Αθήνα, 18 Οκτωβρίου 2016 



Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Μανιάτη
«Μεταρρυθμίσεις και προοδευτικός πατριωτισμός» στην Θεσσαλονίκη (17.10.2016)

 Ο Γιάννης Μανιάτης έχει στενούς δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη, διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής στην Πολυτεχνική Σχολή, στο Τμήμα Αγρονόμων, Τοπογράφων Μηχανικών και διατηρεί τη σχέση του παρ’ ότι προτίμησε να μετακινηθεί στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς για να είναι πιο κοντά στην Αργολίδα την οποία εκπροσωπεί για πολλά χρόνια με ιδιαίτερα αποτελεσματικό και σοβαρό τρόπο στη Βουλή των Ελλήνων.

Με το Γιάννη μας συνδέουν δεσμοί συναγωνιστικοί, πολιτικοί αλλά και δεσμοί προσωπικοί, γιατί όπως αντιλαμβάνεστε, υπάρχει ένα είδος εκλεκτικής συγγένειας καθώς ανήκουμε και οι δύο στην ακαδημαϊκή κοινότητα και κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή να κατηγορηθούμε για κάποιου είδους ακαδημαϊσμού και στην πολιτική μας δραστηριότητα και στον πολιτικό μας λόγο παρά τη μακροχρόνια δράση μας και τη μεγάλη μας εμπειρία.

Πρέπει όμως να σας πω ότι αυτό που μας ενώνει τελικά, είναι η εμπειρία των δύσκολων ετών από το 2010 και μετά και κυρίως από το 2012 και μετά, όταν εκλέχτηκα Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ζήτησα από το Γιάννη Μανιάτη ν’ αναλάβει τα πολύ δύσκολα και λεπτά καθήκοντα του Γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΠΑΣΟΚ στην πρώτη φάση της τριμερούς κυβέρνησης, μιας δύσκολης και λεπτής συγκατοίκησης με τη Νέα Δημοκρατία και τη ΔΗΜΑΡ, γιατί η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ έπρεπε να λειτουργήσει και ως θεματοφύλακας μιας συνέχειας και μιας εθνικής στρατηγικής η οποία έπρεπε να συνεχιστεί μετά τη δύσκολη, μοναχική πορεία μέχρι το Νοέμβριο του 2011, μέσα από συνεργασίες οι οποίες έγιναν πριν τις εκλογές του 2012 και πριν την αλλαγή στο ΠΑΣΟΚ και πριν την αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών δυνάμεων με την κυβέρνηση Παπαδήμου.

 

Στη συνέχεια, όταν αποφασίσαμε πια να μετάσχουμε στην κυβέρνηση όχι μόνο πολιτικά και κοινοβουλευτικά αλλά και προσωπικά με σημαντικά πρώτης γραμμής πολιτικά στελέχη, ζήτησα εγώ από το Γιάννη Μανιάτη ν’ αναλάβει τα καθήκοντα του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Κλιματικής Αλλαγής όπως είχε μετονομαστεί το Υπουργείο και το βιβλίο που μας παρουσιάζει σήμερα ο Γιάννης είναι στην πραγματικότητα η επιτομή της πολιτικής που άσκησε τα χρόνια που ήταν Υφυπουργός στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και στην κυβέρνηση Παπαδήμου αλλά κυρίως τα χρόνια που άσκησε τα καθήκοντα του Υπουργού και είχε τη συνολική ευθύνη του Υπουργείου, μέχρι τις 25 Ιανουαρίου του 2015 που είναι η ημερομηνία τομή που κάποια στιγμή θα γραφτεί με πολύ αυστηρό τρόπο στην ιστορία του ελληνικού έθνους.

Για μένα είναι πάρα πολύ σημαντική αυτή η σύνθεση των πολιτικών που εφάρμοσε ο Γιάννης Μανιάτης στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, γιατί στην πραγματικότητα έχουμε ένα σημαντικό δείγμα, αλλά δείγμα των πολιτικών που άσκησε γενικά η κυβέρνηση συνεργασίας, στην οποία τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ διαχειρίζονταν κορυφαίους και κολοσσιαίους τομείς, όπως είναι για παράδειγμα ο τομέας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, στο οποίο ο Γιάννης Μανιάτης διαδέχτηκε την πρώτη εξωκοινοβουλευτική μας επιλογή, το Βαγγέλη Λιβιεράτο, συμπολίτη μας και καθηγητή στην Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης, Ομότιμο τώρα αλλά βεβαίως δεν ήταν μόνο το Υπουργείο αυτό.

