Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009


Χαίρομαι πάρα πολύ που σας βλέπω. Nιώθω πως βρίσκομαι σε ένα φιλικό, συναδελφικό περιβάλλον. Θέλω να σας ευχαριστήσω προσωπικά, την καθεμιά και τον καθένα, γιατί με τιμάτε με την παρουσία σας εδώ και χαίρομαι γιατί μπορέσαμε σε μεγάλο βαθμό να συνδυάσουμε τον σημερινό τηλεοπτικό διάλογο των πολιτικών αρχηγών με τη δική μας συζήτηση για το κορυφαίο ζήτημα του έθνους και της κοινωνίας, που είναι η εκπαίδευση, η παιδεία.

Φίλες και φίλοι, έχετε ακούσει πάμπολλες φορές τα ίδια μεγάλα και στερεότυπα λόγια σε σχέση με τα προβλήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και έχετε καλή γνώση των προγραμματικών εξαγγελιών του ΠΑΣΟΚ. Τον τελευταίο χρόνο άλλωστε έγιναν αρκετοί κύκλοι διαλόγου για την εξειδίκευση των προγραμματικών θέσεων του ΠΑΣΟΚ στο χώρο της εκπαίδευσης.


Μπορείτε να ακούσετε την ομιλία εδώ:

{audio}http://premium.fileden.com/premium/2009/4/10/2398305/Thessaloniki/Hlektra.mp3{/audio}



Εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη έχουμε βρεθεί πολλές φορές. Τελευταία ήταν η προεκλογική περίοδος του 2007 και έχουμε συζητήσει για τα μεγάλα θέματα που αφορούν το εκπαιδευτικό πρόβλημα της χώρας. Δεν θέλω να σας κουράσω, δεν θέλω να γίνομαι κοινότοπος και μονότονος, αλλά ίσως είναι χρήσιμο να κάνουμε μια μικρή επισκόπηση προκειμένου να τοποθετήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουμε να κινηθούμε ως επόμενη κυβέρνηση της χώρας. Και το λέω αυτό, γιατί αυτή η προεκλογική περίοδος έχει ουσιαστικά λήξει. Το αποτέλεσμα των εκλογών κρίθηκε πριν τη διάλυση της Βουλής. Ο κ. Καραμανλής και το κόμμα του, αποσαθρωμένο όπως είναι, δεν δίνουν στην πραγματικότητα μια προεκλογική μάχη, διακηρύσσουν την ηττοπάθειά τους. Πρόκειται για ένα σπάνιο φαινόμενο παραίτησης και εγκατάλειψης της εξουσίας. Άρα το ζήτημα στην πραγματικότητα είναι η έκταση και η προγραμματική ποιότητα της νίκης του ΠΑΣΟΚ.



Μπορείτε να παρακολουθήσετε το video της ομιλίας, εδώ




Υπό την έννοια αυτή οι 15 επόμενες ημέρες είναι ημέρες εύκολες και ευχάριστες αλλά την επομένη των εκλογών η σταθερή, αυτοδύναμη – όπως πιστεύω – κοινοβουλευτική πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ επωμίζεται εξ αντικειμένου το σύνολο των προβλημάτων της χώρας και σ’ αυτό καταλαμβάνει περίοπτη θέση η παιδεία, η εκπαίδευση.

Άρα δεν έχει νόημα τώρα να ταλαιπωρήσω ένα τόσο σημαντικό ακροατήριο, επαναλαμβάνοντας την κριτική προς τη Νέα Δημοκρατία ή περιγράφοντας το τι έγινε ή δεν έγινε τα τελευταία 5,5 χρόνια σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Αυτά τα ξέρετε, τα έχετε βιώσει, τα γνωρίζει η ελληνική οικογένεια και όχι μόνο ο εκπαιδευτικός κόσμος, τα γνωρίζει η ελληνική κοινωνία και τα καταλογίζει στον κ. Καραμανλή και στο κόμμα του μέσω του εκλογικού αποτελέσματος. Η τιμωρία θα είναι αυστηρή γιατί έτσι λειτουργεί η δημοκρατία. Υπάρχει ένα κόστος πολιτικό, ένα κόστος εκλογικό, το οποίο πρέπει να καταβάλλεις. Επίσης είναι προφανές ότι όταν ο αντίπαλος βρίσκεται πεσμένος στο έδαφος πολιτικά και εκλογικά ημιθανής, ο πολιτικός πολιτισμός δεν επιτρέπει να συνεχίζεις μια σκληρή κριτική, μια κριτική, η οποία είναι εύκολη, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αντίλογος. Ούτε πιστεύω ότι μπορεί να συνεχίσουμε τη γνωστή πρακτική των κυβερνήσεων που θέλουν να περάσουν ένα μεγάλο μέρος της θητείας τους ενεργώντας ως αντιπολίτευση της ανάμνησης της προηγούμενης κυβέρνησης. Αυτή η διαρκής μετακύλιση της ευθύνης, αυτή η διαρκής αναγωγής στο παρελθόν δεν οδηγεί πουθενά. Άρα θα μιλήσουμε για το μέλλον έχοντας πλήρη συνείδηση και των δικών μας ευθυνών, των δικών μας κενών, ανακολουθιών, αντιφάσεων και παραλείψεων.

