Δευτέρα 19 Απριλίου 2010


Ευχαριστώ πάρα πολύ τη Διεθνή Διαφάνεια της χώρας μας, τον Πρόεδρό της, τον κ. Κώστα Μπακούρη και όλα τα  μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου για την τιμή που μου έκαναν να με καλέσουν για μια ακόμη φορά να μετάσχω σε μια ημερίδα που οργανώνουν.Χαίρομαι γιατί βλέπω εδώ την κα Βιργινία Τσουδερού που είχε πρώτη την πρωτοβουλία για την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή υπόθεση της Διεθνούς Διαφάνειας και για τη σύνδεση της ελληνικής πρωτοβουλίας με τη διεθνή και μας τιμά αναμφίβολα όλους η παρουσία της Προέδρου της Διεθνούς Διαφάνειας.



Χαίρομαι, επίσης, γιατί αυτά που θα πω φέτος ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας, είναι κατά κάποιον τρόπο η συνέχεια των όσων είπα πέρυσι περίπου την ίδια εποχή στην αντίστοιχη εκδήλωση της Διεθνούς Διαφάνειας γύρω από το μεγάλο ζήτημα της διαφάνειας και της καταπολέμησης της διαφθοράς. Και χαίρομαι γιατί μεταξύ άλλων στο ακροατήριο είναι και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης που σηκώνει ένα πολύ μεγάλο βάρος της προσπάθειας αυτής.

Πέρυσι -θυμίζω δυο-τρεις λέξεις- είχα πει ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι ένα πρόβλημα μόνο δημοσιονομικής ή αναπτυξιακής ή πολιτικής κρίσης, είναι ένα πρόβλημα εθνικής ανομίας. Δεν ισχύουν ούτε οι βασικοί κανόνες που μπορεί να συγκρατούν, να συνέχουν μια κοινωνία. Και αυτό πολύ γρήγορα επιβεβαιώθηκε και με τις πολιτικές και με τις οικονομικές εξελίξεις. Και ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα της Διαφάνειας με την οικονομική διάσταση του όρου, είχα τονίσει ότι εάν δε δημιουργηθεί ένα κοινωνικό και αναπτυξιακό Κίνημα Διαφάνειας, εάν δεν πείσουμε ότι η νομιμότητα συμφέρει, τότε δεν θα έχουμε καταφέρει τίποτα.

Διότι τη διαφθορά τη γεννά είτε το συμφέρον είτε η ανάγκη. Το συμφέρον στα υψηλότερα επίπεδα και η ανάγκη στα χαμηλότερα επίπεδα. Άρα πρέπει να έχουν διαμορφωθεί έτσι οι διοικητικές διαδικασίες, να έχει διαμορφωθεί έτσι η σχέση μεταξύ κράτους και οικονομίας, μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ώστε να αποδεικνύεται οικονομικά, ορθολογικά, πως το νόμιμο και διαφανές συμφέρει και από πλευράς κόστους και από πλευράς αποδοτικότητας.

Αυτή είναι νομίζω η προσπάθεια που κάνουμε τώρα στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης της χώρας, στο πλαίσιο αυτής της σύνθετης επιχείρησης που συντονίζει η Κυβέρνηση, να δώσουμε ξανά έναν εθνικό στόχο ο οποίος να έχει και ηθικό και πολιτικό και οικονομικό και αναπτυξιακό περιεχόμενο.

Τώρα, όντας εδώ και επτά μήνες περίπου Υπουργός Εθνικής Άμυνας, καλούμαι να διαχειριστώ έναν τομέα γεμάτο καχυποψία. Έναν τομέα όπως είναι ο τομέας των εξοπλισμών, που περιβάλλεται από μια αχλή μυστηρίου γιατί λίγο πολύ όλοι θεωρούν ότι είναι ένας τομέας στον οποίο ενδημούν φαινόμενα αδιαφάνειας και διαφθοράς. Αυτό ξεκινά από αυτή καθαυτή τη ζήτηση, δηλαδή από αυτή καθαυτή την διαπίστωση των αμυντικών και άρα εξοπλιστικών αναγκών της χώρας.

