Αθήνα, 1 Δεκεμβρίου 2016 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών «Η Ελλάδα στον κόσμο: Νέες προκλήσεις για την ελληνική εξωτερική πολιτική

και την πολιτική ασφάλειας» με ομιλητές τον Δημήτρη Καιρίδη και τον Ευάνθη Χατζηβασιλείου. Τη εκδήλωση συντόνισε ο Χρήστος Μιχαηλίδης. (30/11/2016)

 

Κύριε Πρόεδρε, κύριε Πρέσβη, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, νυν και πρώην, στη Βουλή, κυρίες και κύριοι Πρέσβεις, αγαπητές και αγαπητοί φίλοι, σας ευχαριστώ θερμά για την παρουσία σας και την ανταπόκρισή σας στην πρόσκληση που σας απηύθυνε ο Κύκλος Ιδεών για την εθνική ανασυγκρότηση.

Επιλογή μας είναι να ασχολούμαστε με την πραγματική πολιτική, με τα ζητήματα που αφορούν την ύπαρξη και την προοπτική του τόπου και όχι με τη συνηθισμένη καθημερινή μικροπολιτική και παραπολιτική.

Αυτό είναι μια πράξη αντίστασης που διαπερνά τα Κόμματα και μας φέρνει αντιμέτωπους με εγκατεστημένες νοοτροπίες που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία. Άρα το εγχείρημα είναι εξ ορισμού πάρα πολύ δύσκολο.

Όταν πρότεινα στον Ευάνθη Χατζηβασιλείου και στο Δημήτρη Καιρίδη να συνομιλήσουμε ενώπιόν σας γύρω από ένα θεμελιώδες ζήτημα όπως είναι οι νέες προκλήσεις της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, βεβαίως και ήθελα να έχω την ευκαιρία να συνομιλήσω με δυο παλιούς μου μαθητές στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, που είναι ώριμοι και καταξιωμένοι επιστήμονες, καθηγητές με μεγάλο ερευνητικό και συγγραφικό έργο.

 

Και τώρα που τους άκουσα, νιώθω πραγματικά συγκινημένος και υπερήφανος και τους ευχαριστώ για τα καλά τους λόγια και την αγάπη τους, αλλά θέλω να με πιστέψουν ότι και τα δικά μου καλά λόγια, του παλιού δάσκαλου και τώρα  συναδέλφου, έχουν κι αυτά την αξία τους.

Θέλω να ευχαριστήσω θερμά επίσης τον Χρήστο Μιχαηλίδη, ένα πολύ έγκυρο δημοσιογράφο, με διεθνή οπτική γωνία, που έχει εργαστεί στο εξωτερικό υπό δύσκολες ανταγωνιστικές συνθήκες ,στο BBC, που έχει εργαστεί στην Κύπρο, που παρακολουθεί τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής, γιατί τροφοδότησε τη συζήτησή μας, με μια βιωματική εισαγωγή η οποία έθεσε το δάχτυλο εις τον τύπον των ήλων.

***

Θα μου επιτρέψετε -μετά από όσα ακούσατε από τον κ. Χατζηβασιλείου και τον κ. Καιρίδη - να εστιάσω στις μεταπολιτευτικές σταθερές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας.

Σταθερή θέση μου, προϊόν πολλών αναλύσεων εδώ και χρόνια, είναι πως από το 1974 μέχρι τις μέρες μας περίπου, έχει διαμορφωθεί στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, ένα πολύτιμο μεταπολιτευτικό κεκτημένο. Η πατρότητα του κεκτημένου αυτού, ανήκει πρωτίστως στα δυο σημαντικότερα πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στο πεδίο αυτό, που είναι διαδοχικά αλλά και παράλληλα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου, οι οποίοι τελικώς συνδιαμόρφωσαν το κεκτημένο της μεταπολίτευσης.

Ίσως αυτό δεν είναι εμφανές δια γυμνού οφθαλμού, αλλά σίγουρα η πολιτική Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν μπορούσε να διαμορφωθεί χωρίς τον Ανδρέα Παπανδρέου ως αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Στη συνέχεια οι επιλογές της εξωτερικής πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου σε ένα κόσμο διπολικό την εποχή εκείνη, άρα πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμο, διέσωσαν  τον πυρήνα όλων των στρατηγικών επιλογών, που είχαν γίνει από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Και για να κάνω πιο ολοκληρωμένο αυτό το ιστορικό μνημόσυνο, θέλω να πω ότι το μεγάλο παράπονο του Καραμανλή που ήταν η μη αναγνώριση της Ζυρίχης και του Λονδίνου, έχει πλέον καταστεί φαντάζομαι εμφανές σε όλους, ότι είναι ένα παράπονο σε πολύ μεγάλο βαθμό δικαιολογημένο. Γιατί το καθεστώς της Ζυρίχης και του Λονδίνου, είναι ένα βασικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας της ελληνοκυπριακής πλευράς στην πολύ σκληρή διαπραγμάτευση με στόχο να επιτευχθεί μια λύση του Κυπριακού.

Εάν τώρα, με τα σημερινά δεδομένα, μας πρότεινε κάποιος την επαναφορά στο Σύνταγμα του 1960, το πιθανότερο είναι να δεχόμασταν την αναβίωση αυτή με πάρα πολύ μεγάλη προθυμία.