Την αρχική μας εκπροσώπηση στο Υπουργείο Γεωργίας την επωμίσθηκε ο Θανάσης Τσαυτάρης μ’ έναν τρόπο που έχει νομίζω καταγραφεί στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας και τη συνέχισε ο Πάρις Κουκουλόπουλος ως Αναπληρωτής Υπουργός. Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, διαχειρίζονταν το Υπουργείο Μεταφορών κι Επικοινωνιών με το Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων με τον Ανδρέα Λοβέρδο, το Υπουργείο Εξωτερικών το διαχειριζόμουν μόνος μου μαζί με τα καθήκοντα του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και του Αντιπροέδρου της κυβέρνησης με τη βοήθεια του Δημήτρη Κούρκουλα που είχε την ειδικότερη μέριμνα για την ευρωπαϊκή πολιτική, ο Βασίλης Γκεγκέρογλου είχε την ευθύνη του Τομέα της Πρόνοιας και του εγγυημένου επιπέδου διαβίωσης, η Εύη Χριστοφιλοπούλου ήταν μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη υπεύθυνη για τη μεταρρύθμιση στη Δημόσια Διοίκηση, στο κράτος, ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος είχε στο Υπουργείο Ανάπτυξης την ευθύνη για το ΕΣΠΑ, κάτι που τώρα πια το αγνοούμε, στην πραγματικότητα θα έπρεπε να κινητοποιηθούμε για να βρούμε πού βρίσκονται οι διαδικασίες του ΕΣΠΑ και βέβαια η Φώφη Γεννηματά ήταν Αναπληρώτρια Υπουργός Εθνικής Άμυνας, σ’ έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα μαζί με σημαντικά στελέχη του άλλου πολιτικού χώρου, της άλλης πολιτικής οικογένειας που είχαν τοποθετηθεί εκεί.

Και ο Λεωνίδας Γρηγοράκος είχε επωμισθεί τα καθήκοντα του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας στην τελευταία κρίσιμη φάση σ’ έναν τομέα στον οποίο οι απαιτήσεις ήταν πάρα πολύ μεγάλες και εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα μεγάλες γιατί εκεί κρίνεται όχι μόνο το κοινωνικό κράτος και η κοινωνική ευαισθησία, αλλά και η δημοσιονομική αντοχή της χώρας.

Είμαι λοιπόν υπερήφανος για το γεγονός ότι τέτοια στελέχη εφάρμοσαν τέτοιες πολιτικές. Και είμαι υπερήφανος γιατί η δική μας στρατηγική την οποία συνεχίσαμε από το 2010 και μετά και τη βελτιώσαμε με το δεύτερο πρόγραμμα που κάλυπτε τα κενά και τις αντιφάσεις του πρώτου προγράμματος, έχει γίνει δεκτή εξ αποτελέσματος ως η μόνη εφικτή και αληθής και έντιμη εθνική στρατηγική.

Αυτό μας δίνει το δικαίωμα να λέμε τώρα ότι οι δυνάμεις που είναι πραγματικά δημοκρατικές και έχουν γνήσιο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, που πρέπει να επωμισθούν την ευθύνη για το μέλλον της χώρας, οι δυνάμεις που πρέπει ν’ αναλάβουν τις μεγάλες πρωτοβουλίες μετά από εκλογές, όταν θα καταβληθεί το κόστος το πολιτικό αυτής της δραματικής περιόδου που άρχισε στις 25 Ιανουαρίου του 2015, αυτές οι δυνάμεις στην πραγματικότητα, λυπάμαι που το λέω έτσι, αλλά αυτή είναι η αλήθεια, προσδιορίζονται με κριτήριο την αποδοχή αυτής της στρατηγικής την οποία την παλέψαμε μόνοι μας και μοναχικοί αλλά στη συνέχεια έγινε αποδεκτή απ’ όλους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Και βεβαίως ο ηττημένος ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θα έχει καταβάλλει το κόστος και τα επίχειρα της ανευθυνότητάς του, θα κληθεί και αυτός να μην ανέβει στα κεραμίδια της εύκολης αντιπολίτευσης αλλά να μετάσχει στην εθνική ευθύνη. Αν αυτοαποκλεισθεί η επιλογή του αυτοαποκλεισμού πρέπει να είναι δική του.