Υπάρχει πάντα η καχυποψία ότι δεν είναι ορθολογικές οι επιλογές, ότι οι επιλογές δεν υπαγορεύονται από μια στρατιωτική εκτίμηση της απειλής στις πραγματικές διαστάσεις της και από μια αντίληψη για την οργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων, άρα για τη στρατηγική τους διάταξη και για τον εξοπλισμό τους, αλλά πρόκειται στην πραγματικότητα για μια προκλητή ζήτηση, η οποία μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους, είτε οι λόγοι αυτοί είναι λόγοι εξωτερικής πολιτικής και διεθνών σχέσεων της χώρας, είτε είναι λόγοι παράνομου πλουτισμού κάποιων παραγόντων.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στον τομέα των εξοπλισμών, από τη φύση του πράγματος, βρισκόμαστε στο σημείο επαφής ανάμεσα όχι μόνο στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, αλλά ανάμεσα στο εθνικό σύστημα αδιαφάνειας και διαφθοράς και το διεθνές σύστημα. Γιατί πάρα πολύ συχνά η επίκληση του «ελληνικού» προβλήματος όπως και κάθε άλλου εθνικού προβλήματος αδιαφάνειας και διαφθοράς -και δεν είναι η χειρότερη χώρα του κόσμου, ούτε η χειρότερη χώρα της Ευρώπης η Ελλάδα- είναι το πρόσχημα προκειμένου κάποιοι παράγοντες που ασκούν πολύ κρίσιμο ρόλο σε μεγάλα ιδιωτικά επιχειρηματικά συγκροτήματα, σε ομίλους ή ακόμη και σε ξένες κυβερνήσεις, να αντλούν αδιαφανείς πόρους για δικό τους όφελος, επικαλούμενοι πως αυτό είναι απολύτως αναγκαίο προκειμένου να δωροδοκηθούν Έλληνες κρατικοί λειτουργοί διαφόρων επιπέδων.

Το ίδιο, σε πολύ μεγάλο βαθμό, συμβαίνει και στην εθνική σχέση ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Ο ιδιωτικός τομέας είναι αυτός που πολύ συχνά επινοεί το επιχείρημα ότι χρειάζεται αδιαφανείς πόρους προκειμένου να δωροδοκηθούν κρατικοί λειτουργοί.

Όταν η επιχείρηση είναι μια μικρή ή μια μεσαία επιχείρηση και ο εκπρόσωπός της, ο διαχειριστής των συμφερόντων της, ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης, αυτό το επιχείρημα δε μπορεί να ευσταθήσει. Όταν όμως πρόκειται για μεγάλους και απρόσωπους ομίλους, για επιχειρήσεις που έχουν ελληνικά τμήματα αλλά εντάσσονται σε πολυεθνικούς ομίλους, αυτό είναι ένα επιχείρημα που μπορεί να καταστήσει πλουσίους τους διαμεσολαβητές που είναι οι εκπρόσωποι των ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων, οι οποίοι μπορούν να προκαλούν ζήτηση, άρα να έχουμε προκλητή ζήτηση του προϊόντος, άρα της προμήθειας, αλλά και προκλητή ζήτηση του αντικειμένου της δωροδοκίας.

Άρα, πρέπει να δούμε πώς διαμορφώνεται αυτή η πολύ περίεργη διαπλοκή μεταξύ εθνικών και διεθνών δικτύων, μεταξύ ιδιωτικών και δημοσίων δικτύων. Και πρέπει να σπάσουμε τους αρμούς αυτού του συστήματος. Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία επίσης να σας θυμίσω μερικούς αριθμούς για να ξέρετε τα μεγέθη. Διότι τα μεγέθη των αμυντικών εξοπλισμών είναι μικρότερα από το θρύλο τους.

Ο προϋπολογισμός που διαχειρίζεται φέτος, το 2010, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ανέρχεται συνολικά στο επίπεδο των 6 δισ. ευρώ, δηλαδή αντιστοιχεί στο 2,8% του ΑΕΠ. Από αυτά τα ποσά, τα ποσά που διατίθενται για την κάλυψη των εξοπλιστικών αναγκών, είναι 1,8 δισ. ευρώ σε επίπεδο πληρωμών, δηλαδή ποσά που αντιστοιχούν με το 0,7% του ΑΕΠ.

