11 Απριλίου 2007

 

Θέλω να ευχαριστήσω κι εγώ το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου για την πρωτοβουλία του αυτή. Θέλω να θυμίσω ότι το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου παίζει ενεργό ρόλο στη θεσμική ανασυγκρότηση και τον δημοκρατικό επανασχεδιασμό πολλών κρατών, άρα έχει εισηγηθεί και έχει προωθήσει πολλές θεσμικές εγγυήσεις που περιβάλλουν τη διαφάνεια, που καταπολεμούν τη διαφθορά σε γειτονικές και όχι μόνο χώρες.

Η διεθνής δραστηριότητα του Κέντρου νομίζω ότι το καθιστά εξαιρετικά φερέγγυο διοργανωτή της σημερινής συνάντησης, που έχει ως βασικό στόχο να πιέσει προς την κατεύθυνση της όσο γίνεται ταχύτερης κύρωσης και επικύρωσης από την Ελλάδα της Σύμβασης του ΟΗΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς, την οποία θα μας παρουσιάσει ο πραγματικός διαχειριστής της και εμβρυουλκός της, ο κ. Βλάσσης.

Δεν θα μιλήσω για τον Δημήτρη Τσάτσο. Είναι πολλοί οι λόγοι που θα μου επέβαλλαν να πω πολλά πράγματα, αλλά η προσωπική διάσταση της σχέσης μας μου επιτρέπει να τα αποφύγω για να κερδίσουμε χρόνο.

***

1. Όταν σχεδιάζαμε την σημερινή συνάντηση, δεν είχαμε υπολογίσει ότι στο μεταξύ η επικαιρότητα θα μας τροφοδοτούσε με ένα εξαιρετικά διδακτικό και ανάγλυφο παράδειγμα για τα θέματα που συζητάμε. Αυτό είναι η υπόθεση των ομολόγων, της διαχείρισης του δημοσίου χρέους και της διαχείρισης των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων.

Πιστεύω ότι αυτό είναι ένα εξαιρετικό, «σχολικό» παράδειγμα, που μας επιτρέπει να καταλάβουμε ποιες είναι οι πραγματικές και πρακτικές διαστάσεις του φαινομένου για το οποίο συζητούμε.

2. Η διαφθορά λοιπόν είναι ένα πρόβλημα ηθικό, θεσμικό και αναπτυξιακό. Αντιλαμβανόμαστε όλοι τη θεσμική διάσταση, γιατί η διαφθορά συνδέεται συνήθως με παραβάσεις του νόμου, ουσιαστικά με προσβολές των θεσμών. Αντιλαμβανόμαστε επίσης, συνήθως κατά τρόπο εσφαλμένο και ερασιτεχνικό, την ηθική διάσταση του προβλήματος της διαφθοράς.

Εγώ δεν εννοώ την «ηθικολογική» καταγγελία της διαφθοράς, η οποία μπορεί πολύ συχνά και στον πολιτικό και στον κοινωνικό λόγο να είναι υποκριτική. Συνήθως αυτοί που χρησιμοποιούν ως βασικό επιχείρημα και συνήθως υπερυψώνουν ως φλάμπουρο του πολιτικού τους λόγου τη διαφθορά, δεν έχουν πλήρη συνείδηση αυτών που λένε και πολύ συχνά διαψεύδονται και χάνουν αυτό το δήθεν ηθικό πλεονέκτημα.

Όταν αναφέρομαι στην ηθική διάσταση της διαφθοράς, αναφέρομαι στην ηθική με τη δημοκρατική και κοινωνική έννοια του όρου. Άρα στον σεβασμό ορισμένων θεμελιωδών κανόνων λειτουργίας κάθε οργανωμένης κοινωνίας.

