταμεία και τα ιδιωτικά προγράμματα, τουλάχιστον για τους κάτω των 50 ετών ασφαλισμένους. Στο ασφαλιστικό, το δημοσιονομικό ζήτημα διασταυρώνεται με το δημογραφικό που είναι τεράστιο εθνικό πρόβλημα  και με τις νέες μορφές εργασίας που θα  επιβάλλει η λεγόμενη τέταρτη βιομηχανική επανάσταση με ρυθμό ταχύτερο από ο,τι φαντάζεται κάποιος. Η εθνική στρατηγική οφείλει συνεπώς να έχει επίγνωση όλων αυτών των παραμέτρων.

 

[ Κύκλος 3: Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό – Οι θεσμικές προϋποθέσεις ]

 

Στις 14 και 15 Απριλίου 2008 είχαμε οργανώσει με το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου του ιδρύματος Τσάτσου συνέδριο με τον τίτλο «Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό».

Από τότε και ιδίως από το 2010 μεσολάβησαν πολλά που έθεσαν σε δοκιμασία τη φύση, την αποτελεσματικότητα και τη νομιμοποίηση του ίδιου του κράτους και όχι απλώς των κυβερνήσεων της περιόδου της ανοικτής και παρατεταμένης κρίσης. Γιαυτό θελήσαμε να συζητήσουμε τις θεσμικές προϋποθέσεις της «Ελλάδας Μετά» υπό τον  τίτλο «Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό». Αν όσα είχαν ειπωθεί το 2008 είχαν μετουσιωθεί σε θεσμικές παρεμβάσεις ίσως η εξέλιξη να ήταν διαφορετική και η έξοδος από την περιδίνηση της κρίσης να είχε ήδη επιτευχθεί. 

Το εθνικό κράτος λειτούργησε τα χρόνια της κρίσης κουβαλώντας το διπλό βάρος αφενός μεν του δακτυλοδεικτούμενου υπαίτιου της δημοσιονομικής κρίσης λόγου του όγκου και της αναποτελεσματικότητας του, αφετέρου δε του διαχειριστή της κρίσης και του τελευταίου καταφυγίου για την αποφυγή της ασύντακτης χρεοκοπίας σε συνεργασία βεβαίως με την ΕΕ και τη ΖτΕ που στα μείζονα και έκτακτα ζητήματα λειτουργούν κατά βάση διακυβερνητικά, σε αντίθεση αλλά και σε συνεργασία με τα κράτη - μέλη που συμφωνούν να  μεταφέρουν σημαντικό μέρος της κυριαρχίας τους στην Ένωση και ταυτοχρόνως ανθίστανται στη μεταφορά.

Όπως και να ορίσει κανείς το κράτος και τη σχέση του με την κοινωνία, την οικονομία, τη διεθνή κοινότητα -ως θεσμικό μηχανισμό, ως σχέση, ως συμπύκνωση του συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, ως δημοσιονομική οντότητα, ως διεθνοπολιτικό υποκείμενο - οι ρυθμίσεις για το πώς αυτό συγκροτείται και λειτουργεί περιέχονται κατά βάση στο Σύνταγμα.

Το πρόβλημα όμως του ελληνικού κράτους ως εθνικού κράτους και ως κράτους - μέλους της ΕΕ και μάλιστα της ΖτΕ, δεν είναι συνταγματικό. Αντιθέτως το ισχύον Σύνταγμα άντεξε υπό ακραίες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες και συνέβαλε μέσα από την αντοχή των δημοκρατικών και δικαιοκρατικών θεσμών στη διάβαση της ερήμου.

Έχει συνεπώς πρωτεύουσα σημασία να ανακοπεί ο μετασχηματισμός του πολιτικού και οικονομικού λαϊκισμού σε συνταγματικό λαϊκισμό που καλλιεργεί την επικίνδυνη ψευδαίσθηση ότι για την κρίση ευθύνονται οι θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, δηλαδή οι θεσμοί της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Από την άλλη πλευρά είναι προφανές ότι έχουν εντοπιστεί - και συγκεντρώνεται ευρεία συναίνεση γύρω από αυτό - δυσλειτουργικά σημεία που θιγούν την κοινωνική αξιοπιστία και την πολιτική νομιμοποίηση των θεσμών.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος όμως δεν είναι μέθοδος εύκολης και ριζικής θεραπείας πολιτικών, αξιακών ή κοινωνικών παθογενειών. Η αναθεώρηση είναι η ύψιστη και οριακή  εκδήλωση της συντεταγμένης κρατικής εξουσίας που συνιστά ταυτοχρόνως και εφαρμογή και τροποποίηση του ισχύοντος Συντάγματος μέσα στο καταναγκαστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ενωσιακής αλλά και της διεθνούς έννομης τάξης και κυρίως της σχετικής με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών θεσμών, με πρακτικά  κορυφαίο κανόνα αναφοράς  την ΕΣΔΑ 

