Θεσσαλονίκη, Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010


Ομιλία Υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση της Ένωσης Ελληνικών Εταιρειών Αεροδιαστημικής και Άμυνας (Ε.ΕΛ.Ε.Α.Α.), με θέμα «Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία, Δυνατότητες και Προοπτικές» στη Θεσσαλονίκη

Θέλω να συγχαρώ την Ε.ΕΛ.Ε.Α.Α. για την πρωτοβουλία της να οργανώσει τη συνάντηση αυτή στο πλαίσιο της έκθεσης DEFENSYS που θα έχουμε την χαρά όλοι μαζί να εγκαινιάσουμε αύριο το απόγευμα.
Άλλωστε, ένας βασικός λόγος για τη διοργάνωση DEFENSYS από τον εθνικό δημόσιο εκθεσιακό οργανισμό, την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Θεσσαλονίκης, είναι κι αυτός: Να δώσει την ευκαιρία στις εγχώριες επιχειρήσεις να παρουσιάσουν τη φυσιογνωμία τους, τις δυνατότητές τους. Στόχος με άλλα λόγια είναι να λειτουργήσει η DEFENSYS ως ένα μεγάλο Partenariat, στο πλαίσιο του οποίου θα μπορούσαν να οργανωθούν συναντήσεις, να γίνουν επαφές, να συναφθούν συμφωνίες.



Χαίρομαι πραγματικά γιατί τα στοιχεία που έχουμε
από την προετοιμασία της DEFENSYS είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά και είναι τόσο μεγάλες και τόσο υψηλού επιπέδου οι συμμετοχές και σε πολιτικό και σε εμπορικό επίπεδο, που καθιερώνουν ήδη από την πρώτη διοργάνωση την DEFENSYS ως ένα έγκυρο βήμα εκθεσιακό, αλλά και επιχειρηματικό.

Είμαι πραγματικά ευτυχής γιατί αυτό γίνεται στη Θεσσαλονίκη, που είναι η πόλη που δικαιούται να παίζει πάντα πολύ σημαντικό ρόλο στο χώρο της πραγματικής οικονομίας, μια πόλη της ιδιωτικής οικονομίας που διατηρεί αποστάσεις ασφάλειας από το κράτος και μπορεί να βλέπει τα πράγματα με πιο καθαρό και διορατικό τρόπο παρ' ό,τι υφίσταται τις συνέπειες αυτής ακριβώς της απόστασης που τη χωρίζει γεωγραφικά από τα κέντρα λήψης των κρίσιμων κρατικών αποφάσεων.

Χάρηκα επίσης γιατί είχα την ευκαιρία να ακούσω την ομιλία του Προέδρου του Ε.ΕΛ.Ε.Α.Α., να καταγράψω πολύ σημαντικές παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν για όλο το φάσμα της αμυντικής πολιτικής και ιδίως για τα θέματα που αφορούν τα εξοπλιστικά προγράμματα και την αμυντική βιομηχανία και να παρακολουθήσω κι αυτή τη σύντομη παρουσίαση των μελών της Ένωσής σας, η κάθε μια από τις οποίες έχει βέβαια τη δική της φυσιογνωμία και τη δική της φιλοδοξία. Είναι όμως πολύ σημαντικό το γεγονός ότι μέλη της Ένωσης είναι οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες του δημόσιου τομέα, τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία και θα μου επιτρέψετε να εντάξω εδώ και την Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων, την ΕΛΒΟ, τη διοίκηση της οποίας έχει πλέον το Δημόσιο.

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι μέλη της Ένωσής σας είναι και τα δυο μεγάλα ναυπηγεία της χώρας, που σε αντίθεση με άλλες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα, λόγω του μεγέθους τους λειτουργούν εδώ και χρόνια ως κύριοι κατασκευαστές σημαντικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, κάτι το οποίο κάνει και τη διαφορά. Γιατί είναι πάρα πολύ σημαντικό το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας να συμβάλεται με εγχώριους κύριους κατασκευές μεγάλων αμυντικών προγραμμάτων, όπως είναι ολόκληρες σειρές σκαφών επιφανείας ή υποβρυχίων του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.

