19 Ιανουαρίου 2007

 Η διαφάνεια είναι ένα θεμελιώδες κοινωνικό και πολιτικό αίτημα.

Η κοινωνία αποζητά διαφάνεια, είναι όμως εξαιρετικά δύσπιστη, ηττοπαθής και μοιρολατρική. Έχει σχεδόν πειστεί ότι τίποτα δεν πρόκειται να γίνει, ότι ανακυκλώνονται οι ίδιες και οι ίδιες συζητήσεις, επειδή ανακυκλώνονται και διογκώνονται τα ίδια και τα ίδια προβλήματα.



Ουσιαστικά η διαρκής συζήτηση για τη διαφάνεια είναι ένας πολύ κρίσιμος δείκτης για το βαθμό πολιτικής υποαντιπροσώπευσης και πολιτικής δυσπιστίας της κοινωνίας συνολικά. Είναι ουσιαστικά ένας δείκτης του βαθμού κρίσης του πολιτικού και του διοικητικού συστήματος της χώρας. Άλλωστε όταν οι πολίτες- άρα και τα Μέσα Ενημέρωσης- θέτουν ζήτημα διαφάνειας, θέτουν άλλοτε ζήτημα νομιμότητας, άλλοτε ισονομίας, αξιοκρατίας και ίσου δικαιώματος πρόσβασης, άλλοτε ζήτημα ομαλής και διαφανούς λειτουργίας της αγοράς, δηλαδή ζήτημα ακρίβειας, αισχροκέρδειας, παράνομου πλουτισμού, άλλοτε ζήτημα κακής λειτουργίας του κοινωνικού κράτους, επειδή θεμελιώδεις μηχανισμοί του κοινωνικού κράτους, όπως είναι το ασφαλιστικό σύστημα, το δημόσιο σύστημα υγείας ή το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης δεν λειτουργούν. Άρα υπό τον όρο διαφάνεια συγκεφαλαιώνονται τα πιο μεγάλα προβλήματα που έχουμε. Προβλήματα τα οποία εμφανίζονται ως θεσμικά, ενώ δεν είναι πρωτίστως θεσμικά:

Η Ελλάδα και στο επίπεδο του συντάγματός της και στο επίπεδο της κοινής της νομοθεσίας έχει υπερεπάρκεια θεσμικών εγγυήσεων της διαφάνειας. Το πρόβλημα είναι η αποτελεσματική και αξιόπιστη εφαρμογή των εγγυήσεων αυτών. Η μετατροπή δηλαδή ενός θεσμικού θώρακα σε μια σχέση αξιοπιστίας ανάμεσα σε αυτό που λέγεται πολιτεία και αυτό που λέγεται κοινωνία των πολιτών. Κατά τη γνώμη μου το πρόβλημα της διαφάνειας αποτυπώνει το πρόβλημα του μοντέλου ανάπτυξης της χώρας. Τα περισσότερα προβλήματα της διαφάνειας δεν συνδέονται τόσο με κατά κυριολεξία παρανομίες, δηλαδή με παραβάσεις του νόμου, όσο με την εκτεταμένη ατυπία και ανομία της ελληνικής κοινωνίας και της ελληνικής οικονομίας:

