Καβάλα, 19 Νοεμβρίου 2016 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στην Καβάλα «Ποιο μέλλον για την Ελλάδα;  H παιδεία και ο πολιτισμός ως στοιχεία εθνικής ταυτότητας και ως μοχλοί ανάπτυξης» *

Φίλες και φίλοι, σας ευχαριστώ θερμά για την παρουσία σας την κάθε μια και τον καθέναν από σας. Ευχαριστώ πάρα πολύ  την κα Δήμαρχο, τους εκπροσώπους των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών, ευχαριστώ τη συνάδελφό μου στη Βουλή, τη Χαρά Κεφαλίδου από τη γειτονική Δράμα στην οποία ήμασταν  το πρωί και με πολύ μεγάλη συγκίνηση, αναφέρω ειδικά τους παλιούς συναδέλφους μου στη Βουλή και την κυβέρνηση  που με τιμούν με την παρουσία τους εδώ.

Θα μου επιτρέψετε ν’ αναφέρω το Δημοσθένη Δημοσθενόπουλο, μια ιστορική μορφή της Δημοκρατικής Παράταξης και να παραλείψω τα ονόματα των νεοτέρων που όλοι τους γνωρίζετε, και όλοι τους έχετε παρακολουθήσει στην πολιτική τους διαδρομή.

Θα μου επιτρέψετε να ευχαριστήσω το Δημήτρη Παπουτσή που μας καλωσόρισε, τον Κώστα Σιμιτσή που ανέλαβε να συντονίσει την εκδήλωση αυτή, να ευχαριστήσω κι εγώ θερμά τους ομιλητές, τη Λίνα Μενδώνη με την οποία έχουμε μακρά κοινή πορεία στο χώρο τους Πολιτισμού που για μένα είναι πάντα ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο της πολιτικής μου διαδρομής, τον Κοσμά Χαρπαντίδη,  συνάδελφο στη δικηγορία που με την τέχνη του την αφηγηματική  έθεσε τα ζητήματα στην ουσία τους και στον πυρήνα τους. Επίσης τον Μάνο Επιτροπάκη που δεν είναι απλά και μόνο μουσικός με οικονομικές σπουδές αλλά είναι και μια πολύ σημαντική προσωπικότητα του μαχητικού διαδικτύου και το συνάδελφό μου και παλιό φίλο, το Μιχάλη Χρυσομάλλη, που παρουσίασε νομίζω πολύ γλαφυρά και συνοπτικά την κατάσταση κυρίως στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης αλλά και γενικότερα του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας.

 

Ο Κύκλος Ιδεών,  έχει ζωή ενός έτους. Ξεκίνησε ως  ένας  ψηφιακός τόπος, μια ιστοσελίδα, στην οποία γνωστοί και λιγότεροι γνωστοί πολίτες διατυπώνουν τις απόψεις τους με δοκιμιακό λόγο για όλα τα κρίσιμα θέματα, από την εξωτερική πολιτική μέχρι το Ασφαλιστικό και από την κρίση στους θεσμούς μέχρι τα ζητήματα αγροτικής ανάπτυξης .

Έχουμε δημιουργήσει ένα πολύ σημαντικό απόθεμα ιδεών, προτάσεων, αναλύσεων κι έχουμε οργανώσει μια σειρά από, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικές εκδηλώσεις. Ορισμένες   έχουν μετατραπεί ήδη σε βιβλία, όλες έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο, όλες είναι αντικείμενο συζήτησης και έχουμε καλύψει μέσα στους τελευταίους 10 μήνες, πιστεύω, τα πιο απαιτητικά θέματα του δημοσίου διαλόγου, τα ζητήματα που αφορούν την εθνική ταυτότητα, τα ζητήματα που αφορούν το δημόσιο χρέος, τα ζητήματα που αφορούν την κρίση του κράτους δικαίου, του Συντάγματος, των θεσμών, της Δικαιοσύνης.

Τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής ιδίως μετά τις εξελίξεις στην Αμερική θα τα συζητήσουμε στις 30 του μηνός στην Αθήνα, σε μια εκδήλωση  αφιερωμένη στο αντικείμενο αυτό, με ομιλητές καθηγητές του αντικειμένου που είναι μαθητές μου.

Και την Τρίτη, στις 22 του μηνός, θα έχουμε  την ευκαιρία από κοινού με την Άννα Διαμαντοπούλου, ο Κύκλος Ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση και το Δίκτυο για τις Μεταρρυθμισεις  να οργανώσουμε μια εκδήλωση με αντικείμενο «Παιδεία και Ανάπτυξη» για να τιμήσουμε  μια μεγάλη ακαδημαϊκή προσωπικότητα, μαχητική πάντα και καινοτόμα, τον Κώστα Σοφούλη, τον πραγματικό ιδρυτή του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, που παρ’ ότι έχει χρόνια που απεχώρησε από την ενεργό διδασκαλία, παρουσιάζει  τις πιο ριζοσπαστικές και τις πιο νεανικές και ακριβείς και θαρραλέες προτάσεις για την αναδιοργάνωση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Και ξεκινήσαμε έναν κύκλο παρουσιάσεων και συζητήσεων στην Ελληνική Περιφέρεια, ήδη έχουμε επισκεφθεί την Καστοριά, την Καλαμάτα, τη Λάρισα, τη Σπάρτη, τώρα την Καβάλα, συζητώντας  γύρω από ένα ερώτημα κεντρικό που είναι αν έχει μέλλον ο τόπος μας, αν υπάρχει μέλλον για την Ελλάδα. Με ερωτηματικό.

