Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011


[Εισηγητική ομιλία Υπουργού Εθνικής Άμυνας κ. Ευ. Βενιζέλου]

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τις τελευταίες εβδομάδες παρακολουθούμε μια εντυπωσιακή –ιστορική, θα έλεγα– εξέλιξη στο χώρο της Μεσογείου, στη Μέση Ανατολή, στη Βόρειο Αφρική, σε πολλές χώρες του Κόλπου. Παρακολουθούμε την ιστορία εν τω γίγνεσθαι. Αλλάζουν τα δεδομένα στον αραβικό κόσμο και σε πολύ μεγάλο βαθμό καταρρέουν στερεότυπα, με τα οποία είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε τα πράγματα τα τελευταία πολλά χρόνια, ιδίως μετά την πτώση του υπαρκτού Σοσιαλισμού και την διαμόρφωση του νέου παγκόσμιου συσχετισμού. Υπάρχουν νέες κοινωνίες και δημογραφικά φαινόμενα, τα οποία πολύ λίγη σχέση έχουν με την ευρωπαϊκή κατάσταση πραγμάτων.



Μπορούμε να κάνουμε μια φιλόδοξη και μακρά συζήτηση για τα βαθύτερα αίτια αυτών των αλλαγών, που πάντως εμφανίζονται ως αλλαγές με δημοκρατικό πρόταγμα και αίτημα, ως αλλαγές με αίτημα τη συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Άρα, για μια χώρα, όπως η Ελλάδα, και για μια ήπειρο, όπως η Ευρώπη, που ισχυρίζονται ότι ασκούν μια πολιτική Αρχών, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να εκφράσουμε το θαυμασμό και την ικανοποίησή μας, γιατί αυτά τα οικουμενικά, ιδεολογικά χαρακτηριστικά εξακολουθούν να είναι ζωντανά. Δεν μπορεί παρά να υποδέχεται κανείς με θετικό τρόπο το αίτημα για δημοκρατική συμμετοχή, το αίτημα για Κράτος Δικαίου, το αίτημα για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Φυσικά, το να αναλύσει κανείς αυτές τις κοινωνίες με βάση το δυτικό μοντέλο συγκρότησης της κοινωνίας, των θεσμών και της οικονομίας, είναι ένας κακός νοούμενος «οριενταλισμός», μια αντίληψη η οποία έχει επικίνδυνα στοιχεία έπαρσης μέσα της.

Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πάντα υπάρχουν αντιθέσεις φυλετικές, πάντα είναι παρόν το θρησκευτικό στοιχείο. Όλα αυτά επηρεάζουν τις συμπεριφορές, τον τρόπο ζωής, τον τρόπο τον οποίο βλέπει κάθε κοινωνία και κάθε άτομα τα πράγματα στον κόσμο. Γι’ αυτό θα έλεγα θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά φειδωλοί, προσεκτικοί και επιφυλακτικοί στη συναγωγή συμπερασμάτων, γύρω από το τι συμβαίνει στις χώρες αυτές, η κάθε μία από τις οποίες έχει την ιδιομορφία της. Είναι άλλη η κατάσταση στην Αίγυπτο και στην Τυνησία, άλλη η κατάσταση στην Λιβύη, άλλη η κατάσταση στο Μπαχρέιν και τη Σαουδική Αραβία, άλλη η κατάσταση την Υεμένη και τώρα τελευταία άλλη η κατάσταση στην Συρία και την Ιορδανία.

Πάντως, κανένα από τα μεγάλα προβλήματα της περιοχής δεν μπορεί πλέον να αναγιγνώσκεται με τον ίδιο τρόπο. Το βασικό ιστορικό πρόβλημα που είναι το Μεσανατολικό, αρχίζει πλέον να τίθεται με άλλους όρους. Δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι μέσα σε αυτή τη νέα κατάσταση στον αραβικό κόσμο, το Ισραήλ έχει τα δικά του προτάγματα, το δικό του αίτημα για ασφάλεια, τους δικούς του φόβους και τις δικές του στρατηγικές επιλογές, τις οποίες πρέπει επίσης να λαμβάνουμε υπόψη, όπως ήδη κάνουμε, καθώς η ανάλυσή μας οφείλει να είναι πολυπαραμετρική.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει στενούς παραδοσιακούς δεσμούς με τον αραβικό κόσμο, είναι μια χώρα που αντιλαμβάνεται τα αισθήματα και τις καταστάσεις της Μεσογείου, είναι μια χώρα που έχει και θα έχει πάντα την εγγύτητά της την γεωγραφική, με την περιοχή της κρίσης. Από την άλλη μεριά, είναι μια χώρα δυτική, είναι μια χώρα ευρωπαϊκή, είναι μια χώρα που θέλει να μετέχει στο κεντρικό ρεύμα των εξελίξεων μέσα στους Ευρωατλαντικούς θεσμούς και είναι μια χώρα που έχει τα δικά της εθνικά συμφέροντα και δικές της προτεραιότητες.

Για εμάς το πρώτο θέμα είναι η εθνική ασφάλεια, η κατάσταση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιμένω στην Ανατολική Μεσόγειο γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να έχουμε την πλήρη θεώρηση του Κυπριακού προβλήματος. Άρα, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία, τα οποία για εμάς είναι ζωτικά και διαμορφώνουν το χάρτη από τη δική μας οπτική γωνία.

Οι τέσσερις φάσεις της διεθνούς εμπλοκής



Στην συζήτησή μας σήμερα, θα εστιάσω κατ’ ανάγκη το ενδιαφέρον στη Λιβύη, γιατί είναι η μόνη περίπτωση που έχει προκαλέσει μια πολύ μεγάλη στρατιωτική κινητοποίηση. Είναι η μόνη περίπτωση από αυτές που ανέφερα προηγουμένως, που έχει προκαλέσει τόσο συγκεκριμένα και έντονα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, και έχει κινητοποιήσει τον δυτικό και τον αραβικό κόσμο, και εν τέλει το ΝΑΤΟ, σε μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση η οποία βεβαίως θέτει και εμάς προ διλημμάτων, καθώς πρέπει να πάρουμε και πήραμε πολιτικές αποφάσεις οι οποίες είναι σημαντικές για τη χώρα μας και για τη περιοχή.

Θέλω να θυμίσω εδώ ότι όταν ξεκίνησε η κρίση στη Λιβύη, το βασικό θέμα ήταν η εκκένωση της Λιβύης από τους πολίτες τρίτων χωρών που επιθυμούσαν να απομακρυνθούν για λόγους ασφάλειας και η ανάπτυξη επιχειρήσεων για την παροχή βοήθειας επιτόπου με βασικό στόχο να μη δημιουργούνται ανεξέλεγκτα κύματα παράνομης μετανάστευσης, δέκτης των οποίων είναι εκ των πραγμάτων και η χώρα μας. Άρα είχαμε κάθε συμφέρον και κάθε υποχρέωση να αναλάβουμε πρωτοβουλίες για την επιτυχή έκβαση των επιχειρήσεων εκκένωσης και για την ανακοπή των παράνομων μεταναστευτικών ρευμάτων.

Θέλω να θυμίσω ότι στο πλαίσιο αυτό επιχείρησαν αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας, απομάκρυναν το σύνολο των Ελλήνων πολιτών που ήθελαν να απομακρυνθούν από τη Λιβύη, βοήθησαν στην απομάκρυνση πολιτών άλλων χωρών, φίλων και συμμάχων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μεσολάβηση της χώρας μας στην απελευθέρωση των τριών Ολλανδών στρατιωτών, που είχαν συλληφθεί από τις δυνάμεις του λιβυκού καθεστώτος. Και βέβαια στο επίπεδο το ναυτικό, ο ελληνικός εμπορικός στόλος είχε ενεργοποιηθεί ώστε να προσφερθούν υπηρεσίες για την εκκένωση της Λιβύης από πολίτες άλλων χωρών που ήθελαν να κάνουν χρήση των υπηρεσιών της ελληνικής ναυτιλίας, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την επιχείρηση εκκένωσης για Κινέζους πολίτες, και για πολίτες του Μπαγκλαντές, που εξελίχθηκε, νομίζω, με μεγάλη επιτυχία, παρά ορισμένα δραματικά περιστατικά που εξελίχθηκαν ενώπιόν μας, τα οποία μας λύπησαν βαθύτατα όλους και που δείχνει τον βαθμό απόγνωσης ορισμένων μεταναστών, που αναζητούν «μια θέση κάτω από τον ήλιο» και δεν την βρίσκουν πουθενά, ούτε στην Αφρική, ούτε στην Ευρώπη.

Αφού πέρασε η φάση αυτή, άρχισε να αναπτύσσεται μια δεύτερη φάση, που σηματοδοτήθηκε από την πρώτη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, την απόφαση 1970/2011, η οποία επέβαλε το εμπάργκο όπλων στη Λιβύη, ζήτησε από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο να κινήσει τη διαδικασία κατά του συνταγματάρχη Καντάφι, επέβαλε απαγόρευση εξόδου σε μέλη της κυβέρνησης και της οικογένειας Καντάφι, και επέβαλε το «πάγωμα» των περιουσιακών στοιχείων και των τραπεζικών λογαριασμών μελών της κυβέρνησης και της οικογένειας Καντάφι.

Από την απόφαση αυτή, την 1970 του Συμβουλίου Ασφαλείας, μέχρι την εισαγωγή μας στην τρίτη φάση, και την έκδοση της τελευταίας απόφασης -της απόφασης 1973/2011- μεσολάβησε ένα μεγάλο διάστημα διεθνούς αμηχανίας, κατά τη διάρκεια του οποίου παρακολουθήσαμε την μετεξέλιξη της ασκούμενης βίας σε βάρος των πολιτών της Λιβύης, από αστυνομική σε βαριά στρατιωτική και τελικά σε πολεμική βία.

Αυτό, είναι κι ένα χαρακτηριστικό ειδοποιό, το οποίο πρέπει να το λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη μας, γιατί φυσικά κάθε μορφή βίας είναι απαράδεκτη και συνήθως παράνομη, αλλά σίγουρα υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια συνήθη αστυνομική βία, μια βαριά αστυνομική βία, στη χρήση στρατιωτικών δυνάμεων για να προσφέρουν υπηρεσίες σε αστυνομικού χαρακτήρα καταστολή, και σε πολεμικού χαρακτήρα επιχειρήσεις σε βάρος του λαού μιας χώρας από το καθεστώς που ασκεί εν τις πράγμασι, όσο ασκεί, την εξουσία σε μια χώρα.