Όταν έχεις μια οικονομία που βασίζεται τόσο πολύ σε φαινόμενα όπως η παραοικονομία, η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή και η εισφοροαποφυγή, όταν έχεις μια τέτοια διάρθρωση του παραγωγικού σου ιστού με υψηλό βαθμό αυτοαπασχόλησης, άρα με πολύ μεγάλες δυνατότητες απόκρυψης εισοδήματος, όταν έχεις επίσης μια παράδοση «αντίστασης» απέναντι σ’ αυτό που λέγεται φορολογική εξουσία και αυτό που λέγεται νομιμότητα γενικά, αντιλαμβάνεστε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο ο πολίτης να πεισθεί ότι μπορεί να βρεθεί λύση, γιατί ο ίδιος ο πολίτης γνωρίζει πάρα πολύ καλά τη δική του αντιφατική στάση. Γιατί είναι ο ίδιος πολίτης αυτός που φοροδιαφεύγει, εισφοροδιαφεύγει, κινείται στο περιθώριο του νόμου όταν πρόκειται να επιλύσει ζητήματα που τον αφορούν στο πεδίο της πολεοδομικής ή της δασικής νομοθεσίας. Είναι ο ίδιος ο πολίτης ο οποίος πολλές φορές μετέχει σε μια παράνομη συναλλαγή στον ευρύτερο χώρο της δημόσιας διοίκησης και ο ίδιος πολίτης που ως καταναλωτής, ως δανειζόμενος από το τραπεζικό σύστημα, ως υποκείμενο της κακής λειτουργίας των μηχανισμών του κοινωνικού κράτους, των δημοσίων νοσοκομείων, των δημοσίων σχολείων, διαμαρτύρεται γιατί υφίσταται τις συνέπειες αυτής της διάχυτης κατάστασης. Και βέβαια πρέπει να σας πω ότι αυτό δεν θεραπεύεται με απλές μεθόδους, δηλαδή με τις μεθόδους της δημοκρατικής συμμετοχής, της αποκέντρωσης και της μεταφοράς αρμοδιοτήτων από την κεντρική κυβέρνηση στην τοπική αυτοδιοίκηση, γιατί όλα τα φαινόμενα επαναλαμβάνονται πολλαπλασιαζόμενα και σε περιφερειακό και σε τοπικό επίπεδο. Δηλαδή δεν είναι περισσότερο διαφανείς οι περιφερειακές υπηρεσίες του κράτους, δεν είναι περισσότερο διαφανείς και αποτελεσματικές οι υπηρεσίες και οι θεσμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης. Το πρόβλημα ως εκ τούτου είναι δυσεπίλυτο, γιατί είναι διάχυτο και συνδέεται, όπως είπα, με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.

Επίσης όταν μιλούμε για διαφάνεια είναι προφανές ότι μιλούμε για κάτι πολύ ευρύτερο του ζητήματος της διαφθοράς. Δεν είναι μόνον η διαφθορά, το πρόβλημα της αδιαφάνειας. Μπορεί να έχει κανείς πελατειακές σχέσεις και εξαρτήσεις, παράνομες λειτουργίες, ύποπτες συναλλαγές, χωρίς να υπάρχει -με τη στενή έννοια του όρου- πρόβλημα χρηματισμού. Επίσης είναι άλλο το πρόβλημα της διαφάνειας και της διαφθοράς και άλλο- γειτονικό και συγγενές και εφαπτόμενο- το πρόβλημα της διαπλοκής. Δηλαδή ουσιαστικά της αλληλεξάρτησης δραστηριοτήτων και συμφερόντων που κινούνται στο πεδίο της πολιτικής, στο πεδίο της οικονομίας και στο πεδίο της επικοινωνίας. Κοινός παρονομαστής; Οι διογκωμένες οικονομικές λειτουργίες του κράτους. Διότι αυτό είναι ένα φαινόμενο αναπόφευκτο, ένα φαινόμενο το οποίο είμαστε υποχρεωμένοι να το εκλάβουμε ως δεδομένο και να το αντιμετωπίσουμε.