Αγωνιζόμαστε ν’ αφαιρέσουμε το ερωτηματικό, να δώσουμε μια καταφατική απάντηση.  Και προσεγγίζουμε το υπαρξιακό αυτό ερώτημα για τον τόπο μας, για το έθνος, ως μια άσκηση πατριδογνωσίας από διάφορες οπτικές γωνίες.

Μια είναι  η παιδεία και ο πολιτισμός, άλλη είναι η αγροτική παραγωγή, το Σάββατο θα τα πούμε αυτά στο Αγρίνιο σε συνεργασία με τις Ενώσεις Συνεταιρισμών του Αγρινίου και του Μεσολογγίου, από την οπτική γωνιά της ευρωπαϊκής πολιτικής, από  την οπτική γωνία των τοπικών και περιφερειακών μοντέλων ανάπτυξης, αλλά το ερώτημα είναι πάντα, αυτό το απλό και θεμελιώδες:

***

Έχει άραγε μέλλον ο τόπος; Ή είμαστε καταδικασμένοι σε μία περιδίνηση χωρίς τέλος; Μπορούμε να φύγουμε απ’ τη μιζέρια; Μπορούμε να υποσχεθούμε στους εαυτούς μας, στα παιδιά μας, στα εγγόνια μας έστω ότι η Ελλάδα θα ξαναγίνει μια κανονική χώρα, μια χώρα αξιοπρεπής, υπερήφανη, ισότιμη ουσιαστικά και όχι τυπικά, μέσα στην Ευρώπη και μέσα στην Ευρωζώνη;  Θα ξανακερδίσουμε το χαμένο χρόνο; Θα ξαναβρούμε το χαμένο έδαφος; Γιατί έχουμε υποχωρήσει εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια. 

Και η απάντηση είναι δραματικά απλή. Το μέλλον του τόπου  εξαρτάται από τις αποφάσεις των πολιτών του. Εάν η κοινωνία αποκτήσει συνείδηση της ιστορικής της ευθύνης, υιοθετήσει ένα μεταρρυθμιστικό πρόταγμα, ένα Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης, το κάνει δικό της κτήμα, αποκτήσει την ιδιοκτησία αυτής της επιδίωξης και την παλέψει επίμονα, συστηματικά, λυσσαλέα μερικές φορές, τότε ναι, αυτός ο τόπος μπορεί να σωθεί και μπορεί να γίνει από μικρός, μέγας.

Εάν όχι,  είμαστε καταδικασμένοι σε αυτό  το ατέλειωτο καθαρτήριο, σε αυτό  το purgatorium  που δε σε οδηγεί  αυτομάτως  στην κόλαση της ασύντακτης χρεοκοπίας αλλά δε σε οδηγεί και στον παράδεισο μιας ευρωπαϊκής ισοτιμίας την οποία δυστυχώς απωλέσαμε  τα τελευταία χρόνια

Αυτή η ενδιάμεση κατάσταση, το σύρσιμο, αυτό  που έχω χαρακτηρίσει εδώ και πάρα  πολύ καιρό, η στασιμοχρεοκοπία, είναι μια επιλογή που μπορεί να επιτρέπει σε μια κυβέρνηση να μένει στη θέση της, μπορεί να επιτρέπει σε κόμματα, σε πολιτικά πρόσωπα, σε διανοούμενους, σ’ επιστήμονες, να λένε  κοινοτοπίες  αλλά δε συνιστά λύση για το μέλλον του τόπου.

Αυτό που είπε ο Μάνος, ο νέος πατριωτισμός είναι ένας προοδευτικός πατριωτισμός. Δεν είναι ρητορεία, δεν είναι πανηγυρικός της ημέρας. Δεν είναι μεγάλα κι εύκολα λόγια. Δεν είναι ο εθνικολαϊκισμός που κυριαρχεί υπό το κέλυφος της Αριστεράς, της δήθεν ριζοσπαστικής τα τελευταία χρόνια.

Ο προοδευτικός πατριωτισμός προϋποθέτει βαθιά γνώση της Ιστορίας, πάρα πολύ καλή αντίληψη για του συσχετισμούς τους ευρωπαϊκούς και τους διεθνείς, ικανότητα διαπραγμάτευσης και στόχευση, που συνδέεται με την εθνική ισχύ. Εθνική ισχύς δεν είναι μόνο η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των στρατών, δεν είναι οι εξοπλισμοί, δεν είναι η πολιτική άμυνας και ασφάλειας.

