25 Μαΐου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί των άρθρων και των τροπολογιών του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης: «Επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και άλλες διατάξεις»


 

Κύριε Πρόεδρε, κατά καιρούς, περίπου κάθε δύο χρόνια, εισάγεται στη Βουλή για ψήφιση ένα νομοσχέδιο για την επιτάχυνση των δικών και για την αποσυμφόρηση των φυλακών. Οι ρυθμίσεις όλων αυτών των νομοθετημάτων είναι λίγο ή πολύ ίδιες και αποτυγχάνουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, γιατί η προσέγγιση των νομοθετημάτων αυτών είναι συμπτωματολογική. Δεν εντοπίζονται και δεν θεραπεύονται τα βαθύτερα κοινωνικά και θεσμικά αίτια των προβλημάτων αυτών.

Βέβαια σε όλα αυτά τα νομοθετήματα και στο συζητούμενο σήμερα σχέδιο νόμου υπάρχουν και πολλές θετικές ρυθμίσεις. Είναι αναγκαίο να συμμορφωθούμε στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι αναγκαίο να ενισχύσουμε δικονομικά δικαιώματα και δικαιώματα του κατηγορουμένου, να απλουστεύσουμε διαδικασίες και στην ποινική και στην πολιτική και στη διοικητική δίκη. Το κακό είναι ότι αυτές οι ουδέτερες ή θετικές διατάξεις τέτοιων νομοθετημάτων λειτουργούν ως όχημα προκειμένου να εισαχθούν στη Βουλή για ψήφιση και να καταστούν νόμος του κράτους διατάξεις προκλητικές, διατάξεις αντισυνταγματικές, διατάξεις οι οποίες στοχεύουν στη χειραγώγηση της δικαιοσύνης και στον έλεγχο του σκληρού πυρήνα του κράτους.

Το νομοσχέδιο αυτό είναι μια εκδήλωση του αταβισμού της κυβερνητικής παράταξης, του αταβισμού της ελληνικής συντηρητικής παράταξης. Ανεξάρτητα από τις φιλολαϊκές και δημαγωγικές ρητορείες όταν τίθενται ζητήματα σκληρού πυρήνα του κράτους και της εξουσίας, η Κυβέρνηση και η κυβερνητική παράταξη είναι αυτό που ήταν πάντα: η παράταξη που θέλει να ελέγχει τους σκληρούς πυρήνες του κράτους και κατ’ εξοχήν τη δικαιοσύνη.

Το κόμμα μου με τον εισηγητή του, ζήτησε την απόσυρση των άρθρων 1,2,3 και 4. Προφανώς προσυπογράφω και εγώ και ζητώ το ίδιο. Επιπλέον όμως επισημαίνω ότι τα άρθρα 2 και 3 του σχεδίου νόμου είναι κραυγαλέα και ευθέως αντισυνταγματικά. Παραβιάζουν την αρχή του νόμιμου δικαστή, το άρθρο 8 του Συντάγματος. Παραβιάζουν το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που εγγυάται μια δίκαιη δίκη. Στοχεύουν στην άσκηση άλλοτε έμμεσου και άλλοτε απροκάλυπτου ελέγχου σε κρίσιμα επίπεδα της λειτουργίας της δικαιοσύνης, δηλαδή στα ποινικά τμήματα των μεγάλων δικαστηρίων της ουσίας και στο επίπεδο του Αρείου Πάγου.

Οι προεδρεύοντες των ποινικών τμημάτων καταστρατηγούν την αρχή του νόμιμου δικαστή, γιατί οι συνθέσεις και οι κληρώσεις αφορούν τους νεότερους από τους δικαστές. Αποκλείονται όλοι οι αρχαιότεροι. Αλλοιώνεται ο κατάλογος των δικαστών από τους οποίους με κλήρωση προκύπτει συγκεκριμένη σύνθεση.