Υπάρχει τώρα και ένα άλλο πρόβλημα το οποίο στην Ελλάδα κατά τη γνώμη μου είναι κρισιμότατο. Υπάρχει σε πολύ εκτεταμένο βαθμό ένα πρόβλημα έκπτωσης του νόμου. Οι νόμοι ψηφίζονται, αλλά δεν εφαρμόζονται όχι μόνον γιατί διοικητικά δεν μπορεί να υποστηριχθεί η εφαρμογή τους ή γιατί υπάρχουν πολύ σοβαρά προβλήματα δικαστικής γραφειοκρατίας και αναποτελεσματικότητας, αλλά και γιατί οι νόμοι απονομιμοποιούνται κοινωνικά, αξιακά με πάρα πολύ γρήγορο ρυθμό. Αυτό οδηγεί πάρα πολύ συχνά στην αναζήτηση λύσεων στο Σύνταγμα και το αποτέλεσμα είναι να εκπίπτει και το Σύνταγμα, δηλαδή να τίθεται πια επί τάπητος με πάρα πολύ μεγάλη ταχύτητα- που σημαίνει και με ανευθυνότητα και με προχειρότητα- ζήτημα αναθεώρησης του Συντάγματος, μόλις συμπληρώνονται οι τυπικές προθεσμίες της πενταετίας, χωρίς ουσιαστικά να συνειδητοποιούμε ποιο είναι το κεκτημένο το οποίο διαθέτουμε.

Και θέλω εδώ να πω ότι η αναθεώρηση του 2001 από πλευράς εγγυήσεων διαφάνειας και εγγυήσεων συναίνεσης βρίσκεται ίσως στην πρώτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών συνταγμάτων. Δεν υπάρχουν πολλά άλλα ευρωπαϊκά συνταγματικά κείμενα που να περιλαμβάνουν τόσους θεσμούς εγγυητικούς της διαφάνειας και της ευρύτερης συναίνεσης γύρω από συναφή θέματα. Δεν αρκεί όμως αυτό. Πρέπει να έχει πρώτα διαφύγει κανείς από τον κίνδυνο της έκπτωσης του νόμου και της έκπτωσης του συντάγματος για να αποκτήσουν αξία οι συνταγματικά προβλεπόμενες διαδικασίες, οι θεσμοί τους οποίους δεν χρειάζεται να μνημονεύσω τώρα, αλλά λίγο πολύ τους φαντάζεστε:

Όταν έχει κανείς τόσες ανεξάρτητες αρχές, τόσες αυστηρές διατάξεις γύρω από φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς, όταν έχει κανείς εγκαταστήσει τόσους ελεγκτικούς μηχανισμούς- ο Γενικός Επιθεωρητής, εποπτεύει 17 ειδικών μηχανισμών επιθεώρησης στη δημόσια διοίκηση- αντιλαμβάνεστε ότι αλλού βρίσκεται το έλλειμμα και όχι στη νομοθεσία και το Σύνταγμα.

Άρα όταν μιλάμε για διαφάνεια (άρα σε πολύ μεγάλο βαθμό και για διαφθορά και διαπλοκή), δεν μιλούμε μόνο για τη δημόσια διοίκηση. Δεν μιλούμε μόνο για το κράτος με τη στενή έννοια του όρου, με την έννοια του κρατικού μηχανισμού, γιατί φυσικά κράτος σε τελευταία ανάλυση είναι η θεσμική συμπύκνωση της κοινωνίας, είναι η σχέση όλων των σχέσεων. Μιλούμε για ένα πρόβλημα το οποίο είναι πρόβλημα του κράτους, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της καθ’ ύλην αυτοδιοίκησης, του ιδιωτικού τομέα, της κοινωνίας των πολιτών. Όλοι εμπλέκονται στις διαδικασίες αυτές και μη νομίζετε ότι στις λειτουργίες του ιδιωτικού τομέα επικρατεί μεγαλύτερη διαφάνεια. Προφανώς και δεν επικρατεί μεγαλύτερη διαφάνεια στη λειτουργία των επιχειρήσεων. Η αδιαφάνεια του ιδιωτικού τομέα είναι αυτή που τροφοδοτεί την αδιαφάνεια της δημόσιας διοίκησης και του δημόσιου τομέα. Όχι το αντίστροφο. Άρα λοιπόν μιλάμε για ένα ζήτημα στο οποίο εμπλέκονται οι πάντες. Η δικαιοσύνη, οι ανεξάρτητες αρχές, η τοπική αυτοδιοίκηση, η πολιτική εξουσία πρωτίστως και το πολιτικό σύστημα του κράτους, τα μέσα ενημέρωσης, η αγορά, οι επιχειρήσεις. Πρόκειται ουσιαστικά για την αναζήτηση ενός άλλου μοντέλου συγκρότησης του κράτους, της κοινωνίας και της οικονομίας.