Στη Λιβύη, δοκιμάζονται, άλλωστε βασικές έννοιες και βασικοί θεσμοί του Διεθνούς Δικαίου, γιατί σε τελευταία ανάλυση, το ζητούμενο είναι, το ποιος ασκεί τον πραγματικό έλεγχο επί του συνόλου της χώρας, ποιος έχει την νομιμοποίηση να μιλάει στο όνομα της χώρας αυτής στην διεθνή κοινότητα. Και χωρίς καμία αμφιβολία, όλα αυτά δεν είναι «καθαρά» εδώ και πάρα πολύ καιρό στη Λιβύη. Άρα, εκεί έχουμε ένα πρόβλημα νομιμοποίησης, και άρα διεθνούς νομιμότητας του καθεστώτος. Έχουμε ένα πρόβλημα οργανωμένης και εντατικής στρατιωτικής βίας σε βάρος πολιτών, έχουμε ένα πρόβλημα αμφισβήτησης του αποτελεσματικού ελέγχου του καθεστώτος στην επικράτεια της χώρας αυτής.

Όλα αυτά, λοιπόν, μαζί με το επίμονο αίτημα του Αραβικού Συνδέσμου να επιβληθεί ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στη Λιβύη για να προστατευθεί ο άμαχος πληθυσμός και για να μπορούν να αναπτυχθούν ανεμπόδιστα οι ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, ελήφθησαν προφανώς υπόψη, και εν τέλει, ο παγκόσμιος, ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων, οδήγησε στην απόφαση 1973/2011 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, μια απόφαση που έχει ληφθεί με σημαντικό αριθμό αποχών, χωρίς όμως να προβληθεί το δικαίωμα αρνησικυρίας. Είναι σημαντικό ότι δύο μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας απείχαν χωρίς να προβάλλουν το δικαίωμα αρνησικυρίας που είχαν. Η απόφαση αυτή, επικαλείται το Κεφάλαιο 7 του χάρτη του ΟΗΕ, δηλαδή, την αρμοδιότητα του ΟΗΕ να παραγγέλνει και να νομιμοποιεί την άσκηση διεθνούς βίας προκειμένου να επιβληθεί μια απόφαση του Οργανισμού.

Παρά το ότι εκδόθηκε, με τον τρόπο που εκδόθηκε, η απόφαση αυτή του Συμβουλίου Ασφαλείας, η διεθνής κοινότητα φάνηκε να μην είναι έτοιμη να κάνει χρήση της απόφασης με έναν οργανωμένο και ενιαίο τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, ο πιο αποτελεσματικός και έμπειρος, διεθνής για την ακρίβεια, περιφερειακός οργανισμός, ο οποίος θα μπορούσε να κάνει χρήση της απόφασης αυτής και να κινητοποιήσει το δικό του οργανωμένο στρατιωτικό μηχανισμό ως συμμαχία άμυνας και ασφάλειας, το ΝΑΤΟ, δεν μπόρεσε να κινητοποιηθεί άμεσα και έγκαιρα, γιατί υπήρξαν μέλη του, που ήταν μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, που είχαν τη δεδηλωμένη προτίμηση η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων να ληφθεί από ομάδα κρατών, από συνασπισμό κρατών, που συμφωνούσαν στο να αναλάβουν την πρωτοβουλία αυτή χωρίς να ενεργοποιείται το θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο του NATO.

Έτσι φτάσαμε, μετά την απόφαση του 1973, στη διάσκεψη των Παρισίων και στη συγκρότηση της ομάδας των κρατών που επιχειρούν, του συνασπισμού των συμμάχων-κρατών, που ανέλαβαν στρατιωτική δράση στη Λιβύη, επικαλούμενοι την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας για την επιβολή του εμπάργκο όπλων, αλλά και για την επιβολή της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων στην περιοχή της Λιβύης που είναι κοντά στη Μεσόγειο και σταδιακά, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στο σύνολο της επικράτειας της Λιβύης, χωρίς καμία εξαίρεση.

Το γεγονός ότι είχε εκδοθεί αυτή η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, που είναι εκτελεστή άμεσα και απευθείας στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά δεν είχε κινητοποιηθεί o μηχανισμός του ΝΑΤΟ, έθεσε και εμάς ενώπιον σοβαρών διλημμάτων, για το αν και πώς πρέπει να μετάσχουμε στην πρωτοβουλία αυτή, ποιο θα έπρεπε να είναι το επίπεδο της συμμετοχής μας, αφενός μέσα στον ΝΑΤΟ, αφετέρου δε στις προ-ΝΑΤΟϊκές επιχειρήσεις που είχαν αναληφθεί και αναπτυσσόντουσαν στην Λιβύη.

Η ελληνική συμμετοχή



Όπως θα γνωρίζετε, η θέση της Κυβέρνησης, μετά από απόφαση του ΚΥΣΕΑ, γνωστοποιήθηκε στον Τύπο και στη Βουλή, στην συνεδρίαση που έγινε με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού για την ενημέρωση του σώματος. Την επαναλαμβάνω πάρα πολύ συνοπτικά: Η Ελλάδα που οικοδομεί την διεθνή της στρατηγική και την εξωτερική και αμυντική της πολιτική στην επίκληση της διεθνούς νομιμότητας, είναι υποχρεωμένη, επειδή ακριβώς ασκεί μια πολιτική αρχών, να σεβαστεί και να εφαρμόσει την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Συνιστά Δίκαιο που ισχύει απευθείας, αλλά και με την εισαγωγή του στην ελληνική έννομη τάξη, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, υπερέχει από πλευράς τυπικής ισχύος των νόμων της ελληνικής έννομης τάξης.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα ήταν όχι μόνο αποφασισμένη αλλά και υποχρεωμένη, να παράσχει διευκολύνσεις υποστηρικτικού χαρακτήρα σε φίλες και σύμμαχες χώρες, που επικαλούμενες την απόφαση 1973 του Συμβουλίου Ασφαλείας, ζητούσαν και ζητούν από την Ελλάδα υποστήριξη, προκειμένου να μπορέσουν να εφαρμόσουν την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και να επιβάλουν το εμπάργκο όπλων και τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, για τους σκοπούς που περιλαμβάνονται ρητά στην απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Από την άλλη μεριά, η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, είναι και ήταν πάντα αποφασισμένη να ασκεί τα δικαιώματά της τα θεσμικά, να μετέχει στη συνδιαμόρφωση των ΝΑΤΟϊκών αποφάσεων και ως εκ τούτου, ήταν πάντα εξαρχής υπέρ της ενεργοποίησης του ΝΑΤΟϊκού μηχανισμού, ο οποίος είναι αναμφίβολα πολύ πιο διαφανής, οργανωμένος και ελέγξιμος, γιατί ισχύει η αρχή της ομοφωνίας, από ο,τιδήποτε συμβαίνει σε μια ad hoc συμμαχία κρατών.

Για το λόγο αυτό, ανταποκρίθηκε στο αίτημα να δηλώσει δυνάμεις οι οποίες είναι διαθέσιμες προς τη Συμμαχία, για να ικανοποιηθούν οι στρατιωτικές απαιτήσεις των επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η Ελλάδα, λοιπόν, δήλωσε εξαρχής και εξακολουθεί να δηλώνει, ότι έχει θέσει στη διάθεση του ΝΑΤΟ τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ευκολίες της Σούδας, του Ακτίου και της Ανδραβίδας, την φρεγάτα που εδώ και εβδομάδες υπό εθνικό επιχειρησιακό έλεγχο βρίσκεται στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κρήτης και Λιβύης μαζί με το οργανικό της ελικόπτερο, ένα ιπτάμενο ραντάρ που κινείται πάνω σε αεροσκάφος τύπου Embraer -ραντάρ τύπου ΑΣΕΠΕ- που επιτρέπει και στο CAOC της Λάρισας να έχει πλήρη εικόνα της περιοχής των επιχειρήσεων, και ειδικά για τις ανάγκες της επιχείρησης επιβολής εμπάργκο όπλων, ένα ελικόπτερο έρευνας και διάσωσης υπό συνθήκες μάχης, με την ομάδα των υποβρυχίων καταστροφέων που επιβαίνει σε αυτό, εάν χρειαστεί να προσφερθούν υπηρεσίες οι οποίες είναι έρευνας και διάσωσης, υπό τις συνθήκες αυτές.

Αυτή η δήλωση δυνάμεων ισχύει για το εμπάργκο, ισχύει για τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων και τώρα πλέον, που έχουμε και την απόφαση του Βόρειο-Ατλαντικού Συμβουλίου για τη λεγόμενη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων plus, η ίδια ακριβώς δήλωση διάθεσης δυνάμεων ισχύει για το σύνολο των ΝΑΤΟϊκών επιχειρήσεων, οι οποίες ούτως ή άλλως αυτή τη στιγμή εφαρμόζονται και ενεργούνται παράλληλα. Η διαφορά -το λέω εν παρενθέσει- ανάμεσα στη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων που ήταν η δεύτερη απόφαση του ΝΑΤΟ και τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων plus που είναι η τρίτη εκτελεστική απόφαση του Βόρειο-Ατλαντικού Συμβουλίου, συνίσταται στο ότι τώρα πλέον μπορούν να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για την πλήρη εφαρμογή της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας. Δηλαδή, όχι μόνο η επιβολή στρατιωτικών μέτρων κατά της αντιαεροπορικής άμυνας της Λιβύης, προκειμένου να μη καθίσταται εφικτή η πραγματοποίηση πτήσεων, αλλά και η λήψη όλων των άλλων μέτρων, που είναι αναγκαία για την προστασία του άμαχου πληθυσμού και για την ακώλυτη ανάπτυξη των ανθρωπιστικών επιχειρήσεων.

