Καστοριά, 15 Οκτωβρίου 2016

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στην Καστοριά
«Ποιο μέλλον για την Ελλάδα; Οι αντοχές και  οι δυνατότητες της πραγματικής οικονομίας» 

με τον Αθανάσιο Τσαυτάρη, Νίκο Παναγιώτου, Κοσμά Βαρσάμη και Παναγιώτη Κωστούλα

Φίλες και φίλοι σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την παρουσία σας. Θέλω να ευχαριστήσω την καθεμιά και τον καθένα ξεχωριστά.  Τα πιο επίσημα πρόσωπα της σύναξης μας τη συνάδελφο στη Βουλή, παλιούς συναδέλφους και συναγωνιστές, το Δήμαρχο της πόλης που μας τιμά, τον Πρόεδρο του συνεταιρισμού που μας φιλοξενεί. Δεν θέλω να επαναλάβω το μακρύ κατάλογο που ο κ. Βαρσάμης ανακοίνωσε στην αρχή. Αλλά θέλω να απευθυνθώ και σε όσους δεν μνημονεύθηκαν  ως εκπρόσωποι κάποιου οργάνου ή κάποιου οργανισμού γιατί η παρουσία σας  είναι πάρα πολύ σημαντική για εμάς. Είναι σημαντικό τόσοι άνθρωποι στην Καστοριά να συγκεντρώνονται για να μιλήσουν γύρω από ιδέες, γύρω από το εθνικό πρόβλημα χωρίς να υπάρχει ένα κομματικό προσκλητήριο, γιατί το προσκλητήριο το δικό μας είναι ένα προσκλητήριο ιδεών, ένα προσκλητήριο εθνικό, προοδευτικό, βεβαίως, δημοκρατικό, αλλά που δεν απευθύνεται στο στενό ακροατήριο  ενός πολιτικού χώρου. Φαίνεται να διαπερνά οριζόντια όλο το δημοκρατικό, πολιτικό φάσμα γιατί υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής που είναι ο πατριωτισμός μας, η αγάπη μας για τον τόπο και η αγωνία μας για την πατρίδα.

Και χαίρομαι γιατί η  επιμονή των εδώ φίλων μας, που ανήκουν στον Κύκλο και εδρεύουν στην Καστοριά, μας έδωσαν την μεγάλη ευκαιρία να αρχίσουμε τις περιοδείες μας στην ελληνική περιφέρεια από την Καστοριά. Μια πόλη, με τεράστια παράδοση, με τεράστιο πολιτιστικό πλούτο, με έναν αρχιτεκτονικό ιστό αξιοζήλευτο, με τη λίμνη, με το τοπίο, με τεράστια συγκριτικά πλεονεκτήματα,  που δεν είναι μόνο η γούνα, δεν είναι μόνο τα όσπρια, είναι όλες οι δυνατότητες που υπάρχουν σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Γιατί είναι, πραγματικά, προικισμένος ο τόπος αυτός και πρέπει να βρει την αυτοπεποίθησή του, προκειμένου να ανατρέψει τη μοίρα του και, καμιά φορά, και τη μιζέρια του.

 

Γιατί, σε όλη την Ελλάδα, από τη μια άκρη έως την άλλη επικρατεί τα τελευταία πολλά χρόνια μια συλλογική κατάθλιψη, μια μιζέρια. Είχα πει στη Θεσσαλονίκη, πριν από λίγες εβδομάδες, ότι το μεγαλύτερο, εθνικό πρόβλημα είναι ο μιζεραμπιλισμός. Το γεγονός ότι,  όλοι κλαιγόμαστε, χωρίς να μπορούμε να σπάσουμε αυτό το κέλυφος και να βρούμε τις απαντήσεις στο ερώτημα, αν υπάρχει μέλλον και ποιο μέλλον για τον τόπο,  που να κρατήσει τα παιδιά εδώ, να μην τους οδηγεί στο εξωτερικό. Αν και,  μια μικρή παραμονή στο εξωτερικό μπορεί να είναι εξαιρετικά ωφέλιμη γιατί ανοίγει τους πνευματικούς ορίζοντες. Έλεγε ο Ζαν Κλώντ Γιούνκερ ότι «δεν θέλω πανεπιστήμιο στο Λουξεμβούργο, για να φεύγουν τα παιδιά του Λουξεμβούργου, να πηγαίνουν να σπουδάζουν σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα ή στις ΗΠΑ και να έχουν άλλες  παραστάσεις». Τελικά, απέκτησε  πανεπιστήμιο το Λουξεμβούργο το οποίο είναι αρκετά προνομιούχο, βέβαια, λόγω της  θέσης του, κοντά στα ευρωπαϊκά όργανα, στους θεσμούς, αλλά, παρ΄όλα αυτά οι παλαιότεροι, μέχρι και πριν λίγα χρόνια, ήταν αναγκασμένοι να φύγουν για να ολοκληρώσουν τις ανώτατες σπουδές τους κάπου αλλού.

