Αθήνα 9 Ιουνίου 2016

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στη δημόσια εναρκτήρια εκδήλωση της Ελληνικής Ομάδας Προβληματισμού στο πλαίσιο του προγράμματος «Νέο Σύμφωνο για την Ευρώπη» (New Pact for Europe) που πραγματοποίησε το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ) με θέμα: «Το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ελλάδα: Προκλήσεις και Προοπτικές» (9/6/2016)

* Πρώτη παρέμβαση

Ευχαριστώ πολύ το ΕΛΙΑΜΕΠ και το πρόγραμμα που συντονίζει ο κ. Παγουλάτος.  Ευχαριστώ τον κ. Τσούκαλη επίσης και όλους τους εμπλεκόμενους στην οργάνωση για την ευκαιρία αυτή να μετέχω σε μία συζήτηση υψηλού επιπέδου.

Για να απαντήσω στο ερώτημα του κ. Παλαιολόγου, είναι προφανές ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει στομώσει.  Έχει διαψευστεί πολλαπλώς η ευρωπαϊκή κανονικότητα και έχουμε πια περάσει από την Ευρώπη των κρίσεων στην κρίση της Ευρώπης ή για να είμαι ακριβέστερος στην κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, της ευρωπαϊκής στρατηγικής.  Αυτό έχει συμβεί σε πολύ μεγάλο βαθμό γιατί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα ως ένα οικοδόμημα μεταπολεμικό είχε έντονα Καντιανά χαρακτηριστικά, βασισμένο στην παραδοχή ότι μετά την εμπειρία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και υπό συνθήκες ψυχρού πολέμου, η ευρωπαϊκή ήπειρος και πιο συγκεκριμένα η δυτική Ευρώπη έχει πια την πολυτέλεια μιας αιώνιας ειρήνης.

Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα από τη δεκαετία του ‘50 έως και τη Συνθήκη της Λισαβόνα οικοδομήθηκε για να λειτουργεί υπό φυσιολογικές συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως.  Δεν περιείχε σοβαρούς μηχανισμούς πρόβλεψης, ανάσχεσης και αντιμετώπισης κρίσεων.  Βέβαια αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν έχεις ένα οικοδόμημα το οποίο είναι αποτέλεσμα ενός πολιτικού βολονταρισμού, δηλαδή υπερβαίνει σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό τη δεκτικότητα και των εθνικών κρατών και των εθνικών κοινωνιών αλλά και των ίδιων των ευρωπαϊκών μηχανισμών, οι οποίοι παρά τον διακηρυγμένο νομικά κοινοτικό τους χαρακτήρα επηρεάζονται σε όλα τα κρίσιμα θέματα από διαδικασίες που έχουν εντονότατα διακυβερνητικά, δηλαδή διακρατικά χαρακτηριστικά, καθώς όλες οι μεγάλες αποφάσεις και ελήφθησαν και λαμβάνονται μέσα από μία διακυβερνητική διαδικασία, από μία συνεχή διαπραγμάτευση.

 

Όταν τώρα η κρίση είναι κρίση χρηματοοικονομική, κρίση χρηματοπιστωτική, κρίση ανταγωνιστικότητας, κρίση κοινωνικής συνοχής, κρίση αξιών, κρίση ιδεολογική και κρίση ασφάλειας, και μάλιστα ασφάλειας εξωτερικής και εσωτερικής, και η εξωτερική ασφάλεια εκτελωνίζεται στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής επικράτειας και μετατρέπεται από στρατιωτικό πρόβλημα σε αστυνομικό πρόβλημα, αυτό δεν μπορεί να το διαχειριστεί το υφιστάμενο ευρωπαϊκό θεσμικό οικοδόμημα.

Για εμάς αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί η Ελλάδα ήταν πάντα εργαστήριο ιστορικών εξελίξεων. Προσέξτε, τώρα βιώνουμε απώτερες φάσεις του ανατολικού ζητήματος και στα Δυτικά Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική.  Αν σκεφθείτε ότι το πρώτο εθνικό κράτος που ξεπήδησε από την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι η Ελλάδα, μπορούμε να δούμε από πότε λειτουργεί ως εργαστήριο η Ελλάδα.  Στη συνέχεια να σκεφθούμε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εθνικό διχασμό, πάλι σε σχέση με την ευρωπαϊκή πολιτική, να σκεφθούμε το τί έγινε στον εμφύλιο πόλεμο, ως πρώτη πράξη του ψυχρού πολέμου, για να φθάσουμε στην Ελλάδα ως εργαστήριο και της χρηματοοικονομικής κρίσης της Ευρώπης, αλλά και της κρίσης ασφάλειας, η οποία συμπτωματολογικά εμφανίζεται με το προσφυγικό. Αλλά το προσφυγικό είναι το σύμπτωμα της πολιτικής αδυναμίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία δε λειτουργεί ως αξιόπιστη και αποτελεσματική οντότητα στο διεθνές γίγνεσθαι ούτε στη γειτονιά της.  Δηλαδή δεν παίζει τον καθοριστικό ρόλο ούτε στην ανατολική γειτονία, με επίκεντρο Κριμαία-Ουκρανία, ούτε στη νότια γειτονία, σε όλο το μήκος από τη Γάζα, από το Παλαιστινιακό πρόβλημα μέχρι την υποσαχάρια Αφρική, μέχρι τη Λιβύη ας πάρουμε, που για εμάς έχει πολύ μεγάλη σημασία, ίσως όχι όση η Συρία για το προσφυγικό, αλλά πάντως πολύ μεγάλη σημασία.