Παρότι, δηλαδή, υπάρχει αυτή η αναβάθμιση του επιπέδου φιλοδοξίας των ΝΑΤΟϊκών επιχειρήσεων, το επίπεδο της δικής μας συμμετοχής είναι αυτό που είναι, γιατί δεν θεωρούμε ότι υπάρχει λόγος να αυξηθεί και κυρίως, γιατί κρίναμε ότι η στάθμιση όλων των παραμέτρων που μνημόνευσα προηγουμένως -δηλαδή η υποχρέωση σεβασμού της διεθνούς νομιμότητας, η υποχρέωσή μας αλλά και η επιλογή μας να μετέχουμε στο κεντρικό ρεύμα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, οι παραδοσιακοί μας δεσμοί με τον αραβικό κόσμο, οι διακυμάνσεις των δημοσίων θέσεων του Αραβικού Συνδέσμου και της Αφρικανικής Ένωσης και η πρόδηλη γεωγραφική μας εγγύτητα με την περιοχή- μας επιβάλλει να κάνουμε επιλογές που να προστατεύουν τα ζωτικά μας συμφέροντα από κάθε άποψη, να μη δημιουργούν κανένα πρόβλημα ασφάλειας και ταυτόχρονα, να μην εκθέτουν σε μια διεθνή κριτική, τη χώρα, η οποία θα μπορούσε να αποδυναμώσει στρατηγικές επιλογές της εξωτερικής -και όχι μόνο- πολιτικής της χώρας.

Από την άλλη μεριά, τα αιτήματα τα οποία δεχόμασταν και δεχόμαστε από φίλες και σύμμαχες χώρες, για την παροχή διευκολύνσεων στο πλαίσιο της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, πριν από την ενεργοποίηση των επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ, περιελάμβαναν και ορισμένες βάσεις, ορισμένα αεροδρόμια της Πολεμικής Αεροπορίας, πέραν των τριών που έχουμε δηλώσει στο ΝΑΤΟ. Πιο συγκεκριμένα, εκ των πραγμάτων, τέθηκε ζήτημα και για την αεροπορική βάση του Αράξου, γιατί εκεί έτυχε να βρίσκεται για εκπαίδευση σμήνος της Βελγικής πολεμικής αεροπορίας, που θέλησε να μετασχηματιστεί σε επιχειρησιακό και δεν είχαμε λόγο να μη διευκολύνουμε τους φίλους και συμμάχους Βέλγους και να μην κάνουμε αποδεκτό το αίτημά τους. Πλήθυναν τα αιτήματα για την Σούδα, η οποία όμως ούτως ή άλλως, ήταν δηλωμένη ως διαθέσιμη στο ΝΑΤΟ. Άρα, υπήρχαν στη Σούδα αιτήματα και επί διμερούς βάσεως, πέραν της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας για τη λειτουργία της ευκολίας της Σούδας.

Επιπλέον, έχουν υποβληθεί και εκκρεμούν αιτήματα των ΗΠΑ για την παροχή διευκολύνσεων και σε ορισμένα αεροδρόμια της Πολεμικής Αεροπορίας πέραν της Σούδας,  άρα και πέραν του πλαισίου της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας για την ευκολία της Σούδα, πάντα όμως στο πλαίσιο της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας και τώρα πλέον και στο πλαίσιο της απόφασης του ΝΑΤΟ για την ανάπτυξη των τριών συγκλινουσών επιχειρήσεων στις οποίες αναφέρθηκα.

Η νομική βάση της ελληνικής συμμετοχής



Πρέπει να διευκρινίσω εδώ, γιατί αυτό είναι ένα ερώτημα το οποίο τίθεται πάρα πολύ συχνά, ποια είναι η νομική βάση αυτών των αποφάσεών μας. Η νομική βάση, λοιπόν, είναι το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας, το άρθρο 28 του Συντάγματος, που προβλέπει όχι μόνο τη σχετικά αυξημένη τυπική ισχύ των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, αλλά προβλέπει στο άρθρο 28 παρ. 2, ότι η Ελλάδα  μπορεί να παραχωρεί κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητές της σε όργανα διεθνών οργανισμών, ιδίως όταν αυτοί οι διεθνείς οργανισμοί έχουν τη δική τους δικαιοπαραγωγική διαδικασία. Όπως ακριβώς στην ΕΕ, εκτός από το παράγωγο δίκαιο, το Δίκαιο των Συνθηκών, έχουμε παράγωγο δίκαιο το οποίο συνίσταται κατά βάση στους κανονισμούς και τις οδηγίες, έτσι έχουμε και τον ΟΗΕ στον οποίο η Ελλάδα μετέχει από το 1945, ο οποίος παράγει δίκαιο και το δίκαιο αυτό έχει τη μορφή αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας ή αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού.

Σύμφωνα με την ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή σύμφωνα με τον αναγκαστικό νόμο 92/1967 που εξακολουθεί να ισχύει, οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που συνιστούν κανόνα του Διεθνούς Δικαίου αυξημένης τυπικής ισχύος, δημοσιεύονται με παραγγελία του Υπουργού Εξωτερικών στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως -αυτό έχει ήδη γίνει με το ψήφισμα 1970 και γίνεται τώρα και με την απόφαση 1973/2011. Επιπλέον, όπου χρειάζεται να θιγούν έννομες σχέσεις με ιδιώτες, δηλαδή, όπου πρέπει να εκδοθούν νομικές πράξεις, οι οποίες δεν έχουν όπως λέμε χαρακτήρα κυβερνητικής πράξης (acte de gouvernement), δηλαδή πράξης άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής άμυνας και ασφάλειας, αλλά έχουν χαρακτήρα διοικητικής πράξης η οποία μπορεί να προσκληθεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, εκδίδονται και διατάγματα εκτελεστικά, όπως θα εκδοθεί και εν προκειμένω διάταγμα για το εμπάργκο όπλων στο μέτρο που αυτό μπορεί να θίγει ιδιώτες και να επιβάλει μια σειρά από τελωνειακούς ελέγχουν, οι οποίοι δεν συνιστούν πράξη άσκησης εξωτερικής πολιτικής, αλλά διοικητική πράξη του ελληνικού κράτους.

Κατά το μέτρο, όμως, που η συμμόρφωση στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας συνιστά άσκηση κυβερνητικής πολιτικής, δηλαδή συνιστά μη ελέγξιμη δικαστικά πολιτική απόφαση, δεν απαιτείται και η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος. Ισχύουν και εκτελούνται απευθείας οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι οποίες ακριβώς επειδή παράγουν δίκαιο και μάλιστα δίκαιο αυξημένης τυπικής ισχύος, δημοσιεύονται και στην ελληνική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, χωρίς και αυτό να απαιτείται, γιατί είναι κατάλοιπο της λεγόμενης δυαδικής αντίληψης για τη σχέση εθνικού και διεθνούς δικαίου, ενώ φυσικά από την οπτική γωνία των διεθνών οργανισμών ισχύει μια μονιστική αντίληψη που προτάσσει το Διεθνές Δίκαιο, που θεωρείται ότι και υπερέχει. Άλλωστε το γεγονός ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, όπως και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως και το Δικαστήριο της ΕΕ, ασκούν μια δικαιοδοσία η οποία θέτει υπό τον έλεγχό της και την ελληνική έννομη τάξη και το ελληνικό Σύνταγμα πάρα πολύ συχνά, όπως το έχουμε ζήσει σε σειρά αποφάσεων και όπως το ζούμε και τώρα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, παρότι η αρμοδιότητά του για το θέμα της ονομασίας της FYROM είναι μια γνωμοδοτικού χαρακτήρα αρμοδιότητα.

Αυτή είναι, λοιπόν, είναι η νομική βάση για τη συμμετοχή μας στις ΝΑΤΟϊκές επιχειρήσεις και αυτή είναι η νομική βάση για την παροχή των διμερών διευκολύνσεων προς τις χώρες που μας τις έχουν ζητήσει, πέραν του πλαισίου των διμερών ή πολυμερών συμβάσεων που ισχύουν. Βασική διμερής σύμβαση είναι η Σύμβαση για τη Σούδα με τις ΗΠΑ και βασική πολυμερούς χαρακτήρα σύμβαση είναι η Σύμβαση, το Μνημόνιο που έχουμε με το ΝΑΤΟ για την παροχή υπηρεσιών φιλοξενούσας χώρας στις επιχειρησιακές δραστηριότητες του ΝΑΤΟ, η οποία έχει κυρωθεί και ισχύει στην ελληνική έννομη τάξη από το 2008.

Το κόστος της ελληνικής συμμετοχής



Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα το οποίο τίθεται είναι εάν στο πλαίσιο μιας δημοσιονομικής κρίσης και διαρκούσης της εφαρμογής του προγράμματος της οικονομικής ανασυγκρότησης η Ελλάδα θα είχε, για οικονομικούς λόγους, δισταγμούς σε σχέση με τη συμμετοχή της σε τέτοιου είδους δραστηριότητες. Πρέπει, λοιπόν, να σας πω εκ προοιμίου, για να εστιάσουμε λίγο τη συζήτησή μας, ότι τέτοιου είδους πρόβλημα στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Ο λογιστικός υπολογισμός μιας τριμηνιαίας, θεωρητικής, υποθετικής, συμμετοχής της Ελλάδας με αυτή τη διάθεση δυνάμεων που περιέγραψα προηγουμένως, ανέρχεται στο ύψος των 20 περίπου εκατομμυρίων ευρώ. Άρα, η μηνιαία συμμετοχή, εάν αναπτυχθούν  πλήρως τα διαθέσιμα μέσα -λογιστικά πάντα για τις ανάγκες υπολογισμού της συμμετοχής μας στη δομή δυνάμεων του ΝΑΤΟ- είναι της τάξεως των 6 περίπου εκατομμυρίων ευρώ. Αυτή είναι η δημοσιονομική και οικονομική πλευρά του θέματος.

Ζητήματα ιδιαίτερης εθνικής ευαισθησίας



Υπάρχουν ζητήματα ιδιαίτερης ευαισθησίας από την ελληνική εθνική οπτική γωνία σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες ή υπό ανάπτυξη επιχειρήσεις του Συνασπισμού ή του ΝΑΤΟ;  Η απάντηση είναι πως ναι και γι’ αυτό οι επιλογές μας ήταν επιλογές που λαμβάνουν πρωτίστως υπ’ όψιν τις εθνικές μας προτεραιότητες τις οποίες συγχρονίζουν και παραλληλίζουν με τις διεθνείς μας υποχρεώσεις. Θα έλεγα ότι το πρώτο ζήτημα που μας απασχόλησε είναι το ζήτημα του σεβασμού των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας σύμφωνα με τη Σύμβαση του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας. Δηλαδή, το ερώτημα εάν μέσα στην περιοχή ελέγχου πτήσεων, στο FIR Αθηνών, όλα τα στρατιωτικά αεροσκάφη της Συμμαχίας και όλα τα στρατιωτικά αεροσκάφη του συνασπισμού που επιχειρεί, υποβάλουν σχέδια πτήσης και ενημερώνουν σύμφωνα με όσα πάντα θέλει να συμβαίνουν η Ελλάδα, την ελληνική Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας. Η απάντηση είναι πως ναι, όλα τα αεροσκάφη που επιχειρούν όχι μόνο από ελληνικά αεροδρόμια, αλλά από οποιοδήποτε αεροδρόμιο, υποβάλουν σχέδια πτήσης και υποβάλουν και όλα τα αναγκαία στοιχεία για την ασφάλεια των πολιτικών πτήσεων στη ελληνική Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και στο Eurocontrol.