Όπως δεν έχει και καμία λογική η φαντασίωση της μονοκομματικής αυτοδυναμίας με την οποία δεν πορεύεσαι μέσα σε μία κατάσταση διαρκούς περιδίνησης, η οποία  κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να οξυνθεί και γι’ αυτό χρειάζεται τέτοια συσπείρωση εθνικών δυνάμεων, όχι μόνο πολιτικών αλλά και κοινωνικών και διανοητικών, συσπείρωση δυνάμεων του ελληνισμού προκειμένου να διαμορφώσουμε ένα μέτωπο το οποίο θα βγάλει πραγματικά τη χώρα από το φαύλο κύκλο.

Αλλά όπως είπε ο Σπύρος Λυκούδης και όπως είπε και ο Δήμαρχος και οικοδεσπότης μας, ο Γιάννης Μπουτάρης προηγουμένως, αυτό λέω και στο άρθρο μου χτες στην «Καθημερινή», ότι για να σπάσουμε το φαύλο κύκλο πρέπει να διαμορφωθούν κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις.

Δηλαδή το μεγάλο οικονομικό πρόβλημα είναι κοινωνικό και πολιτικό, δεν είναι τεχνικό. Και η πρώτη κοινωνική προϋπόθεση είναι ν’ αποδεχθεί την αλήθεια η ελληνική κοινωνία, να συμφιλιωθεί με το παρελθόν, γιατί χωρίς συμφιλίωση με την αλήθεια και το παρελθόν δεν υπάρχει μέλλον. Και η δεύτερη κοινωνική προϋπόθεση, πριν φτάσουμε στην αλλαγή της κυβέρνησης και του συσχετισμού των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, είναι να υιοθετήσει η κοινωνία το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα. Γιατί τη συμφέρει.

Πρέπει η κοινωνία να καταλάβει ότι αν θέλουμε δουλειές, αν θέλουμε μέλλον για τα παιδιά μας, αν θέλουμε ν’ αντέξουν οι επιχειρήσεις, να ξανανοίξουν οι αγορές, να λειτουργήσουν οι Τράπεζες, να δίνονται δάνεια, να γίνει η Ελλάδα μια κανονική και ισότιμη χώρα μέσα στην Ευρώπη και μέσα στον Κόσμο, πρέπει να υιοθετήσουμε το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα που κάνει την Ελλάδα κανονική ανταγωνιστική χώρα με θεσμούς δημοκρατικούς, δικαιοκρατικούς αλλά και με θεσμούς οικονομικής διακυβέρνησης, με θεσμούς οι οποίοι αφορούν και το δημόσιο και το πολιτικό σύστημα αλλά αφορούν και τον ιδιωτικό τομέα, αφορούν τη λειτουργία της αγοράς και τη λειτουργία της κοινωνίας των πολιτών.

Δεν έγινε αυτό στο βαθμό που έπρεπε και στο βαθμό που θέλαμε. Και η εξήγηση, πέρα από τις αντιστάσεις που έχει μια κοινωνία η οποία φοβάται και είναι ανασφαλής και επειδή είναι ανασφαλής γίνεται συντηρητική, οφείλεται στο γεγονός ότι για μια πολύ μεγάλη περίοδο πια, 7 ετών, η χώρα υφίσταται σκληρά μέτρα, βλέπει το εισόδημα να μειώνεται, βλέπει το ΑΕΠ να μειώνεται, είναι πολύ δύσκολο ν’ αποδεχθείς ότι αυτή η μείωση κατά 30% περίπου είναι αναγκαία για να διασώσεις το 70% ενώ η άλλη επιλογή που αποδεικνύεται ανύπαρκτη, δεν είναι στην πραγματικότητα ανύπαρκτη, καθίσταται ανύπαρκτη επειδή είναι καταστροφική.

Και είναι καταστροφική επειδή θα οδηγούσε στην απώλεια του 80% και στην απεγνωσμένη προσπάθεια να διασώσεις το 20%, όχι το 70%. Αν το διέσωζες και αυτό. Αλλά όταν την ίδια περίοδο προωθείς τη δημοσιονομική προσαρμογή και άρα έχεις μειώσεις μισθών, συντάξεων και γενικά μειώσεις του διαθεσίμου εισοδήματος, έχεις μείωση των περιουσιών, της αξίας των ακινήτων, έχεις μείωση των ευκαιριών απασχόλησης, έχεις μείωση των οικονομικών ευκαιριών γενικότερα και ταυτόχρονα την ίδια περίοδο αξιώνεις από την κοινωνία να στηρίξει μεγάλες τομές, βεβαίως η κοινωνία φοβάται, αντιδρά, δυσανασχετεί και κουράζεται.