Επίσης δεν αναφέρομαι καθόλου σε μία ψευτοεθνολογική και ψευτοανθρωπολογική διάσταση του φαινομένου της διαφθοράς. Δεν πιστεύω δηλαδή ότι υπάρχουν λαοί οι οποίοι είναι εξ ορισμού επιρρεπείς στη διαφθορά και λαοί ή κοινωνίες που εξ ορισμού είναι ανθεκτικότεροι στη διαφθορά.

Όχι. Πιστεύω ότι το πρόβλημα είναι διάχυτο, είναι διεθνές, και γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι βαθύτατα αναπτυξιακό, αυτή είναι η τρίτη διάσταση του προβλήματος. Η διαφθορά ανακόπτει τον εκσυγχρονισμό, εντείνει τις ανισότητες, αυτοτροφοδοτείται πάρα πολύ συχνά. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η διαφθορά είναι συνυφασμένη με την υπανάπτυξη. Κάθε άλλο.

Κατά τη γνώμη μου, μορφές διαφθοράς εμφανίζονται σε κάθε δυνατό επίπεδο ανάπτυξης. Η διαφθορά μεταξύ μιας ανεπτυγμένης οικονομίας, μιας υπό ανάπτυξη οικονομίας και μιας υπανάπτυκτης οικονομίας σε συνθήκες αθλιότητας, έγκειται ουσιαστικά στην τυπολογία της διαφθοράς. Η διαφθορά υπάρχει παντού και πάντα και είναι συνυφασμένη με το ίδιο το οικονομικό αντικείμενό της. Εφόσον υπάρχει οικονομικό αντικείμενο και εφόσον υπάρχει κίνητρο, εμφανίζονται πολλές και ποικίλες μορφές διαφθοράς.

3. Η σημαντικότερη όμως διάσταση της διαφθοράς, η οποία είναι ταυτόχρονα και θεσμική και ηθική και αναπτυξιακή, είναι αυτή που μας οδηγεί από τη συζήτηση περί διαφθοράς στην απαξίωση της πολιτικής και του πολιτικού κόσμου, στην βαθιά απογοήτευση, στη διάχυση της αντίληψης ότι τίποτα δε μπορεί να γίνει, ότι όλοι είναι καταδικασμένοι, μοιραίοι και άβουλοι, όλοι είναι αναγκασμένοι να περάσουν μέσα από την στενή πύλη της διαφθοράς, η οποία πολλές φορές αποδεικνύεται και βασιλική οδός προς πολύ απτά οικονομικά αποτελέσματα.

Η κρίση της πολιτικής, η κρίση της πολιτικής αξιοπιστίας, η ηθική κρίση της πολιτικής, συνδέεται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό με τη γενικευμένη και εδραιωμένη αντίληψη της κοινής γνώμης, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές, δηλαδή ανεπτυγμένες χώρες, και πολύ περισσότερο σε χώρες με χαμηλότερα επίπεδα ανάπτυξης, ότι το πολιτικό σύστημα συμμετέχει στη διαφθορά. Την παράγει, την ανέχεται, την ενθαρρύνει. Και όταν λέω πολιτικό σύστημα εννοώ το πολιτικό σύστημα με τη μορφή του κομματικού συστήματος και το πολιτικό σύστημα ως επικεφαλής του διοικητικού συστήματος μιας χώρας.

4. Όλες όμως οι λογικές του πολιτικού συμψηφισμού στα θέματα της διαφθοράς, είναι βαθύτατα ανήθικες, είναι σχεδόν κυνικές. Οποιαδήποτε έστω και υπαινικτική προτροπή για συμψηφισμό ενοχών και συμπεριφορών μεταξύ των κομμάτων εξουσίας και των στελεχών τους στα θέματα της διαφθοράς, ουσιαστικά αναπαράγει και καλλιεργεί το φαινόμενο αυτό.