Η οικονομική κρίση, ως κρίση δημοσιονομική άρα πολιτική και ως κρίση της πραγματικής οικονομίας, των εισοδημάτων και των ευκαιριών, μας επιβάλλει να σκεφτούμε ξανά γύρω από πράγματα που τα θεωρούσαμε επί δεκαετίες ολόκληρες αυτονόητα. Μας επιβάλλει να κάνουμε πιο έξυπνες, χαμηλού κόστους, επιλογές, μας επιβάλλει να επαναξιολογήσουμε αποφάσεις που έχουν ληφθεί και έχουν δρομολογηθεί εδώ και πάρα πολύ καιρό και στα χνάρια των οποίων βαδίζουμε κυρίως μέσα από τη δύναμη της αδράνειας.

Παρακολουθείτε, φαντάζομαι, ένα κύμα ριζικών μεταρρυθμίσεων
στον τομέα της άμυνας, που αυτή τη στιγμή εξελίσσεται διεθνώς. Πάρα πολλές χώρες, πάρα πολλές σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις προβαίνουν σε θαρραλέες και ριζικές αναθεωρήσεις της δομής των Ενόπλων Δυνάμεών τους. Προβαίνουν σε δραστικούς περιορισμούς του αμυντικού τους προϋπολογισμού. Πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες είναι προσανατολισμένες τη στιγμή αυτή σε κοινοπρακτικά σχήματα των ίδιων των Ενόπλων Δυνάμεών τους. Αυτό που στην ορολογία του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ονομάζεται “pooling and sharing” γίνεται πια μια πραγματικότητα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, όχι μόνο ανάμεσα σε χώρες όπως είναι το Βέλγιο και η Ολλανδία, που μοιράζονται τη ναυτική τους υποδομή, αλλά και ανάμεσα σε χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία, που ετοιμάζονται να μοιραστούν τις δραστηριότητές τους σε σχέση, για παράδειγμα, με αεροναυτικού χαρακτήρα επιχειρήσεις, να μοιραστούν την υποδομή και τη λειτουργία των αεροπλανοφόρων τους.

Οι κοινωνίες είναι καχύποπτες απέναντι σε αυτό που λέγεται «αμυντικές δαπάνες». Είναι πάρα πολλοί οι αναλυτές που αποδίδουν σε κάποιο βαθμό -πολλές φορές σε μεγάλο βαθμό- τα βαθύτερα αίτια της δημοσιονομικής κρίσης στο αδικαιολόγητο ύψος των αμυντικών δαπανών. Στην Ελλάδα αυτό είναι, καλώς ή κακώς, μια εδραία πεποίθηση της κοινής γνώμης. Επαναλαμβάνεται σχεδόν καθημερινά από έγκυρους ή ερασιτέχνες αναλυτές.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός της γειτονικής μας χώρας, ο κ. Ερντογάν, συχνά σε δημόσιες δηλώσεις του αναφέρεται στην ανάγκη να μειωθούν οι εξοπλισμοί, άρα οι αμυντικές δαπάνες, και αποδίδει κι αυτός τα αίτια της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης σε αυξημένες αμυντικές δαπάνες λόγω κακής εκτίμησης της απειλής σε περιφερειακό επίπεδο.

Είναι καλοδεχούμενες οι παρατηρήσεις αυτές όταν συνοδεύονται από ενέργειες που θα αφορούσαν για παράδειγμα τη μείωση των εξοπλιστικών πρωτοβουλιών της γειτονικής μας χώρας στην περιοχή που μας ενδιαφέρει, που είναι η περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Και εμείς είμαστε έτοιμοι να ανταποκριθούμε σε τέτοιου είδους πραγματικές πρωτοβουλίες που έχουν υλικό και χρηματοοικονομικό αντίκρισμα που δεν θίγουν την ισορροπία των δυνάμεων και άρα δεν λειτουργούν αποσταθεροποιητικά στην περιοχή, όταν κοινός στόχος είναι η σταθερότητα, η ειρήνη, η αποφυγή των εντάσεων και ακόμη περισσότερο η αποφυγή των κρίσεων.