Υπάρχουν άλλοι τομείς, όπως είναι ο τομέας των κλασικών δημοσίων έργων ή ο τομέας των επενδύσεων στην ενέργεια, που είναι από την άποψη αυτή πολύ πιο ογκώδης από τον τομέα των εξοπλισμών.

Πρέπει επίσης να διευκρινίσω εδώ ότι για τον υπολογισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος, όπως πολλοί από σας γνωρίζετε, υπολογίζεται ετησίως το ποσό των παραλαβών των οπλικών συστημάτων και ως εκ τούτου ναι μεν η δαπάνη μας ανέρχεται στο 1,8 δισ. ευρώ άρα στο 0,7% του ΑΕΠ, όμως ο λογισμός στο δημοσιονομικό έλλειμμα ανέρχεται σε περίπου 1% του ΑΕΠ γιατί υπολογίζουμε παραλαβές που ξεκινούν από πολύ παλιά, της τάξεως των 2,3 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 1% του ΑΕΠ, κάτι λιγότερο από 1% του ΑΕΠ.

Διαμορφώνουμε έτσι μια οροφή και πληρωμών και παραλαβών, κάτω από την οποία θα κινηθούμε οπωσδήποτε όλα τα επόμενα χρόνια λόγω και των αναγκών του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης, λόγω των αναγκών δημοσιονομικής και αναπτυξιακής ανασυγκρότησης της χώρας.

Έχουμε από την άποψη αυτή αναλάβει μια σειρά από πρωτοβουλίες, πολλές από τις οποίες τις γνωρίζει το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Διαφάνειας. Έχουμε συζητήσει με αντιπροσωπεία της Διεθνούς Διαφάνειας, έχουμε αξιοποιήσει τεχνογνωσία, έγγραφα, ιδέες από άλλες χώρες, όπως είναι για παράδειγμα η Μεγάλη Βρετανία και μπορώ να σας θυμίσω πολύ γρήγορα, σχεδόν επιγραμματικά ποιες είναι οι πρωτοβουλίες που έχουμε αναλάβει ή αυτές που κυοφορούμε και πρέπει να τις εμφανίσουμε σύντομα ενώπιον της Βουλής.

Πρώτον, σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων μου ετέθη σε ισχύ με τη μορφή μιας πάγιας διαταγής που δεσμεύει όλα τα στρατιωτικά και πολιτικά στελέχη του Υπουργείου και των Ενόπλων Δυνάμεων ένας κώδικας δεοντολογίας, που ρυθμίζει τον τρόπο επαφής της στρατιωτικής υπηρεσίας με τα ιδιωτικά συμφέροντα δηλαδή με τους πιθανούς προμηθευτές ή αντιπροσώπους οπλικών συστημάτων και γενικότερα αμυντικών εξοπλισμών.

Είναι πολύ συγκεκριμένος ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να γίνονται οι συναντήσεις, να καταγράφονται τα πρακτικά, να αναρτώνται αυθημερόν στο διαδίκτυο και γενικά είναι πια απολύτως ελεγχόμενος. Δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να έχουμε παραβιάσεις των κανόνων αυτών αλλά πάντως είναι απολύτως ελεγχόμενος ο τρόπος με τον οποίο εφάπτεται η δημόσια διοίκηση με τον ιδιωτικό τομέα τόσο τον διεθνή όσο και τον εθνικό -ας το πω έτσι- ιδιωτικό τομέα.

Δεύτερον. Συγκροτήθηκε η πρώτη κοινοβουλευτική υποεπιτροπή στους κόλπους της Διαρκούς Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής των Ελλήνων, η υποεπιτροπή Εθνικής Άμυνας όπως λέγεται, αποκλειστικό αντικείμενο της οποίας είναι η παρακολούθηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων σε όλα τα στάδια της σχετικής διαδικασίας.

