27 Φεβρουαρίου 2006

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου κατά την παρουσίαση του βιβλίου των Μ. Ιγνατίου, Κ. Βενιζέλου και Ν. Μελέτη «Σχέδιο Ανάν - Μυστικό παζάρι»


Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, μου έλεγε τώρα ο Μιχάλης Ιγνατίου ότι είχα την ευκαιρία και τη χαρά να παρουσιάσω και το προηγούμενο βιβλίο που είχανε γράψει με τον Κώστα Βενιζέλο, με τον οποίο δεν μας συνδέει καμία συγγένεια, αλλά απλώς καλή γνωριμία και φιλία και χαίρομαι γιατί τώρα στην παρέα προστέθηκε και ο Νίκος Μελέτης και έχουμε αυτό το πολύ ωραίο πολιτικοδιπλωματικό θρίλερ, ουσιαστικά ένα σπουδαστήριο της σύγχρονης διπλωματικής ιστορίας της χώρας μας, γύρω από το κορυφαίο πρόβλημά μας που είναι το Κυπριακό.

Δεν ξέρω πώς είχαν προγραμματίσει οι οργανωτές τις εκδηλώσεις παρουσίασης του βιβλίου αυτού, αλλά σήμερα έχουμε την πολύ ενδιαφέρουσα σύμπτωση να είμαστε  λίγες μόλις ώρες πριν από την αυριανή συνάντηση στο Παρίσι του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών με τον πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο και είμαστε λίγες μόλις ημέρες μετά από πολύ σημαντικές εξελίξεις στο Κυπριακό με αφορμή την άρνηση της Τουρκίας να αποδεχθεί τον ελλιμενισμό πλοίου με κυπριακή σημαία στη Μερσίνα και την αλλαγή της βρετανικής στάσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι ώστε η Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων να λάβει άλλες πολύ σημαντικές αποφάσεις σε σχέση με την πορεία των δύο κανονισμών που βρίσκονται στο τραπέζι εδώ και πάρα πολύ καιρό. Του κανονισμού για την χρηματοδότηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας που απελευθερώνεται και του κανονισμού για το εμπόριο με τα κατεχόμενα που αλλάζει νομική βάση και άρα οι εξελίξεις έρχονται πολύ κοντά στις επίμονες προτάσεις της Κυπριακής κυβέρνησης όπως τις είχε παρουσιάσει τους τελευταίους μήνες πολλές φορές και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Συμβούλιο Υπουργών.

Αυτό δείχνει ότι η επικαιρότητα του Κυπριακού είναι διαρκής και άρα το βιβλίο που παρουσιάζουμε δεν έχει απλά και μόνο τεράστιο δημοσιογραφικό και ιστορικό ενδιαφέρον και διδακτικό με την εθνική έννοια του όρου, αλλά έχει και ένα ενδιαφέρον λόγω της διαρκούς επικαιρότητάς του.

Η τοποθέτηση πριν από λίγες μέρες στη θέση της υπουργού των Εξωτερικών της κ. Ντόρας Μπακογιάννη, σύμφωνα με πολλά δημοσιεύματα προκαλεί προβληματισμό στην μεγαλόνησο.