Η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει συνεπώς να συνιστά αποτέλεσμα καλής εφαρμογής του άρθρου 110 του Συντάγματος που διασφαλίζει τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος και τον συναινετικό χαρακτήρα της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Αυτό σημαίνει ότι η σχετική διαδικασία είναι κοινοβουλευτική και όχι «διαβουλευτική» ή δημοψηφισματική και ότι η αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών παρότι μπορεί να συγκεντρωθεί στην πρώτη Βουλή που απλώς διαπιστώνει γενικά την ανάγκη αναθεώρησης και όχι στη δεύτερη που συντελεί την αναθεώρηση, ιστορικά και δικαιοπολιτικά πρέπει να διαφυλάσσεται για τη δεύτερη Βουλή που προσδιορίζει το περιεχόμενο και καθορίζει τη διατύπωση των αναθεωρούμενων διατάξεων. 

Βεβαίως και πρέπει να ανανεωθεί θεσμικά το πολιτικό σύστημα και το σύστημα διακυβέρνησης ως σημείο επανεκκίνησης του ενδιαφέροντος της κοινωνίας για την πολιτική

Βεβαίως και πρέπει να επαναπροσδιοριστούν οι αρμοδιότητες, ο πολιτειακός ρόλος και ο  τρόπος εκλογής του ΠτΔ.

Βεβαίως και πρέπει να διασφαλιστεί η λειτουργία θεσμικών αντιβάρων.

Βεβαίως και πρέπει να απαλλαγεί ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών από στοιχεία  που τον καθιστούν κοινωνικά  αναξιόπιστο, παρότι ισχύουν από το 1864 και έχουν επιβεβαιωθεί με ομόφωνες ή κατά συντριπτική πλειοψηφία αποφάσεις πολλών βουλών.

Βεβαίως και πρέπει να εναρμονιστεί πλήρως η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με την ΕΣΔΑ και άλλα διεθνή κείμενα προστασίας των δικαιωμάτων και αυτό αφορά και τη θρησκευτική ελευθερία και τις συνταγματικά οργανωμένες   σχέσεις κράτους και εκκλησίας. 

Εξίσου βέβαιο όμως είναι ότι δεν πρέπει να υποχωρήσει το ελληνικό σύνταγμα μπροστά στις εύκολες δημαγωγικές αμφισβητήσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας, δηλαδή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας  και του κράτους δικαίου.

Το αν «Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό» δεν κρίνεται όμως μόνο στο επίπεδο του συντάγματος και του πολιτικού συστήματος.

Κρίνεται στο επίπεδο της αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης και τοπικής

αυτοδιοίκησης.

Στο επίπεδο της διαφανούς, ταχείας και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης.

Στο επίπεδο της κωδικοποίησης και της ποιότητας της κοινής νομοθεσίας, μέσα στο ούτως ή άλλως βαρύ πλαίσιο της Ευρωπαϊκής ενωσιακής έννομης τάξης.

Κρίνεται στο επίπεδο ενός ανθρωπιστικού και ταυτοχρόνως ασφαλούς και λειτουργικού σωφρονιστικού συστήματος και της καταπολέμησης της εγκληματικότητας, της παροχής του αγαθού της ασφάλειας που συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα.

Κρίνεται στο επίπεδο των οικονομικών λειτουργιών του κράτους, της φιλοεπενδυτικής και φιλοαναπτυξιακής του λειτουργίας με τη μορφή του νομοθέτη, της διοίκησης, της αυτοδιοίκησης, της δικαιοσύνης.

Κρίνεται  στο επίπεδο των συνταγματικών και ευρωπαϊκών ενωσιακών κανόνων που διέπουν τη ψήφιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού, την αυστηρά οργανωμένη παρακολούθηση του δημοσιονομικού, πρωτογενούς και εμπορικού ισοζυγίου, των  ελλειμμάτων ή πλεονασμάτων, της δυναμικής του δημοσίου χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του, της αναλογιστικής δυναμικής και της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. 

Κρίνεται στο επίπεδο της φορολογικής νομοθεσίας και διοίκησης.