Ήδη έχει πραγματοποιήσει σε αρκετά καλό κλίμα, συναινετικό κλίμα, δημιουργικό, τρεις συνεδριάσεις η υποεπιτροπή αυτή. Την εβδομάδα που διανύουμε θα έχουμε μια ακόμη συνεδρίαση για μεγάλα και μικρά πράγματα. Στην κρίση της υποεπιτροπής τίθενται όλα τα προγράμματα, ακόμα και αυτά επί των οποίων δεν έχει νομικά αρμοδιότητα η Βουλή. Δηλαδή και τα μη κύρια εξοπλιστικά προγράμματα, τα οποία όμως μπορεί να έχουν ένα ενδιαφέρον, το οποίο μπορεί να υπερβαίνει από πλευράς όγκου και το ενδιαφέρον πολλών κύριων προγραμμάτων. Δηλαδή, μπορεί να έχεις ένα μικρό κύριο εξοπλιστικό πρόγραμμα και να έχεις μια πολύ μεγάλη σύμβαση εν συνεχεία υποστήριξης του προγράμματος αυτού.

Άρα, όλα τίθενται υπόψη της υποεπιτροπής, η οποία άλλοτε μπορεί να συναινέσει αρκούμενη στη γραπτή ενημέρωση, άλλοτε μπορεί να ζητήσει μια προφορική διαδικασία, όπως συνήθως γίνεται.

Το τρίτο μεγάλο ζήτημα είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην τελευταία κοινοτική οδηγία για τις αμυντικές προμήθειες, η οποία είναι οδηγία του 2009 και έχουμε αποφασίσει να εναρμονιστούμε πολύ πριν τη λήξη της σχετικής προθεσμίας. Γιατί θεωρούμε ότι το κείμενο της οδηγίας αυτής, παρότι είναι φτιαγμένο από την οπτική γωνία των μεγάλων παραγωγών χωρών και όχι των μικρών και μεσαίων καταναλωτριών χωρών, είναι εντούτοις έτσι διαρθρωμένο ώστε μας επιτρέπει να αποκτήσουμε μια εθνική νομοθεσία πιο απλή, πιο ευανάγνωστη, πιο λειτουργική.

Άρα έχουμε συνεργαστεί με το Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου που προεδρεύεται από τον καθηγητή Βασίλη Σκουρή, Πρόεδρο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είναι ένα νομικό πρόσωπο που εποπτεύεται από το Υπουργείο Οικονομίας, άρα ένας δημόσιος φορέας που μας επιτρέπει να τον χρησιμοποιήσουμε και εμείς για τις δικές μας ανάγκες και με τη βοήθεια του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και των στελεχών μας έχουμε προωθήσει σε σημαντικό βαθμό την προετοιμασία αυτού του νέου σχεδίου νόμου, που ελπίζω ότι μέσα στην παρούσα κοινοβουλευτική σύνοδο ή το αργότερο το καλοκαίρι -γιατί έχουμε και τα τμήματα διακοπής- θα καταστεί νόμος του κράτους.

Ένας άλλος πολύ σημαντικός όρος, ο οποίος θα περιληφθεί και στον νόμο, αλλά τον εφαρμόζουμε και πριν τη θεσμοθέτησή του, τον εφαρμόζουμε συμβατικά και όχι νομοθετικά, είναι η υποχρέωση κάθε σύμβαση, κάθε νέα σύμβαση, σύμβαση που έχει κάποια αξία και κάποια πολυπλοκότητα, όχι μια απλή σύμβαση του τύπου αγοράζω μερικά μεταχειρισμένα αντιαεροπορικά έναντι, ξέρω εγώ, 20 εκατομμυρίων, τα παίρνω από μια χώρα διακρατικά, αλλά μια πιο πολύπλοκη σύμβαση, πρέπει να προβλέπει έναν εσωτερικό μηχανισμό «auditing», άρα μια διεθνή ελεγκτική εταιρεία κύρους, η οποία θα πιστοποιεί σε όλες τις φάσεις λειτουργίας της σύμβασης ότι δεν έχουν διακινηθεί ποσά άνευ παραστατικών και εκτός του προβλεπόμενου πλαισίου της σύμβασης.

Από την άποψη αυτή έχει πολύ μεγάλη σημασία η αλληλογραφία που είχα τις τελευταίες μέρες με την εταιρεία Thyssen Group Marine Systems που είναι ένας από τους βασικούς αντισυμβαλλόμενους του ελληνικού δημοσίου στην υπόθεση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και των υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού.