Είχα την ευκαιρία να βρίσκομαι εκεί πριν από μια εβδομάδα ακριβώς, την προηγούμενη Παρασκευή και το προηγούμενο Σάββατο και κλήθηκα να απαντήσω σε πολλές δημοσιογραφικές και πολιτικές ερωτήσεις. Η απάντηση λοιπόν στα ερωτήματα αυτά είναι κατά τη γνώμη μου πάρα πολύ απλή. Η αλήθεια είναι ότι και τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα, τα δύο μεγάλα ελλαδικά κόμματα εξουσίας, το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, τάχθηκαν πράγματι είτε ευθέως είτε εμμέσως πλην σαφώς, υπέρ της αποδοχής του σχεδίου Ανάν. Και ο ελληνικυπριακός λαός με ένα ηχηρό και σαφέστατο 76% που δεν επιδέχεται καμίας απολύτως αμφισβήτησης ή παρερμηνείας απέρριψε το σχέδιο Ανάν στο δημοψήφισμα του Απριλίου του 2004. Τι έχει συμβεί; Τι είχε συμβεί; Γιατί εμφανίστηκε αυτή η έντονη διάσταση; Γιατί φτάσαμε σ’ αυτό το οριακό σημείο; Θα έλεγα έτσι με μια πρωτοβάθμια ανάλυση ότι τα ελλαδικά πολιτικά κόμματα εξουσίας αντιμετώπισαν το ζήτημα με έναν κάπως διεθνοπολιτικό αποστασιοποιημένο και «εργαστηριακό» τρόπο, ενώ ο Κυπριακός ελληνισμός αντιμετώπισε το ζήτημα αυτό βιωματικά, το αντιμετώπισε επί του πεδίου, το αντιμετώπισε βλέποντας τη λειτουργική ή μάλλον τη δυσλειτουργική προοπτική του σχεδίου αυτού. Άρα ουσιαστικά εκδήλωσε μια βαθύτερη ανησυχία και μια βαθύτερη βούληση, την οποία κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει, κανείς δεν μπορεί να λοιδορήσει και κυρίως κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Αυτό λοιπόν που προκύπτει από το βιβλίο των τριών έγκριτων και θα έλεγα αφοσιωμένων απόλυτα στη δουλειά τους δημοσιογράφων, είναι πως το σχέδιο Ανάν απερρίφθη μεν ως ουσία και ως περιεχόμενο, έχει διαμορφώσει όμως ένα πάρα πολύ σημαντικό κεκτημένο λόγω της διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Και το κεκτημένο αυτό πρέπει να το δούμε βεβαίως όχι με τα μάτια που τώρα έχουμε, με την οπτική γωνία που τώρα έχουμε διαμορφώσει αλλά ή δυνατόν με βάση τα δεδομένα εκείνης της συγκυρίας που ήταν εξελισσόμενη υπό πολύ έντονη διεθνή και εσωτερική πίεση.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σχέδιο Ανάν μπήκε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπό διαφορετικές συνθήκες και έφτασε στα δημοψηφίσματα υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες. Κατ’ αρχάς επήλθε μια πάρα πολύ σημαντική αλλαγή την οποία τη θεωρούμε ως αυτονόητη, αλλά τότε δεν ήταν. Η ένταξη της Κυπριακής δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό δεν ήταν ολοκληρωμένο ούτε με την υπογραφή της συνθήκης των Αθηνών στη Στοά του Αττάλου το 2003, ούτε με το δημοψήφισμα αυτό καθεαυτό γιατί έπρεπε να ολοκληρωθούν και οι διαδικασίες κύρωσης και επικύρωσης της συνθήκης ένταξης των Αθηνών από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έπρεπε να φτάσουμε στην 1η Μαΐου του 2004, έπρεπε δηλαδή να είμαστε την επομένη του δημοψηφίσματος για να έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα της ολοκλήρωσης της ενταξιακής δημοκρατίας. Και μόνο το γεγονός ότι η Συνθήκη των Αθηνών ήταν ένα ενιαίο κείμενο για τα δέκα νέα κράτη μέλη, άρα δεν μπορούσε να γίνει διαχωρισμός της κυρωτικής διαδικασίας ως προς την Κύπρο, ήταν μια πολύ μεγάλη υπόθεση. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο μπορεί να επηρέασε καταστάσεις και στάσεις το γεγονός ότι βασικός μας στόχος ήταν η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σίγουρα η συμμετοχή στη διαδικασία διαπραγμάτευσης του σχεδίου λειτούργησε ως εμβρυουλκό για να φτάσουμε στην ποθούμενη ένταξη, κάτι που όπως είπα δεν ήταν καθόλου βέβαιο.

Το δεύτερο κεκτημένο είναι ότι μέσα από μια περίεργη εξέλιξη της ιστορίας, η οποία ποτέ δεν είναι καθαρή και στην οποία πάντα αναμειγνύονται θετικά και αρνητικά στοιχεία και επειδή ουδέν κακό αμιγές καλού, η Κυπριακή Δημοκρατία ως διεθνής νομική προσωπικότητα μία και μόνη, τελεί υπό τον πλήρη και απόλυτο έλεγχο της ελληνοκυπριακής πλευράς και αυτό είναι αν θέλετε ένα πολύ σημαντικό στοιχείο το οποίο αναγνωρίσθηκε διεθνώς και από την Ευρωπαϊκή Ένωση και λόγω της ένταξης στην Ε.Ε., αλλά συνιστά και ένα κεκτημένο της διαδικασίας διαπραγμάτευσης του σχεδίου Ανάν και έναν διαχωρισμό του κεκτημένου της συνθήκης της Ζυρίχης και του Λονδίνου.