Η αδυναμία επέμβασης στο χώρο του επαγγελματικού αθλητισμού- επειδή τελικός κριτής είναι η FIFA - δείχνει ποια είναι τα όρια των εθνικών πρωτοβουλιών σε ένα τομέα στον οποίο επίσης υπάρχουν πάμπολλα φαινόμενα αδιαφάνειας. Και είναι ένας τομέας της κοινωνίας των πολιτών κανονικά ο αθλητισμός- μια που φιλοξενούμεθα στο Μουσείο Αθλητισμού.

Άρα αντιλαμβάνεστε ότι πρέπει να ξεφύγουμε από πολλά εμπόδια, από την αντιφατική στάση των πολιτών, από τις ατυπίες που υπάρχουν, από τα προβλήματα που γεννά το μοντέλο ανάπτυξης, από τις νοοτροπίες, γιατί εδώ ουσιαστικά συγκρουόμαστε με την ιστορικά και αναπτυξιακά διαμορφωμένη νοοτροπία της ελληνικής κοινωνίας.

Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα νέο πολιτικό σχέδιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ένα σχέδιο το οποίο να ξεπερνά την πεπατημένη. Να υπερβαίνει τα γενικά στερεότυπα τα οποία συνήθως χρησιμοποιούμε στα θέματα αυτά και τα οποία κουράζουν τον κόσμο και μειώνουν την αξιοπιστία του πολιτικού λόγου. Ένα σχέδιο που κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να είναι πολύ πιο ειλικρινές, πολύ πιο πρακτικό και πολύ πιο εφαρμόσιμο και να βασίζεται στην ενεργοποίηση και την «ενοχοποίηση» των ίδιων των πολιτών. Δηλαδή στην ίδια τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών πρέπει να βασιστεί ένα ευρύ σχέδιο καταπολέμησης της διαφθοράς και διασφάλισης της διαφάνειας.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από ορισμένα κομβικά θεσμικά σημεία. Κατά τη γνώμη μου δύο είναι τα κορυφαία. Το πρώτο είναι το φορολογικό σύστημα. Πιστεύω ότι η αδιαφάνεια συνδέεται με την περιπλοκότητα και την ατυπία ταυτόχρονα του φορολογικού συστήματος. Το φορολογικό σύστημα είναι ο βασικός μηχανισμός από τον οποίο μπορεί να προκύψουν όλα. Το φορολογικό σύστημα και το ΚΕ.Π.Υ.Ο: ο έλεγχος του «πόθεν έσχες», η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, η διασφάλιση της χρηματοδότησης νέων παρεμβάσεων για την καταπολέμηση της φτώχειας, η ομαλή χρηματοδότηση των πανεπιστημίων και γενικά του εκπαιδευτικού συστήματος, η ομαλή χρηματοδότηση της υγείας και της πρόνοιας κ.ο.κ.

Δεύτερος κόμβος θεσμικός η δικαιοσύνη, γιατί όλα καταλήγουν είτε ως διοικητική διαφορά, είτε ως ιδιωτική διαφορά, είτε ως ποινική υπόθεση, ενώπιον κάποιου δικαστικού οργάνου. Ακόμη και ο πειθαρχικός έλεγχος που πρέπει φυσικά να είναι αυστηρότερος. Πρέπει τα πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια να είναι αυστηρότερα και ειλικρινέστερα και τα δευτεροβάθμια να λειτουργούν γρήγορα. Όλα όμως αυτά καταλήγουν τελικά ενώπιον του διοικητικού δικαστή, γιατί υπάρχει η υπαλληλική προσφυγή και σε τελευταία ανάλυση υπάρχει πάντα η αίτηση ακυρώσεως. Άρα αντιλαμβάνεστε ότι εάν δεν αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της διαφάνειας στο χώρο της δικαιοσύνης, δεν μπορούν να γίνουν όλα όσα πρέπει να γίνουν.