Είδα -δεν θέλω να μου εξηγήσει η κα Τριανταφύλλου πώς- να δημοσιεύεται στην «Καθημερινή της Κυριακής» και μόνο εκεί μια επιστολή που δεν είχα δώσει στη δημοσιότητα, μια επιστολή μου που απευθύνεται προς τον Πρόεδρο της Thyssen Group Marin Systems, η οποία είναι πραγματική.

Έλεγα λοιπόν στην επιστολή αυτή, με αφορμή δημοσιογραφικές πληροφορίες των τελευταίων 15 ημερών ότι υπήρξαν ενδεχομένως παράνομες πληρωμές την περίοδο του 2000 από τη γερμανική εταιρεία Ferrostaal σε σχέση με τη σύμβαση των υποβρυχίων τύπου 214, έγραψα στον κ. Hans Christoph Atzpodien, που είναι ο Πρόεδρος της Thyssen Group Marine Systems, ότι έχουν μια συμβατική, μια νομική και μια ηθική υποχρέωση να θέσουν στη διάθεσή μας όλα τα στοιχεία που αυτοί ενδεχομένως έχουν στη διάθεσή τους και του θύμισα ότι στην αναλυτική σύμβαση που θα υπογράψουμε, γιατί έχουμε υπογράψει ένα προσύμφωνο τώρα, θα προβλέπεται ο μηχανισμός αυτός του διεθνούς auditing.

Και επίσης εξέφρασα την απορία μου και τη δυσφορία μου, γιατί κάθε φορά που μια εν προκειμένω γερμανική, γιατί έτσι έτυχε, μεγάλη εταιρεία συναλλάσσεται με το ελληνικό δημόσιο, προκύπτει ένα πρόβλημα, είτε το πρόβλημα αυτό λέγεται Siemens είτε το πρόβλημα αυτό λέγεται Daimler, είτε το πρόβλημα ΜΑΝ είτε το πρόβλημα αυτό λέγεται Ferrostaal.

Αυτό είναι εξαιρετικά ενοχλητικό. Δεν μπορεί να έχουμε μια συρροή τέτοιων φαινομένων και να μένουμε αδιάφοροι απέναντι στα φαινόμενα αυτά. Η πληροφορία που προσθέτω και που δεν την είχε το ρεπορτάζ της «Καθημερινής» γιατί ήταν πάρα πολύ πρόσφατη, ήταν της Παρασκευής το βράδυ: είναι ότι απάντησε ο κ. Atzpodien και συμφωνεί, αποδέχεται την εισαγωγή του μηχανισμού, θα βοηθήσει τη διαδικασία της δικαστικής συνδρομής και εξηγεί αυτό το οποίο είναι γνωστό ότι δεν μετέχει πλέον η Ferrostaal στη σχετική κοινοπραξία άρα δεν είναι αντισυμβαλλόμενός μας στην προκειμένη περίπτωση, αφήνοντας την αίσθηση, η οποία είναι σαφής -όχι ρητή αλλά σαφής από την επιστολή του- ότι είναι και ο ίδιος πιο ευτυχής που δεν εκπροσωπεί τώρα και την εταιρεία αυτή αλλά μόνο το δικό του όμιλο. Άρα υπάρχουν τρόποι, μέσα από τους οποίους μπορεί να κινηθεί αυτός.

Μια άλλη εγγυητική διαδικασία, είναι η ενεργοποίηση στον υψηλότερο δυνατό βαθμό των διεθνών ή διακρατικών διαδικασιών προμήθειας αμυντικού υλικού. Τέτοιες διαδικασίες υπάρχουν καταρχάς στο ΝΑΤΟ. Το ΝΑΤΟ έχει μια υπηρεσία προμηθειών, όπως ξέρετε, τη NAMSA, την οποία διευθύνει τα τελευταία χρόνια Έλληνας απόστρατος αξιωματικός, ο οποίος έχει επιλεγεί υπό την προσωπική του ιδιότητα και διευθύνει από το Λουξεμβούργο.