Αλλά παρ’ όλα αυτά οι μεταρρυθμίσεις που έγιναν την περίοδο αυτή, είναι μεταρρυθμίσεις εντυπωσιακές. Γιατί δεν είναι μόνο οι δύσκολες παρεμβάσεις στο Ασφαλιστικό, δεν είναι μόνο οι δύσκολες παρεμβάσεις στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, δεν είναι παρεμβάσεις του τύπου Ενιαία Αρχή Πληρωμών ή απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, δεν είναι η εντυπωσιακή μείωση του αριθμού των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα.

Είναι και ζητήματα αναπτυξιακού χαρακτήρα όπως όλα αυτά τα οποία αναφέρει στο βιβλίο του ως έργο του πολιτικό ο Γιάννης, δηλαδή ζητήματα για παράδειγμα που αφορούν την ενεργειακή πολιτική, τις έρευνες για τον υπόγειο και υποθαλάσσιο πλούτο της χώρας, για τον ορυκτό πλούτο της χώρας, ζητήματα πολιτικής γης, χωροταξίας, περιβάλλοντος, ζητήματα που αφορούν την ενέργεια αλλά και την οικονομία, δηλαδή το «έξυπνο» ενεργειακά κτίριο, το «Εξοικονομώ κατ’ οίκον», επιλογές οι οποίες έχουν να κάνουν με το σχεδιασμό στο χώρο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ζητήματα που τα είχα κι εγώ χειριστεί και παρακολουθήσει μια πολύ δύσκολη περίοδο, την περίοδο της ένταξης στην ΟΝΕ το 1999-2000, όπου η ενέργεια τότε ανήκε στο Υπουργείο Ανάπτυξης, ως Υπουργός Ανάπτυξης πριν μεταφερθεί ο τομέας της ενέργειας στο Υπουργείο Περιβάλλοντος.

Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι χωρίς αυτή την υιοθέτηση του μεταρρυθμιστικού προτάγματος, δεν υπάρχει κανένα μέλλον για τη χώρα στην πραγματικότητα. Και αυτό χρειάζεται συναινέσεις. Χρειάζεται έναν πολιτικό πολιτισμό, χρειάζεται μια ικανότητα επικοινωνίας με την κοινωνία, χρειάζεται ένα λόγο που υπερβαίνει τα κομματικά όρια και τις μικροκομματικές σκοπιμότητες.

Αυτός είναι και ο προοδευτικός πατριωτισμός που είναι ο τίτλος του βιβλίου. Ο σύγχρονος, ο προοδευτικός πατριωτισμός. Δεν είναι ταυτολογικός ο τίτλος, είναι προοδευτικός πατριωτισμός. Τι θα πει προοδευτικός πατριωτισμός; Προοδευτικός πατριωτισμός είναι ένας λιτός πατριωτισμός, όχι ρητορικός, αλλά εμπράγματος. Δεν είναι ένας εθνοκαπηλικός πατριωτισμός, είναι ένας πατριωτισμός που βασίζεται στην αίσθηση των συσχετισμών των δυνάμεων, στη γνώση της ιστορίας, στη γνώση των διεθνών σχέσεων στην ικανότητα χειρισμού των διεθνών καταστάσεων.

Και βέβαια είναι αποτελεσματικός, γιατί πατριωτικό δεν είναι να βγάζεις το πανηγυρικό της ημέρας σε μια εθνική επέτειο, πατριωτικό είναι να αυξάνεις την εθνική ισχύ και την εθνική επιρροή. Και ει δυνατόν ν’ αυξάνεις τον εθνικό χώρο, έστω έμμεσα, όπως ακριβώς έγινε στο πεδίο της ενεργειακής πολιτικής.

Μιλάμε πάρα πολύ για εθνική κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα. Μιλάμε πάρα πολύ για τις θαλάσσιες ζώνες. Παρακολουθώ γνωρίζοντες και η γνωρίζοντες, νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες να έχουν άποψη για την υφαλοκρηπίδα, για την ΑΟΖ. Ξέρετε πόσο λεπτή και επίμονη εργασία είναι να διασφαλίσεις τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα στα θέματα αυτά; Πόσο λεπτό είναι να εφαρμόσεις, και δύσκολο να εφαρμόσεις το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας;

