8 Νοεμβρίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί των άρθρων 54, 55, 58 και 6 του Συντάγματος.



1. Το κεκτημένο του 2001 ως προς το εκλογικό σύστημα

Η διάταξη για το εκλογικό σύστημα, όπως διαμορφώθηκε κατά την αναθεωρητική διαδικασία του 1995-2001, είναι επαρκέστατη και λειτουργική. Η θεσμική εγγύηση που περιλαμβάνει το ελληνικό Σύνταγμα, προβλέποντας το νόμο αυξημένης πλειοψηφίας 2/3 για το εκλογικό σύστημα ή την εφαρμογή τυχόν νέου εκλογικού συστήματος από τη μεθεπόμενη εκλογική αναμέτρηση, είναι μία διάταξη διεθνώς πρωτότυπη και, κατά τα γνώμη μου, ριζοσπαστική και μιμητέα από άλλα Συντάγματα. Στη διεθνή συζήτηση μάλιστα, ο θεσμός του νόμου αυξημένης πλειοψηφίας θεωρείται μία εγγύηση θεσμικής συναίνεσης και άρα ένα μέτρο αναβάθμισης του πολιτικού πολιτισμού, που πρέπει να ισχύει, όταν αντιμετωπίζονται θέματα που αφορούν την αναπαραγωγή των συσχετισμών στο εκλογικό Σώμα. Γι’ αυτό προβλέπουμε αυξημένες πλειοψηφίες στον εκλογικό νόμο, στο νόμο για την ψήφο των εκτός Επικρατείας πολιτών και βέβαια στη διαδικασία επιλογής των ανεξαρτήτων αρχών. Πρόκειται για πολύ μεγάλες καινοτομίες.

Έχουμε καταφέρει στην Ελλάδα στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, να έχουμε ένα σταθερό εκλογικό σύστημα. Ο Α. Παντελής έχει αποδείξει επιστημονικά ότι από το 1961 και μετά, όλες οι εκλογικές αναμετρήσεις, εάν γίνονταν με οποιοδήποτε από τα ισχύοντα εκλογικά συστήματα, θα οδηγούσαν με ελάχιστες αποκλίσεις στο ίδιο εκλογικό, στο ίδιο αριθμητικό αποτέλεσμα κατανομής εδρών.  Η εμπειρία μας είναι καλύτερη, από ό,τι φαίνεται, δια γυμνού οφθαλμού. Και το 2001 συμφωνήσαμε εγγυήσεις οι οποίες εφαρμόζονται -διότι ο νόμος που ψήφισε η κυβέρνησή μας με εισήγηση του κ. Σκανδαλίδη, θα εφαρμοστεί τώρα, στις μεθεπόμενες εκλογές- και αποδίδουν αποτελέσματα.

Δεν έχουμε ανάγκη από καμία τροποποίηση. Είμαστε πολύ προωθημένοι για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ούτε υπάρχουν Συντάγματα στην Ευρώπη, πλην ελαχιστοτάτων εξαιρέσεων, που να προβλέπουν πιο συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα. Είναι λάθος, είναι μία αγκύλωση ιστορική που δεν πρέπει να υπάρξει στα Συντάγματα.  