Πρόκειται για παρέμβαση μέσω διοίκησης της δικαιοσύνης που καταλύει τον πυρήνα του κράτους δικαίου και τα πράγματα γίνονται τελείως απροκάλυπτα στην αρμοδιότητα που απονέμει το σχέδιο νόμου στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου να συγκροτεί ουσιαστικά τα τμήματα του Αρείου Πάγου κατά το δοκούν, κατά περίπτωση, επικαλούμενος ειδικές υπηρεσιακές ανάγκες αορίστως και μετά τον προσδιορισμό των υποθέσεων. Δηλαδή, ουσιαστικά συγκροτεί το τμήμα το οποίο θα δικάσει συγκεκριμένη, εισηγμένη, προσδιορισμένη υπόθεση, χωρίς να υπάρχει γενικός, αφηρημένος και απρόσωπος κανόνας που να ρυθμίζει τη συγκρότηση του δικαστηρίου. Αυτό από μόνο του δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα συνταγματικότητας. Υπάρχει όμως και πρόβλημα πολιτικής δεοντολογίας, πρόβλημα πολιτικής ευθύνης της Κυβέρνησης, του Υπουργού Δικαιοσύνης και του Πρωθυπουργού. Διότι η διάταξη αυτή εισάγεται εν όψει της επικείμενης εκλογής του νέου Προέδρου του Αρείου Πάγου. Και με δεδομένο ότι θα έχουμε τα επόμενα χρόνια με εντυπωσιακή μεταβολή της σύνθεσης λόγω αποχώρησης αρεοπαγιτών και προαγωγής νέων αρεοπαγιτών, αντιλαμβάνεστε τι μεθόδευση χειραγώγησης στο επίπεδο του Αρείου Πάγου συντελείται με τη διάταξη αυτή. Και η διάταξη αυτή είναι ευθέως και κραυγαλέα αντισυνταγματική και θα καταπέσει ως τέτοια, αν όχι από τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, πάντως από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Επιπλέον θα ελέγχονται οι συνθέσεις και άλλων κρίσιμων τμημάτων. Θεωρώ κατ’ εξοχήν κρίσιμα τμήματα αυτά που ασχολούνται με εργασιακά θέματα γιατί εδώ ο έλεγχος του σκληρού πυρήνα του κράτους και ο έλεγχος της δικαιοσύνης δεν αφορούν μόνο τις εντυπώσεις μιας ποινικής δίκης, που έχει πάντα πολύ μεγάλο επικοινωνιακό και κοινωνικό ενδιαφέρον, αλλά αφορά και την πρόθεση της Κυβέρνησης να ανοίξει πλέον μεγάλα κοινωνικά μέτωπα σε σχέση με εργασιακά, συνδικαλιστικά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Αυτή η επιλογή συνδέεται και με την πρόθεση της Κυβέρνησης να αμφισβητήσει τη συλλογική αυτονομία και στη σχέση νόμου και συλλογικής σύμβασης εργασίας. Τα δημοσιεύματα και οι πληροφορίες πυκνώνουν, όπως και οι σχετικές δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών. Είναι μεν αντιφατικές, αλλά από ένα σημείο και μετά είναι επίμονες και σαφείς.

Επειδή αυτά τα θέματα άγονται στη δικαστική κρίση και τελικά ο δικαστής παίζει καθοριστικό ρόλο, όπως φαίνεται από πλήθος παραδειγμάτων, από τον ΛΑΦΚΑ μέχρι το οικογενειακό επίδομα και από τον έλεγχο των καταχρηστικών απολύσεων μέχρι τον έλεγχο της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η Κυβέρνηση χρειάζεται δικαστικούς μηχανισμούς, οι οποίοι θα λειτουργήσουν ως υποστηρικτικοί μηχανισμοί για το μέτωπο που αναγκάζεται λόγω οικονομικής αδυναμίας και πολιτικής αμηχανίας να ανοίξει με την κοινωνία.

Μπορεί ο κ. Καραμανλής να είχε μία «σοσιαλδημοκρατική» επίφαση προεκλογικά μέσα στον πληθωρισμό των υποσχέσεων και των δημαγωγιών, αλλά τώρα ο δρόμος του είναι κατ’ ανάγκην νεοφιλελεύθερος, οπότε θα υπάρξει μέτωπο με το λαό, μέτωπο με την κοινωνία, μέτωπο με όλους εκείνους οι οποίοι έχουν ανάγκη από ένα κοινωνικό κράτος. Και το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα το έχει συγκροτήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό ο δικαστής, μέσα από το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας, μέσα από τη νομολογία του σε θέματα κυρίως ατομικών εργασιακών σχέσεων και δικαίου των κοινωνικών ασφαλίσεων.