Και βέβαια όλα αυτά συνδέονται με το γενικότερο πρόβλημα της νομοθετικής απλούστευσης, της κωδικοποίησης της νομοθεσίας και της μεταβολής των διοικητικών διαδικασιών που πρέπει να είναι ενιαίες, πρέπει να είναι τυποποιημένες αλλά αντιγραφειοκρατικές και πρέπει να είναι προσιτές στον πολίτη. Τι σημαίνει δημόσια διοίκηση και επικοινωνία; Τι σημαίνει πληροφόρηση του πολίτη, όταν έχεις μια πολύπλοκη διοικητική διαδικασία, μύστης και διαχειριστής της οποίας είναι μια μικρή ομάδα ειδικών υπαλλήλων, η οποία κάλλιστα μπορεί να παραπληροφορεί τους διοικητικούς προϊσταμένους και τους πολιτικούς προϊσταμένους της. Δεν υπάρχει πια διάκριση μεταξύ διοικητικής και πολιτικής ευθύνης. Από τον μικρότερο υπάλληλο η ευθύνη (όταν το πρόβλημα μετατρέπεται σε επικοινωνιακό σκάνδαλο) ανυψώνεται στο επίπεδο του υπουργού. Δεν υπάρχουν ενδιάμεσες βαθμίδες. Κάθε παραφθορά στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, ακόμη και στο μικρότερο επίπεδο του υπαλλήλου που είναι αρμόδιος για τη διαχείριση μιας οικοδομικής άδειας ή ενός φορολογικού ελέγχου, πηγαίνει κατευθείαν στον υπουργό. Ο υπουργός είναι, ως πολιτικό πρόσωπο, ο διαχειριστής όλων των κρίσεων και των κρίσεων ηθικής και των κρίσεων νομιμότητας. Άρα πρέπει και ο ίδιος να προστατεύεται και ο πολίτης να προστατεύεται μέσα από ένα μεγάλο σχέδιο εθνικής κωδικοποίησης και απλούστευσης της νομοθεσίας. Και μέσα από την εντατική αξιοποίηση όλων των μηχανισμών και των ευκαιριών της λεγόμενης ηλεκτρονικής διοίκησης.

Άρα η λειτουργία των ΚΕΠ πρέπει να επεκταθεί, να γίνουν τα ΚΕΠ και σημεία ενεργού πληροφόρησης, όχι με την τυπική έννοια του όρου, αλλά με την έννοια της καθοδήγησης του πολίτη. Πρέπει να αντιστραφούν όλα τα τεκμήρια της διοικητικής διαδικασίας. Και εδώ πρέπει να σας πω ότι το Σύνταγμα με την αναθεώρηση του 2001 έχει συνεισφέρει θεμελιώδεις τομές. Έχουμε μια άλλη διατύπωση του άρθρου 10 για το δικαίωμα του αναφέρεσθαι και το δικαίωμα γνώσης των διοικητικών στοιχείων και των διοικητικών πληροφοριών. Και έχουμε το άρθρο 5Α που προσθέτει στο άρθρο 14 (δηλαδή στην ελευθερία του Τύπου και των μέσων ενημέρωσης), γενικότερα το δικαίωμα στην πληροφόρηση του πολίτη, που αλλάζει τα κέντρα βάρους της ερμηνείας όλων των συνταγματικών και των κοινών διατάξεων.

