1 Μαρτίου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης: «Μέτρα ενίσχυσης του εσωτερικού ελέγχου και της διαφάνειας στη Δικαιοσύνη».


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η χώρα συνταράσσεται εδώ και έναν περίπου μήνα. Η εκκλησία και η δικαιοσύνη βρίσκονται στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς κρίσης. Και όλο αυτό το διάστημα η Κυβέρνηση παρακολουθεί με μια περίεργη αμηχανία και παθητικότητα τις εξελίξεις, αρκείται σε κοινότοπες, ηθικίζουσες δηλώσεις και προτροπές, δίκην γυμνασιάρχου της παλαιάς εποχής, χωρίς να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τον πυρήνα του προβλήματος.

Νομίζει η Κυβέρνηση και προσωπικά ο κ. Καραμανλής ότι αυτή η κρίση σε βασικούς πυλώνες συντηρητικής κατά βάση κατεύθυνσης, όπως είναι η δικαιοσύνη και η εκκλησία, θα επιτρέψει στην Κυβέρνηση και προσωπικά στον Πρωθυπουργό, να εμφανίζεται ως ο μόνος «ιεροκήρυκας» στη χώρα αυτή, ως ο ύπατος ηθικός κριτής και αξιολογητής των πάντων.

Το πλήγμα που δέχεται ο νωτιαίος μυελός της συντηρητικής ιδεολογίας με την κρίση που τώρα εξελίσσεται στο χώρο της εκκλησίας και της δικαιοσύνης, είναι τεράστιο. Αλλά, δυστυχώς, η Κυβέρνηση και το κόμμα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν το έχουν αντιληφθεί αυτό. Και εν πάση περιπτώσει αυτό δεν είναι κρίσιμο. Μπορεί να είναι και μακροπροθέσμως ενδιαφέρον. Εκείνο που είναι κρίσιμο είναι ότι η κοινωνία χάνει τη θεσμική της εμπιστοσύνη, γίνεται μια κοινωνία έμφοβη, μια κοινωνία που βιώνει το απόλυτο αδιέξοδο και βλέπει να καταλύονται οι αρμοί της κοινωνικής συνοχής. Και αν καταφύγιο του απελπισμένου ανθρώπου είναι η πίστη και η εκκλησία, αν καταφύγιο του αδικημένου πολίτη είναι η δικαιοσύνη, καταφύγιο μιας κοινωνίας που νιώθει ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο είναι μόνον η δημοκρατία και η πολιτική, δηλαδή οι πρωτοβουλίες που οφείλει να πάρει η Κυβέρνηση και σε περίπτωση αδυναμίας και αδράνειας της Κυβέρνησης, η Βουλή.

Γι’ αυτό και καταθέσαμε σήμερα ως Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ μια σειρά από προτάσεις στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας να κληθούν οι πρόεδροι των δικαστικών ενώσεων, να κληθεί η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, να αναληφθούν μια σειρά από πρωτοβουλίες διαλόγου, οι οποίες υπερβαίνουν την κρίση και δίνουν διέξοδο.

Αντ’ αυτού, τι κάνει η Κυβέρνηση; Στο θέμα της εκκλησίας τίποτα. Δεν νιώθει καν την ανάγκη να θέσει το θέμα των θεσμικών σχέσεων κράτους και εκκλησίας.

Τι θα κάνετε, κύριε Υπουργέ, με τα προβλήματα της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης; Θα υιοθετήσετε και θα εισηγηθείτε στη Βουλή μέτρα πολιτειοκρατικής αντίληψης του 19ου αιώνα ή μέτρα που συνάδουν στη σύγχρονη αντίληψη για την ερμηνεία των θεσμών και τη λειτουργία του Συντάγματος; Και αυτό δεν σημαίνει χωρισμός της εκκλησίας από την παράδοση, την ιστορία και την κοινωνική συνείδηση, αλλά σημαίνει διάκριση των δύο οντοτήτων, εκκλησίας και κράτους, με σεβασμό στην ιστορία και το ρόλο του κάθε θεσμού, αλλά και σεβασμό στη θρησκευτική ελευθερία.

Τι θα κάνετε με τα θέματα της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης και της διαφάνειας; Σίγουρα τίποτα το σημαντικό, τίποτα που να δίνει διέξοδο. Κάποια αποσπασματική ρύθμιση, όπως και με την παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία. Θετικά είναι τα μέτρα. Ενδέχεται να συμβάλουν. Αλλά είναι μέτρα, τα οποία δεν έχουν ορίζοντα, είναι αποσπασματικά. Τα ψηφίζουμε, βεβαίως, ως συμβολική πράξη ευθύνης για να στηρίξουμε την Κυβέρνηση να κάνει κάτι. Αλλά κάτι, όχι τίποτα.

Ποια είναι τα μέτρα που εισηγείται η Κυβέρνηση με το νομοσχέδιο αυτό; Είναι μέτρα αυστηροποίησης ορισμένων ποινικών διατάξεων, που αφορούν το αδίκημα της δωροδοκίας δικαστή. Ωραία. Σωστό. Αλλά πιστεύετε, πραγματικά, τόσο πολύ στη γενική προληπτική λειτουργία των αυστηρών ποινικών διατάξεων; Η κοινωνιολογία του δικαίου και η εγκληματολογία δεν διδάσκουν κάτι τέτοιο. Δεν έχουν επενδύσει πολλές ελπίδες στη γενική προληπτική λειτουργία των αυστηρών ή ακόμη αυστηρότερων ποινών. Αλλού είναι το πρόβλημα. Δεν είναι το πρόβλημα η ποινική καταστολή.

