29 Ιανουαρίου 2006

Το μείζον ίσως ζήτημα που πρέπει να καταστεί επίκεντρο μιας νέας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας είναι η ριζική αλλαγή του ίδιου του συστήματος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, δηλαδή του ίδιου του δικονομικού πλαισίου ερμηνείας και εφαρμογής του Συντάγματος της χώρας μας.

Στο μέτρο που αληθεύει η ρήση ότι «το σύνταγμα είναι ό,τι ο δικαστής πιστεύει ότι είναι», οι αναθεωρητικές παρεμβάσεις στο σώμα των ουσιαστικών διατάξεων του Συντάγματος είναι άνευ ή περιορισμένης σημασίας, χωρίς αντίστοιχες δικονομικού χαρακτήρα μεταβολές. Υπάρχουν τουλάχιστον τρία ζητήματα, τα οποία είναι αδύνατον να αντιμετωπιστούν, χωρίς μια τέτοια μεταβολή.

Α. Η χάραξη μιας συστηματικής πολιτικής γης, που είναι ο πρώτος και κρισιμότερος συντελεστής ενδογενούς ανάπτυξης, με σεβασμό στην προστασία του περιβάλλοντος.

Β. Η θεσμική ολοκλήρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης και της αποκέντρωσης, σε συνδυασμό με την περιφερειακή οργάνωση του κράτους.

Γ. Η εναρμόνιση του συντάγματος με την ευρωπαϊκή κοινοτική και τη διεθνή έννομη τάξη.

Ο τρόπος με τον οποίον η νομολογία αντιμετωπίζει πολλές από τις αναθεωρημένες διατάξεις του 2001 (π.χ. τις διατάξεις για τα ακραία όρια προσωρινής κράτησης ή για τη χρήση παράνομων αποδεικτικών μέσων) ενισχύει την επιχειρηματολογία μας για την ανάγκη σοβαρής αλλαγής στην ίδια τη δομή της συνταγματικής δικαιοσύνης. Δεν θέλω, μάλιστα, να αναφέρω και πάλι ως επιχείρημα την προκλητική ιστορία της απόφασης (με οριακή πλειοψηφία) του ΑΕΔ για τον τρόπο υπολογισμού των λευκών ψηφοδελτίων.

-Ούτως ή άλλως, διεθνώς μάλλον επικρατούν τα συστήματα συγκεντρωτικού ελέγχου της συνταγματικότητας από ειδικό συνταγματικό δικαστήριο, στο εσωτερικό όμως των οποίων πολύ συχνά προβλέπεται και δυνατότητα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας από τα κοινά δικαστήρια.

-Από την άλλη πλευρά, τα συστήματα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου (όπως αυτό των ΗΠΑ αλλά και το δικό μας) διαθέτουν ισχυρούς μηχανισμούς συγκέντρωσης του ελέγχου στο επίπεδο των ανωτάτων δικαστηρίων μέσα από ποικίλους δικονομικούς μηχανισμούς, που ουσιαστικά μετατρέπουν τον έλεγχο σε συγκεντρωμένο, αφηρημένο ακόμα δε και ευθύ.

Το συνταγματικά κρίσιμο ζήτημα δεν είναι, συνεπώς, η οργάνωση του συστήματος και οι δικονομικές προσβάσεις σ' αυτό. Αλλά ο τρόπος συγκρότησης του αρμοδίου δικαστηρίου και η σχέση του με τα πολιτικά όργανα του κράτους. Δηλαδή, η θεσμική ισορροπία πολιτικής εξουσίας και δικαστικής εξουσίας.

Γι' αυτό και ήταν άνευ θεσμικού νοήματος η πρόταση της Ν.Δ. στη Βουλή του 1996 -που, όπως φαίνεται, επαναφέρει τώρα ο κ. Καραμανλής- να μετονομαστεί το ΑΕΔ του άρθρου 100 σε συνταγματικό δικαστήριο, με την ίδια ουσιαστικά σύνθεση, αλλά με την αρμοδιότητα να προβαίνει σε εκδίκαση όλων των ζητημάτων αντισυνταγματικότητας των διατάξεων τυπικών νόμων, μετά την απευθείας υποχρεωτική παραπομπή σ' αυτό των σχετικών ζητημάτων από όλα τα κοινά δικαστήρια, χωρίς να μεσολαβεί το ανώτατο δικαστήριο του κλάδου.

Η πρόταση αυτή δεν προέβλεπε σοβαρές θεσμικές ισορροπίες μεταξύ Βουλής και συνταγματικού δικαστηρίου, ενώ ανέτρεπε την ισορροπία μεταξύ, αφ' ενός μεν των κοινών δικαστηρίων και ιδίως των τριών ανωτάτων, αφ' ετέρου δε του συνιστώμενου συνταγματικού.

Ενα νέο, θεσμικά ισορροπημένο και λειτουργικό σχήμα πρέπει:

*Να σέβεται τη διάχυτη αρμοδιότητα όλων των δικαστηρίων, να προβαίνουν σε έλεγχο της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας διάταξης τυπικού νόμου.

*Να επιβάλλει την υποχρέωση των δικαστηρίων να παραπέμπουν στο ανώτατο δικαστήριο του κλάδου τους τυχόν ζήτημα ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας διάταξης τυπικού νόμου, εφόσον αυτά άγονται σε αρνητική κρίση.