Γιατί δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι και την πρώτη περίοδο, την περίοδο της μεγάλης περιπέτειας της δεκαετίας του ’80, την περίοδο της πρώτης οκταετίας, την περίοδο του Ανδρέα Παπανδρέου έγιναν μεγάλες ριζοσπαστικές τομές και στην εκπαίδευση αλλά προέκυψαν και προβλήματα τα οποία έχουν πια εδραιωθεί μέσα στο σώμα της εκπαίδευσης. Και την περίοδο του 1993 – 2004 στην τελευταία κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου και στις δύο θητείες του Κώστα Σημίτη έγιναν πάρα πολλά, αλλά από ένα σημείο και μετά υπήρξε αναμφίβολα μια κόπωση και μια εγκατάλειψη των μεγάλων ριζοσπαστικών στόχων. Με αποτέλεσμα να έρθει η Νέα Δημοκρατία και επί έξι χρόνια να υπονομεύσει συστηματικά αυτό που λέγεται δημόσια παιδεία, αυτό που λέγεται δημόσιο Πανεπιστήμιο πιο συγκεκριμένα που το έθεσε ως πρώτο στόχο. Και βέβαια όλα αυτά τα ξέρουμε πάρα πολύ καλά, γιατί όλα αυτά επιβαρύνουν τελικά το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας και βεβαίως επιβαρύνουν και τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Το δημόσιο αγαθό της παιδείας

Φίλες και φίλοι, εν έτει 2009 και μέσα σε μια διεθνή οικονομική κρίση, μέσα σε μια δημοσιονομική δυσπραγία έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να ξεκινήσουμε από το θεμέλιο λίθο και να πούμε ότι για μας πάντα η εκπαίδευση είναι ένα αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό. Είναι ένα δημόσιο αγαθό που ανήκει σε όλους τους Έλληνες, σε όλες τις Ελληνίδες με ίσο δικαίωμα πρόσβασης. Αυτό δεν είναι μια ρητορική εξαγγελία. Η αντίληψη πως η εκπαίδευση είναι δημόσιο αγαθό αποτελεί την κορωνίδα του εκπαιδευτικού προγράμματος του ΠΑΣΟΚ, που ανάγεται στις μεγάλες τομές που ξεκίνησε η δημοκρατική παράταξη με Πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και Υπουργό Παιδείας τον αείμνηστο γέρο της Δημοκρατίας τον Γεώργιο Παπανδρέου. Και πρέπει να ξαναπιάσουμε αυτό το κομμένο νήμα. Το κομμένο νήμα των μεγάλων εκπαιδευτικών τομών, το νήμα που κράτησαν επί χρόνια άνθρωποι όπως ο Λουκής Ακρίτας και ο Ευάγγελος Παπανούτσος.

Η εκπαίδευση, ως δημόσιο αγαθό είναι η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση και επειδή γνωρίζω ότι ακόμη και στην εκπαιδευτική κοινότητα, η αναφορά της συνταγματικής επιταγής για δωρεάν εκπαίδευση προκαλεί αμφιβολίες ή ακόμη και ειρωνείες, θέλω να τονίσω ότι αυτό που λέγεται δωρεάν εκπαίδευση βεβαίως είναι μια συνταγματική ρητορεία, αλλά και ένα συνταγματικό δικαίωμα όλων των παιδιών και όλων των οικογενειών. Φυσικά ένα δικαίωμα χωρίς αντίκρισμα, γιατί είναι τόσο μεγάλη η ιδιωτική δαπάνη, είναι απολύτως αναγκαίο για τις οικογένειες να πληρώσουν από τη τσέπη τους προκειμένου να συμπληρωθεί και να υποστηριχθεί η εκπαιδευτική διαδικασία, ώστε πράγματι κανείς δεν πιστεύει ότι παρέχεται ένα δημόσιο αγαθό και μάλιστα δωρεάν στο χώρο της εκπαίδευσης.