Χαίρομαι, λοιπόν, γιατί είχαμε την ευκαιρία σήμερα να δούμε τη λίμνη, να δούμε το τοπίο, να δούμε το Βυζαντινό Μουσείο, να δούμε τις μοναδικές εκκλησιές που διαθέτει η Καστοριά, και χαίρομαι γιατί ακούσαμε δύο εντυπωσιακές εισηγήσεις. Μια με κεντρικό θέμα τον προνομιακό κλάδο που είναι η γούνα και μια δεύτερη για τον πρωτογενή τομέα, με έμφαση στα τοπικά προϊόντα, που ανέπτυξαν οι δύο συνομιλητές μου, ο κ. Παναγιώτου και ο καθηγητής Τσαυτάρης με πολύ μεγάλη επάρκεια. Αντιλαμβάνεστε πόσο ολοκληρωμένη άποψη έχει για την αγροτική πολιτική και για τις δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα και τις σχέσεις του πρωτογενούς τομέα και βιομηχανικής παραγωγής ο Θανάσης.

Όμως για να απαντηθούν τα επιμέρους ερωτήματα, ερωτήματα περιφερειακά, τοπικά, κλαδικά, επιχειρησιακά, προσωπικά, πρέπει να υπάρχει χώρα  και πρέπει να δούμε αν η πρόγνωση για το μέλλον του τόπου, τους επόμενους μήνες, τα επόμενα χρόνια, είναι μια πρόγνωση θετική ή αν ελλοχεύουν κίνδυνοι. Γιατί δεν μπορούμε να βγούμε από τον φαύλο κύκλο; Γιατί, αντί να έχουμε ήδη περάσει σε μια άλλη κατάσταση κανονικότητας, ομαλότητας και ασφάλειας, εξακολουθούμε να είμαστε εγκλωβισμένοι σε μια συζήτηση γύρω από το αν υπάρχουμε ή δεν υπάρχουμε, για το αν η χώρα είναι πιο κοντά στη φθορά ή  πιο κοντά στην αφθαρσία, γιατί, μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια, βρισκόμαστε να ασχολούμαστε με το αν θα έχουμε ύφεση ή ελάχιστη καχεκτική ανάπτυξη, για το αν μπορούμε ή δεν μπορούμε να κατακτήσουμε το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος, για το αν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα μπει ή δεν θα μπει στο τρίτο πρόγραμμα και η αγωνία μας είναι να μπει στο τρίτο πρόγραμμα, στο τρίτο μνημόνιο δηλαδή, το μνημόνιο του κ. Τσίπρα  και του κ. Καμμένου, για το τί θα γίνει με τα κόκκινα δάνεια, για το τί θα γίνει με το χρέος. Πράγματα,  δηλαδή, που τα ακούμε και τα συζητάμε από το 2009, 2010, αλλά η χώρα είναι σε ύφεση από το 2007,  έχει ανεξέλεγκτο δημοσιονομικό έλλειμμα από το 2007, έχει  έλλειμμα του  ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών της, έλλειμμα του  εμπορικού της ισοζυγίου από το 2007 που γιορτάστηκε το έτος  ανταγωνιςτικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Και αναρωτιέται κανείς: αυτή είναι η μοίρα του τόπου; Να συζητάμε διαρκώς για αυτά και τώρα στον ορίζοντα ως μόνη λύση να είναι η διεκδίκησή μας για ένα 4ο μνημόνιο μετά το 2018  και ίσως ένα τέταρτο μνημόνιο χωρίς δάνειο, μόνο με όρους και με μικρά ανταλλάγματα στο χρέος που τα είχαμε πάρει ήδη από το 2012; Πότε η Ελλάδα θα ξαναβρεί τη θέση της ισότιμα μέσα στην Ευρώπη και ποια θα είναι η Ευρώπη αυτή; Θα είναι η Ευρώπη που ξέρουμε μέχρι σήμερα ή μια Ευρώπη που θα κυριαρχείται από συντηρητικές δυνάμεις, εθνικιστικές, ευρωσκεπτιστικές, ρατσιστικές, ξενοφοβικές.  Δυνάμεις, οι οποίες δεν θα είναι έτοιμες να εκδηλώσουν αλληλεγγύη απέναντι στα κράτη – μέλη. Και πώς θα  είναι ο νέος χάρτης; Τί θα γίνει στην Αμερική, τί θα γίνει στη γειτονιά μας , στη Βόρεια Αφρική, στη Μέση Ανατολή. Τί θα γίνει στην ανατολική γειτονιά μας, που,   επίσης,  έχει πολύ σημαντικά προβλήματα.