Οι πιο σημαντικές πράξεις τα τελευταία 16 χρόνια στον τομέα αυτόν είναι ότι κρατήσαμε το 2000 τον Πρίνο ανοιχτό ενώ ήταν έτοιμος να κλείσει, άρα τη μόνη πραγματική εκμετάλλευση την κρατήσαμε ανοιχτή, δίνοντάς την στους εργαζομένους, για όσους δε θυμάστε πώς έχει διασωθεί το 2000, ως εκμετάλλευση, η μόνη ενεργός εκμετάλλευση ελληνικών υδρογονανθράκων στο Αιγαίο και μετά ο Ν. 4001 που εισηγήθηκε ο Γιάννης ως Υφυπουργός την περίοδο που είχαμε την πολύ μεγάλη αγωνία για το πού πηγαίνει η χώρα και ήμουν στο Υπουργείο Οικονομικών και στη συνέχεια, η προκήρυξη για έρευνες σε θαλάσσια και χερσαία οικόπεδα που έγινε το 2013-14 και ευτυχώς, δε ματαιώθηκε παρά τους κινδύνους που διέτρεξε η διαδικασία αυτή.

Γιατί το γεγονός ότι προσδιορίστηκαν τα οικόπεδα αυτά και προκηρύχθηκαν, ήταν η πιο σημαντική εν τοις πράγμασι άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Ο δε Ν. 4001/2011, προσδιορίζει τα απώτατα όρια των θαλασσίων ζωνών, τα απώτατα όρια της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ που ταυτίζονται σε θάλασσες όπως το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος.

Απώτατα όρια δε σημαίνει ότι θα είναι αυτά τα τελικά, διότι απαιτείται κατά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας διαδικασία οριοθέτησης με τις παρακείμενες και αντικείμενες χώρες. Όμως είναι μια νομική πράξη η οποία έχει ανακοινωθεί στον ΟΗΕ και σε σχέση με τα απώτατα όρια, αυτό είναι κάτι εξαιρετικά σημαντικό διότι υπάρχουν χάρτες οι οποίοι είναι διεθνώς δεδηλωμένοι χάρτες πλέον γύρω από τα θέματα αυτά.

Φυσικά συνεχίζονται οι διερευνητικές επαφές με την Τουρκία από το 2012 που ξεκίνησαν για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου και ήταν επιμονή μου κι εξακολουθεί να είναι, να επεκταθεί το αντικείμενό τους και στην Ανατολική Μεσόγειο και στην ΑΟΖ, πράγμα που ήταν έτοιμοι υπό όρους να το δεχθούν οι συνομιλητές μας, έπρεπε να διασφαλίσουμε τη σχέση με την Ιταλία, έπρεπε ν’ αντιμετωπίσουμε μια κλονισμένη σχέση με την Αλβανία η οποία δυστυχώς επιδεινώνεται, την περίοδο αυτή, έπρεπε να διαμορφώσουμε μια σχέση με την Αίγυπτο μετά την πολιτική αλλαγή στην Αίγυπτο το 2013, έπρεπε να έχουμε το νου μας σε μια ασύντακτη πολιτειακά χώρα όπως είναι η Λιβύη που είναι επίσης κρίσιμη, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε πραγματικά για τον εθνικό μας χώρο στον τομέα του υποθαλάσσιου πλούτου.

Διότι το δικό μας ανάγλυφο ως Ελλάδα είναι πολύ πιο πολύπλοκο και πολύ πιο ευρύ από αυτό που έχει η Κυπριακή Δημοκρατία, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι παραλλήλως έπρεπε να στηρίζουμε και την Κυπριακή Δημοκρατία σε μια κίνηση διπλή που αφορούσε και την άσκηση των δικαιωμάτων της, αλλά και τη διαφύλαξη των διακοινοτικών συνομιλιών, κάτι το οποίο δεν είναι καθόλου αυτονόητο και καθόλου απλό.

Αυτά είναι ζητήματα προοδευτικού πατριωτισμού τα οποία τα έχω ζήσει πολύ κοντά, όχι ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, αλλά στην πράξη ως Υπουργός Εξωτερικών στη διαχείριση των θεμάτων αυτών.

Και αυτά πρέπει να τα συνδέσει κανείς με τη διπλωματία των αγωγών, με το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει το μεγάλο πλεονέκτημα να έχει αποθηκευτικούς χώρους ή και τη δυνατότητα αύξηση των αποθηκευτικών χώρων φυσικού αερίου, κάτι το οποίο ελάχιστες χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης το διαθέτουν γιατί αυτό δίνει ένα προβάδισμα στην περιφερειακή διπλωματία των αγωγών.