Η συζήτηση αυτή, θυμίζω ότι διεξάγεται λίγες ημέρες πριν το Brexit, διεξάγεται λίγες ημέρες μετά  τη Γερμανοτουρκική σύγκρουση, η οποία μπορεί να επηρεάσει τη συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας για τη ροή των προσφύγων, διεξάγεται ενώ κλείνει, ελπίζουμε, η αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος υπό τις συνθήκες που κλείνει και βεβαίως λίγες ημέρες, ώρες ίσως μετά την αποσαφήνιση του τοπίου των αντιπάλων στις επικείμενες αμερικανικές προεδρικές εκλογές οι οποίες έχουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες μετέχουν στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και το επηρεάζουν καταλυτικά, ενώ δε συμβαίνει το αντίθετο.  Αυτό συμβαίνει γιατί το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας είναι ευρωατλαντικό πρόβλημα από την τελευταία φάση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή εδώ και έναν αιώνα.  Εξακολουθεί να είναι και θα εξακολουθεί να είναι, όπως φαίνεται και με την παρουσία του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, που σημαίνει ότι ούτε ένα αστυνομικό πρόβλημα επιτήρησης θαλασσίων συνόρων δεν μπορεί να λύσει η Ευρώπη με τους μηχανισμούς της και καταφεύγει στο ΝΑΤΟ, που ΝΑΤΟ σημαίνει βεβαίως, πρωτίστως οι Ηνωμένες Πολιτείες, από πλευράς στρατιωτικών δυνατοτήτων και οικονομικής συμμετοχής.

Τί αποδεικνύεται;  Αποδεικνύεται ότι τίποτα δεν ήταν οριστικό, γιατί τώρα έχουμε περάσει πια από τις αμφισβητήσεις τις αποσπασματικές του ευρωπαϊκού κεκτημένου στη συνολική αμφισβήτησή του.  Όχι μόνο του οικονομικού και κοινωνικού, αλλά και του πολιτικού και θεσμικού, γιατί έχουμε πολλές μορφές ευρωσκεπτικισμού που πλέον δεν κατατάσσονται εύκολα.  Δεν πρόκειται για τον κλασικό ακροδεξιό ευρωσκεπτικισμό, δεν πρόκειται για τον κλασικό ευρωσκεπτικισμό της ριζοσπαστικής κομμουνιστογενούς αριστεράς, έχουμε έναν διάχυτο ευρωσκεπτικισμό που πρέπει να δούμε πώς αντιμετωπίζεται.

Βέβαια, όλα αυτά συνδέονται και με τη νέα πρόσληψη περί Ευρώπης που έχουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, όχι μόνο η ελληνική, η πορτογαλική, η ιρλανδική, αλλά και των ισχυρών χωρών όπως είναι η Γερμανία και η Γαλλία ή η Ιταλία, διότι η οικονομική κρίση ανέδειξε τις πολύ μεγάλες κλειδωμένες ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών.  Βέβαια, ποια είναι η μεγαλύτερη ανισότητα από την ανισότητα μεταξύ δανειστή και δανειζόμενου, η οποία είναι πολύ πιο σημαντική από την παραδοσιακή ανισότητα μεταξύ καθαρών πληρωτών και καθαρών ληπτών;  Πολύ πιο σημαντική από την ανισότητα μεταξύ δημοσιονομικά υγειών και δημοσιονομικά άσωτων χωρών.  Εδώ πλέον μιλάμε για ανισότητες οι οποίες είναι βαθιά πολιτικές, δηλαδή στην πραγματικότητα προσβλητικές για την εθνική αξιοπρέπεια και την εθνική ταυτότητα.

Υπό την έννοια αυτή πρέπει να δούμε ότι ήρθε ως κερασάκι σε μία πολύ δύσκολη τούρτα η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση, η οποία ανέδειξε την πάγια σύγκρουση ανάμεσα στη εθνική κυριαρχία και τις δοτές αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα μου πείτε, τώρα ανακαλύπτουν τα κράτη -μέλη ότι τελούν υπό περιορισμούς της εθνικής τους κυριαρχίας που προβλέπονται ρητά στα συντάγματά τους, όπως, καλή ώρα, προβλέπει ρητά το δικό μας Σύνταγμα στο άρθρο 28, παράγραφοι 2 και 3.  Όχι βεβαίως, αλλά βλέπετε όταν υπάρχει ζήτημα ασφάλειας, είτε χρηματοοικονομικής είτε αστυνομικής είτε στρατιωτικής, το ερώτημα είναι, ποιος έχει την ευθύνη. Και αν την ευθύνη πεις ότι την έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση με τα όργανά της, τότε απομακρύνεσαι από μια πολιτική πραγματικότητα, γιατί οι κοινωνίες θέλουν μια απάντηση άμεση και άμεση απάντηση επί του πεδίου δεν μπορεί να δώσει κανένα ευρωπαϊκό όργανο, πρέπει να δώσει μια εθνική κυβέρνηση, η οποία υφίσταται και την κρίση νομιμοποίησης και τη φθορά, άρα υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα τέτοιο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγκάζεται να κάνει πολύ μεγάλες παραχωρήσεις για να διαφυλάξει την ενότητά της, με μεγίστη παραχώρηση, την οποία ποτέ δε θα έκανε σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, αυτή που έχει κάνει για να αποφευχθεί το Brexit με τη συμφωνία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 19ης Φεβρουαρίου του 2016.  Η αποδοχή πως δεν ισχύει πια η αρχή της ολοένα στενότερης ένωσης, της ever-closer union, είναι μια αλλαγή φιλοσοφίας, δηλαδή αντί να είμαστε στο σημείο εκκίνησης μιας φιλόδοξης πορείας προς την ολοκλήρωση, στην πραγματικότητα παραδεχόμαστε ότι πρέπει να μετριάσουμε αυτό που υφίσταται ως ευρωπαϊκό κεκτημένο για να οργανώσουμε τη βρετανική εξαίρεση έτσι ώστε να αποφύγουμε ένα αρνητικό αποτέλεσμα στο δημοψήφισμα.  Αλλά, ξέρετε, πέραν του βαρύτατου συμβολισμού μιας απόφασης υπέρ του out, οι διαφορές πλέον επί της ουσίας, κανονιστικά, θεσμικά, δεν είναι πολύ μεγάλες μεταξύ του in και του out έτσι όπως έχει οργανωθεί πια η βρετανική εξαίρεση, όχι ως εξαίρεση επί συγκεκριμένων πεδίων, δηλαδή Ευρωζώνη και Schengen, αλλά ως εξαίρεση επί της φιλοσοφίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Και αύριο αυτό μπορεί να γίνει δελεαστικό για κράτη που είναι στην ίδια χορεία –για τη Δανία, μπορεί να γίνει δελεαστικό για τη Φιλανδία, όπου ανοίγει μία σχετική συζήτηση– και αντιλαμβάνεστε ότι αυτό μπορεί να έχει ένα domino effect.