Και βέβαια δίπλα σ’ αυτούς τους θεσμικούς πυλώνες υπάρχουν τα φαινόμενα στα οποία, πράγματι, σε συνδυασμό με όσα είπα για το φορολογικό σύστημα, μπορεί κανείς να εντοπίζει σοβαρά προβλήματα. Τέτοιο πρόβλημα είναι το πολιτικό χρήμα. Εγώ είμαι ένθερμος και σταθερός οπαδός της ιδέας για την πλήρη και απόλυτη κρατική χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων και των πολιτικών δραστηριοτήτων, χωρίς αυτό να συνεπάγεται φυσικά άμεσο ή έμμεσο έλεγχο φρονημάτων, με εξαίρεση τις μικρές επώνυμες εισφορές μελών και φίλων. Αλλά πίσω από τις πολλές ανώνυμες δήθεν μικρές εισφορές μπορεί να κρύβεται η γκρίζα χρηματοδότηση όχι μόνο των κομμάτων αλλά και άλλων φορέων: φορέων της κοινωνίας των πολιτών, των μη κυβερνητικών οργανώσεων που επιτελούν ρόλο εφάμιλλο με τον ρόλο των κομμάτων και των μέσων ενημέρωσης, αλλά και άλλων επιχειρήσεων που διατυπώνουν δημόσιο λόγο. Έχουμε εταιρίες ερευνών, διαφημιστικές εταιρίες και φυσικά αυτό αφορά τις δημοτικές και νομαρχιακές παρατάξεις, τα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, τα συλλογικά όργανα της ενεργού διοίκησης όπως είναι όλες οι επιτροπές επίλυσης διαφορών. Και όταν μιλάμε για «πόθεν έσχες» δεν αντιλαμβάνομαι πού σταματά ο έλεγχος του «πόθεν έσχες». Πρέπει να ισχύει παντού, σε όλους. Γιατί μόνο στα πολιτικά πρόσωπα, στους δημοσιογράφους και όχι σε όλους τους πολίτες. Η ομαλή και πλήρης λειτουργία του φορολογικού συστήματος καθιστά περιττό έναν άλλο μηχανισμό ελέγχου του «πόθεν έσχες». Το Ε9 δηλαδή θα μπορούσε να είναι το «πόθεν έσχες» όλων των πολιτών, εάν περιλαμβάνει την ακίνητη, αλλά και την κινητή περιουσία.

Δεν μιλάω τώρα, για να μη σας κουράσω περισσότερο, για τις ανεξάρτητες αρχές, ούτε για τον τρόπο ελέγχου των δημοσίων συμβάσεων σε όλα τα επίπεδα από όπου και προέκυψαν τα θέματα της διαπλοκής και γιγαντώθηκαν, αλλά θα τελειώσω με το θέμα που αφορά τη συμμετοχή της κοινωνίας.

Συμμετοχή της κοινωνίας σημαίνει, πρωτίστως, μεγαλύτερη ενεργοποίηση του πολιτικού εκπροσώπου της κοινωνίας που είναι η Βουλή. Η Βουλή πρέπει να παίζει πολύ ενεργότερο ρόλο. Η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, οι διαρκείς επιτροπές, οι ειδικές επιτροπές, οι διακομματικές επιτροπές. Πρέπει να συνδέσουμε τις ανεξάρτητες αρχές, συνταγματικά και νομοθετικά προβλεπόμενες, με τις αντίστοιχες κοινοβουλευτικές επιτροπές και με την κοινωνία των πολιτών, με το κίνημα της κοινωνίας των πολιτών. Και δεν εννοώ μόνο τους ακτιβιστές κάθε είδους που είναι ευπρόσδεκτοι και αναγκαίοι, αλλά και πολίτες που πρέπει να μετέχουν είτε μέσω διαδικασιών εκλογής, είτε μέσω διαδικασιών κλήρωσης, είτε μέσω διαδικασιών εκπροσώπησης επαγγελματικών και κοινωνικών φορέων (αλλά δεν έχω τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη στα συντεχνιακά και κορπορατίστικα σχήματα) σε πάρα πολλά όργανα διαρκούς ελέγχου της δημόσιας διοίκησης.