Από την άλλη μεριά οι τελικές και ώριμες επιλογές του Ανδρέα Παπανδρέου, μετέτρεψαν σε πράξη -και μάλιστα σε πράξη αμετάκλητη- το δόγμα του «Ανήκομεν εις τη Δύση» τόσο στο πεδίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όσο και στο πεδίο του ΝΑΤΟ, δηλαδή της ευρωπαϊκής και ευρωατλαντικής πολιτικής ασφάλειας.


 

Για το video της εκδήλωσης, δείτε εδώ: http://www.blod.gr/lectures/Pages/viewlecture.aspx?LectureID=3147 


Ας δούμε ποιες είναι οι μεταπολιτευτικές σταθερές της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, τα τελευταία  42 χρόνια.

Η πρώτη επιλογή είναι η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση για λόγους πρωτίστως πολιτικούς, για λόγους ασφάλειας και δημοκρατικής - θεσμικής, αλλά και εξωτερικής με την πιο απλή και συμβατική έννοια του όρου: προστασία της εθνικής ακεραιότητας, των χερσαίων και θαλασσίων συνόρων της χώρας.

Βεβαίως πρόκειται για μια πολιτική υπερεπένδυση, για μια επιλογή που είχε έντονα συναισθηματικό και ρητορικό χαρακτήρα. Βεβαίως υπάρχει τώρα  στη Συνθήκη της Λισσαβόνας για την Ευρωπαϊκή Ένωση ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής και βεβαίως η Τουρκία δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αυτό έχει κάποια σημασία πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη ρήτρα του Βορειοατλαντικού Συμφώνου. Αλλά όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι η διεθνοπολιτική και στρατιωτική οντότητα που μπορεί να προσφέρει στην Ελλάδα, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, αυτά που νομίζαμε ή νομίζουμε, διαμορφώνοντας ένα εθνικό στερεότυπο το οποίο, όπως όλα τα εθνικά στερεότυπα, έχει πολλά στοιχεία επιπολαιότητας μέσα του.

Η δεύτερη επιλογή μας, μια επιλογή που ξεκίνησε πάρα πολύ νωρίς, ξεκίνησε στην αρχή της δεκαετίας του 1950, αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου, στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου, μια επιλογή που έγινε ταυτόχρονα με την αντίστοιχη τουρκική επιλογή, ήταν βεβαίως η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η παραμονή στο ΝΑΤΟ. Αλλά στην Ελλάδα, στο δημόσιο διάλογο, στη συλλογική κατανόηση που έχουμε για τα πράγματα, αργήσαμε να παραδεχτούμε ότι το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, εδώ και πάρα πολύ καιρό, εδώ και ένα αιώνα, από την ύστερη φάση του Α ´ Παγκοσμίου Πολέμου, είναι και παραμένει πρόβλημα ευρωατλαντικό.

Από τότε που ο Πρόεδρος Ουίλσον αποφάσισε τη συμμετοχή της Αμερικής στο μεγάλο πόλεμο –και «μεγάλος πόλεμος» είναι ο  Α ´ Παγκόσμιος Πόλεμος- οι Ηνωμένες Πολιτείες στην πραγματικότητα δεν έφυγαν ποτέ από το γήπεδο που λέγεται Ευρώπη, και η ευρωπαϊκή ασφάλεια πάντα ήταν ένα κοινό πρόβλημα, με αποτέλεσμα βέβαια να χάνει την αυτάρκειά της, να μην χειραφετείται η Ευρωπαϊκή Ένωση ως στρατιωτική και ως διεθνοπολιτική οντότητα.

Αυτό έχει στις ημέρες μας πάρα πολύ μεγάλη σημασία, μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε αναδρομικά και την επιλογή της αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, γιατί αυτή ήταν η φωνή του λαού, το 1974, αλλά η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν καταφέραμε να επανέλθουμε στο status του 1974 μετά την επιστροφή μας το 1981 στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, παρά τις κατά καιρούς βελτιώσεις, με τελευταίες και πιο συστηματικές αυτές που επιδιώξαμε το 2011 με αφορμή τη νέα δομή Διοίκησης του ΝΑΤΟ. 

Η τρίτη σταθερά, είναι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις, όπου βεβαίως πηγαίνουμε από πλευράς κοινωνικής πρόσληψης και δημόσιας ρητορικής με εντυπωσιακή ευκολία, άρα με εντυπωσιακή επιπολαιότητα και με ερασιτεχνισμό, από το ζενίθ στο ναδίρ και από το ναδίρ στο ζενίθ.

Το αποτέλεσμα όμως είναι ότι οι σχέσεις είναι σταθερές, είναι στρατηγικές, βελτιώνονται και βέβαια τώρα η Σούδα είναι βασικό επιχείρημα, μαζί με τις παρελκόμενες ευκολίες, μέσω του οποίου προσπαθούμε να αναδείξουμε το στρατηγικό βάρος της χώρας μας και την ικανότητα εισφοράς μας σε διάφορες διεθνείς αποστολές είτε υπό το καπέλο του ΝΑΤΟ, είτε υπό το καπέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε υπό το καπέλο διεθνών πρωτοβουλιών, που δεν είναι τυπικά ΝΑΤΟϊκές ή ευρωπαϊκές.

Η τέταρτη σταθερά, είναι η αποφυγή εντάσεων με την Τουρκία παρ' ότι η μεταπολίτευση έχει γεννηθεί μέσα από τη μήτρα της μείζονος έντασης με την Τουρκία, της απόλυτης στρατιωτικής κρίσης: με την εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή στην Κύπρο και βέβαια με την ένταση που προκλήθηκε στο Αιγαίο, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και οδήγησε στην πτώση της δικτατορίας, στην επιβολή του νέου δημοκρατικού καθεστώτος.