Ένα δεύτερο ερώτημα είναι εάν η επιχείρηση του εμπάργκο όπλων, δηλαδή του ναυτικού αποκλεισμού της Λιβύης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η γειτονική μας και φίλη χώρα, η Τουρκία, έκανε μια πολύ γενναιόδωρη δήλωση δυνάμεων στο ΝΑΤΟ για συμμετοχή στην επιχείρηση του ναυτικού αποκλεισμού με 5 φρεγάτες και 1 υποβρύχιο, συνιστά οποιοδήποτε εν δυνάμει πρόβλημα σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες ελληνικού ενδιαφέροντος. Δηλαδή, σε σχέση με την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Η απάντηση είναι πως κανένα στοιχείο της επιχείρησης αυτής δεν θέτει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο πρόβλημα σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως εμείς τις αντιλαμβανόμαστε και τις υπολογίζουμε.

Ένα επιπλέον ερώτημα, το οποίο είδε το φως της δημοσιότητας και χθες είναι εάν έτσι όπως διαμορφώνεται η μορφή διοίκησης του ΝΑΤΟ, η δομή αυτής της επιχείρησης, υπό τον ανώτατο συμμαχικό διοικητή, τον SACEUR, ο οποίος ασκεί την επιχειρησιακή διοίκηση, υπό τον υποδιοικητή του διακλαδικού συμμαχικού στρατηγείου της Νάπολης, που ασκεί τον επιχειρησιακό έλεγχο και υπό τον τακτικό διοικητή που έχει οριστεί και είναι ο Ιταλός διοικητής της μόνιμης δύναμης του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο, της SNMG1 όπως λέγεται, δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα το οποίο σχετίζεται με το CAOC 7, με το CAOC της Λάρισας. Δηλαδή, το ερώτημα είναι εάν η Ελλάδα είναι ευχαριστημένη από το γεγονός ότι ο αεροπορικός έλεγχος ασκείται από το CAOC 5 που εδρεύει στην Ιταλία, στο Poggio Renatico, ή εάν θα ήταν πιο ευχαριστημένη η Ελλάδα εάν ο έλεγχος των αεροπορικών επιχειρήσεων είχε ανατεθεί στο CAOC 7 της Λάρισας, το οποίο εν προκειμένω έχει την πλήρη εικόνα, διότι είναι στο διασυνδεδεμένο σύστημα του ΝΑΤΟ και γιατί έχουμε το ιπτάμενο ραντάρ. Δηλαδή, εάν θα είχαμε εμείς την επιθυμία ή τη φιλοδοξία να παίξουμε δια του CAOC της Λάρισας έναν ακόμη πιο ενεργό ρόλο.

Είπα χθες, απαντώντας σε μια σχετική δημοσιογραφική ερώτηση, ότι καλό είναι κάποια στιγμή να ισορροπήσουμε στρατηγικά. Δηλαδή, να πούμε αν η συμμετοχή μας πρέπει να είναι κυρίως υποστηρικτική ή αν θέλουμε μια πιο ενεργό συμμετοχή, η οποία να φτάνει μέχρι και του σημείου να ασκούμε την αεροπορική διεύθυνση των επιχειρήσεων στη Λιβύη. Νομίζω, λοιπόν, ότι το σημείο ισορροπίας είναι απολύτως ικανοποιητικό. Ο μεγάλος όγκος των αεροπορικών δυνάμεων που επιχειρούν βρίσκονται στην Ιταλία και δυτικότερα. Δηλαδή, το 78% των δυνάμεων εκκινούν από την Ιταλία και τη Γαλλία. Άρα, είναι απολύτως λογικό το CAOC του Poggio Renatico να ασκεί τον κύριο έλεγχο. Ούτως ή άλλως, το εναλλακτικό CAOC είναι το CAOC της Λάρισας και θεωρούμε ότι αυτός είναι ένας απολύτως ικανοποιητικός ρόλος στο πλαίσιο της συνολικής ισορροπίας της ελληνικής συμμετοχής στις επιχειρήσεις αυτές.

Θέλω εδώ να σημειώσω, για να προλάβω πιθανές σχετικές παρατηρήσεις, ότι το λεγόμενο Αεροπορικό Στρατηγείο της Σμύρνης, το CCR της Σμύρνης, δεν είναι ίδιου επιπέδου οντότητα με τα CAOC. Είναι ίδιου επιπέδου οντότητα με το Ναυτικό Στρατηγείο του ΝΑΤΟ της Νάπολης. Διοικείται από Αμερικανό αντιπτέραρχο και όχι από Τούρκο αξιωματικό και συνδέεται απολύτως με τον SACEUR και με τον διακλαδικό διοικητή της Νάπολης. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κανένα συγκρίσιμο μέγεθος από την άποψη αυτή.

Θα μιλήσουμε κάποια στιγμή αργότερα, μετά από μερικές εβδομάδες για τις εξελίξεις της διαπραγμάτευσης στο ΝΑΤΟ για τη νέα δομή διοίκησης. Θέλω εδώ απλώς να θυμίσω ότι η προηγούμενη δομή διοίκησης, αυτή, δηλαδή, που ίσχυε μέχρι τη σύνοδο κορυφής της Λισαβόνας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν ολοκληρώθηκε είναι γιατί η σημερινή Κυβέρνηση, όπως σας έχω ενημερώσει, θεώρησε ότι δεν έπρεπε να τεθεί σε εφαρμογή ένα σχήμα κατανομής θέσεων ανωτάτων αξιωματικών, που θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα ανά διετία να διοικείται το CAOC της Λάρισας από Τούρκο πτέραρχο. Εμείς θέλουμε οι ΝΑΤΟϊκές οντότητες στην περιοχή της νότιας πτέρυγας να μη δημιουργούν πρόσθετα τεχνικά ή τεχνητά προβλήματα. Θέλουμε να μη φορτίζεται η κατάσταση. Θέλουμε να ισχύει εδώ ό,τι ισχύει στις άλλες πτέρυγες. Δεν θέλουμε να γίνεται αποδεκτή η λογική των ειδικών περιστάσεων και των ειδικών κανόνων. Από την άποψη αυτή, η επιχείρηση στη Λιβύη, η οποία, βεβαίως, επιβαρύνει τη διεθνή κατάσταση και την περιοχή μας, έχει και ορισμένες αξιοσημείωτες θετικές όψεις, μια από τις οποίες σας την ανέφερα προηγουμένως, με όσα είπα για το FIR Αθηνών.

Ποια λύση θέλουμε;



Μια στρατιωτική επιχείρηση είναι παρένθεση και πρέπει να είναι παρένθεση, όσο γίνεται συντομότερη. Η λύση στο πρόβλημα της Λιβύης δεν μπορεί να είναι μια λύση στρατιωτική. Η λύση θα είναι πολιτική και διπλωματική και η λύση αυτή, βεβαίως, σύμφωνα με τις ρητές προβλέψεις της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας, έχει ως στόχο την προστασία των αμάχων και την ανεμπόδιστη ανάπτυξη των ανθρωπιστικών επιχειρήσεων. Αλλά πρέπει να τείνει, όπως λέει η απόφαση, και στη διαμόρφωση μιας βιώσιμης και ευρύτερα αποδεκτής πολιτικής λύσης, η οποία θα σέβεται την ενότητα, την ακεραιότητα και την εθνική κυριαρχία της Λιβύης. Άρα, εμείς αποδεχόμαστε πλήρως την αρχή αυτή. Θέλουμε μια διπλωματική και πολιτική λύση, που θα σέβεται την εθνική ακεραιότητα και την εθνική κυριαρχία της Λιβύης, αλλά και το δικαίωμα των πολιτών της Λιβύης, του λιβυκού λαού, να κάνουν τις δικές τους ελεύθερες επιλογές δημοκρατικά, μέσα σε ένα πλαίσιο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου και έτσι να διαμορφωθεί το μέλλον αυτής της χώρας και όλων των άλλων χωρών της περιοχής, η οποία έχει για μας πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

Η Ελλάδα δεν έχει αποικιοκρατικό παρελθόν. Η Ελλάδα δεν έχει ενεργειακά συμφέροντα επενδεδυμένα στη Λιβύη. Η οικονομική μας παρουσία είναι περιορισμένη. Το κίνητρο μας είναι κίνητρο αρχών, είναι κίνητρο που ανάγεται στο σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, της διεθνούς νομιμότητας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των οικουμενικών αξιών της Δημοκρατίας. Βεβαίως, υπάρχει πάντα το ερώτημα γιατί στη Λιβύη και όχι αλλού; Γιατί στη Λιβύη υπάρχει μια ευαισθησία, η οποία αποτυπώνεται στην απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και στις πρωτοβουλίες των δυτικών συμμάχων και του ΝΑΤΟ και αυτό δεν έχει γίνει στο παρελθόν στο Σουδάν ή στη Ρουάντα; Γιατί αυτό συμβαίνει στη Λιβύη και δεν μπορεί να τεθεί ως πρόβλημα αύριο σε σχέση με άλλες χώρες της ίδιας ή της ευρύτερης περιοχής;

Η απάντησή μου, σε αυτή τη φάση της συζήτησης, είναι ότι κάθε χώρα έχει τα δικά της προβλήματα και το γεγονός ότι σε μια χώρα εφαρμόζονται κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και εκδηλώνεται μια διεθνής ευαισθησία δε μας κάνει να χάσουμε τα αντανακλαστικά μας και να πάψουμε να κατανοούμε την πραγματικότητα των διεθνών συσχετισμών και ενός διεθνούς ρεαλισμού, που, πολλές φορές, φθάνει τα όρια του διεθνούς κυνισμού. Αυτά υπάρχουν. Δεν αλλάζει η διεθνής πραγματικότητα και η διεθνής πρακτική. Αλλά, από την άλλη μεριά, εμείς πρέπει να έχουμε ορισμένες σταθερές στην πολιτική μας και η πρώτη σταθερά πρέπει να είναι η επίκληση αρχών. Αν ξεφύγουμε από αυτόν τον άξονα, τότε θα χάσουμε κάθε έρμα και κάθε προοπτική στην προώθηση των μεγάλων θεμάτων που συνιστούν την ατζέντα των εθνικών μας προτεραιοτήτων. Γι' αυτό πρέπει να είμαστε, νομίζω, όσο γίνεται πιο προσεκτικοί και ισορροπημένοι, να είμαστε όσο γίνεται πιο νηφάλιοι και ψύχραιμοι στη διαχείριση των θεμάτων αυτών και αυτήν τη διαχείριση κάνουμε και εμείς.