Διότι ας μην ξεχνάμε ότι αυτό το κράτος γεννήθηκε ως ένα υβρίδιο το 1960 με έντονα δικοινοτικά χαρακτηριστικά τα οποία ουσιαστικά δεν λειτούργησαν παρά μόλις τρία χρόνια και αυτό με πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία. Από το 1963 και μετά έχει αρχίσει μια τεράστια περιπέτεια που κορυφώθηκε το 1974 με την εισβολή και τη συνεχιζόμενη από τότε κατοχή, το να βλέπεις μετά το 1960 να έχει διαμορφωθεί αυτή η διεθνής νομική προσωπικότητα και να λειτουργεί ως κράτος και αυτό το πολιτικό, αυτή η πολιτική οντότητα να τελεί υπό τον απόλυτο έλεγχο της ελληνοκυπριακής πλευράς είναι κάτι σημαντικό, είναι κάτι που τελικά γίνεται αποδεκτό από όλη τη διεθνή κοινότητα και τη διεθνή έννομη τάξη.

Το τρίτο στοιχείο, το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό είναι ότι ίσως έπρεπε να φτάσουμε στο 2004 για να καταλάβουμε τι εννοούσαν οι συμφωνίες υψηλού επιπέδου Μακαρίου - Ντενκτάς και Κυπριανού - Ντενκτάς το 1977 και το 1979 όταν έγινε δεκτό ως στερεότυπο σχεδόν το περιβόητο: «συμφωνούμε σε μια δικοινοτική διζωνική ομοσπονδιακή λύση». Ωραία τι σημαίνει μια δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδιακή λύση; Σημαίνει κάτι που είναι λίγο ή πολύ κοντά σε αυτό που περιγράφει το σχέδιο Ανάν. Ή για να το πω διαφορετικά βεβαίως και η χειρότερη δυνατή ίσως εκδοχή περιγράφηκε στο σχέδιο Ανάν 5, αλλά σίγουρα η μελέτη σε βάθος των στοιχείων μιας δικοινωτικής, διζωνικής λύσης μας δείχνει ότι πολλά προβλήματα είναι προβλήματα του πυρήνα και όχι της περιφέρειας της λύσης αυτής. Και αυτό φάνηκε από την ενδελεχή διαπραγμάτευση του σχεδίου Ανάν.

