4 Μαρτίου 2007

 

[Οι συμπληρωματικοί ρόλοι της πολιτείας και της κοινωνίας των πολιτών]

Κυρία και κύριοι πρόεδροι, κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι. Είναι ιδιαίτερα τιμητικό και κολακευτικό για μένα το γεγονός ότι οι επτά ροταριανοί όμιλοι μου εμπιστεύτηκαν σήμερα την εισαγωγική αυτή ομιλία. Σε μια τελετή που και εγώ νιώθω ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική, συμβολική, παιδαγωγική και ως εκ τούτου ο ρόλος του ομιλητή είναι πάντα λεπτός, γιατί πρέπει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες ενός τέτοιου ακροατηρίου και στις σκοπιμότητες μιας τέτοιας κοινωνικής εκδήλωσης.

Χαίρομαι γιατί άκουσα ότι οι ροταριανοί όμιλοι, το κίνημα το ροταριανό διεθνώς, στηρίζει ένα παλιό και συνεχιζόμενο διεθνές πρόγραμμα εμβολιασμού για πολλά εκατομμύρια παιδιών σε όλο τον κόσμο. Ίσως πρέπει να θυμίσω ότι η κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας το 2003, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, ανέλαβε μια σπάνια διεθνή πρωτοβουλία, να καταργήσει μια σειρά από μεγάλες διεθνείς καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και να διαθέσει τον προϋπολογισμό που είχε σχεδιαστεί- εφτά εκατομμυρίων ευρώ- για τις ανάγκες του εμβολιασμού 2 περίπου εκατομμυρίων παιδιών σε όλο τον κόσμο για μια σειρά από ασθένειες σε συνεργασία με τη Unicef. H Ελλάδα -και είναι κρίμα που αυτό δεν είναι ευρύτερα γνωστό- κατέστη έτσι ένας από τους πιο αξιόπιστους διεθνείς εταίρους της Unicef, κάλυψε ένα χρονίζον κενό που υπήρχε στις εισφορές της χώρας στο διεθνή αυτό οργανισμό και είδαμε τα χρήματά μας, σε συνδυασμό με τις καμπάνιες της Unicef για τις χριστουγεννιάτικες και τις πασχαλινές κάρτες του 2003, να πιάνουν τόπο.

Παιδιά ιδίως στην Αφρική να εμβολιάζονται και να διασφαλίζουν την ίδια την ύπαρξή τους, γιατί ενώ εμείς εδώ συζητούμε όχι μόνο στην Ελλάδα, σ’ όλη την Ευρώπη για τα γνωστά προβλήματά μας, που είναι προβλήματα πολυτελή σε σχέση με τα προβλήματα άλλων ηπείρων, υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων που δεν έχουν στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής διαβίωσης, δεν μπορούν να βρουν καθαρό πόσιμο νερό, το πρόβλημα της πείνας βρίσκεται πολλές φορές σε οριακό σημείο. Η παιδική φτώχεια ακόμα και η παιδική δουλεία είναι μεγάλες μάστιγες της ανθρωπότητας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στην Ευρώπη ή στη Βόρεια Αμερική δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τις κραυγαλέες και προκλητικές οικουμενικές ανισότητες. Οι 360 πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη έχουν περιουσία που υπερβαίνει την περιουσία των 3 δισεκατομμυρίων φτωχότερων ανθρώπων του πλανήτη. Αυτή είναι μια προκλητική ανισότητα, ουσιαστικά είναι το απάνθρωπο πρόσωπο του πλανήτη.