Και παρ' ότι την περίοδο αυτή, των 42 ετών, έχουμε δοκιμάσει τα πάντα, από την προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας μέχρι την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και από τις αψιμαχίες τις διπλωματικές μέχρι τις αναγνωρίσεις και αναχαιτίσεις, σε καθημερινή βάση, των τουρκικών αεροσκαφών, που παραβιάζουν τους κανόνες εναέριας κυκλοφορίας και πολύ περισσότερο το ελληνικό εναέριο χώρο ή υπερίπτανται της ελληνικής επικράτειας.  Έχει πολύ μεγάλη σημασία ότι αυτή η επιλογή της αποφυγής εντάσεων -παρ' ότι δεν μας επέτρεψε να αποφύγουμε ούτε την κρίση του 1987 με αφορμή τη θέση Μπάμπουρα, ούτε την κρίση των Ιμίων- είναι αυτή που τελικά κυριαρχεί, διανθισμένη με τη στρατηγική επιλογή που πράγματι κάναμε, να στηρίξουμε την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Όχι επειδή πιστεύουμε ότι βαθύτερη στρατηγική επιθυμία της Τουρκίας ήταν και είναι να καταστεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί δεν νομίζω ότι υπήρξε ποτέ τέτοια επιλογή, αλλά γιατί συνεκδοχικά η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, σημαίνει εμμονή της Τουρκίας και παραμονή  σε μια δυτική προοπτική, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το σεβασμό και των δυτικών αντιλήψεων σε σχέση με τη διεθνή νομιμότητα.

Τα πράγματα βέβαια δεν είναι καθόλου εύκολα και απλά, αλλά πάντως αυτή είναι η επιλογή μας, την έχουμε στηρίξει και με πολύ πρακτικούς τρόπους όπως είναι τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, με κορυφαίο το Μνημόνιο Παπούλια – Γιλμάζ, που λειτουργεί σε γενικές γραμμές και από το 2002 έως σήμερα, δηλαδή επί 14 χρόνια, οι  αλλεπάλληλοι  κύκλοι  των διερευνητικών επαφών για την οριοθέτηση των θαλασσίων Ζωνών. Θα δούμε στη συζήτηση τι και πώς, αν χρειαστεί.

Η πέμπτη σταθερά, είναι η επιλογή του σεβασμού του διεθνούς Δικαίου που ρητορικά παίρνει ακόμη πιο πανηγυρική μορφή ως δήλωση πως η Ελλάδα ασκεί μια εξωτερική πολιτική αρχών. Μια τέτοια δήλωση από οποιαδήποτε χώρα ποτέ δεν είναι ακριβής, αλλά εμείς έχουμε μια περίεργη αόριστη και αξιωματική –δηλαδή μη αποδεικνυόμενη- πεποίθηση, ότι η δήλωση πως σεβόμαστε το διεθνές Δίκαιο και απαιτούμε την εφαρμογή του, οδηγεί στην αυτόματη υπεράσπιση και δικαίωση των θέσεών μας.

Η έκτη σταθερά είναι ότι η Ελλάδα είναι πάντοτε, σε όλα αυτά τα χρόνια, μη αναθεωρητική δύναμη και στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο. Βασική μας επιλογή είναι η ειρήνη, η ασφάλεια και η σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή, η μη αμφισβήτηση των υφιστάμενων συνόρων με πολλά δυστυχώς ανοιχτά θέματα, όπως  είναι το Κυπριακό, ο οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, η τουρκικές αξιώσεις οι μονομερείς, οι παραβατικές συμπεριφορές, το πρόβλημα του ονόματος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, τα ζητήματα με την Αλβανία που έρχονται, ανακυκλώνονται, αποχωρούν από την επικαιρότητα και επανέρχονται.  Και βέβαια όλα αυτά έχουν και μια διάσταση που απευθύνεται  προς τις υπόλοιπες χώρες της ευρύτερης περιοχής, τις οποίες η Ελλάδα αντιμετώπιζε πάντα υπό το πρίσμα μιας χώρας με αδιατάρακτη δυτική διαδρομή μετά το τέλος του Β ´ Παγκοσμίου Πολέμου, από την περιωπή μιας χώρας οικονομικά ανεπτυγμένης, που έγινε πρώιμα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ήταν ως εκ τούτου σε θέση να προσφέρει τη διευκόλυνση της υποστήριξης της ενταξιακής προοπτικής άλλων χωρών, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και εν τέλει όλα τα δυτικά Βαλκάνια, χωρίς καμία εξαίρεση.

Βεβαίως αυτό το σημείο, το έκτο, τίθεται υπό προφανή αμφισβήτηση μετά την αλλαγή οικονομικών συσχετισμών, όπως θα δούμε.

Η έβδομη σταθερά, είναι η επιλογή μας να έχουμε φιλικές έως προνομιακές εταιρικές σχέσεις με τη Ρωσία, τις οποίες βεβαίως έχουμε χωρίς να αποβάλλουμε -ακόμη κι αν το θέλουμε- την ιδιότητα της χώρας – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Και αν καμιά φορά εμείς το ξεχνάμε αυτό στις ελληνορωσικές επαφές, η ρωσική πλευρά και το θυμάται και μας το υπενθυμίζει.