Η Ευρώπη λοιπόν των κρίσεων, και συντομεύω, είναι μια Ευρώπη –ας τα κωδικοποιήσουμε για να έχουμε μια βάση συζήτησης– μια Ευρώπη, να μη σοκαριζόμαστε, βαθιά ευρωατλαντική, βαθιά ευρωσκεπτικιστική, έτοιμη να εγκαταλείψει τις αξίες της.  Μην ξεχνάτε ότι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα είναι αυτό που συμβαίνει τώρα με χώρες όπως είναι η Ουγγαρία, η Πολωνία, η κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση επί παραβάσει των αξιών για θέματα δικαιοσύνης, για θέματα θεσμών, για θέματα συνταγματικών δικαστηρίων, το οποίο είναι πρωτοφανές και πάρα πολύ σημαντικό. Η Ευρώπη είναι  αδύναμη να προστατέψει τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, γιατί αμφισβητείται η δημοσιονομική και δημογραφική βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, που είναι και η μεγάλη εισφορά της σοσιαλδημοκρατίας και η Ευρώπη ιστορικά είναι σοσιαλδημοκρατική ήπειρος ανεξαρτήτως του πού ανήκει ο καθένας κομματικά και ιδεολογικά.  Είναι μία Ευρώπη που είναι έτοιμη να σκοτώσει τη νομιμότητά της, αλλά και η νομιμότητά της, όπως συνέβαινε με τους Βουρβόνους, τη σκοτώνει, ιδίως στο επίπεδο της οικονομικής διακυβέρνησης γιατί αυτοεγκλωβίζεται και αυτοευνουχίζεται, χωρίς να έχει τις δυνατότητες αντίδρασης που έχουν άλλες ισχυρές οικονομικές και νομισματικές ζώνες, όπως είναι για παράδειγμα οι Ηνωμένες Πολιτείες. Θαυμάζουμε κινήσεις που έχουν γίνει τον 18ο αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θαυμάζουμε πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία όμως επαναλαμβάνει μοτίβα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών, δεδομένα παλαιόθεν.

Και βέβαια η Ευρώπη είναι μία Ευρώπη που θέτει σε δοκιμασία κατακτήσεις δημοκρατικές, δικαιοκρατικές, κοινωνικές και μια Ευρώπη που επιστρέφει με πολύ μεγάλη ευκολία, ανησυχητική ευκολία, σε παραδοσιακές υποδιαιρέσεις.  Δηλαδή μόλις ξύσεις την επιφάνεια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, βλέπεις από κάτω τον παλιό χάρτη, βλέπεις από κάτω Βαλκάνια, Κεντρική Ευρώπη, χώρες της παλιάς Ανατολικής Ευρώπης, τη διάκριση Βορείων-Νοτίων, βγαίνουν στην επιφάνεια όλα αυτά τα οποία είχαμε αρχίσει να ξεχνάμε μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, μετά το 1990.

Άρα λοιπόν, αυτή είναι η κατάσταση στην Ευρώπη και εμείς, ως Ελλάδα, σε ένα νέο τοπίο, σε ένα νέο συσχετισμό, σε μία de facto διαπραγμάτευση που διεξάγεται συνεχώς, θα δούμε σε μια δεύτερη φάση πώς μπορεί αυτό να οργανωθεί και αν πρέπει να οργανωθεί θεσμικά, η Ελλάδα είναι σε κατάσταση πολύ μεγάλης αδυναμίας.

Όμως, πρόβλημα πολιτικής στρατηγικής –και κλείνω με τη σκέψη αυτή– και πολιτικής ηγεσίας, δεν έχει η Ελλάδα ή κυρίως η Ελλάδα, έχει όλη η Ευρώπη.  Το μεγάλο πρόβλημα της Ευρώπης είναι ότι θεσμικά δεν επιτρέπει την ανάδειξη ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας. Και αυτό συμβαίνει γιατί είναι έτσι οργανωμένοι 28 κύκλοι, οι εκλογικοί και οι πολιτικοί, σε 28 χώρες, ώστε δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει καθαρότητα πολιτικής γραμμής.  Επειδή πάντα έχουμε μία εκκρεμότητα ως προς τις εθνικές βουλές και ως προς τις εθνικές κυβερνήσεις, ποτέ δε θα υπάρχει μία καθαρή πλειοψηφία και μία καθαρή μειοψηφία. Σε κανένα επίπεδο.  Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παίζει περιορισμένο ρόλο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το ίδιο και οι συσχετισμοί δεν είναι πολιτικοί εκεί και βεβαίως στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Συμβούλιο, προτάσσονται εθνικά συμφέροντα, πάγια εθνικά συμφέροντα ανεξαρτήτως του χαρακτήρα των κυβερνήσεων.  Άρα δεν υπάρχει κατεύθυνση, δεν υπάρχει πολιτική εναλλαγή τύπου Ηνωμένων Πολιτειών ή οποιουδήποτε μεγάλου ευρωπαϊκού εθνικού κράτους.  Αυτό είναι ένα αμάλγαμα εν τέλει της ακινησίας ή της αδράνειας διότι γίνονται πάντα πολύ μεγάλοι συμβιβασμοί.  Δηλαδή ποιος κυβερνά;  Κυβερνά ένας απροσδιόριστος μεγάλος συνασπισμός, όπου μετέχουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις που συγκλίνουν στον ελάχιστο κοινό παρανομαστή. Αυτό είναι το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα της απόστασης μεταξύ οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης, και πολιτικής και θεσμικής ολοκλήρωσης.