Ο καθένας φυσικά τα βιώνει αυτά στο δικό του περίγυρο. Τα αντιμετωπίζει ως προσωπικά ή οικογενειακά προβλήματα. Ο καθένας αντιμετωπίζει τα μεγάλα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης βιωματικά. Δεν μπορεί να αντιληφθεί ούτε το θάνατο, ούτε την αναπηρία, ούτε την αρρώστια, ούτε τα γηρατειά, ούτε το έκτακτο περιστατικό και την κατάσταση ανάγκης λόγω μιας φυσικής καταστροφής όταν είναι απλώς τηλεθεατής αυτών των γεγονότων που έρχονται μπροστά του με μια ταχύτητα καταιγιστική, που φεύγουν από μπροστά του με την ίδια ταχύτητα και που συνήθως δεν αφήνουν κανένα βίωμα. Όταν όμως ο ίδιος υποστεί το πρόβλημα, όταν είναι ο ίδιος αυτός που έχει το πρόβλημα ή το συγγενικό και οικογενειακό του περιβάλλον αντιλαμβάνεται ότι τα προβλήματα αυτά δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως ατομικά ή οικογενειακά προβλήματα, ως ατυχίες. Ούτε η αρρώστια, ούτε τα γηρατειά, φαινόμενα και προβλήματα αναπόφευκτα, ούτε η αναπηρία, ούτε η φτώχεια, ούτε η αδικία και η ανισότητα, ούτε η κατάσταση ανάγκης, λόγω φυσικών ή μηχανικών καταστροφών είναι κάτι που μπορεί να παραμείνει στο επίπεδο του ατομικού ή του οικογενειακού προβλήματος.

Μετατρέπεται, είτε το θέλουμε είτε όχι, από ένα σημείο και μετά σε κοινωνικό πρόβλημα, άρα σε δημόσιο ζήτημα, άρα σε πολιτικά κρίσιμο ζήτημα. Όταν συντελείται αυτή η διανοητική μεταβολή, όταν η κοινωνία αρχίζει να αντιλαμβάνεται αυτά τα μεγάλα προβλήματα, όχι ως προβλήματα ατομικά και οικογενειακά, όχι ως αδικίες, αλλά ως κοινωνικά και πολιτικά διακυβεύματα, φεύγουμε από μια απλώς φιλελεύθερη ή φιλανθρωπική αντίληψη των θεμάτων αυτών και πηγαίνουμε στη λειτουργία και την έννοια και την θεωρία του κοινωνικού κράτους.

Το κοινωνικό κράτος ως αντίληψη δημιουργείται ιδίως από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά, αφ’ ης στιγμής γίνεται αντιληπτό κυρίως στην Ευρώπη, ότι αυτά τα φαινόμενα δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται μόνο μέσα από τη φιλανθρωπία ή ως προσωπικά προβλήματα. Η μεταφορά των θεμάτων αυτών στο πεδίο της δημόσιας πολιτικής γεννάει την έννοια του κοινωνικού κράτους και έτσι και εμείς καλούμαστε σήμερα να αντιληφθούμε ποιος είναι ο ρόλος της κοινωνίας, της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών και ποιος είναι ο ρόλος του κοινωνικού κράτους στα θέματα αυτά. Τι διαφέρει το κοινωνικό κράτος από μια απλώς ευαίσθητη κοινωνία που αναπτύσσει φιλάνθρωπες δραστηριότητες και που έχει σε ατομικό ή πάντως ιδιωτικό επίπεδο δραστηριότητες εθελοντισμού και ευποιίας.

Άρα πρέπει να πούμε, με όσο γίνεται πιο συνοπτικό τρόπο, ότι η κοινωνία από τη φύση της- όσο και αν αυτό ξενίζει- είναι πάντα άδικη και άνιση. Δεν υπάρχει μια από μόνη της, μέσα από την ενδιάθετη τάση της, δίκαιη κοινωνία. Οι κοινωνίες ιστορικά είναι πάντα, από τις πρωταρχικές, τις αρχαϊκές μορφές της κοινωνίας, μέχρι τις πιο εξελιγμένης μορφές της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, μορφώματα τα οποία τείνουν στην ανισότητα. Τείνουν στον αυταρχισμό, τείνουν σε μια κατάσταση υποταγής του ασθενέστερου στον πιο ισχυρό. Αυτή η κατάσταση της κοινωνικής αδικίας, της κοινωνικής ανισότητας αφήνει φυσικά χωρίς την απαραίτητη φροντίδα όλα αυτά τα προβλήματα. Πρέπει να αναπτυχθούν αντισώματα, πρέπει να αναπτυχθούν αντίρροπες δυνάμεις.