Οι απαντήσεις είναι δύσκολες. Υπάρχει,  όμως,  κάτι το οποίο είναι βαθιά ενοχλητικό, σχεδόν τραγικό. Ότι, αυτά τα συζητάμε το 2017 – σε δύο μήνες μπαίνουμε στο 2017 – ενώ τον Δεκέμβριο του 2014 η χώρα είχε καταφέρει να έχει θετικό ρυθμό ανάπτυξης, πρωτογενές πλεόνασμα, να έχει κάνει μια δοκιμαστική έξοδο στις αγορές, την άνοιξη του 2014 με επιτυχία, το δημόσιο διέθετε ένα ισχυρό χαρτοφυλάκιο μετοχών του τραπεζικού τομέα που είχε φθάσει να αξίζει στο Χρηματιστήριο 25 δις, οι τράπεζες ήταν ανακεφαλαιοποιημένες και είχαμε πάρει απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Eurogroup τον Νοέμβριο του 2014, ότι η χώρα θα βγει από το Μνημόνιο και θα περάσει στην προληπτική πιστωτική γραμμή. Οχι ότι αυτό θα ήταν κάτι εύκολο, ή ότι όλα αυτά είχαν γίνει με έναν ευθύγραμμο τρόπο,  με αντιφάσεις,  με δυσκολίες, με δισταγμούς αλλά και με μια Αντιπολίτευση στα κεραμίδια του αντιμνημονιακού αγώνα. Μια Αντιπολίτευση που υποσχόταν λαγούς με πετραχήλια, που έλεγε ότι υπάρχει και ένας άλλος δρόμος, χωρίς μνημόνιο, χωρίς λιτότητα, χωρίς μέτρα, χωρίς φορολογικές επιβαρύνσεις, χωρίς ΕΝΦΙΑ. Ένας δρόμος που θα μας επιτρέψει να επιβάλλουμε τη δική μας βούληση γιατί είναι δημοκρατική ενώ των άλλων  στην Ευρώπη δεν είναι δημοκρατική η βούληση και θα μας επιτρέψει να λύσουμε και τα θέματα του χρέους. Δηλαδή, να το διαγράψουμε σαν να είμαστε μια χώρα τριτοκοσμική, χωρίς υποχρεώσεις μέσα στη διεθνή αγορά και χωρίς υποχρεώσεις έναντι των εταίρων της γιατί το 82% του χρέους το χρωστάμε στις  χώρες  μέλη της Ευρωζώνης και όχι στην Αγορά. Μόνο 30 δις χρέους χρωστάμε στην Αγορά.

Άρα, έχει στοιχεία τραγικότητας όλο αυτό. Όταν το λες αυτό, η απάντηση που εισπράττεις από τους κυβερνώντες, είναι ότι,  εντάξει, πράγματι, αλλά έχουμε αλλάξει, αναβλέψαμε. Όπως ο Σαούλ πήγαινε προς τη Δαμασκό και ανέβλεψε, και έγινε Παύλος και από διώκτης του Χριστιανισμού, έγινε ο πρώτος των Αποστόλων και τελικά διαμόρφωσε τον Χριστιανισμό με το κήρυγμα και τις επιστολές του, έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ – ένα πράγμα, σύντροφοι, φίλοι, ομοϊδεάτες , με ίδια αισθητική  - έχουν τώρα αναβλέψει και είναι Ευρωπαίοι. Είναι αυτοί που μπορούν να εφαρμόσουν τα συμφωνηθέντα,  να συνομιλήσουν με την κα Μέρκελ και να δώσουν προοπτική στον τόπο και η προοπτική είναι εύκολη, διότι, το ελατήριο έχει πιεστεί πάρα πολύ και τώρα θα εκτιναχθεί, θα πάμε σε υψηλό ρυθμό ανάπτυξης. Υπάρχει ένας αυτοματισμός. Υπόσχονταν έναν αυτοματισμό εκτός του μνημονίου. Τώρα υπόσχονται έναν αυτοματισμό εντός μνημονίου. Υπάρχει μια πολιτική θεολογία. Σου έλεγαν,  «Πίστεψε,  υπάρχει μια λύση, η οποία λύση ανήκει στην άλφα θρησκεία». Τώρα σου λένε, «Πίστεψε. Υπάρχει μια άλλη λύση που ανήκει σε μια τελείως διαφορετική θρησκεία». Σημασία έχει να είναι το ιερατείο δικό μας. Να ελέγχουμε το κράτος, τη Δικαιοσύνη, τα ΜΜΕ και για να τα ελέγξουμε μπορούμε να συνεργαζόμαστε με οποιονδήποτε. Και με εκπροσώπους της συντηρητικής παράταξης και με ανθρώπους που κρατούν στα χέρια τους τα κλειδιά του βαθέως κράτους και ως εκ τούτου το μόνο που έχει σημασία είναι η εξουσία. Αυτός είναι ο συνεκτικός ιστός,  ο κοινός παρονομαστής. ΄Αρα, μπορούμε, σου λέει, να εισέλθουμε στο δικό σας ρόλο. Εσείς, τί λέγατε ; Οτι θα υπάρξει ένα success story, ότι η χώρα θα ανακάμψει και θα την ανακεφαλαιοποιήσουμε πολιτικά. Το αποτρέψαμε αυτό με την μη εκλογή Προέδρου Δημοκρατία και με την πολιτική αλλαγή του Ιανουαρίου του 2015 ,αλλά θα το κάνουμε εμείς. 

