26 Μαΐου 2005

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Δ. Μάρδα  «Από την ΕΟΚ στην Ε.Ε»


Χαίρομαι που βρίσκομαι σήμερα εδώ, γιατί έχω περάσει πολλά χρόνια της ζωής μου σε αυτούς τους χώρους, όπου ανήκει και η αίθουσα που μας φιλοξενεί. Θέλω να συγχαρώ τον εκδότη, τις εκδόσεις «Ζυγός» για αυτήν την ωραία, ογκώδη και επιμελημένη δουλειά και να δηλώσω την πολύ μεγάλη μου χαρά γιατί παρουσιάζω το βιβλίο ενός πολύ παλιού φίλου.

Ενός φίλου από την αρχή των φοιτητικών μας χρόνων, καθώς με το Δημήτρη Μάρδα μας συνδέει μια γνωριμία που μπαίνει τώρα στα 30 χρόνια σε διάρκεια, και χαίρομαι γιατί κάθε φορά εκπλήσσομαι θετικά μαθαίνοντας τους σταθμούς της επιστημονικής και δημόσιας πορείας του.

Έχει λοιπόν διπλό τίτλο νομιμοποίησης να ασχοληθούμε με ένα θέμα όπως αυτό, που είναι το σύνολο των ευρωπαϊκών θεσμών και των ευρωπαϊκών πολιτικών. Γιατί είναι θέματα που τα έχει σπουδάσει, θέματα που τα ερευνά και τα διδάσκει πολλά χρόνια και θέματα που τα έχει ζήσει ως στέλεχος των υπηρεσιών της Ε.Ε. και ως πολιτικό στέλεχος της δημόσιας διοίκησης από πολύ σημαντικές θέσεις: Ως γενικός γραμματέας εμπορίου και πρόεδρος του ΟΠΕΚ του οργανισμού προώθησης εξαγωγών. Όλα αυτά δεν πάνε χαμένα. Είναι μια επένδυση σε γνώση. Διαμορφώνουν ένα διανοητικό κεφάλαιο και μ’ αυτές τις αποσκευές ο Δημήτρης Μάρδας έγραψε αυτό το βιβλίο το οποίο φαντάζομαι ότι είναι πολύ χρήσιμο σε κάθε είδους αναγνώστη, πρωτίστως στο φοιτητή, τον ερευνητή, αλλά και τον οποιοδήποτε νιώθει ότι είναι ένας ενεργός Έλληνας και Ευρωπαίος πολίτης που θέλει να έχει άποψη και γνώμη για τα θέματα αυτά.

Βέβαια η συνάντησή μας και η παρουσίαση του βιβλίου επηρεάζεται από το καταλυτικό γεγονός των επομένων λίγων ημερών, που είναι το δημοψήφισμα για την κύρωση ή τη μη κύρωση του ευρωπαϊκού συντάγματος στη Γαλλία. Την ίδια αγωνία μας είχε προσφέρει η Γαλλία και με αφορμή την κύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992 και λίγο ή πολύ επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό μιας βαθιά διχασμένης κοινωνίας, η οποία γύρω από το ευρωπαϊκό φαινόμενο και το ευρωπαϊκό δίλημμα οργανώνει ουσιαστικά το σύνολο των ιδεολογικών, κοινωνικών, αναπτυξιακών και πολιτικών προβλημάτων που η ίδια νιώθει ότι έχει ως κοινωνία. Αυτό κανονικά θα έπρεπε να συμβαίνει σε όλες τις κοινωνίες των κρατών- μελών. Θα έπρεπε να συμβαίνει και στην Ελλάδα και ίσως να συνέβαινε, εάν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αποδεχόταν την πρόταση σύσσωμης της αντιπολίτευσης, μετά την ψήφιση του κοινοτικού νομοσχεδίου για τη Συνθήκη θέσπισης του Συντάγματος της Ευρώπης από τη Βουλή, να οργανωθεί ένα νομοθετικό, όπως λέγεται, κυρωτικό δημοψήφισμα που θα γινόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αν γινόταν, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2, περίπτωση 2 του Ελληνικού Συντάγματος. Δεν έγινε και έτσι μείναμε πιστοί στην κοινοβουλευτική διαδικασία κύρωσης της Συνθήκης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και είμαστε μια από τις 15 χώρες που θα κυρώσει κοινοβουλευτικά ή δεν θα κυρώσει κοινοβουλευτικά, αμιγώς κοινοβουλευτικά τη Συνθήκη, ενώ άλλες δέκα διεξάγουν δημοψηφίσματα ή ακολουθούν μια κοινή διπλή διαδικασία και κοινοβουλευτική και δημοψηφισματική. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι αν υπολογίσει κανείς τις επτά καινούριες χώρες, από τις δέκα τελευταίες που μπήκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με την Κύπρο, οι οποίες είχαν οργανώσει δημοψηφίσματα το 2003, ενόψει της ένταξής τους, αλλά κατά βάθος -εν όψει και του τότε ήδη έτοιμου στην ουσία του, Ευρωπαϊκού Συντάγματος και είπαν ναι στην ένταξη, λέγοντας έμμεσα αλλά με σαφήνεια ναι στο Σύνταγμα- είναι δεκαεφτά οι χώρες από τις 25 που απαντούν στο ερώτημα της ευρωπαϊκής προοπτικής με ένα δημοψήφισμα.