Είμαστε όμως υποχρεωμένοι όλοι μας, όλες οι Κυβερνήσεις των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, να απαντήσουμε με αξιόπιστο τρόπο στην αγωνία των πολιτών μας, να τους εξηγήσουμε ότι οι προϋπολογισμοί των Υπουργείων Άμυνας είναι δικαιολογημένοι, να τους εξηγήσουμε ότι κάνουμε τις καλύτερες επιλογές: απολύτως αναγκαίες, πλήρως τεκμηριωμένες με βάση την εκτίμηση της απειλής, την αξιολόγηση του συσχετισμού των δυνάμεων, το αμυντικό δόγμα κάθε χώρας και εν προκειμένω της δικής μας χώρας και βέβαια να τους πείσουμε ότι όλα αυτά έχουν μια αναπτυξιακή διάσταση, ότι συνδέονται με την πραγματική οικονομία, με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, με τις θέσεις εργασίας, με την τεχνογνωσία και την καινοτομία που κατακτά η χώρα και με χρήσεις οι οποίες δεν είναι μόνο στρατιωτικές, αλλά είναι διπλές άρα είναι και πολιτικές.

Δεν είναι εύκολο αυτό γιατί ο χώρος
των εξοπλιστικών προγραμμάτων, ο χώρος των αμυντικών δαπανών, είναι ένας χώρος στον οποίο έχει επικαθήσει  εδώ και πάρα πολύ καιρό ένα βαρύ και πυκνό σύννεφο καχυποψίας και αδιαφάνειας. Και είναι πια κοινή πεποίθηση ότι κάτι ύποπτο έχει συμβεί, ή ενδεχομένως εξακολουθεί να συμβαίνει παρά την βούλησή μας να αλλάξουμε την κατάσταση.

Δεν έχει πειστεί ο πολίτης ότι ακριβές επιλογές του παρελθόντος ήταν επιχειρησιακά δικαιολογημένες. Ότι έγιναν με τον καλύτερο τρόπο. Ότι ενσωματώθηκαν πράγματι στις Ένοπλες Δυνάμεις. Ότι βοήθησαν όσο  μπορούσαν να βοηθήσουν την εθνική οικονομία, την πραγματική οικονομία. Ότι βοήθησαν όσο έπρεπε και όσο μπορούσαν να βοηθήσουν την ίδια την επιτόπια τεχνολογική και βιομηχανική βάση, εσάς τους ίδιους ως εκπροσώπους επιχειρήσεων του ευρύτερου δημοσίου και κυρίως του ιδιωτικού τομέα, που κινείστε στο χώρο αυτό και που έχετε δικαιολογημένα υψηλές φιλοδοξίες να αποκτήσετε ένα ρόλο, ο οποίος δεν είναι δευτερεύων και εξαρτημένος, δεν είναι ένας ρόλος ελεγχόμενος από κάποιους άλλους, δεν είναι ένας ρόλος περιθωριακός, αλλά ένας ρόλος σημαντικός που συνδέεται με προγράμματα, με επώνυμα προϊόντα, με την έρευνα και την τεχνολογία, με την καινοτομία, που συνδέεται με το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας.

Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι να κάνουμε την περίοδο αυτή μία πολύ μεγάλη επαναξιολόγηση. Βεβαίως, διαμορφώνοντας το νέο μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, δεν πρέπει να ξεχάσουμε την υποχρέωσή μας να στηρίξουμε τους πυλώνες του υφισταμένου μοντέλου ανάπτυξης. Αυτό αφορά βεβαίως πρωτίστως τομείς, όπως είναι ο τουρισμός, η οικοδομική δραστηριότητα, η ναυτιλία, αλλά και κάθε δραστηριότητα που αναπτύσσεται στην πραγματική οικονομία, παράγει έργο, διαμορφώνει θέσεις εργασίας, παράγει μια υπεραξία που τελικά ενσωματώνεται σε αυτή την εθνική υπεραξία που θέλουμε να διαφυλάξουμε.

Εμείς όμως, όπως αντιλαμβάνεστε,
πρέπει παράλληλα να προωθούμε και μεγάλους θεσμικούς και πολιτικούς στόχους και γι' αυτό τους δώδεκα μήνες που πέρασαν από τότε που αναλάβαμε τα καθήκοντά μας στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, είχαμε την υποχρέωση, πρώτον, να διαμορφώσουμε ένα άλλο θεσμικό πλαίσιο πιο καθαρό, πιο διαφανές, πιο απλό. Και, δεύτερον, ιδίως στον τομέα των εξοπλισμών, να εκκαθαρίσουμε χρονίζουσες και όζουσες εκκρεμότητες.