***

* Δεύτερη παρέμβαση 

Θα ήθελα να ξεκινήσω από μία προσπάθεια σύγκλησης και συμβιβασμού, γιατί με ενδιαφέρει πάρα πολύ το ερώτημα της προοπτικής της χώρας μας, αν μπορούμε να ξεφύγουμε από την περιδίνηση, εάν υπάρχει κάποια προοπτική, αν αυτό που σχεδόν εμμονικά λέμε ότι πρέπει να υπάρξει ευρύτερη συνεργασία όλων των δημοκρατικών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων έχει κάποια πραγματική βάση ή αν είναι μία αυταπάτη, για να χρησιμοποιήσω μία έκφραση που κυριάρχησε στο δημόσιο λόγο πριν λίγες εβδομάδες.

Υπό την έννοια αυτή, εμένα, από την τοποθέτηση του κ. Ξυδάκη που χειρίζεται το χαρτοφυλάκιο των ευρωπαϊκών υποθέσεων την περίοδο αυτή, μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι είναι έκπληκτος και σοκαρισμένος από το ευρωπαϊκό φαινόμενο.  Αυτό δείχνει ότι όταν η παρούσα κυβέρνηση, η παρούσα ομάδα εξουσίας ήρθε σε επαφή με το πεδίο της διαπραγμάτευσης, που δεν είναι απλώς ευρωπαϊκό αλλά είναι πρωτίστως ευρωπαϊκό, είναι όμως κάτι παραπάνω από ευρωπαϊκό, είναι πραγματικά διεθνές, δεν είχε συνείδηση του πλαισίου, του συσχετισμού και των κινδύνων.

Όποιος έχει παρακολουθήσει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως μία επώδυνη ιστορική διαδικασία, όποιος έχει δει πόσο δύσκολη είναι αυτή η διαρκής διαπραγμάτευση, δεν πρέπει να εκπλήσσεται, πρέπει να είναι προετοιμασμένος.

Είπε επίσης ότι είναι «πολιτικό σκάνδαλο το Eurogroup» και επειδή έχω βιώσει τη δυσκολία του Eurogroup θέλω να σας εξηγήσω τί κατά τη γνώμη μου εννοεί, γιατί κάτι εννοεί ο κ. Ξυδάκης.  Εννοεί ότι το Eurogroup είναι ο συλλογικός υπουργός οικονομικών της Ευρωζώνης που διαχειρίζεται τη νομισματική πολιτική και διαμορφώνει το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο, με θεσμική ανεξαρτησία, κινείται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που είναι το όργανο το αρμόδιο για την κατά κυριολεξία χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, χωρίς την οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε για καμία άλλη πολιτική.  Ποιες είναι οι θεσμικές βάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας;  Μήπως η θεσμική ισοτιμία των κρατών μελών;  Μήπως οι κανόνες της ενισχυμένης πλειοψηφίας;  Όχι.  Είναι οι απλοί και κυνικοί κανόνες μίας ανώνυμης εταιρίας, όπου οι μέτοχοι μετέχουν με βάση τη συμβολή τους στο κοινοτικό ΑΕΠ, στο ΑΕΠ της Ευρωζώνης.  Αυτή η αίσθηση ισχύος που δεν είναι θεσμική, δεν είναι πληθυσμιακή, αλλά είναι αμιγώς οικονομική, υπάρχει φυσικά και στο Eurogroup κατά τρόπο προφανή, διότι εκεί τί να ψηφίσεις όταν ο ένας δανείζει και ο άλλος ζητά να δανειστεί;  Όταν ο ένας έχει να εμφανίσει ικανοποιητικά στοιχεία σε σχέση με το δημοσιονομικό έλλειμμα και ο άλλος υφίσταται τις διαδικασίες του υπερβολικού ελλείμματος;

Άρα, πρέπει να δούμε ποιο είναι το πεδίο της συζήτησης και ποιος είναι ο πραγματικός συσχετισμός.  Αλλά νομίζετε ότι είναι στην πραγματικότητα διαφορετική η κατάσταση στο Ecofin, που είναι η σύνθεση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας της Ευρώπης των 28;  Όλα τα Μνημόνια τα ελληνικά, αλλά και το πορτογαλικό, το ιρλανδικό, το ιταλικό, τα μέτρα λιτότητας που αναγκάστηκε να λάβει η Ιταλία, η Ισπανία, η οποία είχε πρόβλημα τραπεζικού συστήματος, νομικά είναι πρωτίστως αποφάσεις του Συμβουλίου, του Ecofin δηλαδή, στη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος.  Εάν διαβάσετε τα νομικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι της Ευρωζώνης, γιατί το Eurogroup είναι άτυπο, προβλεπόμενο όμως από πρωτόκολλο προσαρτημένο στη Σύμβαση για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν είναι δηλαδή άτυπο χωρίς νομική βάση, είναι άτυπο με την έννοια ότι δεν είναι configuration του Συμβουλίου αλλά είναι όργανο το οποίο ασκεί πολιτική.