Έπρεπε να εργαστούμε πάνω στις τριγωνικές σχέσεις οι οποίες δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση όπως είναι η τριγωνική σχέση Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ και η τριγωνική σχέση Ελλάδα – Κύπρος – Αίγυπτος οι οποίες θέλουν όμως συνεχή μέριμνα. Είδατε ότι δε φαντάζομαι ότι συγκράτησε κανείς σας τίποτα από την τελευταία μετάβαση του κ. Τσίπρα στην Αίγυπτο, πλην τις φωτογραφίες στις πυραμίδες.

Γιατί εγώ έχω πάει 5 φορές στο Κάιρο αλλά φωτογραφίες στις πυραμίδες δεν πρόλαβα να βγάλω γιατί δεν πρόλαβα να πάω στις πυραμίδες όσες φορές πήγα στο Κάιρο.

Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία. Όπως πολύ μεγάλη σημασία έχει να χειρίζεσαι κι άλλα θέματα, θέματα περιβάλλοντος, τα οποία περιλαμβάνουν και αντικείμενα από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης μέσω του περιβάλλοντος όπως είναι η διαχείριση των μεταλλαγμένων, θέματα κλιματικής αλλαγής, όταν είχες τη Διάσκεψη των Παρισίων εν εξελίξει, θέματα Προεδρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα οποία επίσης τα έχω ζήσει γιατί όλα αυτά καταλήγουν στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων που ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Εξωτερικών, αλλά το Υπουργείο Περιβάλλοντος επωμίζεται πολύ δύσκολα Συμβούλια, γιατί έχει τα Συμβούλια Ενέργειας και τα Συμβούλια Περιβάλλοντος τα οποία είναι και τα δύο εξαιρετικώς απαιτητικά και επικίνδυνα από διπλωματικής και πολιτικής πλευράς.

Και πολλά άλλα παραδείγματα, ων ουκ έστιν αριθμός. Αυτά όλα βεβαίως είναι ένας πλούτος εθνικός και είναι κι ένας πλούτος των στελεχών μας και είναι κι ένας πλούτος του μεσαίου χώρου για τον οποίο μίλησε τόσο ωραία και ο Γιάννης Μπουτάρης αλλά και ο Σπύρος Λυκούδης ο οποίος έχει μια αγωνία για το πώς πορεύεται ο χώρος αυτός.

Και θα κλείσω με μια φράση για το χώρο αυτό: Ο χώρος αυτός υφίσταται μια διπλή κρίση. Η Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, υφίσταται μια βαθιά κρίση. Κρίση που ξεκινά από τα δημογραφικά της δεδομένα και φτάνει στην αποδοχή της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Γιατί αναφύονται νέοι εθνικισμοί, έχουμε νέες μορφές ευρωσκεπτικισμού, υπάρχει πια ένας κοινός παρανομαστής που συνδέει ακροδεξιά εθνικιστικά κόμματα και αριστερά ριζοσπαστικά κόμματα και αυτός ο κοινός παρανομαστής είναι ο εύκολος αντιευρωπαϊσμός.

Η κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης οξύνεται επειδή σε εθνικό επίπεδο, όλοι τελικά βλαστημούν την Ευρώπη και την αναγορεύουν ως το μεγάλο πρόβλημα. Και υπονομεύουν την ευρωπαϊκή ιδέα για μικρούς συγκυριακούς εκλογικούς λόγους, μικροκομματικούς. Αυτό γίνεται όχι μόνο στην Ελλάδα, γίνεται παντού, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, μικρές και μεγάλες, πλούσιες και φτωχές. Δανειστές και δανειζόμενους.

Αυτή η κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι πρωτίστως μία κρίση των κυβερνητικών κομμάτων. Τα κυβερνητικά κόμματα είναι οι δυο μεγάλες οικογένειες: Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Βεβαίως πρώτη δύναμη είναι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Δεν είναι μεγάλες οι διαφορές αριθμητικά, αλλά είναι πολύ μεγάλες οι διαφορές ιδεολογικά.

Γιατί; Γιατί από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά, από το 1990-92 και μετά, επειδή έγινε αποδεκτή μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για το τι σημαίνει δημοσιονομική πειθαρχία, τι σημαίνει Σύμφωνο Σταθερότητας, στην πραγματικότητα έγινε νομικά υποχρεωτική μία πολιτική η οποία δεν είναι μια πολιτική σοσιαλδημοκρατική, ενσωματώθηκε το σοσιαλδημοκρατικό κεκτημένο το οποίο είναι το κοινωνικό κράτος, είναι η δημοκρατία, ο πλουραλισμός, η πολυφωνία, η ευαισθησία, οι συνθήκες ζωής.