Στους δώδεκα περίπου μήνες που πέρασαν, προσπαθήσαμε να εκκαθαρίσουμε αυτές τις εκκρεμότητες με τη βοήθεια της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής που ζητήσαμε να συγκροτηθεί, εφαρμόζοντας ένα κώδικα δεοντολογίας που ξέρετε και αλλάζοντας όπου πρέπει και όπως πρέπει, με χειρουργικές επεμβάσεις, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.

Προσπαθήσαμε να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα προγράμματα των υποβρυχίων και άρα το πρόβλημα της τύχης των Ελληνικών Ναυπηγείων Α.Ε., προσπαθήσαμε να λύσουμε προβλήματα που μας είχαν κληροδοτηθεί σε μια πρώιμη μορφή, όπως είναι το πρόγραμμα των φρεγατών του Πολεμικού Ναυτικού και το πρόγραμμα των τεθωρακισμένων οχημάτων μάχης του Ελληνικού Στρατού, να ξεμπλοκάρουμε μεγάλα προγράμματα για τα ελικόπτερα μεταφοράς προσωπικού NH-90.    
Προσπαθήσαμε να λύσουμε το πρόβλημα της διαθεσιμότητας του στόλου των μαχητικών μας αεροσκαφών, δηλαδή να λύσουμε το πρόβλημα των ανταλλακτικών των πτητικών μέσων της Πολεμικής Αεροπορίας και το πρόβλημα  της μείζονος εργοστασιακής συντήρησης των κινητήρων των αεροσκαφών F-16, όλων των γενεών.

Προσπαθήσαμε να λύσουμε θέματα που συνδέονται με την αεράμυνα της χώρας, θέματα δηλαδή που συνδέονται με συστήματα όπως το TOR-M1 και το  OSA. Να λύσουμε θέματα αυτοκινούμενων πυροβόλων, θέματα που συνδέονται με τα συστήματα επικοινωνιών, όπως το σύστημα ΕΡΜΗΣ, θέματα που συνδέονται με την αυτοπροστασία των μαχητικών μας αεροσκαφών, που δυστυχώς ακόμη δεν τα έχουμε επιλύσει πλήρως.

Με λίγα λόγια, κληθήκαμε να διαχειριστούμε πλήθος σημαντικών θεμάτων που δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο. Και ταυτόχρονα κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε ένα γόρδιο δεσμό, αυτόν των αντισταθμιστικών ωφελημάτων, για τον οποίο έχουμε συζητήσει αναλυτικά σε ειδική σύσκεψη και ο οποίος τελικά κατέστη αντικείμενο μιας ειδικής ρύθμισης που έχει περιληφθεί στο νόμο 3883/2010, στον οποίο αναφέρθηκε και ο πρόεδρος της Ένωσής σας. Περιμένω -όπως μου έχει υποσχεθεί ο κ. Μπεγλίτης- πολύ σύντομα το σχέδιο αυτής της υπουργικής απόφασης προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή αυτή η διάταξη που στοχεύει στη διάσωση των πραγματικών παραγωγικών δυνατοτήτων αυτών των συμβάσεων που θα ήταν κρίμα να μετασχηματιστούν απλώς και μόνο σε ποινικές  ρήτρες που εισπράττει το δημόσιο ταμείο χωρίς παραγωγικό αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο όμως που κάναμε, είναι ότι έχουμε ψηφίσει -και ισχύει αυτό πλέον- μια διάταξη που αλλάζει ριζικά την ίδια τη δομή διοίκησης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ισχύει πλέον η κάθετη μορφή διοίκησης, η διοικητική και επιχειρησιακή διοίκηση ασκείται πάντα υπό την εποπτεία του Υπουργού και υπό τις εντολές της Κυβέρνησης, από τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, αλλά οι αρχηγοί των κλάδων εντάσσονται σε αυτή την ενιαία επιχειρησιακή και διοικητική αλυσίδα. Αυτό επηρεάζει τη δομή δυνάμεων, τη δομή δυνάμεων σε προσωπικό και τη δομή δυνάμεων σε μέσα. Άρα αντί για τη συνηθισμένη έως τώρα «επικαιροποίηση», όπως λέγεται, του ΕΜΠΑΕ, του Ενιαίου Μεσοπροθέσμου Προγράμματος Αμυντικών Εξοπλισμών, είμαστε υποχρεωμένοι να καταρτήσουμε τη δομή δυνάμεων σε μέσα από μηδενική βάση και ταυτόχρονα το πρώτο μακροπρόθεσμο πρόγραμμα, το πρώτο 15ετές πρόγραμμα, έτσι ώστε να μπορούμε να διαμορφώνουμε το κυλιόμενο τριετές πρόγραμμα που θα αντιστοιχεί στους τριετείς κρατικούς προϋπολογισμούς.