2. Το λεγόμενο γερμανικό σύστημα

Είχε τεθεί στην προηγούμενη αναθεωρητική διαδικασία το ενδεχόμενο να πάμε σ’ ένα εκλογικό σύστημα γερμανικού τύπου με ευρείες περιφέρειες ή με τη χώρα ως μία ενιαία περιφέρεια και πολλές μικρές μονοεδρικές; Δηλαδή σ’ ένα σύστημα βουλευτών δύο καταγωγών, μία ομάδα βουλευτών με ευρεία νομιμοποίηση, ενδεχομένως, με λίστα, ενδεχομένως από όλη την επικράτεια ή από μεγάλες περιφέρειες και μία ομάδα βουλευτών εκλεγομένων πλειοψηφικά από μονοεδρικές, λίγο-πολύ κατά το γερμανικό πρότυπο. Όμως, το γερμανικό πρότυπο διασφαλίζει και αναλογικότητα και πλειοψηφικότητα, επειδή έχει μεταβλητό το συνολικό αριθμό Βουλευτών.  Τέθηκε αυτό; Βεβαίως τέθηκε και υπήρξε εντονότατη αντίδραση πρωτίστως εκ μέρους των Βουλευτών του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Οι Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. σχεδόν σύσσωμοι αντέδρασαν εντονότατα, ακόμα και στην περίπτωση μικρών λεκτικών μεταβολών στη διάταξη που θα μπορούσε να προοιωνίζεται διπλό σύστημα εκλογής. Και αυτό απεσύρθη, αυτή η μικρή λεκτική τροποποίηση του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 54, διότι δεν ήθελαν δύο κατηγορίες Βουλευτών. Δεν θέλουν και ορθά κάποιοι να εκλέγονται μέσα από ένα σύστημα εσωκομματικών πελατειακών σχέσεων και κάποιοι άλλοι να εκλέγονται με πλειοψηφικό σύστημα και μάλιστα σχετικής πλειοψηφίας, κατά πάσα πιθανότητα, που θα αλλοιώσει όλες τις συμπεριφορές και θα περιορίσει πάρα πολύ τη δυνατότητα εκπροσώπησης των μικρών κομμάτων, όπως είναι το Κ.Κ.Ε. και ο Συνασπισμός.

Υπάρχουν παραδόσεις στις χώρες, υπάρχουν οντότητες γεωγραφικές που εκφράζονται και δεν μπορούν οι εκλογικές περιφέρειες να είναι αποσυνδεδεμένες από αναπτυξιακές οντότητες, από διοικητικές οντότητες, από τοπικές κοινωνίες συγκροτημένες, οι οποίες έχουν μία παράδοση, μία λογική, μία συνέχεια. Δεν είναι αμιγώς εκλογικές.

Η εκλογική γεωμετρία επηρεάζει το αποτέλεσμα πολύ περισσότερο από την εκλογική αριθμητική. Όταν έχεις μικρές ή μεγάλες περιφέρειες, η αναλογικότητα ή η πλειοψηφικότητα διαμορφώνονται εκ των πραγμάτων. Και η μονοεδρική περιφέρεια είναι εκ των πραγμάτων μία πλειοψηφική περιφέρεια. Άρα, πιστεύω ότι δεν πρέπει να θιγεί με τίποτα το άρθρο 54, παράγραφος 1.

3. Οι βουλευτές επικρατείας

Ως προς τους Βουλευτές Επικρατείας τώρα. Και το ότι έχουμε δώδεκα τέτοιους Βουλευτές, το θεωρώ πολύ. Είναι ελάχιστες στην ιστορία της μεταπολίτευσης οι περιπτώσεις λαμπρών προσώπων, που εισήλθαν για να κοσμήσουν το Κοινοβούλιο. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν πολιτεύτηκαν στη συνέχεια και έκαναν μία θητεία, ακόμα και όταν τιμήθηκαν με υπουργικά αξιώματα και, άρα, ενισχύθηκε η δυνατότητά τους να εκλεγούν με σταυρό προτίμησης. Υπάρχουν βεβαίως και πολιτικά πρόσωπα που είχαν εκλεγεί ή επανεκλέχθηκαν με σταυρό προτίμησης και σε κάποια ενδιάμεση φάση της πορείας τους, ανεδείχθησαν ως Βουλευτές Επικρατείας. Αυτές είναι ειδικές περιπτώσεις, που όμως δεν εντάσσονται σ’ αυτήν τη λογική των επιλέκτων κοινωνικών προσωπικοτήτων με αδυναμία εκλογής. Δεν έχει αδυναμία εκλογής ο κ. Μάνος ή η κ. Δαμανάκη, διότι έχουν πολλές φορές εκλεγεί με σταυρό προτίμησης και είμαι βέβαιος ότι θα εκλεγούν και στο μέλλον με σταυρό προτίμησης.  Άρα ή θα μείνει αλώβητη η διάταξη, γιατί είναι αρκετά μεγάλη αυτή η δυνατότητα των δώδεκα Βουλευτών ή ας αναζητήσουμε άλλους τρόπους. Μπορεί κάποιος να προσφέρει με πολλούς τρόπους στο Κοινοβούλιο, στον κοινοβουλευτισμό, στην πολιτική ζωή του τόπου.  