Μακάρι. Αλλά, δεν θα γίνει έτσι. Και δεν θα γίνει έτσι, διότι, κανείς από εσάς, στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρεται για το εάν θα υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα ή όχι. Διότι, το πρωτογενές πλεόνασμα το διαμορφώνει η κυβέρνηση τεχνητά, αρνούμενη να καταβάλλει τις υποχρεώσεις του Δημοσίου στους πολίτες, αρνούμενη να κάνει επιστροφές φόρου, ακόμη και επιστροφές ΦΠΑ. Το κάνει μέσα από μια τεχνητή υπερφορολόγηση όπου οι πολίτες χρεώνονται στις πιστωτικές τους κάρτες για να εξοφλούν την εφορία αλλά μένουν χρεωμένοι στις τράπεζες. Το πετυχαίνει αυτό λογιστικά ,αλλά παρ΄όλα αυτά η ΕΛΣΤΑΤ, η Στατιστική Υπηρεσία,  βρίσκει την ύφεση του 2015 βαθύτερη, στο 1,8% και όχι στο 0,9% και οι προβλέψεις για το 2017 είναι θετικές από το ΔΝΤ,  για να έχει το ΔΝΤ το επιχείρημα να πει μετά ότι «μπορούσατε να το είχατε πετύχει ,αλλά δεν το πετύχατε και ως εκ τούτου πρέπει να λάβετε πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα».

Ο κ. Τσίπρας χαίρεται να ακούει θετικές προβλέψεις που αφορούν την περίοδό του, αλλά όταν του λέμε ότι, έτσι στέρησες τη χώρα από 7% του ΑΕΠ ανάπτυξη, σύμφωνα με τις προβλέψεις,  για το 2015 και το 2016 που υπήρχαν, λέει, μα, αυτά ήταν προβλέψεις. Ναι, ήταν προβλέψεις. Μόνο που ήταν χειροπιαστές και έτοιμες να πραγματοποιηθούν, ενώ τώρα, τί περιμένουμε;  Το 2019 αν δεν συμβεί οποιοδήποτε ατύχημα, να ξαναγυρίσουμε κοντά σε αυτό που ήμασταν το 2014 αλλά με νέους όρους λιτότητας, με ένα 4ο Μνημόνιο που θα αφορά στο χρέος. Ενώ, εμείς, την παρέμβαση στο χρέος, το μεγάλο κούρεμα, το γιγαντιαίο κούρεμα του 2012, το πήραμε προκαταβολικά. Χωρίς πρόσθετους όρους. Με τους όρους μόνο του 2ου Μνημονίου.

Δεν θα γίνει αυτό, λοιπόν, γιατί η οικονομία, η πραγματική οικονομία, έχει άλλα κριτήρια. Και τα κριτήριά της αφορούν τη ρευστότητα, την πραγματική λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Δεν μπορείς να έχεις ανάπτυξη, επενδύσεις, επιχειρηματικότητα, χωρίς τράπεζες που παίρνουν καταθέσεις και δίνουν δάνεια. Δάνεια με λογικό επιτόκιο. Τέτοιες τράπεζες στην Ελλάδα, δυστυχώς, δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχει πιστωτική επέκταση, δεν υπάρχει εγχώρια  αποταμίευση. Δεν επιστρέφουν οι καταθέσεις. Σαράντα δις έφυγαν από τις ελληνικές τράπεζες λόγω του πολιτικού κινδύνου της κυβέρνησης   ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ,  λόγω της απειλής του GREXIT.