Όλα αυτά όμως με πλήρη στρατιωτική-επιχειρησιακή αξιολόγηση, με βάση την πολιτική εθνικής άμυνας και ασφάλειας, με βάση την αξιολόγηση της επένδυσης που πρέπει να γίνει για όλες τις συμβάσεις της τελευταίας 20ετίας και που δυστυχώς δεν είχε γίνει ποτέ και πάντα υπό τον έλεγχο της Βουλής, πάντα με αποφάσεις του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας, πάντα με απόλυτη διαφάνεια και πάντα με όσο γίνεται αυστηρότερα και εξυπνότερα κριτήρια, δηλαδή με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Το 2007-2008 είχε επιχειρηθεί ξανά μια αναθεώρηση της δομής δυνάμεων, η οποία είχε αξιολογηθεί από το μεγαλύτερο κλάδο που είναι ο Στρατός Ξηράς σε κόστος 25 δισεκατομμυρίων. Ο Στρατός, σας το έχω ξαναπεί αυτό, τώρα στις προκαταρκτικές μελέτες που γίνονται για την δομή δυνάμεων με βάση το νέο νόμο, ξεκινάει τις προτάσεις του από μια αφετηρία δέκα δισεκατομμυρίων. Η διαφορά μεταξύ 25 και 10 δισεκατομμυρίων είναι μια διαφορά σοβαρότητος, μεθόδου και διαφάνειας. Θα είμαστε λοιπόν σε θέση σε λίγο, μέχρι το τέλος του χρόνου, να παρουσιάσουμε και στη Βουλή και στο ΚΥΣΕΑ την πρότασή μας για τη δομή δυνάμεων και για το 15ετές πρόγραμμα εξοπλισμών, λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά τα δεδομένα. τα οποία είπα ή τα οποία υπαινίχθηκα.

Ταυτόχρονα, έχουμε αναλάβει έναντι των πιστωτών της χώρας, έναντι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την υποχρέωση να είμαστε μια από τις πρώτες χώρες που θα μεταφέρει στην ελληνική έννομη τάξη της τη νέα οδηγία για τις αμυντικές προμήθειες, για τις προμήθειες αμυντικού υλικού.

Ενώ η ίδια η οδηγία προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη είναι υποχρεωμένα να  τη μεταφέρουν στο δίκαιό τους μέχρι τον Αύγουστο του 2011, εμείς έχουμε την υποχρέωση να ολοκληρώσουμε την μεταφορά αυτή μέχρι τον Μάρτιο του 2011 και θα είμαστε συνεπείς. Σε ένα περίπου μήνα υπολογίζω ότι θα μπορούμε να δώσουμε στη δημοσιότητα ένα προσχέδιο, το οποίο θα είναι αντικείμενο ανοιχτής και απροκατάληπτης διαβούλευσης και σας καλώ από τώρα να διαδραματίσετε σημαντικό ρόλο, διατυπώνοντας τις απόψεις σας επί του προσχεδίου αυτού.

Στόχος μας είναι να οδηγηθούμε
σε ένα κείμενο συμφωνημένο με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ίσως αυτή η δική μας μεταφορά της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, να είναι κι ένα εργαστήριο για την επίλυση κρίσιμων ερμηνευτικών προβλημάτων και για την αποκατάσταση των εσωτερικών ισορροπιών της Οδηγίας. Γιατί πράγματι, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ίδιο ισχύει και για το ΝΑΤΟ, μέσα στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας, συνυπάρχουν χώρες διαφορετικών πληθυσμιακών, οικονομικών και στρατιωτικών μεγεθών, χώρες που παράγουν και πουλούν διεθνώς σημαντικά εξοπλιστικά προγράμματα, χώρες που είναι αμυντικά αδιάφορες, έχουν μικρούς προϋπολογισμούς και δεν νιώθουν κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα απειλής και ασφάλειας, χώρες που οι προτεραιότητές τους είναι απλώς οι Νατοϊκές ή ευρωπαϊκές προτεραιότητες, που το θέμα τους είναι η συμμετοχή μόνο σε διεθνούς χαρακτήρα επιχειρήσεις και χώρες οι οποίες έχουν εθνική ή περιφερειακή αίσθηση απειλής, είτε για λόγους αδράνειας ψυχροπολεμικής, όπως είναι οι χώρες της Βαλτικής, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης γεωγραφικά, είτε χώρες όπως εμείς που έχουν την βαθιά αίσθηση ενός προβλήματος που πρέπει να λυθεί με πολιτικά και διπλωματικά μέσα στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, αλλά πάντως επιβάλλει να προσέχουμε πάρα πολύ την ισορροπία των μέσων, την ισορροπία των δυνάμεων ως εγγύηση σταθερότητας και ειρήνης.