Αυτό λοιπόν είναι το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται όλο το σύστημα.  Το σύστημα όμως εστιάζεται σε αυτά, δαπανά πάρα πολλή ενέργεια για να αντιμετωπίσει τα θέματα αυτά.  Οπότε δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα άλλα, δηλαδή παραμένει σε μία καχεκτική κατάσταση η Ευρώπη πολιτικά, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική οντότητα.

Άκουσα προηγουμένως τις ευχές να αναπτύξουμε την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, να αποκτήσουμε ευρωπαϊκό στρατό. Μα αυτό ξέρετε τί σημαίνει;  Σημαίνει αλλαγή αντιλήψεων σε σχέση με το θάνατο, με τον κίνδυνο θανάτου. Σημαίνει αλλαγή αντιλήψεων σε σχέση με το στρατιωτικό ρίσκο.  Σημαίνει ότι θα στείλουμε τα παιδιά μας να πολεμήσουν και θα τα περιμένουμε να γυρίσουν κάποια από αυτά σε φέρετρα.  Γιατί νομίζετε ότι έχει εγκαταλείψει ιστορικά, εδώ και 100 χρόνια, την ασφάλειά της στις Ηνωμένες Πολιτείες η Ευρώπη;  Γιατί η ασφάλεια της Ευρώπης λειτουργεί σε πολύ μεγάλο βαθμό μισθοφορικά;  Μπορεί να γίνει ευρωπαϊκός στρατός όταν τα capabilities τα στρατιωτικά του ΝΑΤΟ είναι κατά 85% αμερικάνικα και ο προϋπολογισμός είναι κατά 75% τροφοδοτούμενος από τις Ηνωμένες Πολιτείες;  Έτσι θα γίνουν αυτά;  Πώς θα γίνουν αυτά;  Με ποια αίσθηση αντιπάλου και με ποια αίσθηση κινδύνου, το οποίο είναι το σημαντικότερο απ’ όλα;  Γιατί είναι ιδεολογικό το πρόβλημα της πολιτικής ασφάλειας, αξιακό.

Τώρα, υπάρχουν κεκτημένα ευρωπαϊκά τα οποία λειτουργούν;  Ναι, όλα αυτά που λέμε, ας το πούμε έτσι, «μαλακή πολιτική», λειτουργούν την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Το πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η «σκληρή πολιτική» και σκληρή πολιτική είναι η νομισματική πολιτική, η δημοσιονομική πολιτική, το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας και μετά μπορούμε να μιλήσουμε για το κεκτημένο σε τομείς όπως το περιβάλλον, ο καταναλωτής, η ενιαία αγορά, ακόμη και το τραπεζικό σύστημα που είναι στοιχείο του σκληρού πυρήνα περισσότερο παρά των soft πολιτικών.  Γιατί δεν μπορούμε να τα βάλουμε τώρα όλα αυτά σε μία τάξη;  Γιατί υπάρχουν συγκρουόμενα συμφέροντα εθνικά, επαναλαμβάνω.  Δεν αλλάζουν οι χώρες επειδή αλλάζουν οι κυβερνήσεις.  Δεν είναι πιο φιλελληνική η γαλλική πολιτική επειδή έχουμε έναν σοσιαλιστή Πρόεδρο, σε σχέση με την πολιτική ενός συντηρητικού Προέδρου όπως ήταν ο Sarkozy.  Δεν είναι –το έχω ξαναπεί– διαφορετική η πολιτική Renzi από ό,τι ήταν η πολιτική Berlusconi σε σχέση με την Ελλάδα και ούτω καθεξής.  Και αυτό πρέπει να το αντιληφθούμε πάρα πολύ καλά για να δούμε πού πρέπει να εστιάζουμε.  Υπό την έννοια αυτή, υπάρχουν πολύ σημαντικά κεκτημένα.  Τί έχει χαθεί;  Έχει χαθεί η βεβαιότητα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και της ευρωπαϊκής προοπτικής.

Υπάρχουν λοιπόν ορισμένα ερωτήματα τα οποία είναι επίκαιρα και προφανή, υπάρχουν ομοιότητες σε σχέση με την κρίση των ευρωπαϊκών κοινωνιών και τον ευρωσκεπτικισμό με αυτό που συμβαίνει στην Αμερική σε σχέση με τον Trump;  Γιατί ένα σημαντικό τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας ψηφίζει Trump;  Γιατί ένα σημαντικό τμήμα του δημοκρατικού κόμματος ψηφίζει Sanders;  Πιστεύετε ότι είναι πολλά τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα οποία αναπτύσσουν μία παρόμοια πλατφόρμα;  Τα στοιχεία αυτά είναι έντονα λαϊκιστικά και δελεάζουν ένα πολύ μεγάλο τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας.