Η αλήθεια επίσης είναι ότι τα τελευταία χρόνια κάνουμε μια έντονη συζήτηση -όσο την κάνουμε και όπως την κάνουμε- για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ο κ. Μάρδας αφιερώνει ένα πολύ μεγάλο τμήμα της ανάλυσής του στο θεσμικό κέλυφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην εξέλιξη των θεσμών της, ιδίως από την ενιαία πράξη και μετά. Δηλαδή θα έλεγα στην πορεία των τελευταίων είκοσι ετών η οποία ήταν πάρα πολύ γρήγορη και συνεχής, ενιαία πράξη, Μάαστριχτ, Άμστερνταμ, Νίκαια και τώρα νέα συνθήκη της Ρώμης, η συνθήκη για το ευρωπαϊκό σύνταγμα, αλλά πίσω από αυτήν την θεσμική πορεία, τη διαδοχή των συμβάσεων και των θεσμών, των συνθηκών και των θεσμών κρύβεται άλλοτε μια σύγκρουση γύρω από  τις ευρωπαϊκές πολιτικές και άλλοτε μια αμηχανία γύρω από τις ευρωπαϊκές πολιτικές.

Ουδέν λοιπόν κακόν αμιγές καλού. Η κρίση που προκαλεί το ούτως ή άλλως οριακό αποτέλεσμα στο γαλλικό δημοψήφισμα, ανεξάρτητα αν θα είναι τελικά ένα ναι ή ένα όχι, το αποτέλεσμα θα είναι γκραγκινιολικό, μας στρέφει προς την ουσία των ευρωπαϊκών πολιτικών, δηλαδή προς το δεύτερο μέρος του βιβλίου του κ. Μάρδα, που είναι μια καταγραφή ακριβώς όλων των αρμοδιοτήτων και κατά βάθος των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό δεν ταυτίζεται πάντα, γιατί μπορεί να έχουμε αρμοδιότητα χωρίς να έχουμε μια συγκροτημένη πολιτική. Επίσης είναι αλήθεια και αυτό το βλέπει κανείς σ’ αυτήν την ιστορική αναδρομή που κάνει ο συγγραφέας ότι το ευρωπαϊκό σύνταγμα, ενώ δίνει την εντύπωση μιας πολύ μεγάλης μεταβολής, μπορεί κατ’ ουσία να επιφέρει μεταβολές πολύ μικρότερες από τις μεταβολές που επέφεραν άλλες συνθήκες οι οποίες έδωσαν λιγότερο δραματικό τόνο στις αλλαγές που επέφεραν, σε σχέση με την αλλαγή που επιφέρει το ευρωπαϊκό σύνταγμα.

Υπάρχει όμως ο συμβολισμός, η ορολογία, υπάρχει η ιδεολογία που κρύβει μέσα ο όρος σύνταγμα. Εάν η ίδια συνθήκη δεν εμφανιζόταν ως συνθήκη συνταγματικής μορφής, και δεν χρησιμοποιούσε η ίδια τον όρο σύνταγμα, δηλώνοντας μια ροπή προς την κρατικότητα, μια ροπή προς κλασικά φαινόμενα, όπως είναι το φαινόμενο της κυριαρχίας, το φαινόμενο του εθνικού κράτους, το φαινόμενο - αν θέλετε - της πολιτικής ευθύνης για τη συνολική διαχείριση του ευρωπαϊκού φαινομένου μπορεί τα πράγματα να ήταν επί της ουσίας ευκολότερα, δηλαδή να μην υπήρχαν αυτοί οι δραματικοί τόνοι σε πολλές χώρες. Βέβαια υπήρχε όμως ο συμβολισμός.

Δεν θα υπήρχε η παραπομπή σε όλους τους συνειρμούς, αν θέλετε, που συνδέονται με τη λέξη σύνταγμα. Δηλαδή η παραπομπή στη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και άρα το χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων που ενσωματώνονται στο σύνταγμα και στην ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που είναι επίσης ενσωματωμένη στο κοινοτικό κεκτημένο.