Αυτό αφορά τα πάντα: από τις εμπορικές σχέσεις, την ενέργεια, τις επενδύσεις και τις εμπορικές σχέσεις στην ενέργεια αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια ως σκληρό διεθνοπολιτικό ζήτημα και βέβαια αυτό επηρεάζει και τις σχέσεις μας με πολλές άλλες χώρες στην περιοχή, με χώρες όπως είναι για παράδειγμα το Αζερμπαϊτζάν και ως εκ τούτου και η Αρμενία, αλλά και με άλλες πολλές χώρες.

Η όγδοη σταθερά, είναι η διατήρηση της μεσογειακής μας διάστασης παρ' ότι παραδόξως, σε σχέση με το βαλκανικό στοιχείο, η μεσογειακή διάσταση της χώρας είναι υποτιμημένη ως πρόσληψη. Πάντως  προτεραιότητα της εξωτερικής μας πολιτικής είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με όλες τις παρακείμενες και αντικείμενες χώρες στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι μόνο με την Τουρκία, πρωτίστως με την Ιταλία με την οποία έχουμε οριοθετήσει την υφαλοκρηπίδα από το 1977 πριν τη θέση σε ισχύ της νέας Συνθήκης για το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά και με την Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Αλβανία.

Η ένατη σταθερά μας, είναι οι καλές σχέσεις με τον αραβικό κόσμο. Με ένα τρόπο όμως αρκετά γενικό στη διατύπωσή του και ασαφή, που συγκαλύπτει αντιφάσεις οι οποίες ενυπάρχουν στον αραβικό κόσμο. Άρα και μόνο το γεγονός ότι αναφερόμαστε στον αραβικό κόσμο, στις αραβικές χώρες συλλήβδην, αποδυναμώνει την επιλογή αυτή. Και αυτό φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο παρακολουθήσαμε αμήχανα την καμπύλη της Ισλαμικής  Άνοιξης, αλλά και την καμπύλη της παγκόσμιας τρομοκρατίας.

Παρ' όλα αυτά ένα απτό αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής μας είναι η στέρεη σχέση με την Αίγυπτο, όχι στη βάση μιας οριενταλιστικής αντίληψης για το τι σημαίνει δημοκρατία και κράτος Δικαίου, αλλά στη βάση μιας απόλυτα ρεαλιστικής προσέγγισης ως προς τους συσχετισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο και ως προς την προτεραιότητά μας της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών.

Αυτό μας οδηγεί και στη δέκατη και νεώτερη σταθερά, που είναι οι καλές σχέσεις με το Ισραήλ.  Αυτό μας οδήγησε και στην  επιλογή των τριγωνικών σχημάτων συνεργασίας Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ και στη συνέχεια Ελλάδα – Κύπρος – Αίγυπτος, για όση αξία έχουν αυτά. Διότι η εξωτερική πολιτική και η πολιτική ασφάλειας και άμυνας συνδέεται και  με την ικανότητα των κοινωνιών να αντιληφθούν και να διαχειριστούν το ρίσκο της συμμετοχής σε πολεμικό κίνδυνο. Από την άποψη αυτή η ελληνική κοινωνία δεν έχει πχ  καμία απολύτως σχέση με την κοινωνία του Ισραήλ.

Και η ενδέκατη σταθερά, που είναι η νεώτερη όλων, είναι το συνειδητό και επίμονο άνοιγμα των σχέσεών μας με την Κίνα, το οποίο πράγματι οφείλεται στη ιδιωτική πρωτοβουλία,  στον ελληνικό εφοπλισμό, που τώρα πια έχει πάρει στρατηγική μορφή, μετά τη συμφωνία για το λιμάνι του Πειραιά με την Cosco και μετά την ανάδειξη του αντίστροφου δρόμου του μεταξιού και την ικανότητα που επέδειξαν Έλληνες εφοπλιστές να διανοίξουν τον αντίστροφο δρόμο από τη Μεσόγειο ή από τον Κόλπο προς την Κίνα, μέσω του Βερίγγειου πορθμού.

Αυτές είναι οι σταθερές 42 ετών. Τώρα όλες αυτές οι σταθερές ή σχεδόν όλες, πάντως οι πιο σημαντικές από αυτές, οι πιο παραδοσιακές, τίθενται ξαφνικά υπό αμφισβήτηση, ή έστω διαταράσσονται, ή έστω επανεξετάζονται. Γιατί, πρώτον, έχουμε την εκλογή Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος φέρνει στην επιφάνεια το φαινόμενο του ευρωσκεπτικισμού στη εκρηκτική σύνδεσή του με το φαινόμενο του αμερικανοσκεπτικισμού, που ο ίδιος εξέφρασε κατά τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, όχι στο όνομα της δημοκρατικής αρχής –γιατί πανεθνικά ηττήθηκε από την Κλίντον σε αριθμό ψήφων- αλλά στο όνομα της ομοσπονδιακής αρχής και της αυτοτέλειας και των προτεραιοτήτων των Πολιτειών και μάλιστα των Πολιτειών εκείνων, όπου η τοπική οικονομία και η τοπική κοινωνία καλλιεργεί και υποθάλπει τον έντονο αμερικανοσκεπτικισμό, δηλαδή την αμφισβήτηση του αμερικανικού ονείρου για τη μέση λευκή αμερικανική τάξη.