Ο Υπουργός Εξωτερικών, κ. Δρούτσας, παίρνει μέρος σήμερα στη Συνδιάσκεψη για τη Λιβύη, που συγκαλείται στο Λονδίνο. Θα έχετε ίσως πληροφορηθεί από τα μέσα ενημέρωσης ότι, ενόψει της συνάντησης αυτής, ο Γάλλος Πρόεδρος Σαρκοζί και ο Βρετανός Πρωθυπουργός Κάμερον έκαναν χθες μια κοινή δήλωση, που θέτει το πλαίσιο της σημερινής πρωτοβουλίας. Θα συγκροτηθεί συνάντηση των υπουργών εξωτερικών του ΝΑΤΟ με τη συμμετοχή των χωρών που επιχειρούν στη Λιβύη, όπως είναι το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στη συνέχεια, ευρύτερης σύνθεσης διεθνή συνάντηση, με τη συμμετοχή του ΟΗΕ, της ΕΕ, του Αραβικού Συνδέσμου, της Αφρικανικής Ένωσης και ενδεχομένως της Διάσκεψης των Ισλαμικών Κρατών, έτσι ώστε να διαμορφωθεί μια στρατηγική για τη Λιβύη και μια ομάδα επαφής, ένα contact group, στο πλαίσιο της οποίας η Ελλάδα φιλοδοξεί να παίξει έναν σημαντικό ρόλο, κυρίως ως χώρα που μπορεί να φιλοξενήσει και να συντονίσει ανθρωπιστικού χαρακτήρα επιχειρήσεις.

Σας θυμίζω ότι ακόμη βρίσκονται στη Λιβύη 2,2 εκατομμύρια ξένοι πολίτες και ότι στην Τυνησία κυρίως είναι συγκεντρωμένος ένας μεγάλος αριθμός πολιτών που έχουν φύγει από τη Λιβύη, αναζητώντας τρόπους περαιτέρω διαφυγής προς τις χώρες τους. Πρόκειται για πολίτες κυρίως Αιγύπτιους και Μπανγκλαντεσιανούς. Θυμίζω, επίσης, ότι η ΕΕ έχει κινητοποιηθεί και εφαρμόζονται οι διαδικασίες της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας στον ανθρωπιστικό τομέα και διαμορφώνεται ευρωπαϊκού χαρακτήρα ανθρωπιστική επιχείρηση, στην οποία η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να μετάσχει. Επίσης, είναι προφανές ότι θα τεθούν, τις επόμενες μέρες και άλλα ζητήματα που αφορούν ανθρωπιστικές επιχειρήσεις στην επικράτεια της Λιβύης, πάντα στο πλαίσιο της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Η Ελλάδα δεν κάνει καμία επιθετική ενέργεια. Η φρεγάτα μας μετέχει με κανόνες εμπλοκής, τους οποίους έχω εκδώσει, στο πλαίσιο της σχετικής απόφασης του ΚΥΣΕΑ. και με εισήγηση του κ. Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, που δεν αφήνουν περιθώρια κινδύνων ή υψηλών ρίσκων για το προσωπικό μας, γιατί οι νηοψίες που θα επιχειρεί η φρεγάτα θα είναι συναινετικές και δεν πρόκειται να εισέλθει στα χωρικά ύδατα ή τον εναέριο χώρο της Λιβύης χωρίς την άδεια των λιβυκών αρχών, όποιες είναι οι αρχές αυτές που ασκούν τον πραγματικό και αποτελεσματικό έλεγχο επί του πεδίου, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο.

Επίσης, θέλω να πω ότι ζητήματα που αφορούν άλλου τύπου ανθρωπιστικές επιχειρήσεις στη Λιβύη ή τον έλεγχο του αεροδρομίου της Βεγγάζης -ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί αρκετά συχνά τις δημόσιες τοποθετήσεις του κ. Ερντογάν, του Τούρκου Πρωθυπουργού- δεν έχουν διευθετηθεί σε ΝΑΤΟϊκό επίπεδο, δεν έχουν τεθεί καν σε ΝΑΤΟϊκό το επίπεδο. Επίσης, θέλω να σημειώσω ότι οι ναυτικές δυνάμεις της Τουρκίας οι οποίες έχουν δηλωθεί ως διαθέσιμες, είναι απλώς διαθέσιμες αλλά έως τώρα δεν έχει απελευθερωθεί η συμμετοχή τους στη ΝΑΤΟϊκή επιχείρηση. Αντιθέτως, η δική μας φρεγάτα είναι ήδη εκεί υπό ΝΑΤΟϊκή διοίκηση και έχει αναλάβει την επιτήρηση μίας περιοχής κοντά στην Σύρτη, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι και το λιμάνι στο οποίο θα πάει στη συνέχεια είναι η Σούδα, η οποία είναι και ένα από τα δύο εγγύτερα λιμάνια που υπάρχουν με δυνατότητες ελλιμενισμού και παροχής υποστήριξης σε πολεμικού χαρακτήρα πλοία.

Τα αντανακλαστικά του ΝΑΤΟ και της ΕΕ



Αυτή είναι η κατάσταση ως τώρα πολιτικό-στρατιωτικά. Μετά τη Σύνοδο Κορυφής της Λισαβόνας είναι η πρώτη φορά που και το ΝΑΤΟ και η ΕΕ καλούνται να διαχειριστούν πολιτικό-στρατιωτικά μια τέτοιου μεγέθους κρίση. Δεν μπορώ να πω ότι είμαστε ικανοποιημένοι -ότι είμαι και προσωπικά ικανοποιημένος- από το επίπεδο πολιτικής ωριμότητας, πολιτικής αποφασιστικότητας και από την ταχύτητα αντιδράσεων της ΕΕ, ούτε καν του ΝΑΤΟ. Αποδεικνύεται ότι πρέπει να περιμένουμε ακόμα πολύ καιρό ώσπου να ωριμάσουν θεσμικά αυτές οι περιφερειακές οντότητες, ακόμα και αν είναι ήδη πάρα πολύ παλιές, ξεπερνούν ή αγγίζουν τα 60 χρόνια ιστορίας. Διότι ο πραγματικός διεθνής συσχετισμός διαμορφώνεται με άλλους τρόπους, με άλλες ταχύτητες και χωρίς τη θεσμική διαφάνεια των περιφερειακών οργανισμών στους οποίους μετέχουμε.

Αυτό όμως είναι ένα ιστορικό πρόβλημα, το οποίο είναι γνωστό, είναι δυστυχώς διαρκές και ούτως ή άλλως τα κράτη-μέλη της ΕΕ που έχουν την καθοριστική ιδιότητα του μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν μιλούν στο όνομα της ΕΕ, αλλά μιλούν στο δικό τους εθνικό όνομα. Αυτό φάνηκε και από το γεγονός ότι υπάρχει η διαφοροποίηση της Γερμανίας, στην προκειμένη περίπτωση, η οποία όμως έχει το οικονομικό μέγεθος και άρα μπορεί να έχει και την άνεση μιας τέτοιας διαφοροποίησης. Η Ελλάδα είναι μια μεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκή χώρα που έχει τις δικές της προτεραιότητες και τις δικές της ευαισθησίες και κάνει τις δικές της επιλογές, εκτιμώντας -θέλω να ελπίζω σωστά- τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και τον διεθνή και τον ευρωπαϊκό και τον περιφερειακό στον χώρο της Μεσογείου.



Διαδικαστικά θέματα της ενημέρωσης της Βουλής


Αρχίζω με το διαδικαστικό ζήτημα, για το πώς έπρεπε να γίνει η ενημέρωση αυτή. Η ενημέρωση αυτή, ως συνέχεια της συζήτησης που διεξήχθη με πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού στην Ολομέλεια της Βουλής, έπρεπε να γίνει καθ’ ον τρόπο έγινε, σε δημόσια συνεδρίαση της αρμόδιας Διαρκούς Κοινοβουλευτικής Επιτροπής. Κλειστή συνεδρίαση, δεν έχει οργανωθεί ούτε στο Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών για το θέμα αυτό. Θα οργανωθεί στην ελληνική Βουλή; Για ποιον λόγο; Για να δημιουργήσουμε αχλή  μυστηρίου; Να κάνουμε «κεκλεισμένων των θυρών» συνεδρίαση για την κρίση στη Λιβύη, και για μια επιχείρηση για την οποία αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας πρωτοφανής όγκος ανοικτών πηγών στο διαδίκτυο, τα έντυπα και τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης; Πιστεύετε ότι υπάρχει τίποτα, από όσα συζητήθηκαν, από τα οποία ρωτήσατε και για τα οποία απάντησα ή θα απαντήσω, που δεν είναι προσιτό ως ανοικτή πηγή στο διαδίκτυο; Μια φυσιολογική κοινοβουλευτική συζήτηση είναι η καλύτερη μέθοδος. Ο,τιδήποτε υπερβαίνει το πλαίσιο αυτό, δημιουργεί απλώς ένα σκηνικό, δήθεν εντατικού ενδιαφέροντος, ή δήθεν οξείας κρίσης, χωρίς αυτό να υπάρχει.

Δεν θέλω να παρεμβαίνω στα εσωτερικά των κομμάτων, αλλά δεν μπορεί να κατηγορείται η Κυβέρνηση, επειδή σέβεται τις επιλογές των κομμάτων, και τον εσωτερικό τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους. Το γεγονός, δηλαδή, ότι αποδίδουμε σημασία στην ιδιότητα κάποιου ως Αντιπροέδρου της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ή ως υπεύθυνου εκπροσώπου για τον τομέα Εθνικής Άμυνας, ή για τον τομέα Εξωτερικής Πολιτικής, δεν σημαίνει ότι υποτιμούμε άλλους συναδέλφους. Όποιο κόμμα έχει ζητήσει να ενημερωθεί, ενημερώνεται ισοτίμως, είτε αυτό είναι κόμμα κατά τον Κανονισμό, είτε είναι κόμμα που εκπροσωπείται στη Βουλή, αλλά δεν είναι κόμμα κατά τον Κανονισμό, χωρίς κανέναν απολύτως πρόβλημα και χωρίς κανέναν δισταγμό. Και τα έχουμε πει αυτά, για όλα τα θέματα. Και για τα θέματα των εξοπλισμών, για λόγους διαφάνειας, αλλά και για τα θέματα της, κατά κυριολεξία, αμυντικής πολιτικής, για λόγους εθνικής συναίνεσης και υπευθυνότητας.