Γι’ αυτό σπεύδω να απαντήσω και στην κυρία Μπακογιάννη και στον κ. Παυλόπουλο, που τέλειωσαν τις ομιλίες τους μ’ ένα κήρυγμα «έκτακτης ανάγκης» και ευρύτερης πολιτικής συναίνεσης για την καταπολέμηση της διαφθοράς, πως θεωρώ αδιανόητη μια τέτοια προτροπή. Δεν έχουμε ανάγκη από «ευρύτερη πολιτική συναίνεση» για την καταπολέμηση της διαφθοράς, γιατί η καταπολέμηση της διαφθοράς είναι θεμελιώδης νομική υποχρέωσή μας.

Δεν χρειάζεται να «συναινέσουμε» για την καταπολέμηση της διαφθοράς, έχουμε υποχρέωση να σεβόμαστε τον νόμο, να καταπολεμούμε τη διαφθορά και να ακυρώνουμε τις διαδικασίες που λειτουργούν ως μήτρες παραγωγής και αναπαραγωγής του φαινομένου αυτού. Και θεωρώ ότι αυτή η προτροπή η οποία έρχεται μέσα σε μια συγκεκριμένη συγκυρία επιβαρυμένη από ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα που κυριαρχεί πολιτικά και δημοσιογραφικά τις τελευταίες εβδομάδες, είναι ένας «εκλεπτυσμένος», αν θέλετε, συμψηφισμός, που προβάλλεται και ο οποίος δε μπορεί σε καμία περίπτωση να κυριαρχήσει στην πολιτική μας αντίληψη και τον πολιτικό μας λόγο.

Άρα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η καταπολέμηση της διαφθοράς δεν είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης και διακριτικής ευχέρειας, αλλά είναι ζήτημα που απορρέει από στοιχειώδεις και θεμελιώδεις υποχρεώσεις που έχουμε να τιμούμε το καθήκον μας, όταν είμαστε εμείς υπεύθυνοι. Όταν δηλαδή διανύουμε τη δική μας θητεία ευθύνης.

Διότι δεν έχουμε όλοι την ίδια ευθύνη πάντοτε. Υπάρχουν διαστήματα στα οποία έχουμε αυξημένη ευθύνη και έχουμε την υποχρέωση τότε να είμαστε αυστηροί και αποτελεσματικοί. Αλλιώς μας καταλογίζεται τουλάχιστον η πολιτική ευθύνη. Και έχουμε το πλεονέκτημα κάποια άλλα διαστήματα, να μετέχουμε ως αντιπολίτευση στους ελεγκτικούς μηχανισμούς.

Γιατί είναι διαφορετικό να λειτουργείς ως ελεγκτικός μηχανισμός, κοινοβουλευτικός, διοικητικός, δικαστικός, κοινωνικός, και άλλο να είσαι ο διαχειριστής της υπόθεσης, έστω και αν δεν έχεις προσωπική συμμετοχή, έστω και αν δεν έχεις προσωπική ευθύνη, με την ποινική έννοια του όρου.

Αλλά και η πολιτική ευθύνη είναι μία νομική μορφή ευθύνης. Γιατί σε τελική ανάλυση αποκτά το απλό νομικό σχήμα της καταψήφισης στις επόμενες εκλογές. Δεν είναι μόνον διάχυτη και ατυποποίητη η πολιτική ευθύνη. Κάποια στιγμή τυποποιείται, εξειδικεύεται, μορφοποιείται, καταλογίζεται μέσα από τους εκλογικούς συσχετισμούς.

5. Η διαφθορά επίσης συνδέεται με μια σειρά από παράπλευρα φαινόμενα. Τα οποία την τροφοδοτούν, τη στηρίζουν. Δεν είναι ακριβώς φαινόμενα διαφθοράς. Αλλά είναι φαινόμενα τα οποία είναι εξίσου κρίσιμα για την υπόθεσή μας. Η έλλειψη διαφάνειας δεν συνεπάγεται πάντα διαφθορά, αλλά λειτουργεί ως θερμοκήπιο της διαφθοράς.