Εθνική ισχύς είναι η επωνυμία της χώρας, είναι η εθνική αυτοπεποίθηση και αξιοπρέπεια,  είναι η ικανότητα να κινείσαι όχι μ’ έναν ουδέτερο και ασαφή κοσμοπολιτισμό, αλλά με μια πραγματική αντίληψη πολίτη του κόσμου που ταυτόχρονα έχει εθνική ταυτότητα και συνείδηση  και συνείδηση των απαιτήσεων της εθνικής του  ταυτότητας, αλλά εθνική ταυτότητα ενός Ευρωπαίου πολίτη του κόσμου. Και αυτά είναι τόσο απαιτητικά και τόσο δύσκολα που κουράζουν την κοινωνία η οποία, όπως ξέρετε εξίσου καλά μ’ εμένα, ζητά επιμόνως να της πούμε την αλήθεια κι όταν της λέμε την  αλήθεια ψηφίζει ένα ψέμα το οποίο συγκρούεται με την αλήθεια αυτή και εγκλωβίζεται σ’ έναν φαύλο κύκλο μιζέριας και οπισθοχώρησης.

Η επιλογή που έγινε τον Ιανουάριο του 2015, ξαναέγινε στο δημοψήφισμα και επιβεβαιώθηκε για τρίτη φορά το Σεπτέμβριο του 2015, είναι μια επιλογή με κόστος. Τώρα η χώρα αγωνίζεται, ενδεχομένως, υπό τις καλύτερες προϋποθέσεις, εάν σχεδιάσουμε το σενάριο, το 2019 το Δεκέμβριο, να επανέλθει στην κατάσταση που ήταν η χώρα το 2014 το Δεκέμβριο.

Το 2014 η Ελλάδα είχε υψηλό σχετικά δείκτη οικονομικής αισιοδοξίας, πρωτογενές πλεόνασμα, θετικό ρυθμό ανάπτυξης, είχε επανέλθει δοκιμαστικά στις αγορές να δει ποια είναι η αντίδραση σε σχέση με τα επιτόκια και τη δεκτικότητα των αγορών και είχε αποσπάσει μια ομόφωνη απόφαση του Eurogroup ότι θα βγει από το μνημόνιο και θα μεταφερθεί σε μια άλλη κατάσταση, όχι εύκολη αλλά διαφορετική, αυτήν της προληπτικής πιστωτικής γραμμής.

Αυτό δεν έπεισε τον κόσμο. Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού πίστευε κι ένα μεγάλο ποσοστό πιστεύει ακόμη και τώρα, μετά την εμπειρία των τελευταίων δύο ετών, ότι υπήρχε άλλη λύση, ότι μπορούσε να βρεθεί μια λύση χωρίς σκληρά μέτρα, ότι  πολύ απλά και συνθηματικά, το μνημόνιο έφερε την κρίση από το 2010 και μετά, και δεν είναι η κρίση που ξέσπασε απλώς το 2009 και μας ανάγκασε να πάμε στο μνημόνιο ως το μικρότερο δυνατό κακό προκειμένου να αποφύγουμε την απόλυτη καταστροφή.

Ακόμη και τώρα, μετά την εμπειρία των τελευταίων δύο ετών, υπάρχουν οπαδοί της δραχμής. Ακόμη και τώρα που η Ελλάδα έχει υποστεί μία μείωση του 30% τους ΑΕΠ της και του 30% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών της, είναι αρκετοί αυτοί οι οποίοι φλερτάρουν με την ιδέα  μιας νομισματικής αλλαγής που θα οδηγεί στην απώλεια του υπολοίπου 70%, ώστε να φτάσουμε στο μηδέν και μετά φυσικά το ελατήριο, στη θεωρία του οποίου πιστεύει ο κ. Τσίπρας, θα εκτιναχθεί. Γιατί δε θα υπάρχει τίποτα παρακάτω.

Αν και πάντα μπορεί να υπάρχει και το παρακάτω, το υπό το μηδέν. Γιατί μια καταστροφή τέτοιου τύπου δεν είναι μόνο οικονομική, είναι καταστροφή δημοκρατική, θεσμική, καταστροφή του κράτους δικαίου, των κοινωνικών ιστών, είναι καταστροφή εθνικής ισχύος, είναι απώλεια ιστορικού κεφαλαίου.

Θεωρήσεις συνωμοσίας όμως ακόμη ισχύουν. Είναι ακαταπόνητες. Με ρωτάνε ακόμη και σε εκδηλώσεις του Κύκλου που καλύπτει ένα κοινό ευρύτατο πολύ πέραν της Δημοκρατικής  Συμπαράταξης και του ΠΑΣΟΚ, ένα κοινό ανθρώπων που έχουν ευαισθησίες, που αγωνιούν, που ανήκουν σε όλο το δημοκρατικό φάσμα  και θέλουν ν’ ακούσουν μια ανάλυση η οποία δεν είναι τρέχουσα κομματική, αλλά είναι περισσότερο συγκροτημένη, έχει εντονότερα επιστημονικά χαρακτηριστικά και έχει και την άνεση να εκφράζεται μ’ έναν πιο πολύπλοκο τρόπο από το συνθηματικό τρόπο του τρέχοντος κομματικού λόγου.