Και φτάνουμε στο κορυφαίο κεκτημένο που είναι κατά τη γνώμη μου μια ετερογωνία των σκοπών σε πάρα πολύ υψηλή κλίμακα. Διότι από το πολύπλοκο υβριδιακό σχοινοτενές κείμενο του σχεδίου Ανάν, που ήταν μια άσκηση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, των Αμερικανών και των Βρετανών που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα μοντέλο ικανό να εφαρμοστεί και σε άλλες περιοχές του κόσμου, φτάσαμε σε μια πάρα πολύ απλή παραδοχή. Ότι η τελική απόφαση ανήκει στον Κυπριακό λαό, ανήκει στις δύο κοινότητες. Άρα για πρώτη φορά από το 1959 θα έλεγα από την εποχή του απελευθερωτικού αγώνα κατά της βρετανικής κυριαρχίας φτάσαμε για πρώτη φορά το 2004 με την συμφωνία γύρω από το σχέδιο Ανάν, την περιβόητη συμφωνία της Νέας Υόρκης, η οποία έχει προκαλέσει πάρα πολύ συζήτηση στην παραδοχή μιας αλήθειας. Ότι το Κυπριακό είναι εν τέλει ζήτημα εσωτερικής πολιτικής κυριαρχίας, ζήτημα δημοκρατίας ενός λαού μικρού σε μέγεθος, αλλά αρμόδιου να αποφασίσει για τη μοίρα του. Ενώ η παγκόσμια τάση είναι διαφορετική, ενώ στην εποχή της παγκοσμιοποίησης των ασύμμετρων απειλών και της νέας τάξης αμφισβητείται εντονότατα και καθημερινά η εθνική κυριαρχία και η αρμοδιότητα των λαών να αποφασίζουν, ο μικρός και ταλαιπωρημένος κυπριακός λαός αποκτά την αρμοδιότητα να αποφασίσει και αποκτά το σθένος να απορρίψει ένα σχέδιο το οποίο έχει ακολουθήσει τη διαδρομή του σχεδίου Ανάν. Αυτό είναι ένα κεκτημένο το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί για καμία επόμενη πρωτοβουλία οποιασδήποτε μορφής. Η κατάληξη θα είναι δημοψήφισμα, θα είναι η απευθείας έκφραση της βούλησης του κυπριακού λαού και αυτό νομίζω ότι περιγράφεται με εξαιρετικό τρόπο στο βιβλίο γιατί ένα από τα πιο ωραία κεφάλαια είναι το κεφάλαιο της Νέας Υόρκης ως θρίλερ βεβαίως διπλωματικό, φυσικά το ίδιο ισχύει και με το κεφάλαιο για την Κοπεγχάγη, και με το κεφάλαιο για τη Χάγη και με το κεφάλαιο για το Μπύργκενστοκ που είναι και η κορύφωση αυτού του διπλωματικού δράματος, αυτού του θρίλερ. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι έχει γίνει αποδεκτή, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς όχι μόνον η αρχή της εσωτερικής πολιτικής κυριαρχίας που πάντα την ήθελαν οι Κύπριοι, γιατί το σύνταγμα του 1960 ήταν ένα πρωτοφανές για την εποχή εκείνη διεθνές κατασκεύασμα, όπου η συντακτική εξουσία ασκήθηκε από διεθνείς δυνάμεις με τη μορφή μιας διεθνούς σύμβασης τώρα αυτό έχει γενικευθεί είναι ένα φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο και πάντα ήθελαν, ας το πούμε έτσι, την εθνικοποίηση της συντακτικής εξουσίας. Είναι ένα αίτημα που ο Καναδάς προέβαλε επί δεκαετίες ολόκληρες σε σχέση με το βρετανικό κοινοβούλιο, τον επαναπατριωτισμό όπως λέγεται του συντάγματός τους. Αυτό πετυχαίνεται για πρώτη φορά με το δημοψήφισμα σε συνδυασμό όμως με την αρχή της πολιτικής ισοτιμίας των δύο κοινοτήτων. Γιατί έχουμε δύο δημοψηφίσματα και έχουμε δύο δημοψηφίσματα τα οποία κινούνται παράλληλα, ταυτόχρονα και πρέπει να υπάρξει συμφωνία των δύο κοινοτήτων η οποία μπορεί να εκφραστεί βέβαια σε μια άλλη διαδικασία και με άλλον τρόπο για παράδειγμα μέσα από ένα αντιπροσωπευτικό μικτό σώμα, από μια συντακτική συνέλευση, η οποία θα μπορούσε να διευθετήσει τις λεπτομέρειες πριν τεθεί η οποιαδήποτε λύση στην κρίση του κυπριακού λαού.

Τώρα τι συνέβη; Αυτό το οποίο συνέβη βεβαίως για να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε είναι κατ’ αρχάς και πάλι μια τετραπλή εσωτερική πολιτική αλλαγή που την αξιολογούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι συγγραφείς του βιβλίου. Είχαμε όπως όλοι ξέρουμε αλλαγή στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό όλων των εμπλεκομένων παραγόντων. Είχαμε μια νέα κυβέρνηση στην Τουρκία την κυβέρνηση Ερντογάν, η οποία θέλει να δώσει άλλον τόνο στη λεγόμενη δυτική, δηλαδή ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, μια άλλη κυβέρνηση στην Ελλάδα η οποία κατ’ ανάγκη αντιμετώπισε τα θέματα με πιο αμυντικό και επιφυλακτικό τρόπο από ότι η κυβέρνηση η προηγούμενη. Είχαμε αλλαγή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας με δεδομένες τις απόψεις του νέου προέδρου σε σχέση με τον πρόεδρο Κληρίδη και είχαμε και αλλαγή στην ηγεσία της Τουρκοκυπριακής πλευράς και του λεγόμενου Τουρκοκυπριακού κράτους, μια αλλαγή η οποία νομίζω ότι ήταν και η πιο σημαντική από τις τέσσερις γιατί ένα δεδομένο της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής στρατηγικής που έλεγε ότι πάντα αποδεχόμαστε τις πρωτοβουλίες και το διαδικαστικό πλαίσιο του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, αλλά πάντοτε βρίσκουμε μπροστά μας την αδιαλλαξία του κ. Ντενκτάς έπαψε να ισχύει. Αυτή η ανατροπή του βασικού πλαισίου, της βασικής παραδοχής δεκαετιών ολόκληρων νομίζω ότι ήταν και το πιο καθοριστικό στοιχείο που διαπερνά τις κινήσεις των πρωταγωνιστών στο βιβλίο αυτό. Γιατί εάν έχουμε τους πρωταγωνιστές, έχουμε τα λόγια τους, έχουμε τις εξηγήσεις τους και έχουμε και το μυαλό τους, στο οποίο δεν μπορεί να εισχωρήσει ο δημοσιογράφος γιατί δεν έχει τα τεχνικά μέσα να το κάνει αυτό, τότε βεβαίως πρέπει να κάνουμε ορισμένες υποθέσεις και η βασική υπόθεση είναι ότι είχαμε τέσσερις εσωτερικές πολιτικές αλλαγές και μια αλλαγή του βασικού πλαισίου αναφοράς σε σχέση με τη διαδικασία του ΟΗΕ και την αδιαλλαξία του Ντενκτάς, που άλλαξαν το σκηνικό και δημιούργησαν αυτή την πολύ μεγάλη ιστορική ετερογωνία που φτάνει στο σχέδιο Ανάν.