Και, βέβαια, ακούω τώρα, να απευθύνεται ο Πρωθυπουργός της χώρας ανεξαρτήτως του ποιός είναι, έχει μια θέση μέσα στο δημοκρατικό πολίτευμα, και να λέει ωμά ψέματα, ότι, έχουμε συμφωνήσει με τους εταίρους, με το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης να δοθούν τα μέτρα για το χρέος,  όταν  έχει συμφωνήσει εγγράφως και ενυπογράφως ότι, αυτό θα γίνει το  2018, στο τέλος του προγράμματος. Αυτό συμφώνησε στις 12 Ιουλίου του 2015 και αυτό ξανασυμφώνησε ο κ. Τσακαλώτος τον Μάιο του 2016 στο Eurogroup.

Άρα, όταν η χώρα είναι σε μια παρόμοια κατάσταση και η κοινωνία έχει μια φορολογική κόπωση, τα λεφτά τελειώνουν, τα οποία είχαν φύγει από τις τράπεζες, υπάρχει  δυσκολία να κινηθεί οποιαδήποτε επένδυση, όχι ξένη μεγάλη επένδυση αλλά μικρή εγχώρια επένδυση.

Δεν θα γίνει, λοιπόν, αυτό εάν δεν αλλάξουν ριζικά τα πράγματα. Και, για να αλλάξουν τα πράγματα, στην πολιτική και στην οικονομία, πρέπει πρώτα να αλλάξουν τα πράγματα στην κοινωνία. Γιατί, ο λαός κρατάει στα χέρια του τη μοίρα του και τη μοίρα των άλλων. Ο καθένας κρατάει στα χέρια του τη μοίρα του και την μοίρα των συμπολιτών του, όταν ψηφίζει.

Η πρώτη, λοιπόν, προϋπόθεση η κοινωνική, είναι επιτέλους να καταλάβει η κοινωνία την αλήθεια. Να καταλάβει και αντίστροφα τα ψέματα που ειπώθηκαν και που λέγονται ακόμη. Να συμφιλιωθεί με το παρελθόν. Καμία κοινωνία δεν έχει μέλλον, αν δεν συμφιλιωθεί με το παρελθόν. Να καταλάβει τί είναι αυτό που έχει γίνει. Από την Μεταπολίτευση και μετά από τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά; Από όπου θέλετε μπορούμε να πάρουμε την αφετηρία.

Από την ένταξη στην Ευρωζώνη και μετά, το 2001; Ο καθένας μπορεί να αναρωτηθεί, τί έγινε στον τόπο αυτό από το 2001 και μετά. Και γιατί αναγκαστήκαμε από το 2010 και μετά να επιστρέφουμε προς τα πίσω γιατί είχε δημιουργηθεί μια φούσκα, η οποία ήταν επικίνδυνη για το σύνολο των εισοδημάτων, αλλά και των περιουσιών που είχαν δημιουργηθεί.