Οι διαδικασίες που εφαρμόζονται εκεί, ο βαθμός τυποποίησης αλλά και ο διεθνικός χαρακτήρας της υπηρεσίας αυτής, μας επιτρέπει να έχουμε τη βεβαιότητα ότι κάποια πράγματα γίνονται όπως πρέπει να γίνονται, «lege artis» εν προκειμένω.

Και το ίδιο θα ισχύσει, δεν το έχουμε δει ακόμη στην πράξη, γιατί δεν έχουν ενεργοποιηθεί τα σχετικά προγράμματα και με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας, ο οποίος ως οντότητα, agency της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αναλάβει πολύ σημαντικές πρωτοβουλίες και πάντως μπορεί να μειώσει το κόστος, διότι μπορεί να μας απαλλάξει από την ανάγκη να αναπτύξουμε δικά μας προγράμματα, τα οποία προσφέρονται μέσα από ένα δίκτυο διακρατικών συνεργασιών.

Δεν θέλω να πω κάτι συγκεκριμένο για να μην απογοητεύσω κάποιους που μπορεί να προσδοκούν αν και θα απογοητευθούν, θα σας πω λίγο υπαινικτικά το εξής: Εάν μπορεί να υπάρξει ένα διακρατικό σύστημα εκπαίδευσης των χειριστών της Πολεμικής Αεροπορίας στο οποίο να μετέχουν πολλές χώρες της Ευρώπης -η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία- δε χρειάζεται ν’ αποκτήσουμε εμείς την υποδομή ενός αυτοτελούς εθνικού συστήματος εκπαίδευσης των πιλότων. Αυτό απαλλάσσει τη χώρα από ένα πολύ μεγάλο κόστος. Αυτό μπορεί να μας το προσφέρει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας.

Τέλος, αυτό το οποίο σίγουρα θα γίνει -περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο παρ’ ό,τι δεν το επιβάλλει η Κοινοτική Οδηγία αλλά είναι μια δική μας απόφαση την οποία έχουμε ήδη αρχίσει και εκτελούμε- είναι η κατάργηση των λεγόμενων αντισταθμιστικών ωφελημάτων, των offset με τη μορφή που τα ξέραμε, διότι τα offset είναι ένας μηχανισμός εισόδου, εξόδου και επανεισόδου κάποιων χρημάτων, υπάρχει μια γενική σύγχυση μεταξύ πιστωτικών και ονομαστικών αξιών, δημιουργείται η εντύπωση ότι καταβάλλει η αγορά στελεχών ένα ποσό και αυτό της επιστρέφεται ωσάν να μην υπάρχει όφελος για τον παραγωγό και πωλητή, όλα αυτά στην πραγματικότητα διογκώνουν το κόστος, όλα τα πληρώνει κάποιος και τελικά τα πληρώνει η αγοράστρια χώρα.

Εμείς θέλουμε να μετατρέψουμε το μηχανισμό αυτό σ’ έναν μηχανισμό ολοκληρωμένης βιομηχανικής συνεργασίας ώστε να ενισχύσουμε πραγματικά την ελληνική αμυντική βιομηχανία, να την απαλλάξουμε από ορισμένες δυσβάσταχτες διαδικασίες και να της δώσουμε τη δυνατότητα μεταφοράς και παραγωγής τεχνογνωσίας και ένταξής της σε μεγάλα προγράμματα χωρίς αυτό όμως να μεθοδεύεται με τη μορφή των γνωστών ως τώρα αντισταθμιστικών ωφελημάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, ήδη καταργήσαμε τα αντισταθμιστικά ωφελήματα στις συμβάσεις των υποβρυχίων, γιατί προβλέπονται πλέον και σταθερές τιμές, έχουμε fixed prices ώστε να μην υπάρχουν ούτε προσαρμογές ούτε ανισταθμιστικά ωφελήματα. Και στην τελευταία μου επίσκεψη στη Ρωσική Ομοσπονδία πριν από λίγες εβδομάδες, τη Μεγάλη Εβδομάδα, επίσης ανακοίνωσα στους συνομιλητές μου, δηλαδή στο Ρώσο ομόλογό μου, την πρόθεσή μας και στις ελληνορωσικές διακρατικές πάντα συναλλαγές, να μην περιλαμβάνονται αυτού του είδους κλασικά αντισταθμιστικά ωφελήματα τα οποία κατά καιρούς μας έχουν απασχολήσει δημιουργώντας διάφορες υποψίες, διάφορες συζητήσεις από τις οποίες πρέπει οριστικά να ξεφύγουμε και αυτό πιστεύω ότι θα είναι και ένας θετικός παράγοντας που θα μειώνει το κόστος όλων των συμβάσεων και όλων των εμπορικών σχέσεων που έχουμε με τις χώρες αυτές.