Η λεγόμενη διαπλοκή, δηλαδή η ανάμειξη δραστηριοτήτων, οικονομικών, επικοινωνιακών, πολιτικών, επίσης μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός παραγωγής φαινομένων διαφθοράς. Όχι μόνον ή τόσο στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα. Όχι εκεί που τα πράγματα είναι εμφανή. Η δημοσιότητα γενικά λειτουργεί αποτρεπτικά. Σε χαμηλότερα επίπεδα, σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο και σε μικρότερες οικονομικές δραστηριότητες, μπορεί τα φαινόμενα αυτά να είναι πιο «αποτελεσματικά» και «παραγωγικά» από πλευράς οικονομικού αντικειμένου.

6. Επίσης, θέλω να διευκρινίσω με τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση, ότι διαφθορά δε σημαίνει διαφθορά μόνον στον δημόσιο τομέα. Η διαφθορά εκπηγάζει από την αγορά. Η διαφθορά εκπηγάζει απ’ την οικονομία. Η διαφθορά εκπηγάζει από τα σημεία διασταύρωσης του ιδιωτικού με τον δημόσιο τομέα.

Αλλά ο θεμελιώδης εμπνευστής και ο βασικός πρωταγωνιστής των φαινομένων της διαφθοράς δεν είναι ο δημόσιος λειτουργός. Είναι αυτός που αντιλαμβάνεται εσφαλμένα την προώθηση της επιχειρηματικής του δράσης, την επιδίωξη του κέρδους, το οποίο είναι απολύτως θεμιτό, γιατί ζούμε σε μία οικονομία της αγοράς, αλλά οι θεσμοί δεν είναι αγοραίοι. Και όπως ακριβώς δεν ανεχόμαστε την κοινωνία της αγοράς, έτσι δε μπορούμε να ανεχθούμε και την αγοραία αντίληψη των θεσμών.

Και γι’ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία το γεγονός ότι όλη η γενιά νέων διεθνών συμβάσεων, μεταξύ αυτών και η σύμβαση του ΟΗΕ για την καταπολέμηση της διαφθοράς, θέτουν στο στόχαστρό τους, κι αυτό είναι το νέο στοιχείο, τις συμπεριφορές στον ιδιωτικό τομέα. Κυρίως τη δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα ή το λαθρεμπόριο επιρροής στον ιδιωτικό τομέα.

7. Επίσης πρέπει να τονίσουμε, ότι η διαφθορά ως αναπτυξιακό φαινόμενο προφανώς και συνδέεται με την διάχυτη ατυπία, που πολλές φορές τη θεωρούμε ως ιδιοσυστασία της ελληνικής οικονομίας και της ελληνικής κοινωνίας, ενώ δεν είναι μοναδικό φαινόμενο ελληνικό.

Όταν λέω ατυπία, εννοώ όλα τα παρα-φαινόμενα: παραοικονομία, εισφοροδιαφυγή, φοροδιαφυγή. Όλα αυτά τα φαινόμενα συνδέονται με τη διαφθορά, αλλά συνήθως συνδέονται με τη διαφθορά μικρής κλίμακας. Η διαφθορά μικρής κλίμακας είναι μικρή σε σχέση με τη διαφθορά μεγάλης κλίμακας.

Εννοώ π.χ. ότι ένα ασφαλιστικό ταμείο, βεβαίως και είναι θύμα της διάχυτης αυτής ατυπίας, όταν η μαύρη και αδήλωτη εργασία οδηγεί σε ένα εκτεταμένο φαινόμενο εισφοροδιαφυγής που αλλοιώνει τα οικονομικά και ιδίως τα αναλογιστικά μεγέθη ενός ταμείου.

Όμως η εισφοροδιαφυγή στο επίπεδο του κάθε εξατομικευμένου εργοδότη, είναι μικρής κλίμακας φαινόμενο μπροστά σε μία εκτεταμένη και οργανωμένη κακοδιαχείριση των αποθεματικών του ταμείου, που οδηγεί σε υπεξαίρεση σημαντικού μέρους των αποθεματικών του. Ή σε υπερβολική διακινδύνευση ενός μεγάλου μέρους των αποθεματικών του ταμείου.