Μια κοινωνία, η οποία δεν συμβιβάζεται με την αλήθεια, δεν μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα που είναι η δεύτερη προϋπόθεση.  Να υιοθετήσει  το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα. Δηλαδή, να καταλάβει ότι το μεγάλο θέμα είναι το γεγονός ότι η κοινωνία δεν έχει πιστέψει ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι αυτή που θα δώσει δουλειές, θα διευκολύνουν τις επενδύσεις. Θα δώσει  θέσεις απασχόλησης, θα κρατήσει τους νέους στον τόπο, θα δώσει δυνατότητες στους τοπικούς παραγωγούς, θα δώσει δυνατότητες ανάπτυξης  με αξιοποίηση των ενδογενών πόρων. Αυτό που είπε ο κ. Τσαυτάρης και ο κ. Παναγιώτου ήταν οι ενδογενείς πόροι. Πριν έρθει το ξένο κεφάλαιο πρέπει να δούμε τι έχουμε εδώ. Πρέπει να δούμε, όπως έχω πει κατ΄επανάληψη, γη και ανθρώπους. Οι άνθρωποι έχουν μυαλό, έχουν ιδέες, έχουν δεξιότητες, έχουν μόρφωση και η γη δίνει όλα τα άλλα. Η γη δίνει και τη γούνα. Γιατί τα γουνοφόρα ζώα είναι αυτά τα οποία βρίσκονται στη βάση. Η γη δίνει την πρωτογενή παραγωγή, η γη δίνει τον ορυκτό πλούτο, η γη δίνει τον τουρισμό. Γιατί η θάλασσα, το βουνό, το ωραίο τοπίο, το καλό κλίμα είναι αυτό που δίνει στην ελληνική οικονομία περίπου το 20% του ΑΕΠ, λόγω τουρισμού. Η γη είναι αυτή που δίνει και την εξωτερική πολιτική, γιατί μας προσδιορίζει γεωγραφικά,  μας προσδιορίζει σε σχέση με τον ορυκτό πλούτο και τα κυριαρχικά δικαιώματα. Μας προσδιορίζει σε σχέση με το προσφυγικό, σε σχέση με τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Και χρειάζεται και μία φιλοεπενδυτική νοοτροπία η οποία δεν υπάρχει. Υπάρχουν τοπικές κοινωνίες οι οποίες είναι αντιαναπτυξιακές. Βεβαίως και είμαστε όλοι περιβαλλοντολόγοι και οικολόγοι. Και βεβαίως θέλουμε να υπάρχει αειφορία. Αλλά πρέπει να γίνονται και πράγματα τα οποία εάν δεν τα θέλει η τοπική κοινωνία, η τοπική αυτοδιοίκηση, η δικαιοσύνη, δεν γίνονται. Διότι πρέπει να έχεις ασφάλεια δικαίου, πρέπει να έχεις χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, πρέπει να έχεις ασφάλεια σε σχέση με την χωροταξική, πολεοδομική και δασική νομοθεσία. Πρέπει να έχεις μια δημόσια διοίκηση που σε στηρίζει, πρέπει να έχεις μια τοπική και περιφερειακή αυτοδιοίκηση που βοηθάει την ανάπτυξη και τις πρωτοβουλίες, με μια διορατικότητα βέβαια, γιατί κανείς δεν θέλει να καταστρέψει τη θάλασσα, τις λίμνες, τα βουνά. Αλλά από την άλλη μεριά πρέπει να μπορούν να γίνουν επενδύσεις, που ούτε οι τουριστικές επενδύσεις δεν γίνονται στην Ελλάδα. Ούτε οι δημόσιες επενδύσεις δεν γίνονται στην Ελλάδα. Είναι πολύ δύσκολο και το κράτος να κάνει επενδύσεις στην Ελλάδα, διότι συναντά δυστυχώς συνεχώς εμπόδια, ακόμα και όταν είναι πολύ ήπια η επένδυση. Όλοι καμαρώνουν το Μουσείο της Ακρόπολης τώρα και λένε τι ωραίο το Μουσείο της Ακρόπολης, το όραμα της Μελίνας, να έρθουν τα μάρμαρα από το Λονδίνο. Αλλά με διαφορά μίας ψήφου στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, διασώθηκε το Μουσείο της Ακρόπολης. Και ποιοι το χτυπούσανε;

Πολιτικοί αντίπαλοι, οι γείτονες που ήθελαν να έχουν θέα στην Ακρόπολη, χωρίς να τους εμποδίζει το Μουσείο και κάποιοι που πίστευαν ότι τα αρχαία που βρεθήκανε στην ανασκαφή, στην εκσκαφή  του Μουσείου δεν επέτρεπαν να γίνει το Μουσείο και να συνυπάρχουν μέσα σε ένα μουσείο τα αρχαία στο υπόγειο, αλλά έπρεπε να υπάρχουν μόνο αυτά και να λιώνουν από την βροχή, χωρίς να υπάρχει το σκέπαστρο του μουσείου. Ένα παράδειγμα το οποίο είναι χαρακτηριστικό της νοοτροπίας, πολύ πριν φτάσουμε στο Χρυσό ή στο Ελληνικό, το οποίο η τοπική αυτοδιοίκηση πριν τις εκλογές του 2014, δεν το ήθελε, τώρα το θέλει. Μια άλλη τοπική αυτοδιοίκηση. Αλλά το ζήτημα είναι η κοινωνία και η νοοτροπία της. Κι αφού γίνει αυτό, αυτή η κοινωνία θα αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα, τα οποία δεν μπορούν να λυθούν από  την παρούσα Βουλή. Πρέπει μετά από εκλογές να υπάρξει μια άλλη κυβέρνηση, η οποία να μπορεί να προωθήσει μια πραγματική εθνική στρατηγική. Και στην κυβέρνηση αυτή πρέπει να βρεθούν όλοι όσοι πιστεύουν σ’αυτή την εθνική στρατηγική.