Χωρίς να αναφερόμαστε εδώ στη διάσταση του κοινωνικού κράτους τις δημοσιονομικές και δημογραφικές προϋποθέσεις του οποίου τις αναφέραμε στην δεύτερη θεματική  ενότητα. 

Συνεπώς ένα άλλο κράτος είναι αυτό που διασφαλίζει την δυνατότητα της χώρας να πάει στο μετά. Αυτό το κράτος είναι ένα σύγχρονο, λειτουργικό, έξυπνο, ευρωπαϊκό δημοκρατικό κράτος δικαίου. 

 

[ Κύκλος 4 & 5: Η επανάσταση του αυτονόητου – Πεδία ανάπτυξης | Το διανοητικό κεφάλαιο υπό συνθήκες τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης ]

 

Η «Ελλάδα Μετά» καλείται συνεπώς :

-           να υιοθετήσει το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα ·

-           να διαμορφώσει τις πολιτικές, κοινωνικές και θεσμικές προϋποθέσεις μιας υψηλής εθνικής ανταγωνιστικότητας ·

-           να συγκροτήσει ένα άλλο κράτος λειτουργικό και φιλοεπενδυτικό·

-           να δώσει απαντήσεις στα εκ των ων ουκ άνευ, δηλαδή στις δημοσιονομικές  και χρηματοπιστωτικές προϋποθέσεις,  

για να δώσει όλη της την έμφαση στην πραγματική οικονομία, σε ρυθμούς ανάπτυξης σαφώς υψηλότερους του μέσου όρου της ευρωζώνης, στον παρονομαστή του κλάσματος «δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ», στα προνομιακά πεδία στα οποία μπορεί να οικοδομηθεί το λεγόμενο νέο μοντέλο ανάπτυξης.

Όταν όμως χρησιμοποιούμε τον βαρύγδουπο όρο «νέο μοντέλο ανάπτυξης» προφανώς δεν αναφερόμαστε σε μια έστω σύγχρονη κρατικιστική αντίληψη κεντρικού σχεδιασμού έστω σε επίπεδο στρατηγικής αντίληψης. Ακόμη και οι επιλογές της φορολογικής πολιτικής μόνο έμμεσα μπορούν να έχουν κλαδικό πρόσημο που προκύπτει εκ των πραγμάτων μέσα από τις επιλογές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας  σε ένα φορολογικό περιβάλλον  συνολικής  και οριζόντιας στήριξης της επιχειρηματικότητας και όλων των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας και της οικονομίας. Ακόμη και τα κριτήρια διάθεσης των ευρωπαϊκών κονδυλίων με εξαίρεση τις ιδιαιτερότητες της ΚΑΠ, έχουν μεταβατικό χαρακτήρα προκειμένου να καλυφθούν κενά στις υποδομές, να αντιμετωπισθούν οφθαλμοφανείς  περιφερειακές ανισότητες σε εθνικό και Ενωσιακό επίπεδο και να ενισχυθούν μορφές επιχειρηματικότητας που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό.

Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε πραγματικής οικονομίας βρίσκονται άλλωστε στους ενδογενείς πόρους που είναι η γη, δηλαδή ο χώρος, και οι άνθρωποι.

Έχω πει πολλές φορές ότι «γη» σημαίνει γεωγραφία, ιστορία, γεωπολιτική και γεωοικονομία, τοπίο και περιβάλλον, πολιτιστική κληρονομιά, αειφορία, πρωτογενή παραγωγή, προνομιακές καλλιέργειες, διατροφή,  δάση, ορεινούς όγκους, θάλασσα, νησιά, αλιεία, φυσικούς ενεργειακούς πόρους, οικιστική ανάπτυξη, βεβαίως τουρισμό, συγκεκριμένη κατεύθυνση ως προς την οργάνωση των μεταφορών και την κατασκευή  των αναγκαίων υποδομών . Γη όμως σημαίνει και επίγνωση των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής όχι μόνο γενικά στην υφήλιο, αλλά ειδικά στην Ελληνική επικράτεια της επόμενες δεκαετίες, μέχρι τα μέσα του αιώνα.

Κατά την ίδια λογική «άνθρωποι» σημαίνει εκπαίδευση, κατάρτιση, επιμόρφωση, έρευνα, καινοτομία, διανοητικό κεφάλαιο, παραγωγικότητα, ποιότητα υπηρεσιών, επιχειρηματικότητα, ταλέντο, αριστεία, καλλιτεχνική δημιουργία, ικανότητα συμμετοχής στις προκλήσεις της τεχνολογικής εξέλιξης που είναι πλέον ραγδαίες και αφορούν  όχι μόνο τις παραγωγικές και ιδίως τις εργασιακές σχέσεις, αλλά το ίδιο  το  πολιτιστικό παράδειγμα της δεύτερης και της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης, της νεωτερικότητας και της  μετανεωτερικότητας που τώρα  βλέπουν να έρχεται με δύναμη το κύμα της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης που αλλάζει τα ανθρωπολογικά δεδομένα.