Αν, για παράδειγμα, καθιερωθεί ο έλεγχος του εισερχομένου σε κάθε δημόσια υπηρεσία είτε συμβατικά, επειδή πηγαίνει στα γραφεία της είτε ηλεκτρονικά και υπάρχει ενιαίο πρωτόκολλο και παρακολουθείς κάθε επίσκεψη πού πήγε και τι έκανε, μπορείς να ελέγξεις ένα σωρό πράγματα.

Άρα η συμμετοχή των ανεξαρτήτων αρχών, η ενεργοποίηση του Κοινοβουλίου, η διαρκής και καθημερινή συμμετοχή των πολιτών, η ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων, γιατί χωρίς κίνημα καταναλωτών, χωρίς κίνημα τηλεθεατών, δεν μπορείς να έχεις ενεργούς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς εφαρμογής των εγγυήσεων της διαφάνειας, μπορεί να μας δώσει μια άλλη αίσθηση ως κοινωνία.

Έχουμε πολύ χαμηλό βαθμό αυτοεκτίμησης ως κοινωνία και ως πολιτικό σύστημα. Και έχουμε πολύ χαμηλό βαθμό θεσμικής και ηθικής αυτοεκτίμησης, διότι έχουμε πάρα πολύ υψηλό βαθμό εκτίμησης στις ικανότητες των Ελλήνων και της ελληνικής κοινωνίας να παρανομεί. Θεωρούμε ότι είμαστε οι ευφυέστεροι και αποτελεσματικότεροι οικονομικοί και διοικητικοί εγκληματίες, τουλάχιστον στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αυτό είναι παντελώς ανακριβές. Η Ελλάδα είναι βεβαίως μια αναπτυγμένη μεσαία ευρωπαϊκή χώρα και κρύβει πολλά εισοδήματα, έχει ΑΕΠ πολύ μεγαλύτερο από αυτό που καταγράφεται επισήμως. Υπάρχουν όμως άλλες χώρες πολύ σημαντικότερες, πολύ πλουσιότερες. Όσο μεγαλύτερα είναι τα οικονομικά μεγέθη τόσο μεγαλύτερη είναι και η διαφθορά. Η διαφθορά εμφανίζεται παντού, κυρίως όμως στα πολύ μεγάλα οικονομικά μεγέθη και στα πάρα πολύ μικρά. Δηλαδή σε χώρες οι οποίες είναι υποανάπτυκτες, σε χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου. Θα έλεγα ότι η Ελλάδα τοποθετείται σε μια ενδιάμεση κατάσταση. Δεν θεωρώ ότι είναι ούτε η χειρότερη ούτε η καλύτερη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εάν κρίνω όμως από το επίπεδο στο οποίο κινείται η διαφάνεια και η διαφθορά στο θεσμικό μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι υπηρεσίες των Βρυξελλών, θα πρέπει να σας πω ότι μάλλον είμαστε κάτω από το μέσο όρο. Θεωρώ δηλαδή ότι το πρόβλημα διαφάνειας που υπάρχει στις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν είναι μικρότερο- για να το πω έτσι με ένα σχήμα λιτότητας- από τα προβλήματα που έχει η ελληνική δημόσια διοίκηση. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα. Ακόμη και αν είμαστε λίγο κάτω ή λίγο πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για μας το σημαντικό είναι να αλλάξουμε πρακτικές, να αλλάξουμε νοοτροπίες, να κινητοποιήσουμε τον πολίτη, να ενισχύσουμε την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού λόγου, δηλαδή να αντιμετωπίσουμε μια κρίση δημοκρατίας η οποία υπάρχει, γιατί όλα αυτά τροφοδοτούν τη δυσπιστία και την απέχθεια απέναντι στα πολιτικά κόμματα και απέναντι στους θεσμούς.