Και από το σχέδιο Ανάν αυτό που εγώ θα κρατούσα είναι ο απόλυτος σεβασμός στην βούληση των ίδιων των Κυπρίων που γνωρίζουν και γνωρίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον και σίγουρα γνωρίζουν καλύτερα από εμάς και βέβαια την διεθνή παραδοχή πως χωρίς δημοψήφισμα, δηλαδή χωρίς άμεση έκφραση της βούλησης του Κυπριακού λαού δεν μπορεί να υπάρξει άλλη λύση.

Πιστεύω λοιπόν ότι το βιβλίο αυτό, το οποίο το θεωρώ βιβλίο αναφοράς, πραγματικά βιβλίο αναφοράς, μαζί με όλα τα άλλα βιβλία τα οποία έχουν κυκλοφορήσει την τελευταία περίοδο γύρω από την υπόθεση αυτή. Θα μου επιτρέψετε να αναφέρω το βιβλίο του Κύπρου Χρυσοστομίδη που παρουσιάσαμε την προηγούμενη εβδομάδα στην Λευκωσία μαζί με τον Δημήτρη Χριστόφια, το βιβλίο της κ. Πάλη, της βασικής Βρετανίδας συνταγματικού συμβούλου της Κυπριακής Κυβέρνησης για το Κυπριακό που το εμφανίζει ως μια καταστροφή, ας το πούμε έτσι της διεθνούς διαδικασίας το βιβλίο του ίδιου του Λόρδου Χάνι το οποίο νομίζω ότι είναι και αυτό ένα σημείο αναφοράς για τη βρετανική οπτική γωνία και το βιβλίο ενός νέου επιστήμονα Έλληνα που διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο του Άγγελου Συρίγου για το σχέδιο Ανάν, είναι τέσσερα πολύ βασικά βιβλία αναφοράς για ένα εργαστήριο αντοχής των υλικών και του συνταγματικού δικαίου και του διεθνούς δικαίου που είναι η Κύπρος.

Η Κύπρος όπως ξέρουν πολύ καλύτερα οι συγγραφείς του βιβλίου είναι από τη δεκαετία του ’50 έως τώρα σε συνδυασμό και με την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, αλλά και σε συνδυασμό με την κατάρρευση των χωρών του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού και τη γέννηση πολλών νέων κρατών στην ευρύτερη περιοχή ένα πάντα ανοικτό και πάντα ζωντανό εργαστήριο αντοχής των υλικών και του εσωτερικού και του διεθνούς δημοσίου δικαίου. Και ως εκ τούτου η συμβολή των τριών δημοσιογράφων, συγγραφέων, ερευνητών -και το λέω αυτό με τον έπαινο που εμπεριέχει η λέξη αυτή- είναι τεράστια και τους συγχαίρω και τους ευχαριστώ θερμά.



*Η παρουσίαση του βιβλίου των  δημοσιογράφων Μιχάλη Ιγνατίου, Κώστα Βενιζέλου και Νίκου Μελέτη με τίτλο: «Σχέδιο Ανάν - Μυστικό παζάρι», Εκδόσεις «Λιβάνη», Αθήνα, 2005, πραγματοποίηθηκε στο Αμφιθέατρο Μουσείο Αθλητισμού

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2006Παρουσιάσεις Βιβλίων