Και βέβαια οι αντίρροπες δυνάμεις στην πορεία της ανθρωπότητας και του ανθρώπινου πολιτισμού αναπτύσσονται μέσα από διάφορες προσεγγίσεις. Μια κορυφαία προσέγγιση προς την κατεύθυνση αυτή είναι φυσικά ο χριστιανισμός. Η χριστιανική προσέγγιση των πραγμάτων, ακόμα και αν δεν αντιλαμβανόμαστε όλοι πάντα -γιατί δυστυχώς υπάρχουν πολλά πέπλα που το εμποδίζουν αυτό- τη βαθύτερη θεραπευτική και ιαματική ουσία του χριστιανισμού, δηλαδή το βαθύτερο θεολογικό μήνυμα του χριστιανισμού και τον προσεγγίζουμε ως μια ηθική απλώς διδασκαλία. Δεν είναι μια ηθική απλώς διδασκαλία ο χριστιανισμός, είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ένα σωτηριώδες μήνυμα, είναι μια εσχατολογική προσέγγιση, είναι μια θεραπευτική σχέση με τα προβλήματα που έχει ο άνθρωπος, με την αγωνία την υπαρξιακή του ανθρώπου. Αλλά ακόμη και αν τοn αντιληφθούμε ως μια απλή ηθική διδασκαλία, όλες αυτές οι έννοιες, οι έννοιες της δικαιοσύνης, της αξιοπρέπειας, της ισότητας, της ελευθερίας, του σεβασμού του άλλου, της αναγνώρισης του ρόλου της γυναίκας, της αναγνώρισης του ρόλου του παιδιού, όλα αυτά ουσιαστικά ηχούν ως μηνύματα πολύ προοδευτικά ακόμα και για την εποχή μας. Θα μπορούσε πάνω σε αυτά να στηριχθεί ένας πολιτικός λόγος, ο οποίος δεν είναι απλώς σοσιαλιστικός, ή σοσιαλδημοκρατικός, αλλά ριζοσπαστικός, ανατρεπτικός.

Διάβαζα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον μια εξαιρετική ανάλυση ενός Αμερικάνου κοινωνιολόγου, όχι θεολόγου, για τα αίτια που βοήθησαν στην εξάπλωση του χριστιανισμού τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Και είδα εκεί, με πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, μια προσέγγιση τελείως απροσδόκητη. Την εξήγηση πως οι μεγάλες επιδημίες των χρόνων εκείνων βοήθησαν στον πολλαπλασιασμό των χριστιανικών κοινοτήτων με γεωμετρική πρόοδο για έναν πάρα πολύ απλό λόγο. Γιατί οι νοσηλευτικές υπηρεσίες που παρήχοντο στο εσωτερικό των χριστιανικών κοινοτήτων, οι πράξεις αλληλεγγύης σε προσωπικό, πρακτικό επίπεδο, ήταν τέτοιες που αύξαναν πάρα πολύ το ποσοστό επιβίωσης των ασθενών που ανήκαν στις κοινότητες αυτές, επειδή είχαν μια στοιχειωδώς ανθρώπινη νοσηλεία. Αυτό άλλαξε τα δημογραφικά δεδομένα και δημιούργησε τη δυνατότητα επέκτασης των χριστιανικών κοινοτήτων τα πρώτα χρόνια που ήταν εξαιρετικά κρίσιμα για λόγους καθαρά νοσηλευτικούς. Επειδή το επίπεδο αντιμετώπισης μιας κατηγορίας ασθενών σε μαζικές ασθένειες, σε επιδημίες ήταν τελείως διαφορετικό. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πόσο μεγάλη σημασία έχει όλο αυτό.

Παρεμβάλλονται πάρα πολλοί αιώνες, κάνουμε μια μεγάλη ιστορική καμπύλη και φτάνουμε στην αρχή του 20ού αιώνα και ιδίως στο δεύτερο μισό, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εδραιώνεται πια παντού η ανάγκη για το λεγόμενο κοινωνικό κράτος, το οποίο δεν είναι απλά ένα κράτος ευποιίας ή είναι ένα κράτος πρόνοιας, αλλά είναι ένα κράτος που καλείται να ανακόψει και να αντιμετωπίσει τη φυσική ροπή της κοινωνίας, άρα και της οικονομίας, άρα και της αγοράς, προς την παραγωγή ολοένα και περισσότερων ανισοτήτων.