Γιατί συμβαίνει αυτό;  Γιατί έχει καταρρεύσει το πλαίσιο ασφάλειας του αμερικανικού  ονείρου, έχει καταρρεύσει για τη μεσαία τάξη ας πούμε, για αυτούς οι οποίοι είναι λευκοί προτεστάντες και είχαν μία προοπτική.  Αυτό συμβαίνει και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.  Κλυδωνίζεται αυτό που λέγεται ευρωπαϊκή μεσαία τάξη, κλυδωνίζεται το ευρωπαϊκό όνειρο, γιατί υπήρχε και ένα ευρωπαϊκό όνειρο.  Αυτό τίθεται σε αμφιβολία διότι οι όροι της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας τίθενται σε αμφιβολία.  Και γιατί;

Πρωτίστως δημογραφικά, η Ευρώπη μικραίνει και γηράσκει πληθυσμιακά αλλά και δημοσιονομικά, συμπεριλαμβανομένης και της κρίσης των ευρωπαϊκών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, βλέπουν τώρα οι ευρωπαίοι πολίτες ότι υπάρχει αμφισβήτηση συνολική και επειδή βλέπουν ότι δεν μπορούν και να επηρεάσουν τον πολιτικό βολονταρισμό, διότι όπου και να δώσουν και όπως και να δώσουν την ψήφο τους, δεν αλλοιώνεται η βασική εικόνα που σας είπα, δηλαδή αυτό το αμάλγαμα, αυτή η κυκλική κατάσταση, ο κυλιόμενος μεγάλος συνασπισμός, ο οποίος παραμένει σε αδράνεια τελικά.

Για αυτό υπάρχει το πρόβλημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο είναι πάρα πολύ βαθύ. Δεν είναι το πρόβλημα του ευρωπαϊκού μεσοπολέμου, δεν είναι η κρίση που ανέδειξε το φασισμό, το ναζισμό, τον οδήγησε στον πόλεμο, αλλά είναι μία κρίση η οποία δε θα κάνει την έκρηξη, αλλά θα κάνει αυτή την εσωτερική καύση, η οποία μπορεί να αποβεί άκρως επικίνδυνη.

Δημοσιογράφος:  Ναι, θέλω να προσγειώσω το κοινό και θα περάσω ...

Ευ. Βενιζέλος:  Το θέμα είναι η προσγείωση της Ευρώπης, το γεγονός ότι δεν απογειώνεται η Ευρώπη.

***

* Τρίτη παρέμβαση

Η «σχολική» απάντηση στο ερώτημα του κ. Παλαιολόγου η οποία έχει μία αξία, γιατί στο σχολείο μαθαίνουμε τα βασικά, είναι ότι αν δεν αυξηθεί ο κοινοτικός προϋπολογισμός δεν υπάρχει μέλλον για την Ευρώπη. Με κοινοτικό προϋπολογισμό μικρότερο του 1% του κοινοτικού ΑΕΠ δεν υπάρχει μέλλον για την Ευρώπη.  Εάν δεν υπάρξει σοβαρός fiscal federalism σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μία ροπή, μία ένδειξη, εάν δεν υπάρχουν μηχανισμοί ανακατανομής του πλεονάσματος, η Ευρώπη είναι καταδικασμένη στην αναπαραγωγή των ανισοτήτων και των αδιεξόδων της.

Το ερώτημα λοιπόν είναι, τώρα που η Ευρώπη είναι σε αυτήν την κατάσταση, η οποία είναι προβληματική, μία κατάσταση κρίσης, έχει νόημα να ανοίξει μία συζήτηση για επαναδιαπραγμάτευση, για το «μεγάλο παζάρι» που ειπώθηκε από τον κ. Τσούκαλη, από τον κ. Παγουλάτο;  Δηλαδή έχει νόημα να πούμε ότι χρειάζεται μία νέα ιδρυτική συνθήκη, μία επαναδιαπραγμάτευση της Λισαβόνας που ήταν μία μεταβατική συνθήκη, σας θυμίζω, μετά την αποτυχία του ευρωπαϊκού συντάγματος;

Είπε ο κ. Juncker προχθές, έντρομος μπροστά στο ενδεχόμενο να ανοίξει μία τέτοια συζήτηση, όχι, προς Θεού, γιατί φοβάται τους συσχετισμούς, φοβάται ότι αν ανοίξει αυτή η συζήτηση θα ανοίξει το κουτί της Πανδώρας.  Η αλήθεια είναι ότι αυτή είναι μία επιλογή υψηλής διακινδύνευσης.  Είναι αναγκαία πριν καταστεί αναπόφευκτη, αλλά είναι άκρως επικίνδυνη.  Γιατί;  Γιατί μπορούμε να δούμε να κυριαρχούν, για διαρθρωτικούς ή συγκυριακούς λόγους  ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις σε όλα τα κράτη και μέσα από τις εθνικές συνταγματικές διαδικασίες και τα δημοψηφίσματα να γίνει σε μεγάλη κλίμακα αυτό που έγινε με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, ή και με τη Λισαβόνα ακόμη, σε δημοψηφίσματα όπως το γαλλικό, το ολλανδικό, το ιρλανδικό.  Ο άλλος μπορεί να έχει υπόψη του τις εκτρώσεις και να τεθεί ζήτημα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και άλλος μπορεί να παίζει ένα παιχνίδι εσωκομματικό, όπως παίχτηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό στα γαλλικά πολιτικά κόμματα, σε όλα τα δημοψηφίσματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αν όμως δεν γίνει αυτό, θα κινείται η Ευρώπη και θα λύνει προβλήματα με μικροδιορθώσεις, με ανεπαίσθητες κινήσεις, μόνον που αυτό δεν θα αλλάζει το πνεύμα το πολιτικό το οποίο θα είναι αναπαραγωγή ανισοτήτων, θα υπάρχουν πάντα οι ίδιοι συσχετισμοί οι οποίοι θα διευθετούνται αλλά δε θα μεταβάλλονται και αυτό θα το δούμε τώρα σε λίγο είτε κάνουμε κάποια κίνηση είτε δεν κάνουμε.  Βλέπετε τη συζήτηση στην Ελλάδα τώρα για τη φέτα, για την εμπορική συμφωνία με τη Ν. Αφρική;  Θα δούμε τώρα τη συμφωνία με τον Καναδά για να φθάσουμε στη  TTIP, η  οποία  από μόνη της θα θέσει μέσα από τη διαδικασία κύρωσης και επικύρωσης από τα κοινοβούλια των κρατών- μελών όλα τα προβλήματα που θα έθετε η διαπραγμάτευση για μία νέα συνθήκη.  Δηλαδή την κρίση αυτού του τύπου μέσω των εθνικών συνταγματικών διαδικασιών δεν την γλιτώνεις, γιατί θα έρθει ούτως ή άλλως μέσα από την ευρωατλαντική αγορά, μέσα από τη μεγάλη κλίμακα, μέσα από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.  Αν η Ευρώπη θέλει να έχει έλεγχο των εξελίξεών της πρέπει να καθίσει να συζητήσει.  Αυτό είναι η δεοντολογική περιγραφή.  Το θεωρώ πιθανό;  Όχι, το θεωρώ απίθανο.  Είμαι εξαιρετικά απαισιόδοξος σε πραγματική βάση, γιατί ξέρω ποιο είναι το πολιτικό προσωπικό και τί αιχμαλωσίες έχει.  Μη νομίζετε ότι μόνο στην Ελλάδα έχουμε αιχμαλωσίες, αιχμαλωσίες έχουν όλα τα δημοκρατικά πολιτεύματα.