Βεβαίως και θα υπάρξουν συμβιβασμοί. Βεβαίως και ο Πρόεδρος Τραμπ θα είναι πολύ πιο μετριοπαθής και πολύ πιο συγκεκριμένος και πολύ πιο προσεκτικός από τον υποψήφιο Τραμπ. Αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να επανεξετάσουμε τη συνολική αμερικανική αντίληψη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, να επανεξετάσουμε την αμερικανική αντίληψη σε σχέση με το ΝΑΤΟ που αναζητά ρόλο και ταυτότητα, μετατρεπόμενος από Οργανισμό άμυνας σε Οργανισμό ασφάλειας, γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες καλύπτουν το 75% του προϋπολογισμού του ΝΑΤΟ και οι ευρωπαϊκές χώρες – μέλη μαζί με τον Καναδά καλύπτουν μόλις το 25% του προϋπολογισμού.

Η εκλογή Τραμπ θέτει υπό επανεξέταση –θα δούμε μέχρι ποιου σημείου- τις αμερικανορωσικές σχέσεις και οι ευρωρωσικές σχέσεις είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό δευτερογενείς και παρελκόμενες γιατί το πρωτεύον είναι οι αμερικανορωσικές σχέσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναθέτουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την καταβολή του οικονομικού κόστους των δικών τους στρατηγικών επιλογών στα μεγάλα θέματα, όπως είναι οι σχέσεις με την Ρωσία και αυτό μας φέρνει σε όλα τα μεγάλα ανοιχτά θέματα, στη Συρία, στον τρόπο αντιμετώπισης του λεγόμενου ισλαμικού κράτους στη Συρία και στο Ιράκ, αλλά μας φέρνει αντιμέτωπους και με το ζήτημα της Κριμαίας και των ανατολικών επαρχιών της Ουκρανίας και με το ζήτημα των κυρώσεων.

Είναι δυνατό αυτός ο περίεργος ρητορικός προς το παρόν αναθεωρητισμός, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, της αμερικανικής νέας administration, να οδηγήσει σε ένα νέο απομονωτισμό, που ξεκινά από την ίδια την πρόσληψη της παγκοσμιοποίησης όπως είπε ο Δημήτρης Καιρίδης προηγουμένως; Δηλαδή είναι δυνατό να μεταβούμε από τη διαρκή τάση ανοίγματος των διεθνών αγορών και από τις μεγάλες συμφωνίες, όπως είναι η NAFTA, η TTIP, η  συμφωνία με τις χώρες της Ν.Α. Ασίας, σε παλιές μορφές κρατικού προστατευτισμού, δηλαδή σε τελωνειακούς ελέγχους, σε τέλη εισαγωγής όπως απαιτούν πολλές Πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών που έδωσαν τους εκλέκτορές τους στο νέο Πρόεδρο;

Και εάν φύγουμε από τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις και πάμε στο σκληρό πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, δείτε μια πολύ περίεργη αντίφαση: στο όνομα μιας έντονα φορτισμένης αξιακά ρητορείας οδηγούμαστε σε μια αποϊδεολογικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, η οποία ξαφνικά εμφανίζεται απολύτως ρεαλιστική, πραγματιστική.

Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε «ρεαλιστικά» αυτό που συμβαίνει στη Συρία, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε «ρεαλιστικά» αυτό που συμβαίνει στην Ουκρανία, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε «ρεαλιστικά» τη Ρωσία και όχι στη βάση αξιών. Βεβαίως όταν λέμε «αξιών» εννοούμε πολλές φορές και ιδεοληπτικών αξιών, ή αξιών που ισοπεδώνουν τις αποχρώσεις της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Αλλά είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίθεση, διότι στο όνομα μιας αξιακής ρητορικής έχουμε μια υπερπραγματιστική προσέγγιση θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής.

Αυτό σημαίνει ευκολία και ρεαλισμός στη συνεργασία με Κυβερνήσεις και καθεστώτα, που αποκλίνουν από τα δυτικά πρότυπα δημοκρατίας και κράτους Δικαίου. Αυτό οδηγεί σε μια επανεξέταση της έννοιας της Δύσης, που θα οδηγήσει και σε μια επανεξέταση της ευρωπαϊκής ταυτότητας ως βασικής συνιστώσας του δυτικού κόσμου.

Θα αναζητούμε τους παλιούς συνομιλητές μας, τους Ευρωπαίους εταίρους μας, τους ΝΑΤΟϊκούς εταίρους μας και βεβαίως αποζητούμε και την αμερικανική Κυβέρνηση ως συνομιλητή μας.

Ο πραγματισμός για τον οποίο μίλησα, φτάνει στο απόγειό του ως πυρηνικός πραγματισμός. Δηλαδή μπορεί να γίνει δεκτή ξαφνικά η διασπορά των πυρηνικών όπλων στην Ασία για να αντιμετωπιστεί με αντίβαρα η Βόρεια Κορέα, ως κράτος – παρίας. Ας αναπτύξει λοιπόν  πυρηνικό οπλοστάσιο η νότια Κορέα, ή η Ιαπωνία. Θα επανεξεταστεί η συμφωνία με το Ιράν.

Μπορεί να φοβούνται οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ότι μπορεί να μην αναπτυχθεί ή να αποσυρθεί η πυρηνική ομπρέλα, η οποία είναι αντιπαθής στην Ελλάδα, δεν νιώθουμε ότι μας αφορά, αλλά αφορά χώρες όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Τσεχία και βέβαια όλα αυτά θέτουν σε αμφισβήτηση την πρώτη μας επιλογή, την επιλογή που λέγεται Ευρώπη, για λόγους προστασίας. Γιατί εδώ πρέπει να επανεξετάσουμε τη δυνατότητα της Ευρώπης να προστατεύει τον εαυτό της.