Η ενημέρωση, δε, της Βουλής, είναι πάντα ενημέρωση κοινοβουλευτική, πολιτική, που την κάνει η Κυβέρνηση. Η Βουλή, δεν ενημερώνεται από τις Ένοπλες Δυνάμεις, ενημερώνεται από την Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση ασκεί τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων. Και εάν χρειαστεί να ενημερωθείτε επί αμιγώς στρατιωτικών θεμάτων, από την Κυβέρνηση θα ενημερωθεί η Βουλή, διότι και τα στρατιωτικά θέματα, η Κυβέρνηση τα χειρίζεται, και η Κυβέρνηση έχει την ευθύνη. Έτσι λέει το Σύνταγμα της χώρας. Βεβαίως, η Κυβέρνηση, τιμά και σέβεται την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, την εμπιστεύεται απολύτως, βασιζόμαστε στη γνώση της και τον επαγγελματισμό της, αλλά κατά το Σύνταγμα και τον νόμο, την διοίκηση την ασκεί η Κυβέρνηση, ο δε αρχηγός του ΓΕΕΘΑ, παρίσταται ως στρατιωτικός σύμβουλος του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, ο οποίος και είναι υπεύθυνος ενώπιον της Βουλής.

Ας σεβόμαστε ορισμένους βασικούς κανόνες λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Διεθνείς σχέσεις και κυνισμός



Έρχομαι, τώρα, στην ουσία. Άλλοι χαρακτήρισαν την ομιλία μου «κυνική», κατά το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, άλλοι «ρεαλιστική». Η ειλικρίνεια, η υπευθυνότητα και η συνειδητοποίηση της κατάστασης, είναι προϋπόθεση για την χάραξη της εξωτερικής και της αμυντικής πολιτικής. Αν θέλουμε να έχουμε εθνική στρατηγική, πρέπει να έχουμε συνείδηση της πραγματικότητας. Εκτός και αν θεωρεί κάποιος συνάδελφός και κάποια πολιτική δύναμη ότι δεν είναι κυνικό το να εμφανίζονται ως όψιμοι υποστηρικτές του Καντάφι. Ή ότι δεν είναι κυνική η τοποθέτηση που λέει, ότι πρέπει η διεθνής κοινότητα να παρακολουθεί απαθής την φυλετική ή εμφύλια σύρραξη, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τον συσχετισμό των δυνάμεων, δηλαδή, από τα πόσα οπλικά συστήματα, πόσα χρήματα, και πόσους μισθοφόρους έχει ο καθένας. Και θα έπρεπε εμείς, για να μην είμαστε κυνικοί, να παρακολουθούμε από απόσταση ασφαλείας και αδιάφοροι για τα συμβαίνοντα, την εξέλιξη αυτή. Αυτό είναι κυνισμός. Κυνισμός είναι αυτό.

Και εν πάση περιπτώσει, η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν θα λαμβάνονταν αν οποιοδήποτε μόνιμο μέλος ήθελε να προβάλει το βέτο του. Δεν υπάρχει μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, και μάλιστα εξοπλισμένο με δικαίωμα αρνησικυρίας, που να μην μετέχει στην λήψη της απόφασης και να μην ξέρει τι συνέπειες έχει η απόφαση αυτή. Επίσης, η απόφαση αυτή –επαναλαμβάνω- είναι μια απόφαση από τις σπάνιες που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο του άρθρου 7 του Χάρτη του ΟΗΕ. Το κεφάλαιο 7 προβλέπει την χρήση βίας για την επιβολή των αποφάσεων. Δεν είναι όλες οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας αποφάσεις του κεφαλαίου 7. Δεν είναι όλες οι αποφάσεις για το Κυπριακό αποφάσεις τέτοιες. Δεν είναι η απόφαση για το όνομα της FYROM απόφαση τέτοια.

Δικαίωμα εμπλοκής του ΝΑΤΟ



Από πού αντλεί το δικαίωμά του το ΝΑΤΟ; Μα, το καλεί το Συμβούλιο Ασφαλείας το ΝΑΤΟ, ως περιφερειακό οργανισμό, να αναλάβει πρωτοβουλία. Όπως, καλεί και τον Αραβικό Σύνδεσμο, όπως καλεί και την Αφρικανική Ένωση. Και ανυψώνει για πρώτη φορά το Συμβούλιο Ασφαλείας, στο ίδιο επίπεδο με το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, τον Γενικό Γραμματέα του Αραβικού Συνδέσμου, ο οποίος πρέπει να ενημερώνεται για οποιαδήποτε επιχείρηση αναλαμβάνει κράτος, ομάδα κρατών ή περιφερειακός οργανισμός.

Η εθνικής μας στρατηγική: Γιατί συμμετέχουμε;



Ποια είναι η εθνική μας στρατηγική; Για σκεφτείτε λίγο αντίστροφα -και αναφέρομαι στην ελάσσονα αντιπολίτευση. Αν η Ελλάδα αποφάσιζε να μην μετάσχει, αν η Ελλάδα αποφάσιζε να μην παράσχει διευκολύνσεις στην Σούδα και άλλα ελληνικά αεροδρόμια, αν δεν μετείχαμε με τη φρεγάτα, με το ραντάρ και με το ελικόπτερο έρευνας και διάσωσης, τι θα συνέβαινε; Στην περιοχή του FIR Αθηνών, θα διεξαγόταν μια εντατική αεροπορική επιχείρηση, πολυεθνική, ενδεχομένως και με τη συμμετοχή της Τουρκίας στην περίπτωση αυτή, χωρίς εμείς να έχουμε καμία συμμετοχή. Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να αναζητούμε κανένα ρόλο για τις οντότητες τις ΝΑΤΟϊκές που έχουμε στη χώρα μας, στο πλαίσιο της δομής διοίκησης ή στο πλαίσιο της δομής δυνάμεων. Φυσικά, θα υπήρχαν πολεμικά πλοία άλλων χωρών, που ασκώντας το δικαίωμά τους που έχουν για αβλαβή διέλευση ή για πλου διέλευσης, θα περνούσαν πάνω από την ελληνική υφαλοκρηπίδα και την ελληνική ΑΟΖ ή και από τα χωρικά μας ύδατα, στο πλαίσιο που προβλέπει η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Κι εμείς, θα έπρεπε να δίνουμε εξηγήσεις στους Ευρωπαίους εταίρους, στους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους, στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, γιατί είμαστε αποσυνάγωγοι, γιατί είμαστε εκτός του κεντρικού, δυτικού ρεύματος και τι ρόλο παίζουμε στην περιοχή. Με ποιον είμαστε; Είμαστε με το Καντάφι, λοιπόν; Και αυτό θα ήταν διορατικό, ενόψει των εθνικών συμφερόντων, θα ήταν διορατικό για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ με τη Λιβύη; Αντίστοιχη εκκρεμότητα έχουμε και με την Αίγυπτο, σας θυμίζω, η οποία είναι πιο κρίσιμη από την εκκρεμότητα που υπάρχει με τη Λιβύη, από την άποψη αυτή. Θα ήταν, επίσης, πάρα πολύ καλό, για τα μελλοντικά ελληνικά επιχειρηματικά συμφέροντα στη Λιβύη, στον τομέα της ενέργειας, των κατασκευών ή οποιονδήποτε άλλο τομέα... Θα είχαμε υποβαθμίσει τη Σούδα και παρότι διεξάγονται τέτοιου είδους επιχειρήσεις στη Μεσόγειο, θα την είχαμε διασώσει ως τουριστικό προορισμό, περισσότερο από ότι τη διασώζουμε τώρα, με συμμετοχή; Αντιλαμβάνεστε το αδιέξοδο αυτού του συλλογισμού; Το πόσο επικίνδυνη και παράλογη είναι αυτή η τοποθέτηση;

Υπάρχει και η αντίστροφη κριτική: «Δεν έχετε εθνική στρατηγική και σύρεστε». Δεν έχουμε συνείδηση των μεγεθών; Τι έπρεπε να κάνει η Ελλάδα; Να πάρει μια πρωτοβουλία, ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, ή έπρεπε να διευθύνει βομβαρδισμούς για την καταστροφή της αντιαεροπορικής άμυνας της Λιβύης, όπως έκανε η Γαλλία, η Βρετανία -για δύο-τρεις μέρες ώσπου να αναλάβουν οι Ηνωμένες Πολιτείες την επιχειρησιακή διοίκηση της επιχείρησης αυτής; Κάναμε αυτό που επιβάλλει η γεωγραφική μας θέση, η παραδοσιακή μας σχέση με τον αραβικό κόσμο, και το γεγονός ότι και αύριο θα είμαστε εδώ, γείτονες και σύμμαχοι και εταίροι μιας νέας κατάστασης στη Λιβύη, σύμμαχοι και φίλοι του λιβυκού λαού και των αραβικών λαών στο σύνολό τους. Και βεβαίως, είμαστε μια χώρα, η οποία αυτή τη στιγμή δέχεται ευχαριστίες από όλες τις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, για τη στάση της. Και από τις αραβικές χώρες που επιχειρούν. Μας ευχαριστεί ο Αραβικός Σύνδεσμος, δεν έχει κανένα πρόβλημα μαζί μας η Αφρικανική Ένωση, δεν έχει κανένα πρόβλημα μαζί μας η Διάσκεψη των Ισλαμικών Κρατών. Οι χώρες του Κόλπου που επιχειρούν -όσο επιχειρούν- το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, επίσης μας ευχαριστούν και θέλουμε να έχουμε και οικονομικές σχέσεις μαζί τους και να ανοίγουμε επενδυτικές προοπτικές.