Ο μεσαίος χώρος, η δημοκρατική παράταξη, είναι αυτή που διαμόρφωσε την εθνική στρατηγική, είναι θεματοφύλακας της εθνικής στρατηγικής. Όλοι προσχώρησαν, αργά ή γρήγορα, στην στρατηγική αυτή. Άλλοι προσχώρησαν πιο σιωπηλά, άλλοι με μεγάλο θόρυβο και με μεγάλες επιπτώσεις, γιατί έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση η μεταστροφή. Αυτές είναι οι δυνάμεις. Και ο ηττημένος ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές κι αυτός πρέπει να κληθεί να μετάσχει σε μια εθνική προσπάθεια. Εκτός και αν θέλει να αυτοαποκλειστεί. Αλλά και η αυτοδυναμία της παλαιάς εποχής δεν είναι λύση, γιατί πρέπει να έχουνε επίγνωση της πολυπλοκότητας των προβλημάτων, τα οποία θέλουν στήριξη, όχι μόνο πολιτική, αλλά και παραγωγική και κοινωνική. Γιατί πρέπει να συσπειρώσεις και κοινωνικές δυνάμεις και παραγωγικές δυνάμεις, όχι μόνο πολιτικές δυνάμεις για να κάνεις αυτή την αλλαγή και αυτή η κυβέρνηση βεβαίως μπορεί να κάνει μια διαπραγμάτευση με τους εταίρους αν είναι αξιόπιστη και την πάρουν στα σοβαρά.

Και η διαπραγμάτευση είναι απλή. Πρέπει να κερδίσουμε δημοσιονομικό χώρο όπως λέγεται, να είναι πιο ευέλικτοι  στα δημοσιονομικά απέναντι μας, γιατί εμείς θα τους έχουμε διαβεβαιώσει ότι θα υιοθετήσομε μια μεταρρυθμιστική πολιτική, η οποία θα κάνει την κοινωνία ανταγωνιστική. Είναι εχθρικό για την Ελλάδα να σου λένε στο εξωτερικό, ότι θέλουμε να είστε αυτοδύναμοι, ανταγωνιστικοί, παραγωγικοί, να σταθείτε στα πόδια σας και να μη μας έχετε ανάγκη; Είναι κακό να σου λένε ότι πρέπει να ξαναβγείτε στις αγορές, να δανείζεστε από τις αγορές, διότι δεν είναι δυνατόν να δανείζεστε από τα άλλα κράτη; Διότι εντάξει η Γερμανία είναι πολύ μεγάλη οικονομία και είναι αδιάφορη για ένα δάνειο απέναντι στην Ελλάδα, που δεν σημαίνει και τίποτα για τον προϋπολογισμό της. Αλλά έχουμε σκεφτεί ποτέ ότι για τη Μάλτα το δάνειο για την Ελλάδα, είναι το 4,5% του ΑΕΠ της Μάλτας; Έχει σκεφτεί κανείς το πώς μπορεί να νιώθει ο Σλοβένος, ή ο Κύπριος ο οποίος μας είχε δανείσει στο πρώτο δάνειο, πριν ενταχθεί η Κύπρος στο Μνημόνιο; Αλλά όπως ειπώθηκε από τον Παναγιώτη Κωστούλα προηγουμένως, σε όλες τις άλλες χώρες, το παλιό κομματικό σύστημα έβγαλε τη χώρα από το μνημόνιο. Αλλαγές πολιτικές στην Πορτογαλία είχαμε μετά την έξοδο και επανέρχεται στο μνημόνιο η Πορτογαλία, επειδή επικράτησε μια δήθεν ριζοσπαστική αντίληψη. Αλλά στην Κύπρο, η συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων των παλαιών, ισχυρών, έβγαλε γρήγορα την Κύπρο από το μνημόνιο. Στην Ιρλανδία το ίδιο. Στην Πορτογαλία το ίδιο, έως τις εκλογές τις τελευταίες που σήμαναν την υπαναχώρηση. Και στην Ισπανία το ίδιο, το βλέπετε, η οποία δεν μπήκε μεν σε κανονικό μνημόνιο, μπήκε σε μικρό μνημόνιο για το τραπεζικό της σύστημα.