Άρα λοιπόν, πρώτος και βασικός μας στόχος είναι να ενεργοποιήσουμε  τη μεταβατική ρύθμιση  για τα  αντισταθμιστικά ωφελήματα, ως γέφυρα από το ισχύον στο νέο νομικό καθεστώς. Να ολοκληρώσουμε το προσχέδιο του νόμου για τη μεταφορά της Οδηγίας και στο πλαίσιο αυτό να κάνουμε -σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή- τις πιο καλές για μας επιλογές. Που σημαίνει ότι θα αξιοποιήσουμε όλους τους μηχανισμούς που προβλέπει η Οδηγία, κι ένας από αυτούς είναι οι διακρατικές συμβάσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και με χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι διακρατικές συμβάσεις μπορεί να έχουν και πολυμερή χαρακτήρα, δεν είναι αναγκαστικά διμερείς συμβάσεις, και στο πλαίσιο αυτό βεβαίως θα λαμβάνουμε πάντα σοβαρά υπόψη το ύπατο κριτήριο της Οδηγίας που είναι η ασφάλεια του εφοδιασμού. Η ασφάλεια του εφοδιασμού παραπέμπει στην επιτόπια τεχνολογική και βιομηχανική υποδομή, που είναι τμήμα της ευρύτερης ευρωπαϊκής τεχνολογικής και βιομηχανικής υποδομής. Αλλά το επιτόπιο και το άμεσο έχει πολύ μεγάλη σημασία για την υποστήριξη συστημάτων εθνικής σημασίας, τελικά δηλαδή για την άμυνα και την ασφάλεια της χώρας, η οποία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του  ΝΑΤΟ, γνωρίζει τη σημασία των ρητρών αλληλεγγύης και συνδρομής και άρα δεν αποδίδει πολύ μεγάλη σημασία στις έννοιες αυτές γιατί η πρακτική τους αξία είναι πάρα πολύ μικρή, έως δυστυχώς μηδενική.

Άρα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία η ασφάλεια του εφοδιασμού και η επιτόπια τεχνολογική και βιομηχανική βάση. Και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ο ελληνικός παραγωγικός ιστός στον τομέα αυτόν της αμυντικής βιομηχανίας να παίρνει ενεργό μέρος στις διμερείς και πολυμερείς διακρατικές συνεργασίες στο πλαίσιο Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας, στο πλαίσιο άλλων οργανισμών, αλλά και εκτός κάποιου συγκεκριμένου πλαισίου διότι μπορεί να είναι ad hoc οι συνεργασίες αυτές. Να συμμετέχει όμως στη διαμόρφωση ολοκληρωμένων προγραμμάτων βιομηχανικής συνεργασίας, χωρίς να αναπαράγονται οι παθογένειες και τα αδιέξοδα της παλιάς αντίληψης των αντισταθμιστικών ωφελημάτων, που είναι ταυτισμένη δυστυχώς στη συνείδηση, όχι μόνο της κοινής γνώμης, αλλά και του πολιτικού προσωπικού της χώρας, με σκοτεινή κυκλοφορία κεφαλαίων, δωροδοκίες δημοσίων λειτουργών και με αυθαιρεσίες, ως προς τον υπολογισμό και της ονομαστικής και της πιστωτικής αξίας διαφόρων προγραμμάτων που πάνε και έρχονται, αλλάζουν και που τελικά τα πληρώνουμε όλα. Διότι όλα αυτά επιβαρύνουν το κόστος, ενώ θα μπορούσαμε να κάνουμε πιο έξυπνες επιλογές, μειωμένου κόστους και να αναθέσουμε απευθείας, μέσω διαγωνιστικών διαδικασιών, προγράμματα που τώρα ανατίθενται εμμέσως μέσω των αντισταθμιστικών ωφελημάτων χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε το κόστος, τη διαδικασία, το παραγωγικό αποτέλεσμα, το ερευνητικό και αναπτυξιακό αποτέλεσμα, τη συμβολή στην καινοτομία.