Αλλά το κυρίαρχο δημοσιονομικό και μακροοικονομικό μοντέλο, κωδικοποιήθηκε νομικά και κλειδώθηκε. Άρα, η σοσιαλδημοκρατία μαζί με την Ευρωπαϊκή Δεξιά, υφίσταται την κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την κρίση της ευρωπαϊκής ιδέας. Η σοσιαλδημοκρατία η ευρωπαϊκή έχει μια διπλή κρίση. Έχει την κρίση της αδυναμίας της να προτείνει μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση.

Διότι πώς να προτείνεις μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση όταν οι συσχετισμοί που κυριαρχούν είναι συσχετισμοί διακρατικοί, διακυβερνητικοί, είναι συσχετισμοί κρατικών συμφερόντων; Δε διαφέρει σε τίποτα η θέση της Ιταλίας αν έχει Πρωθυπουργό το Ρέντσι ή Πρωθυπουργό το Μόντι ή Πρωθυπουργό τον Μπερλουσκόνι.

Δεν ήταν λιγότερο φιλική η Γαλλία απέναντί μας επί Σαρκοζί. Και ελπίζουμε μια πολιτική αλλαγή στη Γερμανία να μην την κάνει πιο εχθρική. Άλλωστε οι σοσιαλδημοκράτες μετέχουν στην κυβέρνηση Μέρκελ. Η κυβέρνηση Μέρκελ δεν έχει μόνο το κ. Σόιμπλε, έχει και τον κ. Γκάμπριελ, έχει και τον κ. Σάινμάγιερ, έχει όλα τα ηγετικά στελέχη του SPD.

Άρα, οι συσχετισμοί είναι συσχετισμοί διακρατικοί. Δεν αλλάζουν οι προτεραιότητες των χωρών. Η δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα είναι μια δύσκολη θέση λίγο ή πολύ ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Βεβαίως έχει πολύ μεγάλη σημασία να έχεις ικανούς εκπροσώπους, έχει πολύ μεγάλη σημασία να έχεις αξιόπιστους εκπροσώπους, έχει πολύ μεγάλη σημασία να έχεις στρατηγική.

Αλλά πάντως, δεν υπάρχει ελληνική κυβέρνηση η οποία να μη ζητά ελαφρύνσεις, χαλάρωση δημοσιονομική, μεγαλύτερο physical space, να μας δώσετε μια αναπνοή δημοσιονομική έναντι μεταρρυθμίσεων, που είναι η μόνη αξιόπιστη διαπραγμάτευση. Γι’ αυτό πιστεύω ότι μπορεί και να υπάρξει μια βάση συνεννόησης όποιων πραγματικά είναι φιλοευρωπαίοι και δημοκράτες.

Αλλά η σοσιαλδημοκρατία γενικά είναι σε δύσκολη θέση. Γιατί δε μπορείς να κερδίσεις συσχετισμούς ιδεολογικοπολιτικούς και διακρατικούς ταυτόχρονα, γιατί αλλιώς ο ευρωπαϊκός νότος ας πούμε, θα ήταν μια ομάδα συμπαγής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που δεν είναι. Και στον ευρωπαϊκό νότο βεβαίως υπάρχουν και δεξιές κυβερνήσεις.

Μα γιατί η κυπριακή πολιτική απέναντι στην Ελλάδα ή απέναντι στην Ευρώπη είναι διαφορετική επί Προέδρου Αναστασιάδη απ’ ό,τι ήταν επί προέδρου Χριστόφια; Όχι. Δηλαδή το γεγονός ότι υπήρχε ένας δεξιός Πρωθυπουργός στην Πορτογαλία και τώρα υπάρχει ένας σοσιαλδημοκράτης με κομμουνιστές και αντιμνημονιακούς σημαίνει ότι άλλαξε η πορτογαλική πολιτική κι έγινε πιο νότια; Όχι βέβαια.

Σημειωτέον ότι η Πορτογαλία μετέχει στο Μεσογειακό Ευρωπαϊκό Νότο κατά την ίδια λογική που εμείς μετέχουμε στην παρευξείνια συνεργασία. Γιατί είδα ότι κάποιοι ταράχτηκαν επειδή η Πορτογαλία που είναι στον Ατλαντικό μετέχει στη Μεσογειακή Συνεργασία κι εμείς μετέχουμε στη Συνεργασία του Ευξείνου Πόντου, με ιστορικό τίτλο, τίτλο γειτνίασης, δε μετέχουν μόνον οι χώρες οι οποίες βρέχονται από τα νερά των θαλασσών.