Πώς λοιπόν θα αντιμετωπίσουμε τις ανισότητες που διογκώνονται; Πώς θα δώσουμε απάντηση στην αξίωση για υγεία, για πρόνοια, για συντάξεις, για σχολεία, για μεγάλα δημόσια συστήματα παροχών μέσα από θεσμούς που διασφαλίζουν ρυθμίσεις, που διασφαλίζουν παροχές αλλά που διασφαλίζουν και αναδιανομή του κοινωνικού πλεονάσματος, του κοινωνικού πλούτου μέσα από το φορολογικό σύστημα και μέσα από διάφορα συστήματα παροχών;

Έτσι γεννιέται, ως απάντηση σε μια άδικη κοινωνία, το αίτημα για ένα κράτος δικαίου, το οποίο είναι επιπλέον και κοινωνικό και το οποίο καλείται να μετατρέψει την κοινωνία σε δίκαιη κοινωνία. Το κοινωνικό κράτος λοιπόν το οποίο είναι ταυτόχρονα και δημοκρατικό και κράτος δικαίου, ένα κράτος δικαιωμάτων, ένα κράτος που σέβεται την έννοια της νομιμότητας, που σέβεται τον άνθρωπο και αναγνωρίζει τα δικαιώματά του τα συνταγματικά, είναι ένας μηχανισμός πια που λειτουργεί τουλάχιστον επί μισό αιώνα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και είναι κοινό πεδίο αναφοράς όλων των πολιτικών δυνάμεων γιατί δεν νομίζω ότι υπάρχει σοβαρή κυβερνητική πολιτική δύναμη στην Ευρώπη και σίγουρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν αποδέχεται το αυτονόητο. Αυτό όμως, από ένα σημείο και μετά, αρχίζει να αμφισβητείται. Πολλοί πιστεύουν ότι τώρα πια είναι τόσο μεγάλη η δημοσιονομική κρίση και η δημογραφική κρίση του κοινωνικού κράτους, είναι τόσο μεγάλο το πρόβλημα της υπογεννητικότητας που υπονομεύεται η ίδια η αλληλεγγύη των γενεών, είναι τόσο μεγάλο το πρόβλημα του κόστους αυτών των υπηρεσιών, ώστε πρέπει να μειώσουμε τις υπηρεσίες αυτές.

Και αντί να διασφαλίσουμε τη συνέχιση αυτών των υπηρεσιών του κοινωνικού κράτους θέλουν να υποκαταστήσουμε το κοινωνικό κράτος από την κοινωνία των πολιτών και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις. Μα η κοινωνία των πολιτών υπήρχε πριν από το κράτος, υπάρχει πάντα. Η κοινωνία των πολιτών είναι η κοινωνία. Είναι η κοινωνία που έχει την καλή της όψη και την κακή της όψη. Έχει την όψη της φιλανθρωπίας, του ανθρωπισμού, της ευποιίας, αλλά έχει και την όψη της σκληρότητας. Έχει την όψη της εγκατάλειψης. Η κοινωνία εγκαταλείπει παιδιά νεογέννητα στις βρεφοδόχους και η κοινωνία ήταν αυτή που προσπαθούσε να λύσει το πρόβλημα των ορφανών και εγκαταλελειμμένων παιδιών. Η κοινωνία είναι αυτή η οποία παράγει το έγκλημα και πολλές φορές καλείται να το αντιμετωπίσει μαζί με τις επιπτώσεις του. Το καλό και το κακό βρίσκονται μέσα στην κοινωνία οι αντιφάσεις, οι αδικίες, οι ανισότητες, οι συγκρούσεις.

Άρα λοιπόν αυτό που λέμε κοινωνία ή αυτό που λέμε μη κυβερνητικές οργανώσεις πάντα υπήρχε. Το θέμα είναι εάν αυτό μπορεί να συμπληρώνει απλώς ή και να υποκαθιστά τις δομές, τις λειτουργίες, τα συστήματα, τις εγγυήσεις ενός τεράστιου μηχανισμού που είναι το κοινωνικό κράτος που δεν είναι απλώς μηχανισμός φιλανθρωπίας, αλλά ένας μηχανισμός που ρυθμίζει, μηχανισμός που παρέχει δικαιώματα, επιδόματα, μισθούς, υπηρεσίες και μηχανισμό που αναδιανέμει το κοινωνικό πλεόνασμα, γιατί διαφορετικά διαταράσσεται η κοινωνική συνοχή, ο κοινωνικός ιστός, η κοινωνική ειρήνη και χωρίς κοινωνική ειρήνη φυσικά η κοινωνία δεν λειτουργεί, η οικονομία δεν παράγει, δεν αναπτύσσεται, δεν επενδύει, η γνώση δεν παράγεται με την ίδια άνεση.