Τι συνιστά η εθνική στρατηγική; Μας ρωτούν: «Έχετε ήδη πάρει εγγυήσεις ότι το μελλοντικό καθεστώς στη Λιβύη θα συμφωνήσει με την Ελλάδα, σε σχέση με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ»; Ποιος θα μας δώσει τις εγγυήσεις αυτές; Απάντησαν κάποιοι συνάδελφοι: «το ΝΑΤΟ και η ΕΕ». Μα -για να αντιστρέψω το ρητορικό αυτό ερώτημα- σοβαρολογούμε τώρα; Θα πάμε να θέσουμε στο ΝΑΤΟ ή στην ΕΕ, το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδος και Λιβύης και θα θέσουμε ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή μας σε μια ΝΑΤΟϊκή επιχείρηση, η μελλοντική κυβέρνηση της Λιβύης να συμφωνήσει μαζί μας; Και γιατί να μη το θέσει αυτό η Τουρκία; Με ποιο δικαίωμα εμείς θα πούμε στη Λιβύη, όπως μελλοντικά θα εκπροσωπείται, ποια πρέπει να είναι η σωστή αντίληψή της για το Διεθνές Δίκαιο; Διαπραγμάτευση κάνουμε για την οριοθέτηση, όπως θέλουμε να κάνουμε και με την Αίγυπτο. Και είναι πιο κρίσιμη, επαναλαμβάνω, η Αίγυπτος, διότι έχει ανοίξει συζήτηση για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με την Τουρκία, χωρίς να εφάπτεται, εάν ληφθεί υπόψη η πλήρης επιρροή του Καστελόριζου στις θαλάσσιες ζώνες της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Ενώ το ζήτημα της Λιβύης αφορά τη Γαύδο, όπως ξέρετε, και το ύψος της επιρροής της Γαύδου στην διαμόρφωση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας, που ταυτίζονται κατ’ έκταση σε θάλασσες όπως η Μεσόγειος, χωρίς ιδιαίτερα γεωλογικά χαρακτηριστικά.

Αναπαράγεται εδώ ένα επιχείρημα, το οποίο διατύπωσε στο διαδίκτυο ο κ. Βαλινάκης, ότι τα τουρκικά πλοία θα βρίσκονται πάνω από την ελληνική υφαλοκρηπίδα ή την ελληνική ΑΟΖ. Είναι γεωγραφικά ανακριβές το επιχείρημα αυτό. Η περιοχή απαγόρευσης πτήσεων και η περιοχή του εμπάργκο όπλων, πιο συγκεκριμένα η περιοχή του ναυτικού αποκλεισμού, δεν εμπίπτει στο όριο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και της ελληνικής ΑΟΖ. Δεν περιλαμβάνει περιοχές που έχει η Τουρκία μονομερώς οριοθετήσει ως δικές της, χωρίς αυτό να είναι σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Είναι αλλού!

Είδα, επίσης, έναν  υφέρποντα θαυμασμό για τη τουρκική στρατηγική και την τουρκική εξωτερική και αμυντική πολιτική. Αν παρακολουθήσετε τις τουρκικές εφημερίδες, θα δείτε να διεξάγεται ένας δημόσιος διάλογος στην Τουρκία με έντονα στοιχεία κριτικής. Εδώ και μήνες έχει διακηρύξει η Τουρκία, ότι στο πλαίσιο μιας άλλης απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και των ασύμμετρων απειλών στη Μεσόγειο -δηλαδή, με βάση την απόφαση που είναι το πλαίσιο της επιχείρησης Active Endeavour του ΝΑΤΟ- αναπτύσσει μια δική της εθνική επιχείρηση, την Mediterranean Shield, και συγκροτεί μια αρμάδα και έχει ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο. Και αυτή την αρμάδα ουσιαστικά, την διαθέτει στον SACEUR, στον στρατιωτικό διοικητή του ΝΑΤΟ, για τις ανάγκες των ΝΑΤΟϊκών επιχειρήσεων. Και από αυτή τη δύναμη θα πάρει ο επιχειρησιακός διοικητής και εν τέλει τακτικός διοικητής τις δυνάμεις που θέλει, μία ή δύο φρεγάτες ή ένα υποβρύχιο. Κι εμείς, μπορούμε αύριο να πούμε, ότι όλος ο ελληνικός στόλος είναι στη διάθεση του επιχειρησιακού διοικητή, αν θέλει να κάνει ναυτικό αποκλεισμό. Μα έξι πλοία χρειάζονται για το ναυτικό αποκλεισμό, όπως είναι καθορισμένοι οι τομείς.

Τώρα ανακαλύψαμε το λαθρεμπόριο στη νότια Λιβύη, από τους χερσαίους διαδρόμους. Μα, ο ναυτικός αποκλεισμός είναι ναυτικός αποκλεισμός, δεν αναπτύσσονται χερσαίες δυνάμεις. Δεν προβλέπει αυτή τη στιγμή η απόφαση για τον αποκλεισμό, για το εμπάργκο, χερσαίες επιχειρήσεις. Για την προστασία των αμάχων, η ερμηνεία που τείνει να επικρατήσει είναι ότι απαγορεύεται η κατοχή, αλλά ότι ως εκ τούτου, μπορεί και να μην απαγορεύονται οι επιχειρήσεις που δεν οδηγούν σε κατοχή. Αλλά αυτό, είναι κάτι το οποίο εκκολάπτεται ως αντίληψη. Εμείς, έχουμε πει, ότι η συμμετοχή μας είναι αυτή, όπως την έχουμε προσδιορίσει και δεν πρόκειται να έχουμε άλλη συμμετοχή.

Με ρωτάει ένας συνάδελφός: «εάν το καθεστώς, η νέα κυβέρνηση, σας καλέσει να επιχειρήσετε, θα επιχειρήσετε;» Εγώ είπα ότι ο εθνικός περιορισμός που έχει τεθεί, που έχει εκδοθεί νομικά με απόφασή μου -έχει νομική υπόσταση, δεν είναι μια πολιτική δήλωση- είναι ότι οι νηοψίες θα είναι συναινετικές και ότι η φρεγάτα θα εισέλθει στα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της Λιβύης, εάν το ζητήσουν οι νόμιμες αρχές της Λιβύης, όπως προσδιορίζονται κατά το Διεθνές Δίκαιο.

Αν υπάρξει αναγνώριση μιας άλλης Κυβέρνησης, αυτή θα είναι μια άλλη Κυβέρνηση. Θα είναι η Κυβέρνηση της Λιβύης. Το πότε έχουμε αναγνώριση κράτους ή αναγνώριση κυβέρνησης κατά το Διεθνές Δίκαιο, είναι ένα θέμα που κινείται σε ένα πολύ οριακό σημείο μεταξύ πραγματικότητας και νομιμότητας. Γιατί υπάρχει αυτό που λέγεται «κανονιστική δύναμη του πραγματικού». Η πραγματικότητα στο Διεθνές Δίκαιο είναι αυτή που προσδιορίζει τη νομιμότητα. Δηλαδή, οι σε επαρκή αριθμό αναγνωρίσεις αλλάζουν το διεθνές  νομικό καθεστώς των κρατών ή των κυβερνήσεων. Ξέρετε δε, ότι η απόφαση 1973 του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν επιτρέπει τη διχοτόμηση, γιατί επιβάλει το σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας της Λιβύης και της εθνικής της ανεξαρτησίας και της εθνικής της κυριαρχίας της Λιβύης. Είπαμε ότι κινούμαστε στο πλαίσιο αυτής της απόφασης και την σεβόμαστε απολύτως. Ούτε έχουμε προθυμοποιηθεί να αναλάβουμε χερσαίες επιχειρήσεις, εκτός και αν ζήλεψε κάποιος τη δήλωση γειτονικής μας χώρας δια του Πρωθυπουργού της που είπε ότι εμείς πάμε να αναλάβουμε τη διοίκηση του αεροδρομίου της Βεγγάζης. Δεν νιώθω ότι αυτό μας λείπει.

Ανοίγει τώρα η ιστορία του CAOC της Λάρισας. Συγκεκριμένα λέγεται ότι παρόλα αυτά η Ελλάδα θα πρέπει να έχει το CAOC και να διευθύνει τις επιχειρήσεις.

Τα είπα αυτά και στην εισαγωγική μου ομιλία: Με βάση το επιχειρησιακό σχέδιο του ΝΑΤΟ που εφαρμόζεται οι προβλεπόμενες δυνάμεις κατανέμονται από πλευράς στάθμευσης, και άρα τόπου επιχείρησης, κατά 52,5% στην Ιταλία, κατά 25,5% στη Γαλλία -δηλαδή, αθροιστικά 78%- και κατά 22,5% στην Ελλάδα. Δεν είναι λογικό το ιταλικό CAOC του Poggio Renatico που γειτονεύει με το 78% της δύναμης να είναι το κύριο CAOC με το CAOC της Λάρισας που βρίσκεται κοντά στο 22,5% να είναι το εναλλακτικό;

Είπα δε στον κ. Τζίμα στο τηλεφώνημα που μου έκανε πολύ ευγενικά ο άνθρωπος –Τομέαρχης Άμυνας είναι, μου ζήτησε δύο πληροφορίες, του τις έδωσα για να μπορεί να διαμορφώσει με κάποια σοβαρότητα τη θέση του κόμματός του- ότι έχουμε στείλει και 12 στελέχη, Έλληνες και ξένους, από το CAOC της Λάρισας στο Poggio Renatico για να μετάσχουν στην επιτελική υποστήριξη λόγω εμπειρίας.

Συγκρίνεται η Σμύρνη με τη Λάρισα; Όχι. Η Σμύρνη συγκρίνεται με τη Νάπολη. Τη Σμύρνη τη διοικεί Αμερικανός πτέραρχος, ενώ τη Νάπολη στο επίπεδο αυτό του Ναυτικού Στρατηγείου, του CCMAR, τη διοικεί Ιταλός αντιναύαρχος. Δεν τη διοικεί Τούρκος τη Σμύρνη, ούτε είναι CAOC η Σμύρνη. Το Εσκί Σεχίρ είναι CAOC το οποίο καταργηθεί με τη προηγούμενη δομή - υπήρχε στην προ-προηγούμενη δομή. Δεν μετέχει το Εσκί Σεχίρ, το CAOC 6. Έχει καταργηθεί το CAOC 6.