***

* Απάντηση στα ερωτήματα από το κοινό

Κοιτάξτε, ανακυκλώνεται ένας προβληματισμός ο οποίος παρακολουθεί την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τα τελευταία 65 χρόνια.  Έχουμε φθάσει τώρα σε ένα σημείο στο οποίο στην πραγματικότητα πρέπει να ξαναγνωριστούμε μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι αυτήν τη στιγμή, εάν συνεχίσουμε έτσι όπως είμαστε, θα υπάρχουν ανυπέρβλητες δυσκολίες για όσους είναι από κάτω να αντέξουν αυτήν την εις βάρος τους ιστορική αδικία.  Ποια είναι η ιστορική αδικία;  Η ιστορική αδικία είναι ο ανεπεξέργαστος πολιτικός βολονταρισμός στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η προχειρότητα και η τυχαιότητα με την οποία λαμβάνονται μεγάλες αποφάσεις, οι οποίες λαμβάνονται μέσα σε μία συγκυριακή αντίληψη, ενώ στην πραγματικότητα διεκδικούν επικοινωνία με τον μακρύ ιστορικό χρόνο.

Γιατί οι δημοσιονομικοί και μακροοικονομικοί δείκτες του Μάαστριχτ που διέπουν την ΟΝΕ είναι αυτοί που είναι;  Γιατί το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι ανεκτό μέχρι 3% και όχι μέχρι 4% και γιατί το όριο του δημοσίου χρέους είναι 60% και δεν είναι 100%;  Γιατί το Μάαστριχτ αποτύπωσε ως στόχο μακροπρόθεσμο για την Ευρωπαϊκή Ένωση τους μέσους όρους των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών τη στιγμή εκείνη, δηλαδή στις αρχές της δεκαετίας του ‘90.  Μπορούμε να πορευτούμε έτσι;  Η απόφαση για τη νομισματική ένωση είναι μία απόφαση η οποία είναι τεχνική;  Η νομισματική ένωση είναι ένα βήμα οικονομικής ολοκλήρωσης χωρίς πολιτικά στοιχεία, όταν σου στερεί τη νομισματική κυριαρχία και τη νομισματική πολιτική;  Είναι και βήμα πολιτικής ολοκλήρωσης, μόνο που δεν εμφανίζεται ως τέτοιο, δεν συνοδεύεται από εγγυήσεις διαφάνειας και δημοκρατίας και δεν έχει προοπτική. 

Φθάσαμε λοιπόν τώρα να κάνουμε μία συζήτηση, το είπα προσφάτως στη παρουσίαση του τελευταίου μου βιβλίου, η οποία γίνεται στον 21ο αιώνα για την Ευρωπαϊκή Ένωση με όρους με τους οποίους έγινε η συζήτηση για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την προοπτική τους τον 18ο αιώνα.  Όλα αυτά τα ζητήματα, ο δημοσιονομικός ομοσπονδιακός χαρακτήρας, ο fiscal federalism, η αμοιβαιοποίηση του χρέους, η αναδιανομή των πλεονασμάτων, ήταν η μεγάλη συζήτηση που έγινε μεταξύ Hamilton και Jefferson στα τέλη του 18ου αιώνα.  Μας κοιτούν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού με πολύ μεγάλη περιέργεια ως κάτι καθυστερημένους τύπους οι οποίοι αδυνατούν να αντιληφθούν προφανή πράγματα.  Θα μου πείτε, τί μεσολάβησε; Ενας πόλεμος ανεξαρτησίας και ένας εμφύλιος πόλεμος.  Μα, η ευρωπαϊκή ήπειρος δεν έχει βιώσει αυτούς τους πολέμους;  Τους έχει βιώσει.  Δε βιώνει και σιωπηρούς πολέμους;  Βιώνει σιωπηρούς πολέμους

Άρα, είναι δυνατόν τώρα να πάμε σε λύσεις, έξυπνες και συμπαθητικές, του τύπου να υπάρξει μία «συμφωνία των βουλωμένων» η οποία να πάρει την πρωτοβουλία για μία Ευρώπη πολλαπλών ταχυτήτων;  Πώς θα γίνει αυτό με την Ευρωζώνη;  Θα γίνει κατά παράκαμψη της ομάδας των κρατών μελών της Ευρωζώνης;  Κατά παράκαμψη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας;  Δεν μπορεί να γίνει αυτό τώρα.  Υπάρχει ένας εγκλωβισμός στο προηγούμενο βήμα.  Ό,τι γίνει πρέπει να γίνει με σεβασμό στο νόμισμα, γιατί, αν δεν υπάρξει σεβασμός στο νόμισμα, το ενιαίο νόμισμα, θα καταρρεύσει η τραπεζική ένωση, μία ανολοκλήρωτη τραπεζική ένωση που έχει ενιαίο μηχανισμό εποπτείας και ενιαίο μηχανισμό εκκαθάρισης, αλλά δεν έχει ενιαίο μηχανισμό εγγύησης καταθέσεων.  Άρα αναπαράγει τις ανισότητες στο κόστος χρήματος.  Για να μη μιλήσω για τις ανισότητες στο κόστος ενέργειας που αφορούν την πραγματική οικονομία, που είναι τεράστιες. 