Μιλάμε πάντα για έναν κοινωνικό ασφαλιστικό οργανισμό, μιλούμε πάντα για ένα φαινόμενο που φέρνει σε επαφή τον ιδιωτικό με τον δημόσιο τομέα, αλλά πρόκειται για διαφορετικές κλίμακες συμπεριφορών. Και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

8. Επίσης η διαφθορά εμφανίζεται, όπως είπα και προηγουμένως, σε κάθε δυνατό επίπεδο. Τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές. Δεν είναι ιδίωμα του κομματικού συστήματος. Εμφανίζεται με πολύ μεγαλύτερη ένταση, για παράδειγμα στους θεσμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ή της καθ’ ύλη αυτοδιοίκησης. Εμφανίζεται με πάρα πολύ ενδιαφέρουσα συχνότητα σε διεθνείς οργανισμούς. Στην γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουμε πολύ συχνά τώρα φαινόμενα οργανωμένης διαφθοράς.

9. Επίσης είναι προφανές ότι συνδέεται με το νέο σύστημα ισχύος. Δηλαδή ουσιαστικά με τη νέα μορφή του διεθνούς συστήματος. Αυτού που λέμε διεθνής κοινωνία. Γιατί όταν έχουμε μία εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση, διεθνοποίηση και αποπολιτικοποίηση του κράτους, όταν εμφανίζονται νέες οντότητες, όπως είναι οι διεθνείς χρηματιστηριακοί Οργανισμοί, τα funds, όταν έχουμε τη δυνατότητα διεθνή μέσα ενημέρωσης ή διεθνείς εκτιμητικές εταιρίες να επηρεάζουν θεμελιώδη στοιχεία της οικονομικής κυριαρχίας ενός κράτους, όταν δηλαδή αναβαθμίζουν ή υποβαθμίζουν την πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους για παράδειγμα, κάτι το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό για τη διαχείριση του δημοσίου χρέους, αντιλαμβανόμαστε ότι ένα ολόκληρο σύστημα ισχύος το οποίο είναι μη κρατικό ας το πούμε έτσι, που κινείται έξω από το κράτος και τους κλασικούς διεθνείς Οργανισμούς, παίζει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο. Το τραπεζικό σύστημα, το διεθνές ασφαλιστικό σύστημα, όλη αυτή η μορφολογία η καινούργια της διακίνησης κεφαλαίων, παίζει πάρα πολύ σημαντικό ρόλο στα θέματα αυτά.

Και βέβαια η παγκοσμιοποίηση, με τη μορφή της ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου, - κάτι που είναι παλιό και διαρκές φαινόμενο -, με τη μορφή της ταχύτητας και του όγκου της διακίνησης των βραχυπροθέσμων και όχι μόνο, κεφαλαίων, και με τη μορφή της επικοινωνίας σε φυσικό χρόνο για όλες τις δυνατότητες και για όλες τις δραστηριότητες, ενθαρρύνει τη διαφθορά γιατί αναπτύσσει νέες τεχνικές. Έχουμε νέες πρακτικές, νέα κίνητρα, νέες δυνατότητες, νέες απειλές. Άρα χρειάζονται και νέες μορφές άμυνας, νέες γραμμές άμυνας σε σχέση με το φαινόμενο της διαφθοράς.

10. Όλα αυτά που είπα, νομίζω ότι επαληθεύονται στο παράδειγμα που επικαλέστηκα. Βλέποντας το παράδειγμα των ομολόγων και της διαχείρισης των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, έχουμε μία έντονα εθνική διάσταση. Ασφαλιστικούς Οργανισμούς, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κλασικού χαρακτήρα, της ελληνικής έννομης τάξης. Και τους πιο μοντέρνους και κινητικούς διεθνείς οργανισμούς. Διεθνείς οντότητες, οι οποίες εμπλέκονται: Τράπεζες, χρηματιστηριακές εταιρίες, μεσολαβητές, μπρόκερς.