Ποιος ευρωπαϊκός στρατός όμως; Τώρα που θα φύγει και το Ηνωμένο Βασίλειο από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Ας πούμε ότι θα παραμείνει στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας; Μα θα σου λέει «πήγαινε στο ΝΑΤΟ, το ΝΑΤΟ υπάρχει, είναι μια πραγματικότητα». Αν αυτή τη στιγμή η Ευρώπη αμφισβητήσει το ΝΑΤΟ, θα προκαλέσει την αμερικανική αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ. Είναι η χειρότερη συγκυρία για να έρθει στην επιφάνεια η ιδέα ενός ευρωπαϊκού στρατού. Η Ευρώπη πρέπει τώρα να ζητάει ΝΑΤΟ. Αλλιώς μπορεί να δημιουργήσουμε το απόλυτο κενό.

Και βέβαια τις προκλήσεις στο επίπεδο της κοινής εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας και άμυνας δεν τις προσλαμβάνουν όλοι  με τον ίδιο τρόπο. Αλλιώς τις προσλαμβάνουμε εμείς, αλλιώς τις προσλαμβάνουν οι παραδοσιακά φιλοατλαντικές χώρες -όπου μπορεί να δει κάνει κανείς χώρες που δια γυμνού οφθαλμού δεν φαίνονται παραδοσιακά φιλοατλαντικές όπως είναι, η Ιταλία για παράδειγμα, γιατί δεν μιλάμε μόνο για την Πορτογαλία ας πούμε- και αλλιώς οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που έχουν κατάλοιπα πολύ πρόσφατα.

Και βέβαια όλα αυτά σημαίνουν αύξηση του κόστους ασφάλειας για την Ευρώπη. Και όχι μόνο του κόστους του οικονομικού, αλλά και του κόστους του πολιτικού και του κοινωνικού, γιατί αυξάνεται το ρίσκο. Άλλωστε η ασφάλεια είναι ταυτόχρονα και εσωτερική και εξωτερική. Και όταν λέω «ρίσκο» σημαίνει ρίσκο αποστολής στρατιωτών επί του εδάφους, με κίνδυνο θανάτου.

Το έχουμε ζήσει σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το έχουμε ζήσει στο Ιράκ, το έχουμε ζήσει στο Αφγανιστάν, το έχουμε ζήσει στη Συρία και έχουμε δει πως αντιδρούν και οι κοινωνίες και οι Ένοπλες Δυνάμεις.

Αυτές όλες οι σταθερές πέρα από την εκλογή Τραμπ αμφισβητούνται από τη νέα ρητορεία Ερντογάν, δηλαδή από το αντιπραξικόπημα, καθώς φαίνεται ότι το πραξικόπημα (η απόπειρα πραξικοπήματος) ενεργοποίησε ένα στρατηγικό σχέδιο το οποίο ήταν έτοιμο στις λεπτομέρειές του.  Και εκεί έχουμε ταυτόχρονα μια εσωτερική αφήγηση νέα για την τουρκική ταυτότητα σε σχέση με την οθωμανική κληρονομιά και τον κεμαλισμό, άρα έχουμε μια εσωτερική κατεύθυνση της νέας στρατηγικής, και έχουμε και μια νέα αφήγηση για τον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας, δηλαδή μια εξωτερική κατεύθυνση.

Δεν χρειάζεται τώρα να αναφερθώ εδώ ούτε στα θέματα Γκιουλέν, ούτε στα θέματα Μπαχτσελί, στο Σύνταγμα, στη μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό, ούτε στις εκκαθαρίσεις στις Ένοπλες Δυνάμεις, που περιλαμβάνουν μέχρι και τους πιλότους των μαχητικών αεροσκαφών, το 1/3 των ενεργών πιλότων.

Αλλά είναι προφανές ότι για πρώτη φορά αμφισβητείται η ταυτότητα της κεμαλικής λαϊκής (secular) Τουρκίας, αμφισβητείται η μνήμη του κεμαλισμού και του Ινονού βεβαίως μαζί. Αυτό σημαίνει η συνεχής εμμονή σε σχέση με τη Λωζάνη. Το ερώτημα αν η Λωζάνη ήταν μια Συνθήκη της ήττας για την οθωμανική αυτοκρατορία και εκ γενετής για την Τουρκική Δημοκρατία συνοδεύεται από το ερώτημα: και για μας τι ήταν η Συνθήκη της Λωζάνης; Ήταν μια Συνθήκη της νίκης; Μα η συνθήκη της νίκης ήταν η Συνθήκη των Σεβρών, η Συνθήκη της Λωζάνης ήταν η συνθήκη της αξιοπρεπούς ήττας με τις μικρότερες δυνατές απώλειες, αλλά ήταν ήττα και ήττα και από τις δυο πλευρές.

Αν  θέλουμε να βρούμε μια εξήγηση που να καλύπτει και την εσωτερική και την εξωτερική προσέγγιση της νέας ρητορείας -γιατί δεν πρόκειται για στρατηγική ακόμη - Ερντογάν, εγώ θα έλεγα ότι πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα προληπτική επιθετικότητα. Προλαμβάνει, μέσα κυρίως από το πολιτικό του λόγο και τα μηνύματα που εκπέμπει, την πιθανότητα απόσχισης κουρδικών περιοχών άρα αμφισβήτησης της ακεραιότητας της τουρκικής επικράτειας, προσπαθεί να βρει αντίβαρα στην προοπτική αυτή. Διότι ξέρει ότι έχει μια κοινωνία διχασμένη εκλογικά, περαιτέρω διχασμένη λόγω της σύγκρουσης με τα δίκτυα Γκιουλέν και προσπαθεί να αξιοποιήσει το διχασμό της αντιπολίτευσής του, απευθυνόμενος άλλοτε στο 25% των κεμαλικών και άλλοτε στο 25% των εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, που πλέον η καθεμιά ακολουθεί τη μοίρα της, γιατί είναι άλλο να είσαι Κούρδος και άλλο να είσαι Αλεβί.