Το μέγεθος της βλάβης είναι ανυπολόγιστο. Το μέγεθος της βλάβης του 2015 είναι ανυπολόγιστο και θα το πληρώνουμε πάρα πολλά χρόνια. Θα το πληρώσει μια γενιά το μέγεθος αυτό. Αλλά παρόλα αυτά δεν έχει πειστεί  ακόμα η κοινωνία. Φεύγουν από το ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις, αλλά μένουν σε ένα μαύρο κουτί, δίπλα. Βεβαίως διευρύνουν την διαφορά, αλλά δεν αλλάζουν τα απόλυτα μεγέθη σε συντριπτικό βαθμό. Άρα χρειάζεται κάτι άλλο και εκεί θα βρεθεί η λύση, στο κάτι άλλο. Γιατί φαντάζομαι κανείς σας δεν ξέρει, δεν θυμάται δηλαδή και γιατί να το θυμάται, ότι η Ελλάδα από το 1994, πριν γίνει αλλαγή μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου και Κώστα Σημίτη, επί των ημερών του Ανδρέα Παπανδρέου, του ασθενούντος, στο Ωνάσειο, από το 1994 έως το 2003 είχε και πρωτογενές πλεόνασμα και θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Λίγες χώρες είχαν οχτώ χρόνια τέτοιας επίδοσης. Είναι κάτι εφικτό και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε, ότι βεβαίως και μπορεί να μειωθεί το πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά πρέπει να δώσουμε κάτι σε αντάλλαγμα. Και το κάτι σε αντάλλαγμα είναι, ή περισσότερο έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις,  ή επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές ώστε να δανείζεται  από  τις αγορές, ή μείωση του βάρους των τόκων και των χρεολυσίων του δημοσίου χρέους, που θα γίνει ούτως ή άλλως, γιατί δανειζόμαστε για να καλύψουμε τις χρηματοδοτικές ανάγκες. Το δάνειο δεν καλύπτει όλες τις ανάγκες. Συμπληρώνουμε λίγα πράγματα, με ιδιωτικοποιήσεις και πλεόνασμα. Άρα, εάν θέλουμε να μειώσουμε τη συνεισφορά μας με πλεόνασμα, πρέπει να βρούμε άλλες λύσεις. Δεν νομίζω ότι είναι φοβερά δύσκολο να το εξηγήσουμε αυτό. Αλλά πολιτικά είναι δύσκολο να είμαστε αξιόπιστοι και να το διαχειριστούμε και να το διαπραγματευτούμε. Εάν δεν φτιαχτεί αυτό το περιβάλλον, μην περιμένετε να γίνει τίποτα, ούτε στην τοπική οικονομία. Όσο φιλοπρόοδοι και έξυπνοι άνθρωποι και δημιουργικοί και αν υπάρχουν, στην Καστοριά, στην Δυτική Μακεδονία,  σε όλη την Ελλάδα. Γιατί χρειάζεται ένα περιβάλλον κοινωνικό, πολιτικό, διοικητικό και διεθνές προκειμένου να πετύχεις τους στόχους σου.

Και βεβαίως σε όλα αυτά, κάνουμε μια αφαίρεση. Μιλάμε για μια Ελλάδα η οποία είναι διεθνοπολιτικά ασφαλής. Για μια Ελλάδα που δεν θα ανοίξει άλλα θέματα, ξαφνικά με όλες τις χώρες. Για μια συμφωνία γύρω από το προσφυγικό με την Τουρκία που θα λειτουργεί. Για μια Μεσόγειο που δεν θα δημιουργεί νέες εντάσεις και νέες εστίες πολέμου. Κάτι το οποίο το ελπίζω και το εύχομαι, αλλά και αυτό θέλει την φροντίδα του και την πολιτική του, το πολιτικό του πολιτισμό και τους χειριστές των θεμάτων αυτών. Άρα, για να κλείσω, αν δεν υπάρξουν αυτές οι κοινωνικές προϋποθέσεις και άλλο πολιτικό πλαίσιο, η χώρα δεν έχει καμία αισιόδοξη οικονομική εκδοχή. Όποιος πιστεύει ότι τα πράγματα είναι αυτόματα και εύκολα, λέει ξανά ψέματα στους πολίτες. Και αφετηρία του μέλλοντος, είναι η αλήθεια σε σχέση με την πραγματικότητα του παρόντος. Για να μην τρώμε τις σάρκες του τόπου, τρώγοντας χρόνο εθνικό επειδή κάποιοι θέλουν να μένουν στις καρέκλες της εξουσίας, ή θέλουν να προτάξουν το κομματικό τους συμφέρον. Αυτή είναι η κατάσταση και πάνω σε αυτό το πλαίσιο, που είναι το πλαίσιο της αλήθειας και της εθνικής στρατηγικής θέλουμε να ενεργοποιήσουμε τις δυνάμεις του τόπου και ευρύτερα του ελληνισμού. Σας ευχαριστώ πολύ.

 

 

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016