Δεν θα γινόταν παραπομπή στην προσχώρηση στην Ε.Ε., της Ε.Ε. στην ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, δεν θα γινόταν παραπομπή στην διεθνή νομική προσωπικότητα της Ένωσης, στην νέα ρύθμιση των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών μελών, στους νέους θεσμούς που δημιουργούνται, στον πρόεδρο του ευρωπαϊκού συμβουλίου, στον υπουργό Εξωτερικών, στην επέκταση της ενισχυμένης πλειοψηφίας. Σε μια σειρά από πράγματα που συνδέονται με τον όρο περισσότερο παρά με τη φύση ενός συντάγματος. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι για παράδειγμα η συνθήκη του Μάαστριχτ, με το σύμφωνο σταθερότητας, με τη συγκρότηση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, με τη ζώνη του ευρώ, ήταν μια τομή κατ’ ουσίαν πολύ σημαντικότερη από την τομή που επιφέρει το ευρωπαϊκό σύνταγμα ως τέτοιο. Και υπάρχουν στιγμές που απλές διαδικασίες στο συμβούλιο υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών ή αποφάσεις των διοικητικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μπορεί να είναι πολιτικά, κοινωνικά, αναπτυξιακά κρισιμότερες και κρισιμότερες για τον πολίτη τον Ευρωπαίο εισοδηματικά, από ότι μια απόφαση της Ευρωπαϊκής συντακτικής συνέλευσης ή από την ίδια την κύρωση του ευρωπαϊκού συντάγματος αυτή καθ’ αυτήν.

Εννοώ δηλαδή ότι με αφορμή τη λεγόμενη δημοσιονομική απογραφή στην Ελλάδα και τη συζήτηση για την πολυμερή επιτήρηση και τον τρόπο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων της ισχύουσας συνθήκης, όπως έγινε με τη Νίκαια, και με αφορμή τη συζήτηση για το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα, ζήσαμε ας το πούμε έτσι αποχρώσεις των κοινοτικών πολιτικών πολύ πιο κρίσιμες για τη χώρα μας, τα εισοδήματά μας, τις πολιτικές μας, από ότι το ευρωπαϊκό σύνταγμα.

Και ως εκ τούτου πιστεύω ότι από την Κυριακή και μετά το βιβλίο του Δημήτρη Μάρδα θα γίνει πολύ πιο επίκαιρο, γιατί θα υπάρξει αυτή η μετατόπιση από τη συζήτηση για το ευρωπαϊκό σύνταγμα- η οποία αντιλαμβάνεστε πόσο με ενδιαφέρει εμένα και για λόγους επιστημονικούς- σε μια συζήτηση για τις ευρωπαϊκές πολιτικές και κυρίως για την πολιτική αμηχανία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδα, και η οποία φαίνεται ότι δεν δίνει επαρκείς απαντήσεις στις αγωνίες όλων των πολιτών.

Γιατί δεν είναι μόνον το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα και το οποίο συζητάμε πάρα πολύ και το οποίο προσπαθεί να καλύψει το ευρωπαϊκό σύνταγμα. Υπάρχει ένα βαθύ πολιτικό έλλειμμα. Υπάρχει ένα έλλειμμα πολιτικών πρωτοβουλιών. Υπάρχει ένα έλλειμμα πολιτικής διορατικότητας. Υπάρχει ένα έλλειμμα πολιτικής στρατηγικής. Υπάρχει ένα έλλειμμα συνολικής αίσθησης πανευρωπαϊκής ευθύνης στα όργανα της Ε.Ε. για εμάς που έχουμε ζήσει πολλά χρόνια μέσα στους κόλπους του συμβουλίου υπουργών υπό πολλές συνθέσεις και έχουμε παρακολουθήσει συνεδριάσεις του ευρωπαϊκού συμβουλίου, αυτό είναι σαφές. Διότι δεν έχεις μια καθαρή εικόνα για το ποιος και πώς διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη των πρωτοβουλιών, άρα ουσιαστικά τον κατάλογο των προτεραιοτήτων της Ε.Ε. Και σίγουρα δεν μπορεί κανείς να ζει με στερεότυπα τα οποία υποκαθίστανται στην θέση πολύ σημαντικών πολιτικών αποφάσεων. Δηλαδή δεν μπορείς να πιστεύεις ότι μια συγκεκριμένη νομισματική πολιτική, σε σχέση με το ευρώ, ή μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη μακροοικονομική και δημοσιονομική σταθερότητα οδηγεί σώνει και καλά σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ή για να μην σας κουράζω και αυτό  προκύπτει μέσα από την ανάλυση που κάνει ο Δημήτρης σε πολλές σελίδες, λόγω και της ειδικότητάς του για το διεθνές εμπόριο, για το ενδοκοινοτικό εμπόριο και για τη σχέση της Ε.Ε. με τους άλλους μεγάλους εταίρους της παγκόσμιας οικονομίας δεν μπορεί η Ε.Ε. να αναζητήσει το μέλλον της. και αυτό θα ήθελα να εκλάβετε ως κεντρική μου σκέψη και μ’ αυτήν θα τελειώσω.