Ποια είναι η απάντηση του νομοσχεδίου; Η δεδηλωμένη δυσπιστία στους δικαστές του Α΄ βαθμού, λες και το πρόβλημα εντοπίζεται στους πρωτοδίκες, στους ανακριτές που είναι πρωτοδίκες και στους δικαστές των ασφαλιστικών μέτρων που είναι πρωτοδίκες. Να ληφθούν μέτρα για τον Α΄ βαθμό, να εφαρμοστεί η αρχή του νόμιμου δικαστή χωρίς καμία παρέκκλιση, όλα να βασίζονται στην κλήρωση και σε αντικειμενικά κριτήρια, αλλά φυσικά και σε όλες τις υποθέσεις του Β΄ βαθμού και κυρίως τι γίνεται στα ανώτατα δικαστήρια, όπου συγκεντρώνονται τελικά τα πάντα; Γιατί είναι σχετικά εύκολη στη δική μας έννομη τάξη η άσκηση των ενδίκων μέσων και των εκτάκτων ενδίκων μέσων και της αίτησης αναιρέσεως, αλλά πολύ περισσότερο της αίτησης ακυρώσεως, που είναι και ένδικο βοήθημα και ανοίγει μία δίκη σε Α΄ βαθμό απευθείας σε ανώτατο δικαστήριο.

Πολύ σημαντικότερη πρωτοβουλία από τη συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία είναι να δούμε πώς θα ασκήσετε το δικαίωμα επιλογής των προέδρων και των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων τον Ιούνιο. Με ποια κριτήρια θα αντικαταστήσετε ανθρώπους που τώρα έχουν ανεβάσει τον πήχη πάρα πολύ ψηλά, όπως ο κ. Γεραρής, ο κ. Κάππος, ο κ. Ρίζος, ο κ. Λινός. Γιατί στα ανώτατα δικαστήρια η ολομέλεια είναι συγκεκριμένη. Η σύνθεση των τμημάτων είναι συγκεκριμένη.

Άρα δεν λύνεις με κληρώσεις το πρόβλημά σου. Το λύνεις με εμπιστοσύνη στη λειτουργική και, κυρίως, προσωπική ανεξαρτησία, στην προσωπικότητα και τη συνείδηση του προέδρου που διευθύνει, του αντιπροέδρου που ορίζει εισηγητή και ουσιαστικά διαμορφώνει εν πολλοίς τη σύνθεση του δικάζοντος τμήματος. Λύνεις το πρόβλημά σου με το κύρος που επενδύεις πάνω στους ανώτατους δικαστές, για να λειτουργήσει έτσι η πυραμίδα της δικαιοσύνης μέσα από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο κάθε κλάδου. Άρα, λοιπόν, πολύ σημαντικότερο από το νομοσχέδιό σας είναι να δούμε το πώς θα επιλέξετε τη μελλοντική ηγεσία της δικαιοσύνης. Κι εκεί θα κριθείτε. Εκεί θα στείλετε μηνύματα στους δικαστικούς κλάδους και στους δικαστές της ουσίας.

Εν πάση περιπτώσει, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να δούμε τι μηνύματα στέλνει το νομοσχέδιο αυτό και η στάση της Κυβέρνησης σε σχέση με τη νοοτροπία των δικαστών, γιατί η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και οι εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας λειτουργούν εν τέλει πώς; Ως εγγύηση και θωράκιση της κατά συνείδηση κρίσης του δικαστή. Αλλά η κατά συνείδηση κρίση του δικαστή δεν είναι μία αυθαίρετη και ανεξέλεγκτη κρίση, είναι μία δικονομικά οργανωμένη, διαφανής και ελέγξιμη κρίση.

Άρα το πρόβλημα πού είναι; Είναι στο συντηρητικό μοντέλο δικαστή. Το μήνυμα που στέλνετε με όλες τις πράξεις και τις παραλείψεις σας είναι ότι ο ανεπιεικής δικαστής, ο συντηρητικός δικαστής, ο αυστηρός δικαστής είναι ο καλός και τυπικός δικαστής και δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Αλλά η συντηρητική ιδεολογία βασίζεται σε στερεότυπα και ιδεοληψίες. Αυτή φέρνει σε επαφή τους δικαστικούς λειτουργούς με τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και με μία θρησκόληπτη αντίληψη των πραγμάτων που δεν έχει καμία σχέση με την παράδοση και το δόγμα της ορθοδοξίας στη χώρα μας, γιατί εμείς είμαστε μία χώρα που έχουμε μία ειδική σχέση με αυτό που λέγεται ορθόδοξο δόγμα και πλούτος πολιτιστικός.

Άρα, έχει πολλή μεγάλη σημασία, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να ξέρουμε ότι αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία που την ψηφίζουμε για να στηριχθεί η Κυβέρνηση στην προσπάθεια που κάνει ατελώς μπορεί να ερμηνευθεί και λανθασμένα και να στείλει μηνύματα σε σχέση και με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τα οποία, τελικώς, θα θίξουν τον πυρήνα της δικαστικής ανεξαρτησίας. Γι’ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, πέρα από τη νομοθετική δραστηριότητα της Βουλής, η Βουλή να λειτουργήσει ως forum και στην Ολομέλεια και στην αρμόδια Διαρκή Επιτροπή και στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, να ανοίξουν αυτές οι συζητήσεις που αφορούν τον ιδεολογικό και τον νοοτροπιακό πυρήνα του προβλήματος και για τη δικαιοσύνη και για την εκκλησία. Ευχαριστώ πολύ.

Tags: Δικαιοσύνη