Έχουμε άρα έντονα χαρακτηριστικά παγκοσμιοποίησης, διεθνούς κίνησης κεφαλαίων, έχουμε μία διεθνή αγορά ομολόγων που φαίνεται να παράγει τεχνητές υπεραξίες με έναν τρόπο ο οποίος είναι εντυπωσιακός, έχουμε νέες δυνατότητες, νέες προκλήσεις και έχουμε νέα αδικήματα. Φαίνεται ότι όταν έχει να κάνει κανείς με λαθρεμπόριο επιρροής, με δυνατότητα να συστήνονται άτυπες ομάδες οι οποίες διακινούν τεράστια ποσά, όταν έχουμε τέτοιου είδους διασυνδέσεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, το να αναζητά κανείς λύσεις στη νομοθετική τυποποίηση των συμπεριφορών, δηλαδή σ’ ένα νόμο που θα περιγράφει πώς γίνεται η διαχείριση, για παράδειγμα, των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, είναι σχεδόν μάταιο. Άρα χρειάζεται ένα στοιχείο ήθους πάλι.

11. Άρα πέρα απ’ τη νομοθεσία, χρειάζονται καλές πρακτικές. Και τις καλές πρακτικές, από ένα σημείο και μετά, τις συλλαμβάνει κανείς ποινικά και εν γένει νομικά μέσα από περιγραφές οι οποίες έχουν πάντα στον πυρήνα τους ένα αξιολογικό, δηλαδή ένα ηθικό στοιχείο. Με πλήρη βέβαια περιγραφή της πράξης, χωρίς να παραβιάζονται οι βασικοί κανόνες του ποινικού δικαίου.

12. Ακριβώς λοιπόν επειδή τα φαινόμενα είναι τόσο διογκωμένα, τόσο δυναμικά, τόσο απειλητικά, γι’ αυτό υπάρχει μία εντυπωσιακή ενεργοποίηση των διεθνών οργανισμών: Συμβάσεις ή οδηγίες ή κάθε είδους συμβατικά κείμενα ή κείμενα του λεγόμενου soft law, για την καταπολέμηση της διαφθοράς, έχουμε σε κάθε δυνατό επίπεδο. Υπάρχει ένας «ανταγωνισμός» ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το Συμβούλιο της Ευρώπης, τον ΟΟΣΑ, και τον ΟΗΕ τώρα, σε σχέση με τέτοιου είδους συμβάσεις, τέτοιου είδους κείμενα. Και εμείς αρκετά πιστά, τα μεταφέρουμε όλα αυτά στην εσωτερική έννομη τάξη, κυρώνουμε τις συμβάσεις, μεταφέρουμε τις οδηγίες.

Όλα αυτά ωθούν σε μία πολύ μεγαλύτερη ποινικοποίηση. Η οποία, ξέρετε, από ένα σημείο και μετά μπορεί να μην αποδίδει και επαρκή αποτελέσματα. Δηλαδή δε λειτουργούν προσθετικά όλα αυτά.

Επίσης υπάρχει μια διεθνής πίεση για την δημιουργία νέων ελεγκτικών μηχανισμών. Πολλές ανεξάρτητες Αρχές, όπως για παράδειγμα η Αρχή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, είναι αποτέλεσμα διεθνών πρακτικών και διεθνών πιέσεων.

13. Όλα αυτά όμως πρέπει να αποκτήσουν μία συνεκτική ουσία. Πρέπει να βρεθεί ένας ευδιάκριτος κοινός παρονομαστής. Δεν αρκεί να έχεις μια καλύτερη διοίκηση ηλεκτρονικά οργανωμένη. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Προσφέρει διαφάνεια. Το γεγονός ότι καθένας που έρχεται σε επαφή με τη δημόσια διοίκηση θα καταγράφεται, για παράδειγμα, ηλεκτρονικά αμέσως σ’ έναν ενιαίο κατάλογο και ο καθένας θα μπορεί να παρακολουθεί μέσω του διαδικτύου την πορεία του και τη πορεία του φακέλου του, είναι σημαντικό στοιχείο διαφάνειας.