Δεν μπορεί η Ευρώπη να φλερτάρει με την ιδέα ότι το μέλλον της και η ανταγωνιστικότητάς της θα βρεθεί στην αμφισβήτηση του λεγόμενου ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Ότι την μεγάλη δημοκρατική και δημοσιονομική κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου που ζουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες θα την αντιμετωπίσει η Ε.Ε. με την ακύρωση ή τη μείωση των εγγυήσεων του κοινωνικού κράτους. Κατ’ αρχάς αυτό δεν το επιτρέπει η στρατηγική της Λισσαβόνας και δεν θα υπάρχουν και οι αρχές που διέπουν το ίδιο το ευρωπαϊκό σύνταγμα. Όπου έχουμε μια πολύ ισχυρή οριζόντια κοινωνική ρήτρα. Δεν το επιτρέπουν οι κοινωνίες οι οποίες δεν θα δεχθούν την υποβάθμιση, την απομάκρυνση από τα ευρωπαϊκά στάνταρς διαβίωσης, από την ποιότητα ζωής, πολιτισμού, δημοκρατίας, θεσμών. Είναι όμως πολλοί που φλερτάρουν με την ιδέα αυτή. Οι οποίοι αναζητούν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Ε.Ε. στη μείωση των αποδοχών και των εισοδημάτων των εργαζομένων, στη μείωση των συντάξεων, στη μείωση των παροχών, στις στοχευμένες παροχές αντί των καθολικών παροχών.

Όλα αυτά μπορεί κανείς να τα συζητά σε επίπεδο μικρών αλλαγών ή αποχρώσεων. Αλλά η Ευρώπη δεν είναι μια Ευρώπη του κοινωνικού κράτους, τότε θα χάσει το βαθύτερο πλεονέκτημά της, που είναι το διανοητικό κεφάλαιο. Που είναι η ικανότητα να ανταγωνίζεται στην πρωτοπορία της τεχνολογίας, της έρευνας και της ανάπτυξης. Είναι όμως αιχμάλωτη η Ε.Ε. ενός παγκόσμιου ανελέητου οικολογικού και κοινωνικού ντάμπινγκ που γίνεται. Γιατί όταν η Ευρώπη έχει αυτές τις αυστηρές προδιαγραφές κοινωνικού κράτους, εργασιακών σχέσεων, ασφαλιστικού συστήματος, παροχών υγείας, παροχών πρόνοιας, εγγυημένου εισοδήματος και αυτές οι προδιαγραφές οικολογικής ευαισθησίας ως προς την ανάπτυξη της οικονομίας της υπάρχουν άλλες ήπειροι, άλλοι μεγάλοι παίκτες της διεθνούς οικονομίας, που δεν έχουν ούτε αυτές τις εγγυήσεις, ούτε της κοινωνικής πολιτικής, ούτε αυτές τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες, τότε φυσικά ο ανταγωνισμός είναι εξ ορισμού άνισος. Και εάν η Ευρώπη ως διεθνοπολιτική οντότητα-και εδώ θα κάνω μια ρηξικέλευθη ακόμη πρόταση--σε συνεργασία κατ’ ανάγκη με τις ΗΠΑ και σε συνεργασία με την Ιαπωνία, και σε συνεργασία με όλες τις χώρες, που θα έλεγα συγκροτούν τον εν ευρεία εννοία δυτικό κόσμο, με την καλή έννοια του όρου. Δηλαδή με την έννοια που παραπέμπει στο κοινωνικό κράτος, στη δημοκρατία, στο κράτος δικαίου δεν επιβάλλουν υπέρ των λαών και των κοινωνιών άλλων ηπείρων και περιοχών όρους κοινωνικής και οικολογικής προστασίας που να αποτρέπουν αυτό το παγκόσμιο οικολογικό και κοινωνικό ντάμπινγκ, η Ε.Ε. θα οδηγηθεί σε απόλυτο, στρατηγικό και αναπτυξιακό αδιέξοδο.