Υπάρχουν ελληνικές επιχειρήσεις που μέσω του μηχανισμού των offsets έχουν οι ίδιες αναπτυχθεί και έχουν διαμορφώσει προϊόντα τα οποία εξάγονται, αλλά αυτά είναι ελάχιστα δείγματα τα οποία μπορούμε να θαυμάσουμε, δεν είναι ο κανόνας. Σε σχέση δε με το κόστος που έχουμε καταβάλει ως χώρα, το δημοσιονομικό κόστος, σε σχέση με το χρήμα που έχει πληρώσει ο ελληνικός λαός, αυτό το αναπτυξιακό, ερευνητικό και παραγωγικό αποτέλεσμα είναι πάρα πολύ μικρό.
Και αν πρόκειται να υπογράψω αυτή τη μεταβατική περίοδο την προώθηση συμβάσεων αντισταθμιστικών ωφελημάτων, θα το κάνω μόνο με μία αιτιολογία: ότι αν αυτές δεν προχωρήσουν, ενώ εμείς έχουμε πληρώσει τελικά το κόστος αγοράζοντας το κύριο υλικό, το αποτέλεσμα θα είναι να ωφεληθούμε κατά το ποσό των ποινικών ρητρών και αυτό είναι πάρα πολύ μικρό και ως εκ τούτου ας προωθήσουμε τις συμβάσεις που απομένουν, όχι γιατί αυτό αντιστοιχεί στη δική μας αντίληψη, αλλά γιατί τώρα πια πρέπει να διαχειριστούμε μία δεδομένη κατάσταση, η οποία έχει διαμορφωθεί εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Αλλά, μην έχουμε αυταπάτες και μην έχετε και εσείς αυταπάτες,
ότι έτσι έχουμε μετάσχει στο βαθμό που θα μπορούσαμε σ’ αυτό το γίγνεσθαι το βιομηχανικό και το παραγωγικό. Άρα χρειάζονται ολοκληρωμένα προγράμματα βιομηχανικής συνεργασίας, όλα αυτά πρέπει να τα λαμβάνουμε υπόψη στο κόστος κύκλου ζωής κάθε προγράμματος, όλα αυτά συνδέονται και με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την εν συνεχεία υποστήριξη -και την αρχική και την μετέπειτα- που σταθμίζουμε το κόστος των μειζόνων εκσυγχρονισμών σε σχέση με την αγορά νέων προϊόντων και μπορούμε όλα αυτά να τα συνθέσουμε σε ένα συνολικό σχέδιο για την ανάπτυξη της χώρας.

Ορθώς παρατήρησε ο πρόεδρός σας, ότι πολύ μεγάλη σημασία έχει να ενεργοποιήσουμε πόρους για την έρευνα και την ανάπτυξη. Αυτό δεν το έχουμε κάνει, δεν το κάναμε και το χρόνο που πέρασε, διότι αν δείτε τι κάναμε και ποιες ήταν οι προτεραιότητες, κάπου τώρα πρέπει να έρθει η σειρά αυτής της πρωτοβουλίας. Θα οργανώσαμε και το Partenariat με τα ελληνικά Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία είναι έτοιμα, με πολλές ιδέες. Απλώς θα σας πω ότι στην Ελλάδα ό,τι γίνεται στην καινοτομία οφείλεται πρωτίστως στον δημόσιο τομέα, ο οποίος επενδύει πολύ περισσότερα από τον ιδιωτικό τομέα σε έρευνα και ανάπτυξη.