Με ρωτάνε λοιπόν άνθρωποι, τί γίνεται με τις μετοχές της  Τράπεζας της Ανατολής, τί γίνεται με το ελληνικό καταπίστευμα, πού είναι ο χρυσός της Τράπεζας της Ελλάδος; Γιατί η Τράπεζα της Ελλάδος είναι Ανώνυμη Εταιρεία και πρέπει να εξηγούμε αυτές τώρα τις θεωρίες και να τις αντικρούομε στις οποίες κάποιοι ψάχνουν να βρουν μια λύση στην αγωνία τους. Από πού απορρέει αυτή  η θεωρία και ποιος τη συγκεφαλαιώνει και την τροφοδοτεί; Η κυβέρνηση.

Είναι η θεωρία για το χρέος. Η θεωρία για το χρέος ήταν στη βάση της ψευδούς υπόσχεσης του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Η περιβόητη αυταπάτη του  2015 συνδεόταν κυρίως με το χρέος, το επονείδιστο, το διαγραπτέο, αυτό  που θα το διαγράφαμε με μονομερή απόφασή μας ή με Διεθνή Διάσκεψη, απαλλάσσοντας από τις ευθύνες τον ελληνικό λαό γιατί δανείστηκε, γιατί ζήτησε να δανειστεί προκειμένου να καλύψει πρωτίστως τις ανάγκες του ασφαλιστικού συστήματος όπου κι έχει διοχετευθεί το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Αλλά βεβαίως αυτό οδήγησε στο απόλυτο πουθενά, οδήγησε στο 3ο μνημόνιο, οδήγησε στο να υπογράψει ο κ. Τσίπρας και να επιβεβαιώσει ο κ. Τσακαλώτος ότι  αυτό που ζητούν για το χρέος είναι οι μικρές παραμετρικές αλλαγές που υπολείπονται σε σχέση  με την τεράστια, τη μοναδική στα χρονικά παρέμβαση του 2012, μόνο που τώρα αυτές οι παραμετρικές αλλαγές οι οποίες είχαν ένα νόημα όταν τις αποσπάσαμε το 2012, θα καλύψουν σ’ ένα πολύ μικρό ποσοστό τη βλάβη που στο μεταξύ έχει συμβεί με την επιδείνωση της προβολής των στοιχείων του χρέους στο μέλλον.

Και όταν με το καλό φτάσουμε, που πρέπει να φτάσουμε σ’ αυτό και έχουμε αργήσει, γιατί χάσαμε χρόνο αλόγιστα, θα δούμε ότι αυτή η παρέμβαση δε θα είναι παρά ένα πολύ μικρό ποσοστό, μικρότερο του 10% της παρέμβασης του 2012. Εάν ακολουθούσαμε τη γραμμή που είχαμε χαράξει και δεν αποκλίναμε το α’ εξάμηνο του 2015, αυτά όλα θα είχαν συμβεί και τώρα θα είχαμε αλλάξει το σκηνικό μέσα στο οποίο κινούμαστε και δε θα δημιουργούσαμε μόνοι μας την αίσθηση ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα παρίας που περιμένει να γίνει κάτι με το χρέος της, αλλιώς δεν έχει καμία σχέση στην παγκόσμια οικονομία.

Ποιος θα έρθει να επενδύσει σε μια χώρα που διακηρύσσει μόνη της ότι είναι μια χώρα εκτός ελέγχου; Η ζημιά που γίνεται με την προβολή διεθνώς της εικόνας μιας Ελλάδας η οποία δεν είναι οικονομική βιώσιμη γιατί δεν πρόκειται για τη βιωσιμότητα του χρέους αλλά για τη βιωσιμότητα του έθνους, είναι τεράστια.

Και η ζημιά που γίνεται εσωτερικά είναι ακόμα μεγαλύτερη, γιατί καλλιεργείται η εντύπωση σ’ ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι δε φταίμε εμείς για το πρόβλημά μας, φταίνε οι ξένοι, δε φταίμε εμείς που στο κάτω κάτω δανειστήκαμε, αλλά οι ξένοι που μας δάνεισαν, μ’ εξαιρετικά ευνοϊκούς  όρους, εντυπωσιακά φιλικούς για τεράστιο χρονικό διάστημα, με μεγάλη περίοδο χάριτος και η λύση στο πρόβλημά μας δεν είναι στα χέρια μας, αλλά βρίσκεται στα χέρια κάποιων που εξωγενώς θα τη διαμορφώσουν και θα την επιβάλλουν. Δηλαδή είμαστε προτεκτοράτο.

Και πράγματι η Ελλάδα, γεννήθηκε μεταξύ 1821 και 1827 ως προτεκτοράτο. Και γεννήθηκε με χρέος, λόγω των αγγλικών δανείων της ανεξαρτησίας, τα οποία η Ελλάδα τα οποία πήρε λιγότερο από 40% της ονομαστικής αξίας, το υπόλοιπο 60% χάθηκε εξαρχής. Όμως τότε, το να σε δανείζει η αγγλική αγορά σήμαινε ότι επενδύσει επάνω σου στην προοπτική  να αποκτήσεις την  ανεξαρτησία σου.