Αλλά μπορεί ξαφνικά να ανακαλυφθεί ένα πρόγραμμα, το οποίο όπως έγινε με τις υποκλοπές, θα παρεμβαίνει και θα αλλοιώνει τα στοιχεία, και θα συγκαλύπτει την αλλοίωση αυτή. Άρα από μόνο του δεν αρκεί.

14. Δεν αρκεί επίσης να έχεις μία πλήρη νομοθεσία. Διότι η νομοθεσία πάντα αργεί σε σχέση με την αγορά. Ο νομοθέτης πάντα υστερεί σε σχέση με την αγορά. Δεν αρκεί επίσης να έχει μια Δικαιοσύνη η οποία έρχεται κατασταλτικά και επιβάλλει ποινές. Γιατί τότε είναι επίσης αργά.

15. Επίσης δεν αρκεί να έχεις πολιτική βούληση. Χρειάζεται κάτι επιπλέον. Κι αυτό το κάτι επιπλέον νομίζω ότι βρίσκεται στην υπέρβαση της αντιφατικής στάσης της κοινωνίας των πολιτών. Οι πολίτες έχουν αντιφατική στάση σε σχέση με το φαινόμενο της διαφθοράς.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό το ενθαρρύνουν και το ανέχονται. Σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό. Ιδίως στη λεγόμενη διαφθορά μικρής κλίμακας. Έχουν βεβαίως την «ηθική» αιτιολογία, ότι αυτό είναι όρος επιβίωσης του ασθενούς. Ότι το φακελάκι στο ΕΣΥ είναι όρος επιβίωσης. Ότι το φακελάκι στις δημοσιονομικές και φορολογικές αρχές είναι όρος επιβίωσης της επιχείρησης, επειδή έχουμε μία δαιδαλώδη και ενδεχομένως αντιφατική φορολογική νομοθεσία, με μεγάλα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στις φορολογικές αρχές.

Το φακελάκι στις πολεοδομικές αρχές επίσης συνδέεται με τις τεράστιες υπεραξίες που παράγει η γη, με τη μεγάλη επένδυση που γίνεται σε ακίνητα. Στην Ελλάδα έχουμε το 420% του ΑΕΠ επενδεδυμένο σε ιδιωτικές κατοικίες, έναντι του 200% περίπου που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος.
Άρα έχουμε μία συμμετοχή, μία ενθάρρυνση, μία αποδοχή, έστω για λόγους ανάγκης του φαινομένου αυτού. Από την άλλη όμως έχουμε μία διαρκή επικοινωνιακή καταγγελία ισοπεδωτικού χαρακτήρα του φαινομένου αυτού, με αποτέλεσμα την ταύτιση του με το πολιτικό σύστημα, τα κόμματα και τα πολιτικά πρόσωπα.

16. Άρα πρέπει να αλλάξει αυτή η αντιφατική στάση της κοινωνίας των πολιτών. Πρέπει ο αγώνας κατά της διαφθοράς να γίνει ένα είδος κινήματος της κοινωνίας των πολιτών. Που σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργήσουμε θεσμούς που θα μεταθέτουν ένα μέρος της ευθύνης για την επιτήρηση των διαδικασιών, δηλαδή για την εφαρμογή των θεσμοθετημένων εγγυήσεων διαφάνειας στους πολίτες. Που σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε ομάδες παρακολούθησης, γιατί η διαφάνεια και η δημοσιότητα είναι ίσως το πιο ισχυρό αντίδοτο σε σχέση με την διαφθορά. Και αυτό μπορεί να γίνει σε ένα βαθμό με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Από ένα σημείο και μετά όμως, χρειάζεται θεσμοθέτηση. Δηλαδή πρέπει να είναι μία πρωτοβουλία της ίδιας της πολιτείας.