Θέλατε να εφαρμόσουμε τη συμφωνία που είχε κάνει η προηγούμενη Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, αυτή της εναλλαγής Έλληνα και Τούρκου πτεράρχου στη Λάρισα; Ε, δεν την εφαρμόζουμε, δεν το δέχομαι, δεν το θέλω, δεν το θεωρώ σωστό. Θεωρώ ότι δεν έχει λόγο ύπαρξης το CAOC της Λάρισας από την άποψη αυτή

Πρέπει σώνει και καλά σε μια μειωμένη δομή διοίκησης, πιο οικονομημένη και πιο οικονομική, που ενδεχομένως δεν θα υπάρχει CCR χωριστό, αλλά θα υπάρχουν μόνο διακλαδικά στρατηγεία, εμείς να διατηρήσουμε και το CCR και το CAOC και τα πάντα; Δεν νομίζω... Για ποιο λόγο; Γιατί μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Αυτά μας ενδιαφέρουν για να προστατεύσουμε κυριαρχικά δικαιώματα και αρμοδιότητες. Από πού προκύπτει το πρόβλημα; Από τους κανόνες της εναέριας κυκλοφορίας. Ποιο ήταν το κρίσιμο; Η υποβολή σχεδίων πτήσης. Υπάρχει αυτό; Υπάρχει. Βεβαίως υπάρχουν και άλλα στοιχεία στον σχεδιασμό που δεν τα αναφέρω και είναι πολύ θετικά για την πάγια ελληνική αντίληψη, γύρω από τα θέματα αυτά του επιχειρησιακού ελέγχου και του σχεδιασμού των ασκήσεων. Τώρα δεν έχουμε άσκηση. Τώρα έχουμε πραγματικές επιχειρήσεις και όσα ξέραμε για τις ασκήσεις εν καιρώ ειρήνης (peace time), τώρα δεν ισχύουν που έχουμε πραγματική επιχείρηση στην περιοχή και αυτό είναι θετικό για την Ελλάδα εν τέλει, σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Σας έχω απαντήσει για το κόστος, σας έχω απαντήσει για όλα τα άλλα θέματα που αφορούν την ελληνική βάση. Δεν θέλω να επανέρχομαι γιατί δεν νομίζω να έχει νόημα να μπούμε σε μια τέτοια τεχνική συζήτηση.

Υπάρχει στρατηγική εξόδου; Μα εδώ είμαστε ακόμη στη στρατηγική εισόδου. Εδώ υπήρχε αμηχανία, καθυστέρηση και στρατηγικό έλλειμμα στην είσοδο. Καθυστέρησε ο ΟΗΕ, καθυστέρησε το ΝΑΤΟ και καθυστέρησε η ΕΕ. Υπάρχει λοιπόν στρατηγική εξόδου; Η αλήθεια είναι ότι για τους δικτάτορες και για όσους είναι στο στόχαστρο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου –του οποίου τη δικαιοδοσία δεν αναγνωρίζουν οι ΗΠΑ θυμίζω- τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Υπό την έννοια αυτή η αναζήτηση καταφυγίου και μιας ζωής μετά το πέρας της απόλυτης εξουσίας έχει καταστεί πάρα πολύ δύσκολη. Αυτή είναι η διεθνής νομιμότητα η οποία και πάλι είναι μονομερής. Το Διεθνές Δίκαιο είναι ένα εργαστήριο φιλοσοφίας του δικαίου. Δεν ξέρουμε ότι ο συσχετισμός δυνάμεων αποτυπώνεται στο δίκαιο και στην ερμηνεία του; Δεν είπε κανείς ότι είναι ιδεαλιστικό το δίκαιο. Και ποτέ το Διεθνές Δίκαιο δεν ήταν ιδεαλιστικό. Μην συγχέουμε την νομιμοποιητική επιχειρηματολογία με την ηθική του Διεθνούς Δικαίου. Είναι άλλο το discours, είναι άλλο ο λόγος της νομιμοποίησης και άλλο η ηθική του Διεθνούς Δικαίου. Δυστυχώς δεν υπάρχουν αυτά. Υπάρχει συσχετισμός δυνάμεων.

Λοιπόν, εκ του αντιθέτου κρίνονται τα πράγματα. Εάν η επιλογή μας ήταν άλλη θα ήταν πιο συμφέρουσα για τη χώρα; Όχι. Θα ήταν βλαπτική για τη χώρα. Έχουμε βρει το σημείο ισορροπίας; Έχουμε βρει το σημείο ισορροπίας και δεν κάνουμε ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα από ό,τι πρέπει. Έτσι κρίνονται τα πράγματα. Αυτός πρέπει να είναι ο γνώμονας μιας εφαρμοσμένης πολιτικής. Ο καθένας διαχειρίζεται τις κρίσεις που του τυχαίνουν στη θητεία του ως Κυβέρνηση ή ως πολιτικό πρόσωπο. Εγώ έχω χειριστεί πολλές κρίσεις συμπτωματικά στην κυβερνητική μου θητεία η οποία δυστυχώς είναι μακρά. Σε αυτό το θέμα έχω μια εμπειρία και γνωρίζω τι σημαίνει το κάθε τι, σας διαβεβαιώ κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.

Βρήκαμε ένα σημείο ισορροπίας το οποίο έχει μεγάλη υποστήριξη από τον κόσμο. Ο κόσμος θέλει πόλεμο; Όχι, δεν θέλει πόλεμο. Ο κόσμος θέλει να υπάρχουν κίνδυνοι για τη χώρα; Προφανώς όχι. Έχουμε λάβει μέτρα; Ναι, έχουμε λάβει μέτρα. Μας φτάνουν τα αντιαεροπορικά συστήματα και οι πύραυλοι του Καντάφι; Δεν μας φτάνουν. Κινδύνεψε το «Λήμνος»; Όχι βέβαια.

Σχετικά με την υπόθεση του Explora



Να σας πω και δύο λόγια για το Explora. Το Explora είναι ένα πλοίο το οποίο πραγματοποιεί έρευνες για την τοποθέτηση υποβρυχίων καλωδίων. Είναι ένα ιταλικών συμφερόντων εμπορικό πλοίο. Το εμπορικό αυτό πλοίο ζήτησε να πραγματοποιήσει εργασίες στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Μπάρι της Ιταλίας και Τελ Αβίβ του Ισραήλ, κατά το χρονικό διάστημα από 15 Φεβρουαρίου και μετά. Ζήτησε, λοιπόν, από το Υπουργείο Εξωτερικών και από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές άδεια προκειμένου να πραγματοποιήσει εργασίες σε περιοχές, οι οποίες εμπίπτουν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και στην ελληνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Η άδεια αυτή τού χορηγήθηκε και η Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού εξέδωσε το σχετικό σήμα, το NAVTEX.

Στις 12 Μαρτίου, το Explora έστειλε στον πράκτορά του μήνυμα μέσω e-mail, με το οποίο ανέφερε ότι, ενώ βρισκόταν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, το προσέγγισε τουρκικό πολεμικό πλοίο, που του ζήτησε να διακόψει τις εργασίες του, γιατί εισήλθε στην τουρκική ΑΟΖ. Και του έδωσε ορισμένα στίγματα μέσα στα οποία δεν έπρεπε να πραγματοποιήσει εργασίες και του ζητούσε να απομακρυνθεί και, αν ήθελε να συνεχίσει τις εργασίες, να τις πραγματοποιήσει πέρα από την περιοχή που του παρέθετε. Αυτό το πληροφορηθήκαμε και εμείς μέσω του Εθνικού Κέντρου Επιχειρήσεων -όχι μέσω του Λιμενικού Σώματος και του Κέντρου Επιχειρήσεων του Λιμενικού Σώματος- και, κατόπιν αυτού, το Υπουργείο Εξωτερικών προέβη σε διάβημα προς τις ιταλικές αρχές, προκειμένου να μην ζητηθεί κατά την επιστροφή άδεια από τις τουρκικές αρχές, διότι εμείς θεωρούμε ότι η διαδρομή αυτή είναι μια διαδρομή η οποία εμπίπτει στην ελληνική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα.

Στη συνέχεια, άρχισε ο πλους της επιστροφής και για τον πλου της επιστροφής παρατηρήσαμε ότι η Τουρκία εξέδωσε και δικό της σήμα, δική της ναυτική αγγελία, η οποία, όμως, παρέθετε μια διαδρομή ελαφρώς διαφορετική από τη διαδρομή που είχαμε εμείς εν γνώσει μας και η οποία περιελήφθη στο ελληνικό σήμα. Άρα, κατά τον πλου της επιστροφής, υπήρχαν δύο αγγελίες: μία ελληνική και μια τουρκική. Εφόσον είχε μεσολαβήσει το επεισόδιο, το οποίο μας γνωστοποίησε το ιταλικό πλοίο, εμείς τοποθετήσαμε στην περιοχή τη φρεγάτα «Θεμιστοκλής». Ολοκλήρωσε τη διέλευσή του και τις εργασίες του το ιταλικό πλοίο στην επιστροφή, χωρίς να παρενοχληθεί από τουρκικό πολεμικό πλοίο. Κατόπιν αυτού και ο «Θεμιστοκλής» επέστρεψε στην Κρήτη, γιατί είναι η εναλλακτική φρεγάτα στο πλαίσιο της ναυτικής επιτήρησης του ΝΑΤΟ. Το Explora ακολούθησε την διαδρομή που μας είχε ανακοινώσει.

Απεδείχθη, όμως, εκ των υστέρων και από πληροφόρηση διπλωματικού χαρακτήρα, ότι, πράγματι, η ιταλική εταιρεία είχε ζητήσει παροχή αδείας και από τις τουρκικές αρχές. Τώρα, λοιπόν, που το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και, ως εκ τούτου και εμείς πληροφορούμαστε ότι είχε ζητηθεί άδεια και από τις τουρκικές αρχές, κατά παράβαση των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, οι ελληνικές αρχές ανακαλούν τις άδειες που έχουν χορηγήσει στο ιταλικό αυτό σκάφος, το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιήσει έρευνες τώρα σε μια περιοχή στα ανοικτά της Πελοποννήσου. Περιμένουμε, λοιπόν, αν υπάρξει κάποια αντίδραση της ιταλικής Κυβέρνησης, η οποία θα ζητήσει εξηγήσεις, προκειμένου και εμείς, με τη σειρά μας, να εξηγήσουμε για ποιους λόγους ανεκλήθησαν οι άδειες αυτές, γιατί είναι προφανές ότι εμείς δεν μπορούμε να χορηγούμε άδεια σε ένα σκάφος το οποίο δε σέβεται τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και δεν τιμά την άδεια η οποία του χορηγήθηκε. Έτσι έχουν τα περιστατικά σε σχέση με το Explorer.

Tags: Εθνική Άμυνα