Άρα πρέπει να γίνει μια τέτοια προσπάθεια μέσω του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, μέσω του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας, μέσω του Παγκοσμίου Οργανισμού της Διεθνούς Οργάνωσης Ενέργειας, μέσω όλων των  διασκέψεων του ΟΗΕ για το περιβάλλον, ώστε αυτές οι ποιοτικές προδιαγραφές να επιβληθούν πολιτικά. Και όταν αυτές οι προδιαγραφές επιβληθούν πολιτικά με μια αντίληψη η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ θα είναι μια αντίληψη πολύ προοδευτική. Η Ευρώπη έχει μέλλον ως αριστερή ήπειρος, για να το πω πολύ σχηματικά. Διότι έτσι διασφαλίζει την ανταγωνιστικότητά της και το πλεονέκτημά της, μέσα από τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, το κοινωνικό κράτος και την οικολογική ευαισθησία. Εάν λοιπόν δεν μπορέσει να το επιβάλει αυτό, σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Νοτιοανατολική Ασία γενικά, τότε θα είναι πάντα χαμένη, ενώ εάν το θέσει αυτό στην ημερήσια διάταξη της διεθνούς διαπραγμάτευσης, τότε και εξαγωγή ενός μοντέλου ολόκληρου πολιτικού και οικονομικού θα κάνει, ας το πούμε έτσι,  με «τρυφερό» τρόπο και επιχειρήματα να αντιμετωπίσει, την πίεση θα βρει. Την πίεση όχι από τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα της Κίνας. Γιατί δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας. Το πρόβλημά μας είναι τα εξελιγμένα βιομηχανικά προϊόντα της Κίνας και είναι κυρίως το διανοητικό κεφάλαιο το οποίο είναι συγκεντρωμένο στις δύο αυτές πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου, όπως είναι η Ινδία και η Κίνα. Η αφελής προσέγγιση ότι εκεί αναπτύσσονται μόνο δραστηριότητες εντάξεως εργασίας και ότι εμείς διατηρούμε τεχνολογικό πλεονέκτημα ή πλεονέκτημα διανοητικού κεφαλαίου δεν έχει καμία βασιμότητα και καμία προοπτική. Όταν σε όλα τα αμερικανικά πανεπιστήμια οι καλύτεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές και ερευνητές είναι οι Κινέζοι και όταν η απλή αλήθεια λέει ότι 3 δισ. ανθρώπων προφανώς συγκροτούν μια διανοητική μάζα, Ινδία και Κίνα μαζί πολύ μεγαλύτερη από τη διανοητική μάζα της ευρωπαϊκής ηπείρου-εγώ θα σας έλεγα από τη διανοητική μάζα της ευρωπαϊκής ηπείρου και των ΗΠΑ μαζί -τότε αντιλαμβάνεστε ότι δεν μπορεί να επαναπαυόμαστε σε τέτοιου είδους προσεγγίσεις, ούτε στο συγκριτικό πλεονέκτημα που κάπου έχει η Ευρώπη σε σχέση με την Αμερική, κάπου η Αμερική σε σχέση με την Ευρώπη.

Αλλά το μεγάλο θέμα, κατά τη γνώμη μου, της επόμενης δεκαετίας είναι αυτό το τεράστιο ντάμπινγκ που γίνεται το κοινωνικό και το περιβαλλοντικό και η Ε.Ε. οφείλει να το βρει και να το αντιμετωπίσει μέσα σε όλα τα διεθνή φόρα με άποψη πολιτική και με ικανότητα διαπραγμάτευσης και πίεσης για να διασώσει την προοπτική της, το μοντέλο ζωής της και το μοντέλο ανάπτυξής της. Και πιστεύω ότι σ’ αυτό προσφέρει πάρα πολύ μεγάλες υπηρεσίες ο Δημήτρης Μάρδας με το βιβλίο του, γιατί καταγράφει συστηματικά όλα τα στοιχεία, τα αναλύει, τα θυμίζει και πρέπει σίγουρα όταν διανύουμε μια τόσο κρίσιμη φάση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όπως αυτή με το σύνταγμα, να θυμόμαστε τι έγινε σε προηγούμενες φάσεις, γιατί αυτό μας επιτρέπει να αντλούμε επιχειρήματα και να κάνουμε καλύτερες διαγνώσεις και καλύτερες προγνώσεις πολιτικές και σε εθνικό και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

 


*Η παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Μάρδα  «Από την ΕΟΚ στην Ε.Ε», εκδόσεις Ζυγός, 2005, πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα «Δημήτρης Κωνσταντόπουλος», Νομική Σχολή του ΑΠΘ

 

 

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2005Παρουσιάσεις Βιβλίων