4. Η ηλικία του εκλέγεσθαι

Ως προς την ηλικία του εκλέγεσθαι, νομίζω ότι είναι μία συμβολικού χαρακτήρα χειρονομία και κανονικά θα έπρεπε δια νόμου να ρυθμίζεται και η ηλικία του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος. Γιατί αφήνουμε το νόμο να ρυθμίζει το δικαίωμα του εκλέγειν; Ας αφήσουμε και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Δεν έχει νόημα.

Μπορεί αύριο το δεκαοκτώ να γίνει δεκαέξι, όπως έγινε στη Μεγάλη Βρετανία και μπορεί το δικαίωμα του εκλέγεσθαι από τα είκοσι ένα να πάει στα είκοσι. Θέλω να πω ότι αλλάζουν τα δεδομένα τα κοινωνικά, τα βιολογικά, τα πάντα. Ας το παραπέμψουμε, λοιπόν, στο νόμο. Εν πάση περιπτώσει, αν θέλουμε να υπάρχει όριο στο Σύνταγμα, ας κατέβει από τα είκοσι πέντε στα είκοσι ένα. Κάντε και εσείς, ως Πλειοψηφία, μια χειρονομία.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ιωάννης Τραγάκης): Κύριε Βενιζέλο, μου επιτρέπετε μια διακοπή;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε.  
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ιωάννης Τραγάκης): Πάλι θα αναφερθώ στην εμπειρία. Ξέρετε πόσοι Βουλευτές από το 1974 και μετά έχουν εκλεγεί σε ηλικία είκοσι πέντε ετών; Τέσσερις! Καταθέτω, λοιπόν, αυτήν την εμπειρία.  
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Αν μειώσουμε το όριο, θα αυξηθούν.  Εν πάση περιπτώσει, εδώ υπάρχουν συμβολισμοί στη σχέση του πολιτικού συστήματος και του κοινοβουλευτικού συστήματος με τη νέα γενιά. Πρέπει να φαίνεται γενναιόδωρη και ελαστική η Βουλή και πρέπει να προσελκύει τους νέους ανθρώπους και να τους στέλνει μηνύματα. Δεν σημαίνει ότι πράγματι θα εκλεγεί κάποιος σε ηλικία είκοσι ενός ετών, αλλά πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα αυτή. Τους εμπιστευόμαστε να είναι δήμαρχοι και δεν μπορούμε να τους εμπιστευτούμε να μαθητεύσουν στα κοινοβουλευτικά έδρανα; Ασκούν ενεργό διοίκηση!  

5. Ο δικαστικός έλεγχος των εκλογών

Τώρα, ως προς το άρθρο 58, επιφυλάσσομαι να μιλήσω, όταν θα ασχοληθούμε με το συνταγματικό δικαστήριο. Η προσέγγισή μου είναι τελείως διαφορετική. Το θέμα της συνταγματικής δικαιοσύνης είναι δεκτικό πολύ μεγάλων συζητήσεων και διευκρινήσεων. Υπάρχουν πολλές παρεξηγήσεις, παρερμηνείες και φαινόμενα που «απατούν» στο ζήτημα αυτό. 

Το θέμα είναι ένα και μόνο, πώς θα επιλέγεται το δικαστήριο. Και βέβαια, η δική μου άποψη είναι ότι η λύση είναι μία και μόνο, δοκιμασμένη στην Ευρώπη. Θα πρέπει να επιλέγεται από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία. Δεν μιλάω για τακτικό δικαστήριο και δεν μιλάω για σύνθεση από τακτικούς δικαστές, αλλά για προερχόμενους από το Δικαστικό Σώμα, αλλά και από άλλα σώματα, επιλεγόμενους συναινετικά, λόγω της ποιότητας και της μετριοπάθειάς τους, με πλειοψηφία 2/3.