Πώς είναι δυνατόν να μιλήσουμε τώρα για οποιαδήποτε κίνηση Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Αςφάλειας, όταν οι χώρες μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι ευρωπαϊκές, δεν παραιτούνται των πλεονεκτημάτων τους.  Ούτε τη Γερμανία δε βάζουν στο club αυτό, διότι το πλεονέκτημα που έχει το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία είναι τεράστιο και προτάσσονται της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.  Παίζουν πολύ σημαντικότερο ρόλο, και τυπικά και ουσιαστικά, στους περιφερειακούς και διεθνείς συσχετισμούς.  Άρα υπάρχουν τέτοιες πολύ μεγάλες ανισότητες. 

Αν αυτά τώρα όλα τα θέματα θέλουμε να τα συζητήσουμε με ανοικτό τρόπο, διακυβερνητικά, με μία διάσκεψη, όπως προβλέπει η ίδια η Συνθήκη σε τελευταία ανάλυση, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε δοκιμασίες, μία αλληλουχία δοκιμασιών, που οφείλονται εν πολλοίς σε αυτήν τη νοσταλγική και συντηρητική αντίληψη για την Ευρώπη, είτε την ευρωσκεπτικιστική είτε την ευρωφιλική, αλλά αυτό δεν έχει αποδειχθεί στην εμπειρία των δημοψηφισμάτων από το 1990 –ας πάρουμε ένα όριο– και μετά, από το Μάαστριχτ και μετά, διότι όλα τα δημοψηφίσματα διεξάγονται με όρους οι οποίοι είναι συγκυριακοί και τοπικοί.  Κανένα δεν αφορούσε πραγματικά την ευρωπαϊκή πολιτική και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, όλα αφορούσαν άλλα θέματα, ήταν παρεμπίπτοντα δημοψηφίσματα. 

Με αφορμή ένα δημοψήφισμα για την κύρωση μίας συνθήκης ετίθεντο θέματα πρωτίστως εθνικά, τα οποία αφορούσαν σκοπιμότητες που εμείς μπορεί και να μην έχουμε τη δυνατότητα να τις αντιληφθούμε τώρα.

Αυτό εξηγεί –και τελειώνω– την αλλαγή των αντιλήψεων στην ελληνική κοινωνία.  Γιατί η ελληνική κοινωνία από ανοικτά φιλοευρωπαϊκή, έγινε ευρωσκεπτικιστική και έχουμε τόσο κακές επιδόσεις;  Γιατί καταλογίζει στην Ευρώπη την ευθύνη για την κρίση.  Γιατί καταλογίζει στην Ευρώπη την ευθύνη για την κρίση;  Γιατί δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη η ελληνική κοινωνία, αυτό είναι το βασικό.  Δεν είμαστε έτοιμοι και ώριμοι να μιλήσουμε για την κατανομή των ευθυνών, γιατί και όταν εσωτερικεύεται η συζήτηση και δεν μας φταίνε οι ξένοι, δεν μας φταίει η παγκόσμια συνωμοσία, θα δούμε ότι στο εσωτερικό μάς φταίνε πάντα οι άλλοι, μας φταίει το πολιτικό σύστημα.  Δεν φταίει ποτέ το εκλογικό σώμα, δεν φταίει ποτέ ο ιδιωτικός τομέας, δεν φταίει ποτέ η κοινωνία των πολιτών, δεν φταίει ποτέ αυτός που διαχειρίζεται την ιδεολογία και την ενημέρωση, φταίει πάντα το πολιτικό σύστημα επειδή κυβέρνησε, λες και κυβερνά εν κενώ, κυβερνά χωρίς δημοκρατικούς όρους.  Είναι αυτή η νοοτροπία που λέει, αυτό που είπε ο κ. Τσίπρας στη Βουλή, "μα, δεν ψηφίστηκα μόνο επί τη βάσει της αυταπάτης του προγράμματος της Θεσσαλονίκης τον Ιανουάριο του ‘15, κέρδισα το δημοψήφισμα και ξαναψηφίστηκα το Σεπτέμβριο".  Μα, θυμάστε, κι εμείς είχαμε ψηφιστεί δύο φορές το 2012, δεν κυβερνούσαμε με βάση τις ανυποψίαστες εντολές του 2009, αλλά κι όλες οι "κακές "κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης ψηφίστηκαν δημοκρατικά, πλειοψηφικά και με ενθουσιασμό για να παραχθεί το αποτέλεσμα, το οποίο αποτέλεσμα πρέπει να το δει κανείς ιστορικά ως ενιαίο.  Δεν μπορεί να επιλέγει μόνον τα κακά, γιατί εδώ κινδυνεύουμε να αναθεωρήσουμε όχι το μεταπολιτευτικό, αλλά το μεταπολεμικό ελληνικό φαινόμενο, το οποίο αν δεν ήταν αυτό που είναι ποιο θα ήταν;  Το λέω αυτό γιατί έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε μήπως η νοσταλγία φθάνει να θέτει υπό αμφισβήτηση τους συσχετισμούς δυνάμεων του εμφυλίου πολέμου.

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΕυρωπαϊκή ΈνωσηΠολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016