Ως πολιτική πράξη, ως διακήρυξη ανεξαρτησίας, ο δανεισμός ήταν πάρα πολύ σημαντική ενέργεια για τη διεθνή Κοινότητα. Και οδήγησε τελικά και στη στρατιωτική βοήθεια προς το επαναστατημένο έθνος ώστε παρά  τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ Ελλάδος και Πύλης, και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τελικά η Ελλάδα να καταστεί το πρώτο κράτος που διέσπασε το συμπαγή χαρακτήρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αλλά τώρα οι δανειστές μας είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι χώρες όχι μεγάλες όπως η Γερμανία, αλλά μικρές όπως η Μάλτα, η Κύπρος, η Σλοβενία, η Λετονία, η Λιθουανία. Και πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί από την άποψη αυτή. Τί σημαίνει αυτό: Αυτό σημαίνει ότι θα μάθουμε κάποια  στιγμή, θα μας πει ο ελληνικός λαός μέσα από μια εκλογική διαδικασία, αν έχει καταλάβει τι έχει συμβεί. Αν έχει κατανοήσει πώς φτάσαμε εκεί που φτάσαμε και αν αξιολογεί αυτά τα δυο χρόνια αρνητικά ή θετικά.

Από τις απαντήσεις που θα μας δώσει, εξαρτάται και το αν έχουμε μέλλον ή όχι. Προσπαθούμε λοιπόν να πείσουμε την κοινωνία. Και για να την πείσουμε,  πρέπει να σπάσουμε το φαύλο κύκλο της μιζέριας και της απόλαυσης της μιζέριας, της θεωρίας της μιζέριας. Του μιζεραμπιλισμού.

Της θεωρίας που λέει ότι εμείς δε μπορούμε μόνοι μας, δεν είμαστε ακριβώς Ευρώπη, δεν είμαστε ακριβώς Δύση, είμαστε παρακλητικοί, είμαστε επαίτες. Και όποιον βρούμε μπροστά μας αρμόδιο ή αναρμόδιο, τον παρακαλούμε να μας βοηθήσει χωρίς να έχουμε μια δική στρατηγική, χωρίς να ξέρουμε τί ακριβώς  ζητάμε, πού το εντάσσουμε αυτό  και πώς κινητοποιούμε τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου.

Γιατί φυσικά ούτε τα πολιτικά κόμματα μπορούν μόνα τους να λύσουν τα θέματα αυτά, χρειάζεται μια κινητοποίηση των κοινωνικών δυνάμεων, των παραγωγικών δυνάμεων, των διανοητικών  δυνάμεων, των δυνάμεων του απόδημου Ελληνισμού και των δυνάμεων φυσικά που υπάρχουν όχι μόνο στο κέντρο αλλά και στην Περιφέρεια.

Γι’ αυτό έχει πάρα  πολύ μεγάλη σημασία ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα:  Υπάρχουν ενδογενείς πόροι; Η Ελλάδα έχει τους πόρους μέσα της προκειμένου να προβάλλει ένα σχέδιο ανασυγκρότησης;  Και η απάντηση είναι ότι ναι, ανεξαρτήτως του τί συμβαίνει με το μνημόνιο και με το μνημόνιο 3+ που θα είναι το 3ο μνημόνιο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, γιατί υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση εδώ: Το 3ο μνημόνιο δεν υπεγράφη ποτέ από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Τώρα λοιπόν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα μπει στο 3ο μνημόνιο, αυτό που υπάρχει  με την Ευρωζώνη. Αυτό λοιπόν δεν είναι το 4ο μνημόνιο, είναι το μνημόνιο 3+ και στη συνέχεια μετά τον Ιούνιο του 2018 η Ελλάδα μπορεί να επιβιώσει χωρίς βοήθεια των εταίρων; Και τί είδους θα είναι η βοήθεια αυτή;  Θα είναι ένα νέο δάνειο ή θα είναι παρεμβάσεις στο χρέος μικρές, παραμετρικές αλλά υπό όρους, άρα 4ο μνημόνιο το οποίο, ας το πούμε καθαρά, το λένε οι ξένοι, είναι αναπόφευκτο;

Το θέμα είναι ποια μορφή θα έχει. Εάν θα έχει τη μορφή δανείου ή έμμεσων διευκολύνσεων και αν οι όροι θα είναι όροι με ορίζοντα απτό, δηλαδή 2-3 χρόνια ή με ορίζοντα μετατιθέμενο όσο τον προσεγγίζεις. Γιατί μπορεί να πάμε και σ’ αυτό που λέγεται endless μνημόνιο, μνημόνιο χωρίς τέλος.

Εάν εμείς πιστέψουμε ότι έχουμε ενδογενείς πόρους, μπορούμε να πούμε ότι η συζήτηση πρέπει να μετατεθεί, να μην είναι μια συζήτηση δημοσιονομική, αλλά να γίνει μια συζήτηση διαρθρωτική.