Λέω, εν παρόδω, ότι το γεγονός ότι μια σύμβαση είναι διακρατικού χαρακτήρα όπως πολύ συχνά συμβαίνει, δεν την αθωώνει εξ ορισμού. Και ως εκ τούτου πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί και στις διακρατικού χαρακτήρα συμβάσεις. Η προσπάθεια νομίζω, παρ’ ό,τι είναι πολύ δύσκολη και λεπτεπίλεπτη, θα αποδώσει καρπούς και θα αποδώσει καρπούς και εκ του λόγου ότι πρέπει να κάνουμε αυτή τη στιγμή για μια περίοδο βήμα σημειωτόν προκειμένου να δούμε πώς διαμορφώνονται και τα ευρύτερα δημοσιονομικά δεδομένα και άρα έχουμε τη δυνατότητα με πολύ μεγαλύτερη ψυχραιμία και από πολύ μεγαλύτερη απόσταση να δούμε κάποια πράγματα, αρχίζοντας από την εκτίμηση αυτού καθαυτού του καταλόγου των αναγκών μας, δηλαδή του περιβόητου ΕΜΠΑΕ, του Ενιαίου Μεσοπροθέσμου Προγράμματος Αμυντικών Εξοπλισμών, που πρέπει να διαμορφώνεται με τα κριτήρια που είπα, δηλαδή με κριτήρια εθνικά, αμυντικά, αναπτυξιακά, λαμβανομένων υπ' όψιν και των διεθνών σχέσεων της χώρας.

Είναι εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, αλλά για να καταλάβατε πόσο απλουστευμένα είναι κάποια πράγματα που εμφανίζονται πολύπλοκα, θα σας πω ότι 15 όλα κι όλα Προγράμματα, καλύπτουν το 90% του συνολικού προϋπολογισμού του ΕΜΠΑΕ. Άρα, ακόμη και αν προς στιγμήν αφήσει κανείς τα υπόλοιπα που καλύπτουν το 10% του Προγράμματος και ασχοληθεί με τα 15 μεγάλα που καλύπτουν το 90%, μπορεί να έχει ένα πεδίο δράσης και επέμβασης το οποίο να αποδίδει πάρα πολύ σημαντικούς καρπούς.

Αυτά είναι όσα κάνουμε, όσα προσπαθούμε να κάνουμε, με τη βοήθεια των υπηρεσιακών στελεχών.

Θα σας πω ένα τελευταίο: Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι δεν αλλάξαμε σκοπίμως τη Διοίκηση της σχετικής Υπηρεσίας, τα διευθυντικά στελέχη της σχετικής Υπηρεσίας. Παρ’ ό,τι προΐστανται μετακλητοί υπάλληλοι οι οποίοι είχαν επιλεγεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, δε θίξαμε καθόλου τη σύνθεση της υπηρεσιακής ηγεσίας αυτής της Υπηρεσίας. Και το κάνουμε για να σπάσουμε έναν φαύλο κύκλο. Έναν φαύλο κύκλο που βλέπει πίσω από κάθε πρωτοβουλία και κάθε ενέργεια, μια κομματική κυβερνητική πολιτική ή άλλη σκοπιμότητα.

Αυτό έχει και συμβολικό και ηθικό χαρακτήρα γιατί θέλουμε όλα αυτά ν’ αποκτήσουν μια θεσμική διάσταση, θέλουμε να είναι εγγυημένα θεσμικά κυρίως μέσα από τη Βουλή των Ελλήνων και την αρμόδια κοινοβουλευτική Επιτροπή.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Tags: Διαφάνεια