Η κοινωνία δεν αναπτύσσεται, δεν γίνεται ανταγωνιστική, δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα στις νέες προκλήσεις, μέσα στα νέα διεθνή συμφραζόμενα. Αυτά είναι τα μεταβιομηχανικά συμφραζόμενα της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, τα οποία είναι μια πρόκληση για όλο τον κόσμο, για όλη την Ευρώπη, φυσικά και για μια μεσαία ευρωπαϊκή χώρα όπως η Ελλάδα.

Δεν είναι ανακάλυψη των τελευταίων δεκαετιών η κοινωνία των πολιτών και οι κοινωνικές οργανώσεις. Οι Ροταριανοί Όμιλοι είναι μια πάρα πολύ παλιά ιστορία. Οι Πρόσκοποι, ο Ερυθρός Σταυρός που υπάρχει πολύ πριν από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα. Υπάρχουν οργανώσεις οι οποίες έχουν ζωή αιώνων πια. Και το ζητούμενο εδώ είναι να δώσουμε μια λειτουργική και έντιμη απάντηση ως προς το ποιος είναι ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών, των μη κυβερνητικών οργανώσεων και των φαινομένων προσωπικής ευποιίας και εθελοντισμού σε σχέση με τους μηχανισμούς και τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους.

Η απάντηση κατά τη γνώμη μου είναι πάρα πολύ απλή. Το μεγάλο κόστος, το μεγάλο οικονομικό και δημοσιονομικό κόστος, μπορεί να το σηκώσει μόνο το κοινωνικό κράτος. Μόνον μέσα από τη λειτουργία του και μέσα από τους θεσμούς του μπορεί να υπάρχει ένα ολοκληρωμένο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, ένα ολοκληρωμένο σύστημα πρόνοιας, ένα ολοκληρωμένο σύστημα εκπαίδευσης, ένα ολοκληρωμένο σύστημα φροντίδας των υπερήλικων, ένα ολοκληρωμένο σύστημα φροντίδας της φτώχειας και αντιμετώπισης των προβλημάτων που έχουν οι μοναχικοί άνθρωποι, οι μονογονεϊκές οικογένειες.

Όλα αυτά τα οποία συμβαίνουν γύρω μας είναι πάρα πολύ ακριβά και είναι απολύτως αναγκαία. Είναι πολύ ακριβό το εθνικό σύστημα υγείας, είναι πολύ ακριβό το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, είναι πάρα πολύ ακριβό και πρέπει να γίνει ακόμα ακριβότερο το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης κ.ο.κ.

Από την άλλη μεριά όμως υπάρχουν εθελοντές, υπάρχουν δωρητές και χορηγοί, υπάρχουν άνθρωποι που δείχνουν την αλληλεγγύη τους, υπάρχουν άνθρωποι φτωχοί ή μεσαίων εισοδημάτων που διαθέτουν το πιο πολύτιμο κεφάλαιο που έχουν, που είναι το κεφάλαιο της καλής τους διάθεσης, του ελεύθερου χρόνου που έχουν και των όποιων ικανοτήτων και δεξιοτήτων έχουν. Και δεν υπάρχει σημαντικότερο εθελοντικό κεφάλαιο από το κεφάλαιο της καλής διάθεσης και του ελεύθερου χρόνου. Αν είχαμε μια τράπεζα ελεύθερου χρόνου και μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε εκεί όλες τις προσφορές ανθρώπων που θέλουν να θέσουν στη διάθεση του κοινωνικού συνόλου και του συνανθρώπου τους τις υπηρεσίες, τις όποιες ικανότητες έχουν, από την ικανότητα να φυλάξουν ένα παιδί μέχρι την ικανότητα να περιποιηθούν ένα μοναχικό ηλικιωμένο που δεν έχει οικογένεια, από την ικανότητα να φτιάξουν ένα πιάτο φαγητό, μέχρι την ικανότητα να δώσουν μαθήματα πληροφορικής σε νέα παιδιά που δεν έχουν την δυνατότητα να πάνε σε ένα ειδικό σχολείο, αντιλαμβάνεστε ότι θα είχαμε δημιουργήσει ένα τεράστιο κοινωνικό κεφάλαιο. Και υπάρχει αυτό το κεφάλαιο.