Γιατί εδώ ακούμε διάφορα τον τελευταίο καιρό. Από την άποψη λοιπόν αυτή, η μοίρα της σοσιαλδημοκρατίας είναι πολύ απαιτητική. Μπορεί να κάνεις μικροδιευθετήσεις και να λες πράγματα, αλλά εδώ έχεις δυο μεγάλα καθήκοντα. Και κλείνω μ’ αυτό γιατί σας κούρασα: Το ένα μεγάλο καθήκον είναι κατ' αρχήν να τιμήσεις αυτό που έχεις κάνει, να μην το χαρίσεις στη Δεξιά, να μην το αφήσεις να ξεχαστεί και να υποβαθμιστεί. Το οποίο έχει πολύ μεγάλη σημασία.

Το κεκτημένο της χώρας το οποίο το έχεις συνεισφέρει. Και πάνω σ’ αυτό να οικοδομηθεί η εθνική στρατηγική. Και πάνω στην εθνική στρατηγική να οικοδομηθεί το εύρος της εθνικής συνεργασίας από την οποία έχει ανάγκη η χώρα. Το πρώτο καθήκον, το οποίο είναι εθνικό καθήκον. Και το δεύτερο καθήκον είναι να έχεις συνείδηση των συσχετισμών των ευρωπαϊκών.

Και η ελληνική σοσιαλδημοκρατία αλλά και το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές και δημοκράτες συνολικά να μπορούν να πουν κάτι για την Ευρώπη, το οποίο να μην είναι κοινότοπο και τελικά άνευ σημασίας. Δηλαδή το να επαναλαμβάνεις αυτονόητα πράγματα, ότι χρειάζεσαι ένα λίγο μεγαλύτερο πακέτο Γιουνκέρ ή ότι πρέπει να εξαιρείς από το δημοσιονομικό έλλειμμα τις δαπάνες για την παιδεία ή τις δαπάνες για την αντιμετώπιση της ανεργίας, δεν είναι αυτά τα όραμα για την Ευρώπη.

Το όραμα για την Ευρώπη έχει προκύψει μέσα από δραματικές καταστάσεις, μέσα από τον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα από τον ψυχρό πόλεμο. Έχει προκύψει μέσα από τη γεωγραφία, μέσα από τη μήτρα της ευρωπαϊκής ιστορίας. Δεν είναι κάτι το οποίο διαχειρίζονται γραφειοκράτες ή πολιτικοί χωρίς όραμα και χωρίς γνώση. Θέλει κάτι, αλλιώς δεν ακούγεσαι.

Και όσο πιο μικρή χώρα είσαι, τόσο μεγαλύτερη πολιτική έκφραση χρειάζεσαι για να μπορείς ν’ ακουστείς. Και όσο πιο μικρό κόμμα είσαι στη σοσιαλδημοκρατική οικογένεια, τόσο μεγαλύτερη ισχύ ιδεών χρειάζεσαι για να μπορείς να επηρεάσεις. Γιατί είναι άλλο να πηγαίνεις έχοντας 45% και άλλο να πηγαίνεις έχοντας  μονοψήφιο αριθμό.

Αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία για τα καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας αλλά και τα καθήκοντα του ελληνικού μεσαίου χώρου που σωστά τον προσδιόρισε γεωγραφικά ο Σπύρος, αλλά εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τον προσδιορίσουμε και όλοι θα το κάνουμε αυτό μαζί και πολιτικά και αξιακά.

Και τα δύο, γιατί κάποιοι μπορεί να διολισθήσουν σ’ έναν τυχοδιωκτισμό και κάποιοι άλλοι σε μια αοριστολογία, δήθεν ιδεολογική η οποία δεν έχει πολιτικό αντίκρισμα, ενώ χρειάζεται να τα καλύπτεις όλα αυτά μαζί. Και από αυτή την οπτική γωνία έχει πολύ μεγάλη σημασία να κατατίθενται οι εισφορές και τα κεκτημένα, όπως ακριβώς κάνει τώρα ο Γιάννης Μανιάτης με το βιβλίο αυτό σ’ έναν χώρο τόσο κρίσιμο όσο είναι όλοι αυτοί οι τομείς που διαχειρίστηκε ως Υπουργός.

Σας ευχαριστώ πολύ. 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016