6. Η βουλευτική ασυλία

Τώρα, ως προς το θέμα της ασυλίας, είχα την ευκαιρία στην Ολομέλεια, την προηγούμενη Τετάρτη, να αναπτύξω τη διάκριση μεταξύ του «ανευθύνου» του Βουλευτή κατά το άρθρο 61 -το οποίο περιβάλλει ως θεσμική εγγύηση το Βουλευτή κατά την άσκηση των καθηκόντων του- και του «ακαταδίωκτου» που αφορά άλλα θέματα που ρυθμίζονται από το άρθρο 62.

Από τη συζήτηση, προέκυψε ότι στη Βουλή υπάρχει ζήτημα κατανόησης του ιδιαίτερου χαρακτήρα του άρθρου 61. Τι νόημα έχει η αποκλειστική προθεσμία και τι νόημα έχει το ανέγκλητο των πράξεων; Και ετέθη θέμα στη συζήτηση για το αν καλύπτεται και η αστική ευθύνη, κάτι που πρέπει να συζητήσουμε. Ίσως χρειάζεται να προστεθεί μια ολόκληρη πρόταση αναθεώρησης, ώστε να υπάρξει ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 61. Ερμηνευτική δήλωση μόνο, χωρίς να θιγεί το σώμα του.

Το άρθρο 62 είναι μια παμπάλαια διάταξη και υπό αυτό το άρθρο στεγάστηκε επί δεκαετίες μία κακή πρακτική. Δεν υπήρχε η δυνατότητα άρσης ασυλίας, κάτι που νομίζω ότι υπονόμευε το κύρος της Βουλής. Τα τελευταία χρόνια, μετά την τροποποίηση του Κανονισμού και την έναρξη λειτουργίας της Επιτροπής Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας, με την ίδια συνταγματική διατύπωση έχουμε διαμορφώσει και ακολουθούμε μια πολύ ισορροπημένη και αξιόπιστη πρακτική. Αφού, λοιπόν, το Σύνταγμα το επιτρέπει αυτό, γιατί να θίξουμε το Σύνταγμα;

Υπάρχει, όμως, ένα θέμα το οποίο θέτει η Νέα Δημοκρατία. Να αντιστρέψουμε το τεκμήριο; Δηλαδή, να πούμε ότι η Βουλή παρέχει άδεια δίωξης ή να πούμε ότι η δίωξη ασκείται, αλλά η Βουλή μπορεί να την απαγορεύσει παρέχοντας ασυλία; Κατά τη γνώμη μου, η ανατροπή του τεκμηρίου δημιουργεί τεράστια δικονομικά, πολιτικά και επικοινωνιακά προβλήματα, διότι η Βουλή θα έρχεται να παρεμποδίσει την κινηθείσα δικαιοσύνη και αυτό είναι σκάνδαλο. Άρα, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ανατραπεί το τεκμήριο. Θα πρέπει να διαφυλάξουμε και να βελτιώσουμε την πρακτική των τελευταίων τριών ετών.
Ερώτημα: Υπάρχει πρόβλημα πρόσκρουσης στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Μήπως το Σύνταγμά μας αντιβαίνει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Και με βάση το άρθρο 28 και τα όσα συζητούμε για το Κοινοτικό Δίκαιο και την υπεροχή του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου έναντι του Συντάγματος, εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα ακόμα πιο σοβαρό θέμα σύγκρουσης του εθνικού Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και άρα, με το ενδεχόμενο καταδίκης της χώρας από το Στρασβούργο και παραπομπής της υπόθεσης στο Συμβούλιο Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ή καταβολή αποζημίωσης και υποχρέωση τροποποίησης του Συντάγματός μας ή της πρακτικής μας;