Είμαι βαθιά πεπεισμένος από την εμπειρία μου  και τα βιώματά μου και τη γνώση των συσχετισμών που έχω,  ότι μια κυβέρνηση άλλη που θα μπορούσε να κινητοποιήσει τις δυνάμεις του έθνους, θα μπορούσε και να επαναδιαπραγματευθεί με τους εταίρους σε μια πάρα πολύ απλή βάση: Στη βάση που λέει «δώστε μας έναν χώρο δημοσιονομικό αναπνοής, ένα fiscal  space όπως λέγεται, έναντι μεταρρυθμίσεων.

Ότι εμείς πράγματι θα μεταρρυθμίσουμε τη χώρα, θα την κάνουμε κανονική, ανταγωνιστική, ικανή να αυξάνει το ΑΕΠ της, να επιβιώνει υπό όρους σκληρά ανταγωνιστικούς, να δημιουργεί δουλειές για  τα παιδιά της, να τα κρατάει στην Ελλάδα τα παιδιά της, αλλά μέσα από διευθετήσεις οι οποίες είναι εφικτές τεχνικά, δώστε μας τη δυνατότητα να ελαφρύνουμε τη δημοσιονομική επιβάρυνση η οποία είχε  ένα νόημα υπαρξιακό το 2010,  2011, 2012. Αλλά δε μπορεί αυτό να συνεχίζεται επ' άπειρον και να μην έχεις μια προοπτική ελάφρυνσης για τις επιχειρήσεις και για τα νοικοκυριά.

Αλλά αυτό μόνο στη βάση που λέω μπορεί να συμβεί. Μπορεί να πετύχεις έναν χώρο δημοσιονομικής αναπνοής εάν πείσεις ότι υιοθετείς ένα μεταρρυθμιστικό πρόταγμα. Πού θα βασιστείς; Θα βασιστείς στους ενδογενείς σου πόρους.

Οι ενδογενείς πόροι είναι δύο. Οι άνθρωποι που έχεις  και η γη σου. Οι άνθρωποι είναι το διανοητικό κεφάλαιο. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που εκπαιδεύονται. Είναι αυτοί που ερευνούν, ανακαλύπτουν, καινοτομούν, επιχειρούν, αναλαμβάνουν ρίσκο, επενδύουν. Ή απλούστερα εργάζονται, συνεισφέρουν με τη δουλειά τους. Τη δουλειά τους τη διανοητική ή τη δουλειά τους τη χειρωνακτική.

Αν και αυτό που λέγεται «επιχειρηματικότητα» καλύπτει πλέον μια ευρύτατη περιοχή. Γιατί και ο ελεύθερος επαγγελματίας επιχειρεί και ο αγρότης επιχειρεί και ο νέος αγρότης επιχειρεί  και σε τελευταία ανάλυση όλες οι εναλλακτικές μορφές  οικονομικής δράσης, συνεταιρισμοί,  κοινωνική οικονομία και αυτές  επιχειρούν και αναλαμβάνουν ρίσκο.

Όταν το  1999 πήρα την απόφαση να δώσουμε τον Πρίνο ως εκμετάλλευση στο Συνεταιρισμό των εργαζομένων , αυτό φάνηκε ακόμη και δημαγωγικό. Αλλά ήταν η μόνη λύση. Και τώρα οι εταιρείες που συνδέονται με τον Πρίνο, ανταγωνίζονται σχεδόν με ίσους όρους, με μεγάλες εταιρείες όπως τα ΕΛΠΕ  και με ξένες εταιρείες, στις έρευνες, στα νέα οικόπεδα επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και της ελληνικής ΑΟΖ.

Άρα, όταν μιλάμε για ανθρώπους μιλάμε για τα παιδιά τα οποία σπουδάζουν εδώ, έχεις επενδύσει επάνω τους και αναγκάζονται να φύγουν, Γιατροί, Μηχανικοί, Οικονομολόγοι, ή εργαζόμενοι στη βιομηχανία ή ανεκπαίδευτοι που προσπαθούν να εκπαιδευθούν στο εξωτερικό και να επιβιώσουν, υπό δύσκολες συνθήκες.

Δεν είναι εύκολη η καθημερινότητα. Μπορεί εδώ να είναι  ευκολότερη, συνολικά η καθημερινότητα, αλλά εκεί υπάρχει μια  προοπτική και βεβαίως όταν μιλάς για διανοητικό κεφάλαιο, μιλάς πρωτίστως για το εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο πρέπει να  σου  παράγει το διανοητικό κεφάλαιο.

Άρα η εκπαίδευση και η παιδεία, ως μια συνολική συγκρότηση και καλλιέργεια, είναι βασικός πυλώνας, διότι είναι βασικός ενδογενής πόρος ανάπτυξης, δια του εκπαιδευτικού συστήματος και της γενικότερης καλλιέργειας η οποία είναι και ατομική και οικογενειακή υπόθεση, δεν είναι υπόθεση θεσμών εκπαιδευτικών ιδεολογικών.