Και μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ο πολίτης τρέφει πάντα πολύ μεγαλύτερη εκτίμηση για συντηρητικούς μη αιρετούς θεσμούς, ενώ έχει πάρα πολύ χαμηλή εκτίμηση για όλους τους δημοκρατικούς και άρα ελεγχόμενους και επηρεαζόμενους από αυτόν θεσμούς. Δηλαδή είναι πραγματικά παράδοξο και ενοχλητικό να σου λένε ότι η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη ή στο Στρατό είναι μεγαλύτερη από την εμπιστοσύνη στη Βουλή, στην αυτοδιοίκηση, στα πολιτικά κόμματα και το συνδικαλιστικό κίνημα. Οι θεσμοί αυτοί είναι πάρα πολύ σημαντικοί, αλλά είναι θεσμοί οι οποίοι αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τη σχέση τους με το κράτος δικαίου, από την ανάγκη διασφάλισης των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, είναι δικαιοκρατικοί θεσμοί όπως η Δικαιοσύνη ή θεσμοί υποκείμενοι σε πολιτικό έλεγχο, όπως οι Ένοπλες Δυνάμεις. Έχει καμία σχέση αυτό με θεσμούς που έχουν δημοκρατική νομιμοποίηση και τελικά συνιστούν, τη θεσμική εκπροσώπηση της κοινωνίας; Προφανώς όχι.

Άρα το πρόβλημα είναι αυτό. Είναι η κρίση αντιπροσώπευσης των σύγχρονων κοινωνιών, αυτού του τύπου όπως η ελληνική, των μεταβιομηχανικών κοινωνιών. Γιατί; Γιατί το πολιτικό σύστημα είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό και θεσμικά συγκροτημένο με βάση μια κοινωνία με άλλη διαστρωμάτωση. Με άλλες διαιρέσεις, άλλα συλλογικά υποκείμενα, άλλες συμπεριφορές, βιομηχανικής εποχής. Οι νέες πολυδιασπάσεις, οι νέες αντιφάσεις, οι νέες ανισότητες, οι νέες συγκρούσεις, οι νέες πολυπλοκότητες δεν συναρθρώνονται εύκολα με τους θεσμούς και τις παραδοσιακές λειτουργίες του πολιτικού συστήματος.

Άρα η κοινωνία υποαντιπροσωπεύεται και αυτό βεβαίως τροφοδοτεί όλα τα φαινόμενα της δυσπιστίας, της μοιρολατρίας, της δυσανεξίας, της απογοήτευσης και όλα αυτά βεβαίως με τη σειρά τους δημιουργούν μια ανοσία. Δεν υπάρχει δε χειρότερο πράγμα από αυτήν την εκτεταμένη ανοσία που έχει δημιουργηθεί στην ελληνική κοινωνία. Διότι τα φαινόμενα αυτά θεωρούνται πια φαινόμενα φυσιολογικά. Υπάρχει ένας θεσμικός και πολιτικός μιθριδατισμός ας πούμε, αυτός ο στάγδην τρόπος εμποτισμού με το δηλητήριο της ανομίας και της αδιαφάνειας παράγει αποτελέσματα. Καταστέλλει τα αντανακλαστικά.

Άρα πρέπει να ξανακινητοποιήσουμε τους πολίτες και πρέπει να τους κινητοποιήσουμε με τη συνεργασία των πολιτικών κομμάτων, των θεσμών όπως είναι η Δικαιοσύνη και οι ανεξάρτητες αρχές, φυσικά με τη βοήθεια του κοινοβουλίου μέσω του οποίου εκφράζονται τα κόμματα και κυρίως με τη συνεργασία των μηχανισμών της κοινωνίας των πολιτών.

 

 *Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στο συνέδριο του Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και της ΕΡΤ 3  στη Θεσσαλονίκη (18-19.1.2007) με τίτλο: «Αποτελεσματική επικοινωνία για ανοιχτή και διαφανή δημόσια διοίκηση», Α’ Συνεδρία: «Διαφάνεια και πολιτική»

Tags: Διαφάνεια