Όταν η συζήτηση εστιάζεται πλέον στην τεχνητή νοημοσύνη, το διαδίκτυο των πραγμάτων, την επαυξημένη πραγματικότητα, τις ραγδαίες εξελίξεις στην βιοτεχνολογία, στην αναζήτηση του μεταγονιδιώματος και η καθημερινότητα κυριαρχείται από προβληματισμούς για την post truth, τα fake news, τις  κυβερνοεπιθέσεις παγκόσμιας κλίμακας, μεταβάλλονται τα ίδια τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά: η έννοια του χώρου και οι δυνατότητες του ανθρώπινου νου μαζί με τις αντοχές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι εξελίξεις δεν είναι γραμμικές, δεν  πηγαίνουν από στάδιο σε στάδιο. Η «Ελλάδα Μετά» πρέπει να βρεθεί στο πιο προωθημένο στάδιο, χωρίς μικρομεγαλισμούς, αλλά πρωτίστως χωρίς πνευματικό και πολιτικό επαρχιωτισμό.

Όλα έχουν ειπωθεί σε σωρεία μελετών που συγκλίνουν μεταξύ τους. Υπάρχουν πολλά προφανή και αυτονόητα γύρω από τα οποία μπορεί να διαμορφωθεί μια εθνική αναπτυξιακή συναίνεση. Το Σεπτέμβριο του 2011, εν μέσω κρίσης, η McKinsey ετοίμασε τη γνωστή έκθεση «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά», το ΙΟΒΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο ΟΟΣΑ, οι διευθύνσεις μελετών των τραπεζών, παρουσιάζουν συνεχώς αναλύσεις για τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές, για κρίσιμους τομείς, για τις  αναπτυξιακές δυνατότητες. Πριν λίγους μήνες η διαΝΕΟσις παρουσίασε έναν οδικό χάρτη εξόδου από την κρίση. Μόνο τις τελευταίες εβδομάδες ο ΣΕΒ παρουσίασε μια πολύ σημαντική έκθεση για το ψηφιακό μέλλον και η PWC μια πολύ χρήσιμη ανάλυση - στην οποία αναφέρθηκα -  για το επενδυτικό κενό, το επενδυτικό potential, τις δυνατότητες χρηματοδότησης των αναγκαίων επενδύσεων μέχρι το 2022. Αν η  ανάπτυξη  είναι creditless και αναιμική, τότε πιθανότατα θα είναι και jobless. Επιδίωξη όμως πρέπει να είναι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Στόχος της δεύτερης ημέρας του συνεδρίου είναι να τεθεί και να απαντηθεί το ερώτημα τι χρειάζεται για να προχωρήσουμε από τις συγκλίνουσες διαπιστώσεις σε συγκεκριμένες απτές πρωτοβουλίες. Μια πρώτη απάντηση είναι ότι πρέπει να συντρέξουν όσα αναζητούμε την πρώτη ημέρα του Συνεδρίου.

Οργανώσαμε μια συζήτηση θεωρητική και ταυτοχρόνως εμπειρική με εξαίρετους επιστήμονες και εμβληματικές προσωπικότητες της πράξης. Από κορυφαίους θεσμικούς εκπροσώπους μέχρι νέους επιχειρηματίες  και νεότατους  ερευνητές που μπαίνουν στην καρδιά του σύγχρονου ψηφιακού κόσμου και της βιοτεχνολογίας.

 

Ένα νέο εθνικό αφήγημα

 

Το τελικό ερώτημα που θα συζητήσουμε με τον Στέλιο Ράμφο, τον οποίο ευχαριστώ θερμά για την αποδοχή της πρόσκλησης μας, είναι αν μπορούν να ξαναονειρευθούν οι Ελληνίδες και οι Έλληνες. Εάν μπορεί να υπάρξει ένα νέο εθνικό αφήγημα διακόσια χρόνια μετά. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να δοθεί μια καταφατική απάντηση. Αυτή την προσπάθεια πρέπει να κάνουμε ως Έθνος. 

   

Ευάγγελος Βενιζέλος: Η Ελλάδα Μετά from Evangelos Venizelos on Vimeo.

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

.