Αποκτάς το συνολικό εθνικό, διανοητικό κεφάλαιο. αυτό είναι συγκλονιστικό. Πρέπει να μετρήσεις τί κεφάλαιο έχεις  στα σχολειά σου, στα Πανεπιστήμιά σου, στα Ερευνητικά σου Κέντρα.  Και έχεις ένα τεράστιο κεφάλαιο πάνω στο οποίο έχεις επενδύσει. Όταν φοιτά κάποιος στις Στρατιωτικές Σχολές, στη Στρατιωτική Ιατρική ας πούμε, είναι μετρημένη σε  ευρώ  η επένδυση  επάνω του, τι έχει πληρώσει το κράτος για να πάρει το πτυχίο, την ειδικότητα, τη μετεκπαίδευση στο εξωτερικό και ζητά απ’ αυτόν ν’ ανταποδώσει.

Όταν παίρνεις μια υποτροφία από το ΙΚΥ έχεις μια υποχρέωση να παραμείνεις  στην Ελλάδα μετά για ν’ ανταποδώσεις αυτό που επένδυσε το κράτος πάνω σου. Αυτό δε γίνεται με την οργάνωση του Πανεπιστημίου που περιέγραψε ο Μιχάλης προηγουμένως.  Το Πανεπιστήμιο είναι μια διεθνής αγορά ανταγωνιστική. Οι δημοσιεύσεις μετριούνται, οι επιδόσεις μετριούνται, τα Ιδρύματα κατατάσσονται, αξιολογούνται, οι απόφοιτοί σου βρίσκουν ή δε βρίσκουν δουλειά, βλέπεις πώς αντιδρά η αγορά  απέναντι στο πτυχίο.

Δε μπορείς να έχεις ένα κομματικοποιημένο Πανεπιστήμιο, δε μπορείς να έχεις ένα Πανεπιστήμιο  το οποίο λειτουργεί απλά ως μηχανισμός κομματικών η ιδεολογικών  συσχετισμών. Πρέπει να έχεις ένα σχολείο που είναι πειθαρχημένο.

Η μουσική είναι πειθαρχία, είπε ο Μάνος προηγουμένως. Κι έτσι λέγεται. Έλεγε ένας μεγάλος λάτρης της όπερας, τον ξέρετε όλοι, δε θέλω ν’ αναφέρω τ’ όνομά του, ότι «αυτή είναι η πειθαρχία, πειθαρχία η οποία σε υποτάσσει στο να  γίνεις λυρικός τραγουδιστής, μονωδός υψηλής ποιότητος».

Η πειθαρχία που είχε ο Δημήτρης Μητρόπουλος ήταν διηύθυνε τη Metropolitan Opera, την πειθαρχία που έχει  ο χορευτής στο μπαλέτο, στον κλασικό χορό. Που σημαίνει ότι  έχεις την ίδια πειθαρχία με τον πρωταθλητή. Σωματική και πνευματική.  Αυτό δε γίνεται αντιληπτό από μας.

Ένα βασικό στοιχείο που καταργήθηκε είναι η ηλεκτρονική ψηφοφορία για την ανάδειξη των πανεπιστημιακών Αρχών, η οποία επέτρεπε να γίνουν οι εκλογές και ν’ αναδειχθούν οι Αρχές. Τώρα δε μπορείς να κάνεις ούτε εκλογές. Εγώ, ως καθηγητής που δυστυχώς έχω χάσει την εμπειρία αυτή λόγω βουλευτικής και κυβερνητικής θητείας μακράς τα τελευταία χρόνια, θεωρούσα προσβολή της προσωπικότητάς μου και της προσωπικότητάς των φοιτητών μου να το χαθεί μια ώρα μαθήματος.

Από τις 13 εβδομάδες του εξαμήνου αν χαθεί μια εβδομάδα, το εξάμηνο γίνεται κολοβό. Δεν υπάρχει περίπτωση να είσαι σοβαρό Πανεπιστήμιο του εξωτερικό και να μην έχεις το curriculum του εξαμήνου και το Πρόγραμμα το συγκεκριμένο. Και δεν υπάρχει περίπτωση να μην αναπληρωθεί η απώλεια του  μαθήματος. Γιατί οι ώρες είναι μετρημένες, μία μία. 

Άρα το διανοητικό κεφάλαιο είναι η μεγαλύτερη επένδυση. Και αυτό δεν αφορά μόνο την υψηλή επιστήμη, αφορά και τη δεξιοτεχνία, αφορά την επαγγελματική εκπαίδευση που δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Αφορά το σεβασμό αυτού του πράγματος που κάνεις ώστε να μη νιώθεις ότι προσβάλλεσαι επειδή το κάνεις.

Είμαστε μια τουριστική βιομηχανία, η συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ είναι τεράστια στην Ελλάδα. Υπερβολικά μεγάλη μάλιστα για την ευστάθεια ενός αναπτυξιακού μοντέλου. Εάν είσαι δυστυχής επειδή είσαι σερβιτόρος σε μια ξενοδοχειακή μονάδα, δε μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου. Είσαι κι εσύ δυστυχής αλλά υπονομεύεται και η ποιότητα της Υπηρεσίας.