Αυτό είναι το τραγικό, ότι τα δημόσια κονδύλια που διατίθενται για έρευνα και ανάπτυξη είναι μεγαλύτερα απ’ αυτά που διαθέτει ο ιδιωτικός τομέας. Αυτά όλα θα περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο που θα έρθει στα χέρια σας με τη μορφή ενός προσχεδίου. Και είμαστε ανοιχτοί στο να προσθέσουμε και άλλες διατάξεις, ώστε να έχουμε τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια σε σχέση με την υπεργολαβία, σε σχέση με τις εσωτερικές συμβάσεις. Στη σύμβαση για τα υποβρύχια και το μέλλον των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά περιλαμβάνονται κατά τη γνώμη μου υποδειγματικές διατάξεις διαφάνειας, που υπερβαίνουν κατά πολύ τις σχετικές ρήτρες του ΟΟΣΑ.

Επίσης, είναι πολύ σημαντικό να μας προτείνετε και εμείς να υιοθετήσουμε  και να ενθαρρύνουμε και άλλες πρωτοβουλίες. Διαμορφώστε π.χ. ένα cluster αμυντικής βιομηχανίας γύρω από έναν προϊόν, από ένα επώνυμο προϊόν, ολοκληρωμένο.

Το μεγάλο όμως πρόβλημα και των βιομηχανιών του δημόσιου τομέα, που είναι μέλη σας, είναι η αδυναμία τους να οργανώσουν ένα επώνυμο προϊόν. Η ΕΛΒΟ δεν έχει ένα επώνυμο προϊόν. Τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση real estate, αλλά και αυτά δεν έχουν να προτείνουν ένα επώνυμο προϊόν.

Και φυσικά, η προοπτική της μεταφοράς της Οδηγίας επιβάλλει να επιταχύνουμε ορισμένες διαδικασίες συνεργασίας των κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων με την επιτόπια τεχνολογική και βιομηχανική υποδομή, όπως είναι για παράδειγμα η ΕΑΒ. Τις προσεχείς μέρες, η διυπουργική επιτροπή αποκρατικοποιήσεων θα ορίσει συμβούλους για το μέλλον των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων, της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας και της ΕΛΒΟ. Αυτό δεν σημαίνει ότι ανοίγει αναγκαστικά μια διαδικασία αποκρατικοποίησης, αλλά ανοίγει μία διαδικασία για την αναζήτηση της επωφελέστερης λύσης.

Η διαδικασία αυτή σε καμία περίπτωση δεν θα καταλήξει κάπου, σε ένα σημείο δηλαδή που θα προδικάζει τις επιλογές της χώρας μας σε σχέση με μείζονα προγράμματα. Δηλαδή, δεν θα γίνει μία επιλογή στην ΕΛΒΟ σε σχέση με το τεθωρακισμένο όχημα μάχης και δεν θα γίνει μία επιλογή στην ΕΑΒ σε σχέση με την ανανέωση και το εκσυγχρονισμό του στόλου των μαχητικών αεροσκαφών της Πολεμικής μας Αεροπορίας.  Θα είναι αποσυνδεδεμένες οι δύο διαδικασίες και η μία δεν θα προκαταλάβει τις άλλες.  Διότι αυτό θα έθετε εκ ποδών βασικούς κανόνες και της Οδηγίας, αλλά και της διαφάνειας και της κοινής λογικής.

Αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθούμε και σας καλώ να αντιληφθείτε ότι το κλίμα έχει αλλάξει, οι επαφές σας με το Υπουργείο είναι ελεύθερες, απροκατάληπτες, ανοιχτές, δεν χρειάζεται καμία διαμεσολάβηση και δεν χρειάζεται κανείς να κινηθεί έξω ή πάνω από τους επίσημους διαύλους. Όποιος το επιχειρήσει και γίνει αντιληπτός θα διαγράφεται για λόγους ηθικής αναξιότητας από τον κατάλογο των προμηθευτών αμυντικού υλικού, όπως προβλέπει και η Οδηγία για το αμυντικό υλικό και το κοινοτικό δίκαιο, το παράγωγο και πρωτογενές γενικότερα, στον τομέα των δημοσίων προμηθειών.

Εσείς είστε οι μεγάλοι του κλάδου, άρα είστε επιχειρήσεις οργανωμένες, με διαφάνεια, με auditing, ξέρετε να κινηθείτε με την ταχύτητα και την ευελιξία που απαιτούν οι καιροί. Κάντε το και εμείς θα σας στηρίξουμε με όλες μας τις δυνάμεις.

Tags: Εθνική Άμυνα