Άρα Κοινοβούλιο και κοινοβουλευτικός έλεγχος, ανεξάρτητες αρχές, δικαιοσύνη, απλούστευση και κωδικοποίηση της νομοθεσίας, εκσυγχρονισμός και ψηφιοποίηση της Διοίκησης, είναι ο ένας πυλώνας. Και ο άλλος πυλώνας είναι το κίνημα της Κοινωνίας των πολιτών, με ανάθεση ελεγκτικής ευθύνης για την τήρηση της διαφάνειας στους πολίτες.

Πιστεύω λοιπόν ότι αυτό θα μπορούσε να είναι και μία άλλη βάση συζήτησης. Που σημαίνει ότι η νομοθεσία για τα δημόσια έργα, η νομοθεσία για τις κρατικές προμήθειες, η νομοθεσία για το Χρηματιστήριο και γενικά για τη λειτουργία των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, η νομοθεσία για τα ασφαλιστικά ταμεία, πρέπει να είναι μία νομοθεσία που περιλαμβάνει στο εσωτερικό της τέτοιους θεσμούς κοινωνικής επίβλεψης, που έρχεται πριν απ’ την κοινωνική λογοδοσία. Γιατί αν δεν έχεις κοινωνική επίβλεψη, δε μπορείς να έχεις και κοινωνική λογοδοσία.

Αυτό σημαίνει, και τελειώνω, ότι πρέπει να γίνονται και ορισμένες χειρονομίες, οι οποίες είναι προτρεπτικές από την άποψη αυτή. Για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνω πόσες εβδομάδες πρέπει να περιμένουμε, ενώ εξελίσσεται η ποινική και διοικητική έρευνα, προκειμένου στο επίπεδο των αστικών αξιώσεων και των αστικών ευθυνών, να εγερθούν τα ένδικα βοηθήματα που θα προστατεύσουν τα ταμεία και τους ασφαλισμένους και θα βοηθήσουν στην ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν χάσει, στο παράδειγμα, που έχουμε χρησιμοποιήσει, των ομολόγων και της διαχείρισης των αποθεματικών.

Εάν υπήρξαν καταπλεονεκτικές προμήθειες, εάν υπήρξαν ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες, αν υπάρχει αστική ευθύνη, αν υπάρχει λόγος αναστροφής μίας αγοραπωλησίας που έγινε, γιατί αυτές οι διαδικασίες δεν έχουν κινηθεί; Γιατί δεν έχουν επιβληθεί συντηρητικά μέτρα κατάσχεσης της περιουσίας όσων ωφελήθηκαν; Γιατί δεν έχουν κινηθεί οι μηχανισμοί διεθνούς δικαστικής συνεργασίας στα θέματα αυτά;

Γιατί σε τελική ανάλυση, αυτό είναι που έχει σημασία. Η κύρωση, όχι με την αόριστη μορφή μιας ενδεχόμενης ευθύνης η οποία κάποια στιγμή θα εξατομικευτεί. Αλλά η κύρωση εκεί που πονάει. Εκεί που υπάρχει το αντικείμενο του εγκλήματος. Εκεί που υπάρχουν δηλαδή τα λεφτά, για να το πω πολύ πιο απλά.

 


*Ομιλία Ευ. Βενιζέλου κατά την εκδήλωση που διοργάνωσε το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου «Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου», με θέμα «Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ο ρόλος της Ελλάδας», και πραγματοποιήθηκε στην Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης ο Υπουργός Εσωτερικών κ. Προκόπης Παυλόπουλος, η Υπουργός Εξωτερικών κ. Ντόρα Μπακογιάννη και ο Γραμματέας της Διάσκεψης των Μερών της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της διαφθοράς κ. Δημήτρης Βλάσσης

Tags: Διαφάνεια