Τον ενοχλεί το γεγονός ότι δεν μπορεί να παίξει ρόλο ενεργό στις διεθνείς πρωτοβουλίες στη Συρία και στο Ιράκ, ότι είναι έξω από τις επιχειρήσεις στο Χαλέπι και έξω από τις επιχειρήσεις στη Μοσούλη. Και νομίζω ότι είναι τελείως δευτερογενές το ζήτημα που αφορά το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Άλλωστε, ας θυμηθούμε ότι η Συνθήκη της Λωζάνης αφορά βεβαίως τη χάραξη των ελληνοτουρκικών χερσαίων συνόρων και των τουρκοβουλγαρικών χερσαίων συνόρων, βεβαίως αφορά και την αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας επί των νήσων του βορειοανατολικού Αιγαίου, αλλά αυτές είχαν περιέλθει στην ελληνική κυριαρχία πολύ πριν.  Βεβαίως και διευθετεί και τα τουρκοϊταλικά σύνορα επειδή τα Δωδεκάνησα περιέρχονται στην Ιταλία.

Αλλά ας θυμηθούμε τι άλλο έχει η Λωζάνη μέσα. Κατ' αρχάς έχει την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Αιγύπτου αναδρομικά. Είχε συμβεί το 1914 αναγνωρίζεται το 1924, του Σουδάν το ίδιο 1914-1924, διευθετεί τα σύνορα της  Τουρκίας με τη  Συρία υπό γαλλική προστασία, διευθετεί τα σύνορα Τουρκίας και Ιράκ υπό βρετανική προστασία, η Τουρκία παίρνει την Αλεξανδρέττα, χάνει τη Μουσούλη.

Όταν μιλάει ο κ. Ερντογκαν για τη Λωζάνη, νομίζω ότι δεν έχει στο μυαλό του πρωτίστως τα Δωδεκάνησα ή τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, αλλά τα σύνορα με τη Συρία και το Ιράκ στα οποία θα γίνει ο αναδασμός, στα οποία γίνεται ο αναδασμός. Γιατί έχει καταρρεύσει η έννοια της κρατικότητας και τίθεται υπό αμφισβήτηση πλέον όλο το κεκτημένο της κοινωνίας των εθνών.

Άρα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, γιατί αυτό μας αφορά αμεσότατα, εάν καταρρεύσει η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας και αντιμετωπίσουμε μια προσφυγική και μεταναστευτική κρίση την οποία δεν μπορούμε να διαχειριστούμε και είμαστε αιχμάλωτοι των ευαισθησιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα θανατικής ποινής, της αξίωσης της Τουρκίας για κατάργηση της βίζας γιατί σου λέει «πως καταργείται η βίζα για την Ουκρανία ή τη Μολδαβία, αλλά έχετε πρόβλημα εσείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση να την καταργήσετε για την Τουρκία;».  Και βεβαίως πρέπει να αντιληφθούν  η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες ότι δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί το προσφυγικό, αν δεν αντιμετωπιστεί το συριακό.

Εάν πιστεύουμε ότι θα βρούμε οργανωτικής φύσεως μέτρα, είμαστε γελασμένοι ως Ευρώπη. Και υπό την άποψη αυτή συμφωνώ με αυτό που είπαν και οι δυο συνομιλητές μου, ότι η δική μας θέση για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας πρέπει να παραμένει σταθερή, ανεξαρτήτως του τι λέει το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πρέπει να πει τα δικά του με τα δικά του κριτήρια, αλλά σε τελευταία ανάλυση το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι αυτά που διαχειρίζονται μια διακυβερνητική διαδικασία, όπως είναι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. 

Και βέβαια σε αυτή όλη την συγκυρία έχουμε τις επιβαρύνσεις που απορρέουν από το γεγονός ότι και εμείς δεν έχουμε ποτέ διαμορφώσει μια ευκρινή και στέρεη στρατηγική σε σχέση με μεγάλα θέματα, όπως είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, για την οποία αν χρειαστεί θα επανέλθω στη συζήτηση.

Απλώς θέλω να σας θυμίσω ότι στις 15 Ιανουαρίου του 2015, δηλαδή λίγες μέρες πριν τις εκλογές, προέβην σε αλλαγή των δηλώσεων περί δικαιοδοσίας και του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και του Διεθνούς Δικαστηρίου του Δικαίου της Θάλασσας, για λόγους που συνδέονται με τη στρατηγική μας στην οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, όχι μόνο με την Τουρκία, αλλά και με την Αλβανία και με άλλες χώρες.