Η κοινωνία έχει τεράστια κοιτάσματα ελεύθερου χρόνου και διάθεσης για προσφορά και σε μια κοινωνία που είναι ανταγωνιστική, που είναι μεταβιομηχανική, που ζει την αγωνία της διεθνούς οικονομίας και της γρήγορης και εύκολης επιδίωξης του κέρδους. εξακολουθούν να υπάρχουν εντυπωσιακές όψεις μη ορθολογικών συμπεριφορών. Δηλαδή συμπεριφορών που δεν υπακούουν στην υποτιθέμενη απλή λογική της επιδίωξης του κέρδους. Υπάρχει πάντα μια διάθεση η οποία απορρέει από την ανθρώπινη ψυχή, από τη φιλαλληλία, από τη διάθεση αλληλεγγύης. Και αυτό δημιουργεί ένα κίνημα, το οποίο δικτυώνεται, το οποίο υπάρχει, το οποίο εκδηλώνεται και σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο.

Φαινόμενα διεθνούς αλληλεγγύης, όπως αυτά που είπαμε προηγουμένως με τους εμβολιασμούς ή η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών σε περιοχές που έχουν εμπόλεμες καταστάσεις. Φαινόμενα προσφοράς κοινωνικών υπηρεσιών ιδίως στο χώρο της υγείας και της πρόνοιας για τα ανάπηρα παιδιά, για διάφορες κατηγορίες αναπήρων, για διάφορες άλλες κατηγορίες ασθενών που πάσχουν από απαιτητικές ασθένειες που θέλουν και πολύ χρήμα και πάρα πολύ φροντίδα βλέπουμε να αναπτύσσονται καθημερινά. Θα μου πείτε δεν υπάρχει σ’ αυτά ένα κίνητρο προβολής; Εγώ θα σας πω ότι υπάρχει. Δεν υπάρχει σ’ όλα αυτά ένα κίνητρο επιβολής ορισμένων επωνύμων; Θα σας πω ότι υπάρχει, προφανώς υπάρχει. Δεν υπάρχει μια σκοπιμότητα εκτόνωσης της αγανάκτησης και της πίεσης των πιο αδύνατων και πιο φτωχών στρωμάτων; Εγώ θα σας πω ότι υπάρχει και σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό το οποίο γίνεται με το ίδρυμα Γκέιτς και τον Μπάφετ, ο οποίος συνεισέφερε τα δικά του κονδύλια στο ίδρυμα, αυτό είναι χαρακτηριστικό. Προφανώς και αντιλαμβάνονται όλοι αυτοί ότι δεν μπορεί να υπάρχει το φαινόμενο που είπα προηγουμένως. Δεν μπορεί ο κατάλογος των 350 πλουσιότερων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο να διαχειρίζεται κεφάλαια, να έχει περιουσία που υπερβαίνει τη δυνατότητα που έχουν 3 δισεκατομμύρια φτωχοί άνθρωποι.

Άρα βεβαίως και αυτό λειτουργεί εκτονωτικά. Δεν αρκεί όμως. Πρέπει ταυτόχρονα ως πολίτες, ως μέλη όχι μόνο της κοινωνίας των πολιτών, αλλά ως μέλη πια της δημοκρατικής πολιτικής κοινωνίας, ως πολίτες που επηρεάζουμε το κράτος, άρα και το κοινωνικό κράτος, να αξιώνουμε την επέκταση, τον εκσυγχρονισμό και την ομαλή λειτουργία όλων των θεσμών. Γιατί έτσι διαμορφώνουμε όχι μόνο τις προϋποθέσεις της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης και της κοινωνικής ειρήνης, άρα και της εργασιακής ειρήνης. Αλλά έτσι διαμορφώνουμε και τις προϋποθέσεις μιας ανταγωνιστικής ανάπτυξης.
Γιατί έτσι διαμορφώνουμε το θερμοκήπιο, το κέλυφος μιας κοινωνίας και μιας οικονομίας και μιας αγοράς που αντιλαμβάνεστε ότι πρέπει να λειτουργεί σεβόμενη το όριο της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Έτσι πιστεύω ότι μπορούν να συμφιλιωθούν και να συνυπάρξουν και ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας. Και ανάμεσα σ’ αυτούς ένας τρίτος τομέας της οικονομίας, ο λεγόμενος κοινωνικός τομέας ο οποίος και θέσεις εργασίας προσφέρει, και δυνατότητες ανάπτυξης προσφέρει και προβλήματα επιλύει σε πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης σε συνεργασία κυρίως με τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως καλή ώρα είναι οι ροταριανοί όμιλοι.