Άρα αυτές οι διατάξεις πρέπει να αποσυρθούν και ως ευθέως αντισυνταγματικές. Προοιωνίζονται μία σκλήρυνση της στάσης της Κυβέρνησης η οποία δεν επιτρέπει να υπάρξει κοινωνική συναίνεση, κοινωνική ειρήνη. Φυσικά δεν υπάρχει ούτε και πολιτική συναίνεση αλλά ούτε και πολιτική ανοχή, όταν υπάρχει αυτός ο πολιτικός σχεδιασμός εκ μέρους της Κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού.

Είναι επίσης αστείο να εισάγονται διατάξεις οι οποίες δεν είναι αντισυνταγματικές αλλά είναι ατελέσφορες μέχρι βαθμού κωμικότητας, όπως το άρθρο 1 και το άρθρο 4. Η νομολογία ανωτάτων δικαστηρίων, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αν μη τι άλλο θα επηρεάσει τη νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, έχει πει ότι αυτού του είδους οι αποκλειστικές προθεσμίες στον προσδιορισμό είναι αντισυνταγματικές. Μόνο αν ερμηνευθούν αυτές οι προθεσμίες ως ενδεικτικές, διασώζεται το κύρος των διατάξεων. Αλλά αν πρόκειται να κάνουμε ευχολόγια, ας τα κάνουμε, όπως είπε ο κ. Κουβέλης, ως ειλικρινή ευχολόγια. Ας μη δημιουργούμε την εντύπωση ότι θα λυθούν χρονίζοντα και διαρθρωτικά προβλήματα της δικαιοσύνης, της πολιτικής δικαιοσύνης με τέτοιες διατάξεις. Αυτό δεν είναι βολονταρισμός του νομοθέτη. Αυτό είναι είτε τραγική αφέλεια του νομοθέτη είτε προσπάθεια παραπλάνησης της κοινής γνώμης, γιατί ο νομικός κόσμος και ο δικαστικός κόσμος γνωρίζουν πάρα πολύ καλά και την πραγματικότητα αλλά και τα όρια που θέτει η νομολογία από πλευράς συνταγματικότητας για τέτοιου είδους ρυθμίσεις.

Επίσης, είναι παράταιρο και δυσανάλογο οι όροι με τους οποίους υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος στην ίδια θέση να είναι αυστηρότεροι και δυσμενέστεροι από τους όρους υπό τους οποίους υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός. Δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχει αυτός ο περιορισμός της τριετίας εκεί όπου δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα συγκρότησης του δικαστηρίου με άλλους δικαστικούς λειτουργούς και να υπάρχει ο περιορισμός για το δικαστικό υπάλληλο. Δεν είναι δυνατόν ο αρεοπαγίτης ή ο σύμβουλος επικρατείας να υπηρετεί στο τμήμα του δέκα, δεκαπέντε και είκοσι χρόνια, γιατί φυσικά υπάρχει περιορισμένος αριθμός τμημάτων και η εναλλαγή είναι επίσης περιορισμένη και να πρέπει να αλλάζονται οι δικαστικοί γραμματείς και οι δικαστικοί υπάλληλοι. Τι θέλετε να κάνετε έτσι; Θέλουμε να τελούν και οι δικαστικοί υπάλληλοι υπό τη δαμόκλειο σπάθη της επικείμενης αλλαγής.

Άρα εδώ έχουμε ένα μέτρο δυσανάλογο που εκθέτει το Υπουργείο Δικαιοσύνης και την Κυβέρνηση, διότι αποκαλύπτεται η διαφορά στη μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών που αποφασίζουν και των δικαστικών υπαλλήλων που παίζουν έναν επικουρικό, υποστηρικτικό ρόλο.

Άρα ,συνοψίζω, εδώ έχουμε την αποκάλυψη προθέσεων, οι οποίες είναι ενοχλητικές και επιθετικές για την κοινωνία. Έχουμε ρυθμίσεις οι οποίες είναι προφανώς αντισυνταγματικές. Υπάρχει υποχρέωση απόσυρσης των δύο αντισυνταγματικών διατάξεων, των άρθρων 2 και 3, και η υποχρέωση απόσυρσης διατάξεων που είναι ατελέσφορες με βάση τη νομολογία ή προκλητικά δυσανάλογες με βάση την πραγματικότητα λειτουργίας της δικαιοσύνης.
Ευχαριστώ πολύ.

Tags: Δικαιοσύνη