Λέει, λοιπόν, το Στρασβούργο σε δύο αποφάσεις της 30ης Απριλίου 2003 –Κόρντοβα κατά Ιταλίας και Κόρντοβα κατά Ιταλίας και στις δύο περιπτώσεις, τις οποίες έχω στη διάθεση της Επιτροπής- ότι αυτό που ελέγχει, δεν είναι η γραμματική διατύπωση των εθνικών Συνταγμάτων, αλλά η συγκεκριμένη πρακτική εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Λέει, επίσης, ότι η κοινή συνταγματική παράδοση των ευρωπαϊκών χωρών είναι η βουλευτική ασυλία. Όλα τα Συντάγματα έχουν θεσμούς βουλευτικής ασυλίας. Μάλιστα, η Ιταλία στο άρθρο 68 του Συντάγματός της έχει διάταξη αντίστοιχη μόνο με το δικό μας άρθρο 61–το «ανεύθυνο»- το οποίο, όμως, διευρύνει και σε παράπλευρες περιπτώσεις. Δεν αρκείται στις εν στενή έννοια κοινοβουλευτικές δραστηριότητες και ομιλίες.

Τι είπε, λοιπόν, το Δικαστήριο; Είπε ότι αναγνωρίζουμε το θεσμό, ότι ελέγχουμε τη συγκεκριμένη πρακτική εφαρμογή. Και ελέγχουμε την πρακτική εφαρμογή με κριτήριο το άρθρο 6 της Σύμβασης, δηλαδή, το δικαίωμα του πολίτη για δίκαια δίκη και πρόσβαση σε ανεξάρτητο δικαστήριο, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.

Άρα, λοιπόν, το Δικαστήριο είπε ότι εάν πράγματι έχουμε εν στενή έννοια κοινοβουλευτική δραστηριότητα, η Ιταλία μπορεί να αποκλείσει με την πρακτική της και την ποινική δίκη και την αστική δίκη. Και την ποινική δίκη και την αστική δίκη!

Εάν έχουμε ευρύτερο κύκλο πράξεων, πέρα των εν στενή έννοια κοινοβουλευτικών, τότε πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλίζεται η πρόσβαση σ’ ένα δικαστήριο. Όμως, μπορεί αυτή η πρόσβαση να είναι και σε αστικό δικαστήριο, διότι ούτως ή άλλως ο πολιτικός ενάγων την αστική του αξίωση εισάγει στο ποινικό δικαστήριο. Την ποινική δίωξη την κινεί η πολιτεία. Είναι δημοσίου δικαίου η ποινική δίκη.

Άρα, λοιπόν, αυτό λέει η νομολογία του Στρασβούργου και μπορούμε κάλλιστα, με βάση το άρθρο 61 και το άρθρο 62, όπως έχουν, να διαμορφώσουμε πρακτικές, που έχουμε εν πολλοίς διαμορφώσει, απολύτως συμβατές και με τη σημερινή τρέχουσα ερμηνεία των δύο αποφάσεων -όλων κι όλων- του Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να εμπλουτιστεί, αλλά σίγουρα σ’ αυτήν τη λογική θα κινείται, διότι πάντα έτσι ερμηνεύει και το άρθρο 6 της Σύμβασης και την αρχή της αναλογικότητας. Αυτή είναι η κατάσταση.

Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι δεν χρειάζεται καμία αναθεώρηση στο άρθρο 62, αλλά ενδεχομένως μία ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 61, μόνο για την οριοθέτηση –όχι τον αποκλεισμό, αλλά την οριοθέτηση- της αστικής ευθύνης.

 


*Βλ. σχετικά Ευ. Βενιζέλος, Το αναθεωρητικό κεκτημένο, 2002, σελ. 243 επ. του ίδιου, Συνταγματική αυτοσυνειδησία ή αναθεωρητικός οίστρος;, 2006, σελ. 29 επ.

Tags: Εκλογικό Σώμα | Εκλογικό Σύστημα