Και βέβαια ποτέ δεν έχουμε μιλήσει ως κοινωνία σε ένα δημόσιο  forum  για τα μη εμπιστευτικά στοιχεία του αμυντικού μας δόγματος. Τι σημαίνει να έχεις την ικανότητα αποτροπής. Μα για αποτροπή μιλάει το ΝΑΤΟ συνολικά. Αποτροπή είναι η βασική έννοια της δυτικής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, αλλά τι σημαίνει για μας η ικανότητα αποτροπής;  Και τι μας διδάσκουν οι κρίσεις;

Πράγματι τα τελευταία 14 χρόνια επί Ερντογάν δεν είχαμε ανοιχτή κρίση. Θα σας πω μόνο ότι κρίσεις με διάρκεια εβδομάδων ή μηνών δεν έχεις. Κρίσεις έχεις μόνο μέσα σε ώρες, το πολύ σε δύο 24ωρα. Άρα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία η ταχύτητα των αντιδράσεων και το γενικό ιστορικό  συμπέρασμα για το πώς έχει λειτουργήσει ο χρόνος τα τελευταία 42 έτη και στην Κύπρο και στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχει λειτουργήσει θετικά ή αρνητικά; Ο χρόνος τρέχει υπέρ των εθνικών συμφερόντων ή κατά των εθνικών συμφερόντων; Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα.

Μια μόνο κουβέντα σε σχέση με τα Βαλκάνια. Υπήρξαν στιγμές αλαζονικής θεώρησης των γειτόνων μας και ίσως η οικονομική κρίση να μας έχει κάνει τώρα ικανότερους στο να διαχειριζόμαστε τη σχέση μας με τη γειτονία μας στα Βαλκάνια, με ένα τρόπο πιο δημιουργικό χωρίς να ξύνουμε πληγές ιστορικές οι οποίες δεν έχουν ποτέ κλείσει οριστικά.

Και μια σκηνή από την επόμενη φάση της συζήτησής μας σε σχέση με το Κυπριακό. Δυο σκέψεις μόνο. Έχει πληγωθεί η βασική προϋπόθεση για την ορθή διαχείριση του θέματος τις τελευταίες μέρες. Δηλαδή έχει πληγεί το κλίμα εθνικής συναίνεσης και εθνικής συνευθύνης.

Άρα είναι υποχρέωση όλων μας να αποφύγουμε να καταστήσουμε το ζήτημα αυτό αντικείμενο πολιτικής και κομματικής τριβής και να το ανυψώσουμε στο επίπεδο που απαιτείται, της εθνικής στρατηγικής θεώρησης και της αναγκαίας ιστορικής συναίνεσης.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σεβαστούμε το πιο σημαντικό νέο κεκτημένο του κυπριακού λαού, που είναι το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού του δια δημοψηφίσματος. Μέσα από μια περίεργη ετερογονία των σκοπών η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν το 2004 προικοδότησε την Κύπρο και τον κυπριακό λαό με την ικανότητα να αποφασίζει αυτός τελικά μέσω δημοψηφίσματος στις δυο Κοινότητες. Αυτό δεν είχε αναγνωριστεί ποτέ, ούτε φυσικά από τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου και το Σύνταγμα του 1960. Αυτό πρέπει να το διαφυλάξουμε.

Και το δεύτερο που πρέπει να διαφυλάξουμε, είναι η διεθνής νομική προσωπικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και η συνέχεια η νομική της Κυπριακής Δημοκρατίας. Άρα πρέπει να διαφυλάξουμε τον ρόλο του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο οποίος κινείται στη λεπτή γραμμή αφ' ενός μεν της θεσμικής υπόστασης του Αρχηγού του κράτους, του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφ' ετέρου δε του ρόλου του επικεφαλής της ελληνοκυπριακής Κοινότητας, που είναι οντότητα αναγνωρισμένη κατά το Σύνταγμα του 1960. Επειδή παίζει και τους δυο ρόλους ταυτόχρονα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να ενισχύσουμε το status του και στα δυο αυτά επίπεδα.

Και αυτό βεβαίως μας οδηγεί στην τρίτη παρατήρηση, και τελειώνω, που αφορά το ζήτημα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να καταστεί ο μοχλός για να αντιμετωπιστεί το Κυπριακό, ως διμερές ελληνοτουρκικό ζήτημα, όταν πρόκειται για ένα κατ' εξοχήν διεθνές ζήτημα, για ένα ζήτημα αρμοδιότητας του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και ένα ζήτημα εισβολής και κατοχής. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως διμερές ζήτημα.

Και να θυμόμαστε επίσης ότι οι Συνθήκες Εγγυήσεως έχουν συναφθεί μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας αφ' ενός ως το πρώτο μέρος της σύμβασης και του Ηνωμένου Βασιλείου ,της Τουρκικής Δημοκρατίας και της Ελλάδας (του Βασιλείου της Ελλάδος τότε) αφ' ετέρου, ως δεύτερο μέρος. Άρα συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης Εγγυήσεως είναι η Κυπριακή Δημοκρατία από τη μια μεριά και οι άλλοι τρεις από την άλλη μεριά. Πέραν  του ότι για κάποιους λόγους που ο ιστορικός του μέλλοντος -ελπίζω να προλάβει ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου - θα αναλύσει, η Συμφωνία Εγγυήσεων δεν καταγγέλθηκε ποτέ, μετά την τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη επί 42 χρόνια κατοχή στο νησί.

Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε, να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας για να είμαστε και αποτελεσματικοί στην κοινή διαχείριση των θεμάτων αυτών.

Σας ευχαριστώ πολύ. 

 * Σχετικά με την εκδήλωση, δείτε εδώ: http://ekyklos.gr/30-11-2016-athina-i-ellada-ston-kosmo-nees-prokliseis-gia-tin-elliniki-eksoteriki-politiki-kai-politiki-asfaleias.html   

 

30_11_2016_Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου για Εξωτερική Πολιτική from Evangelos Venizelos on Vimeo.

  

30.11.2016 Δευτερολογία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση για Εξωτερική Πολιτική from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2016