*Να προβλέπει την εκδίκαση του θέματος αυτού από την ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου και την υποχρέωσή της να παραπέμπει το ζήτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο, εφόσον άγεται σε κρίση για την αντισυνταγματικότητα διάταξης τυπικού νόμου.

*Να εισάγει τη δικονομική δυνατότητα αφηρημένου ελέγχου της συνταγματικότητας τυπικού νόμου ή διατάξεών του απευθείας από το Συνταγματικό Δικαστήριο, ύστερα από αίτημα της κυβέρνησης ή των 2/5 τουλάχιστον του όλου αριθμού των βουλευτών, είτε κατασταλτικά επί ισχύοντος νόμου, είτε και προληπτικά, μετά όμως την ψήφιση του σχεδίου ή της πρότασης νόμου από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, αλλά πριν από την ψήφιση του νόμου από την ολομέλεια ή το τμήμα διακοπής των εργασιών της Βουλής.

Μέσα σε αυτό το ολοκληρωμένο σύστημα δικαστικού ελέγχου, που σέβεται το υφιστάμενο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους σύστημα του διάχυτου ελέγχου και το εμπλουτίζει με δοκιμασμένα στοιχεία εκλογίκευσης και ενοποίησής του από ένα ειδικό συνταγματικό δικαστήριο, δεν έχουν θέσει προτάσεις για ανάθεση στο συνταγματικό αυτό δικαστήριο αρμοδιοτήτων που αφορούν το οργανωτικό μέρος του συντάγματος και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο άσκησης των αρμοδιοτήτων και της σχέσης μεταξύ των αμέσων οργάνων του κράτους (Βουλή, Κυβέρνηση, Πρόεδρος της Δημοκρατίας), εφόσον από τις αρμοδιότητες και τις σχέσεις αυτές δεν προκύπτει τυπικός νόμος ή διοικητική πράξη που αφορά τους διοικούμενους.

Η οριοθέτηση αυτή, που σέβεται πάντα το ελληνικό σύνταγμα, από τη σύσταση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, απορρέει από την ίδια την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και την ίδια τη δημοκρατική αρχή. Είναι δε μια από τις σοβαρότερες εγγυήσεις θεσμικής ισορροπίας μεταξύ αφ' ενός μεν των πολιτικών οργάνων του κράτους, αφ' ετέρου δε των δικαστικών οργάνων.

Το ίδιο ισχύει και ως προς τη λεγόμενη εσωτερική αυτονομία της Βουλής, που επίσης πρέπει να διατηρηθεί. Γι' αυτό και η εσωτερική τυπική συνταγματικότητα του νόμου πρέπει να εξακολουθήσει να ελέγχεται από την ίδια τη Βουλή και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας στη φάση έκδοσης του νόμου, δηλαδή στο στάδιο του πολιτικού ελέγχου της συνταγματικότητας.

Κεντρικό όργανο του συστήματος αυτού καθίσταται έτσι το Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο διατηρεί και όλες τις άλλες αρμοδιότητες του σημερινού Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.

1. Το Συνταγματικό Δικαστήριο πρέπει να συγκροτείται από 11 δικαστές, με μία, μη ανανεώσιμη θητεία 7 ετών, που επιλέγονται από την ολομέλεια της Βουλής με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 τουλάχιστον του όλου αριθμού των βουλευτών, μετά πρόταση ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής και δημόσια ακρόαση των προτεινομένων.

Δεν είναι τυχαίο ότι ανάλογες διαδικασίες επιλογής προβλέπονται στα περισσότερα από τα συστήματα που βασίζονται στην ύπαρξη συνταγματικού ή ανωτάτου δικαστηρίου. Ακριβώς δε επιλογή με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του όλου αριθμού των μελών των κοινοβουλευτικών σωμάτων προβλέπεται για την ανάδειξη των μελών του πιο σημαντικού ίσως από τα ευρωπαϊκά συνταγματικά δικαστήρια, αυτού της Ομοσπονδιακής Γερμανίας.

2. Η επιλογή των μελών πρέπει να γίνεται από το σύνολο των ανωτέρων και ανωτάτων δικαστικών λειτουργών όλων των κλάδων και των καθηγητών νομικών μαθημάτων των Ανωτάτων Ιδρυμάτων, που είναι δημόσιοι λειτουργοί.

3. Όλα τα οργανωτικά, λειτουργικά και δικονομικά ζητήματα πρέπει να ρυθμίζονται με εκτελεστικό νόμο αυξημένης πλειοψηφίας. Δηλαδή, ψηφιζόμενο με πλειοψηφία των 2/3 τουλάχιστον των βουλευτών.

Ένα τέτοιο θεσμικό και δικονομικό σχήμα διατηρεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα πλεονεκτήματα του διάχυτου ελέγχου, ενώ αποφεύγει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα μειονεκτήματα του συγκεντρωτικού ελέγχου.

Προσφέρει δε στη Βουλή έναν έγκυρο θεσμικό συνομιλητή, με αποτέλεσμα να αναβαθμίζεται το επίπεδο ασφαλείας δικαίου και για τους πολίτες, αλλά και για τη δημόσια διοίκηση.

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 29 Ιανουαρίου 2006

Tags: Δικαιοσύνη