Στην Αμερική ο οδηγός του ανελκυστήρα, κάνει τη δουλειά με εντυπωσιακή σοβαρότητα. Ο οδηγός του λεωφορείου με εντυπωσιακή σοβαρότητα. Φοράει τη στολή του, το καπέλο του, και είναι απολύτως πειθαρχημένος και συνεπής με αυτό που έχει  αναλάβει να κάνει.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον πολιτισμό. Εάν η εκπαίδευση  συνδέεται με το διανοητικό κεφάλαιο με τους ανθρώπους, ο πολιτισμός συνδέεται και με τα έργα και τις μνήμες των ανθρώπων αλλά συνδέεται  και με τη γη βεβαίως, με το τόπο, με τις ανασκαφές, με τα έργα σύγχρονου πολιτισμού. Συνδέεται με την τουριστική βιομηχανία, συνδέεται μ’ αυτό που  έχουμε στα σπλάχνα της χώρας.

Και η Λίνα όταν κάνει ανασκαφή, ψαύει την Ιστορία. Είναι μια εμπράγματη Ιστορία την οποία την πιάνει, το τεκμήριο.  Αν καταφέρεις να κάνεις την Αμφίπολη αντικείμενο  δημοσιογραφικού και πολιτικού και κομματικού ανταγωνισμού. Και να πεις ότι η Βεργίνα  είναι Καραμανλική αλλά η Αμφίπολη ας πούμε είναι Σαμαρική, τότε έχεις υπονομεύσει τη μήτρα από την οποία παράγεται η συνείδησή σου.

Και όλα αυτά  είναι πρωτόγονα και μία μάχη ταυτοτήτων. Αλλά η μάχη ταυτοτήτων είναι μια μακρά ιστορία η οποία έχει ξεκινήσει τουλάχιστον από το 1821 και μετά. Κλείνουμε 200 χρόνια  αναζητώντας την ταυτότητά μας. Η ταυτότητά μας δε θα βρεθεί ποτέ εάν ο ελληνικός λαός δεν αποφασίζει να  ότι θέλει να έχει αυτή ή την άλλη  ταυτότητα.

Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία, οι τοπικές κοινωνίες, οι Περιφέρειες,  να συγκροτήσουν μοντέλα ανάπτυξης τα οποία βασίζονται  στα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τους ανθρώπους και από τη γη. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου, τα γεωθερμικά πεδία, συνολικά ο ορυκτός πλούτος, δε διαφέρει σε τίποτα από τον πλούτο που έχουμε  σε πολιτιστική κληρονομιά.

Στην  πραγματικότητα είναι η ίδια σχέση με τον τόπο. Είναι μια τοπολογία  της εθνικής σου ταυτότητας. Και γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να κάνουμε επιλογές οι οποίες μας δίνουν κύρος, αξιοπρέπεια, προοπτική, αισιοδοξία και ταυτόχρονα και οικονομικές δυνατότητες. Πουθενά αλλού ο συνδυασμός δεν είναι τόσο έντονος και τόσο πετυχημένο όσο στην παιδεία και τον πολιτισμό.

Δηλαδή στο εκπαιδευτικό σύστημα, στο οποίο έχεις τεράστιες δυνατότητες να κάνεις επιλογές και στο χώρο του πολιτισμού με την ευρύτατη έννοια του όρου, δηλαδή και πολιτιστική κληρονομιά και σύγχρονη δημιουργία, και τουριστική βιομηχανία η οποία προσφέρει ένα σύνθετο προϊόν το οποίο προϊόν είναι πάλι ο τόπος, οι άνθρωποι, η φιλοξενία αλλά και οι μνήμες του.

Αυτό σε πολύ μεγάλο βαθμό γίνεται αλλά σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό υπονομεύεται. Δηλαδή εάν έχουμε  έναν βαθμό επιτυχίας α’ στον πολιτισμό, έχουμε έναν βαθμό αποτυχίας μείον α στην εκπαίδευση. Και νομίζω ότι είναι υποχρέωσή μας να κάνουμε αυτή τη σύνθετη προσέγγιση η οποία μας επιτρέπει να δώσουμε μια προοπτική και μια καταφατική απάντηση στο αν η Ελλάδα έχει μέλλον.

Η Ελλάδα λοιπόν έχει μέλλον, εάν οι πολίτες, δηλαδή εμείς οι ίδιο σκεφτόμαστε μ’ έναν  συγκροτημένο και σύνθετο τρόπο και αν εμείς είμαστε έτοιμοι να πάρουμε τις αποφάσεις που απαιτούνται και οι οποίες είναι απλές αλλά επώδυνες. Σας ευχαριστώ πολύ.


 

 * Στην εκδήλωση συμμετείχαν η Λίνα Μενδώνη, ο Μιχάλης Χρυσομάλλης, ο Μάνος Επιτροπάκης, και ο Κοσμάς Χαρπαντίδης. Τη συζήτηση συντόνισε ο Κωστής Σιμιτσής και την εκδήλωση άνοιξε ο Δημήτρης Παπουτσής. 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2016Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016