Έτσι λοιπόν βλέπουμε το κοινωνικό κράτος ως κεκτημένο ιδίως του ευρωπαϊκού πολιτικού πολιτισμού και την κοινωνία των πολιτών να συνυπάρχουν. Βλέπουμε τον πολίτη να κινείται και στο επίπεδο της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους και ταυτόχρονα τον ίδιο ως κοινωνικό παράγοντα, ως κοινωνικό ον, να αναπτύσσει τον εθελοντισμό του, τις πράξεις ευποιίας, τη διάθεση αλληλεγγύης και προσφοράς μέσα από τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Και αυτό αρχίζει πια να γίνεται συνείδηση για πολύ μεγάλα κοινωνικά στρώματα. Γιατί αυτό πια γίνεται συνείδηση ανάγκης όχι μόνον για τα εισοδηματικά στρώματα που βρίσκονται στο όριο της φτώχειας, αλλά και για το μεγάλο όγκο των μεσαίων εισοδημάτων και των μεσαίων στρωμάτων σε όλη την Ευρώπη. Τα μεσαία στρώματα είναι αυτά τα οποία νομίζω κρατούν ζωντανή και επίκαιρη την απαίτηση και για κοινωνικό κράτος, αλλά και για μια κοινωνία αλληλεγγύης και συνοχής μέσα στην οποία οι κοινωνικές οργανώσεις, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι μη κυβερνητικές μπορούν να παίξουν και οφείλουν να παίξουν πάρα πολύ σημαντικό ρόλο.

Αρκεί να έχουμε συνείδηση της ενότητας των προβλημάτων και της πολυπλοκότητάς τους. Αρκεί να συνδέουμε την κάθε ατομική μας συμπεριφορά και την κάθε πρωτοβουλία, για παράδειγμα, ενός ροταριανού ομίλου, με το οικουμενικό πρόβλημα της πείνας, της φτώχειας, της δυστυχίας, των συνθηκών υγιεινής. Να σκεπτόμαστε ως πολίτες οικουμενικοί και όχι μόνο ως πολίτες μιας πόλης ή μιας χώρας ή μιας ηπείρου.

Όταν το βλέμμα μας γίνει οικουμενικό θα γίνει κατ’ ανάγκην ανθρωπιστικό. Και τίποτα δεν είναι πιο επίκαιρο και πιο επιβεβλημένο από αυτόν το νέο ανθρωπισμό. Πίσω από το πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα όλων των ευρωπαϊκών κοινωνιών ξεπροβάλει αυτό το αίτημα για ένα νέο ανθρωπισμό. Και χαίρομαι γιατί εσείς εδώ όλοι όλες και όλοι μέσα σ’ αυτό το ακροατήριο αντιλαμβάνεστε και αποδεικνύεται με τη συμμετοχή της ότι έχετε συνείδηση της σημασίας που έχει το αίτημα για ένα νέο ανθρωπισμό. Συγχαρητήρια στους ροταριανούς ομίλους και σε όσους θα βραβευθούν σήμερα ως παραδείγματα για πράξεις ευποιίας, κοινωνικής αλληλεγγύης και κοινωνικής ευαισθησίας.

 


*Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση που οργάνωσαν οι Ροταριανοί Όμιλοι της Θεσσαλονίκης για την απονομή των βραβείων Ευποιίας 2006-2007 και πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη στο Ξενοδοχείο Μακεδονία Παλλάς

Tags: Κοινωνία των πολιτών | Εθελοντισμός