Όμως έστω και έτσι, η δωρεάν παιδεία ως συνταγματική επιταγή που μας δίνει μια κατεύθυνση εκπαιδευτικού εξισωτισμού, είναι πάρα πολύ σημαντικό να διατηρηθεί ζωντανή ως εξαγγελία, ως επιταγή και ως υποχρέωση γιατί μας επιβάλλει να αναθεωρήσουμε τη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού στο χώρο της εκπαίδευσης και κυρίως να αναθεωρήσουμε την απαράδεκτη κατάσταση που υπάρχει ως προς τη σχέση δημόσιας και ιδιωτικής δαπάνης στο χώρο της εκπαίδευσης.

Αν δεν καταφέρουμε να φτάσουμε σε ένα ολοήμερο, ολοκληρωμένο, σύγχρονο σχολείο που απαλλάσσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό από τη δαπάνη και τη μέριμνα για την υποστηρικτική διδασκαλία, για τη διδασκαλία ξένων γλωσσών, για τη διδασκαλία καλλιτεχνικών μαθημάτων και για την ασφαλή προετοιμασία προκειμένου το παιδί να βρει το δρόμο του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν θα έχουμε εκπληρώσει μια θεμελιώδη αποστολή, μια θεμελιώδη υποχρέωση του κράτους.

Είναι επίσης γεγονός ότι δεν μπορούμε να συγκρουστούμε με μια πραγματικότητα που είναι η εκτεταμένη ιδιωτική παρουσία στο χώρο των εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Όμως, αυτή η ιδιωτική δραστηριότητα, η οποία είναι μια πραγματικότητα στη χώρα εδώ και 10ετίες, είναι προφανές ότι εντάσσεται σε μια αυστηρή κρατική εποπτεία, σε ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα, σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που διέπεται από τις ίδιες αρχές και αντιλήψεις και δεν είναι μια ιδιωτική εκπαίδευση, που όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός ανεξέλεγκτος από το κράτος.

Έχει, λοιπόν, πάρα πολύ μεγάλη σημασία να θεωρήσουμε ότι αυτό που λέγεται δημόσιο αγαθό της εκπαίδευσης, ακόμη και όταν δεν παίρνει τη μορφή μιας δημόσιας δαπάνης, ακόμη και όταν παίρνει τη μορφή μιας αδειοδοτημένης ιδιωτικής δραστηριότητας στο χώρο της προσχολικής αγωγής της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ακόμη και τότε εξακολουθεί να συνιστά δημόσια υπηρεσία και δημόσιο αγαθό λόγω της κρατικής εποπτείας και της αυστηρής ρύθμισης που ισχύει και πρέπει να ισχύει και θα ισχύει πάντα στο χώρο αυτό.

Και αυτό φυσικά δεν αφορά μόνο τα ποιοτικά στοιχεία της εκπαίδευσης, το αναλυτικό πρόγραμμα, τη διεξαγωγή των εξετάσεων αλλά αφορά και κάτι άλλο. Αφορά τις εργασιακές σχέσεις στον ιδιωτικό τομέα της εκπαίδευσης, όπου απασχολούνται άνθρωποι με προσόντα που συχνά βρίσκονται υπό καθεστώς εργασιακής αβεβαιότητας. Άρα το δημόσιο αγαθό της παιδείας, το συνταγματικά προβλεπόμενο και κατοχυρωμένο έχει και αυτή την επίπτωση σε σχέση με τη διασφάλιση των εργασιακών σχέσεων στο χώρο των ιδιωτικών υπηρεσιών εκπαίδευσης που υπηρετούν το δημόσιο αγαθό της παιδείας.

Ο ρόλος της εκπαιδευτικής κοινότητας


Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να θυμηθούμε αυτές τις θεμελιώδεις και αξεπέραστες και μη διαπραγματεύσιμες παραδοχές και αφού συμφωνήσουμε σε αυτό, τότε πρέπει να συμφωνήσουμε και σε κάτι άλλο, ότι η προσέγγισή μας γι΄ αυτό που λέγεται παιδεία, γι΄ αυτό που λέγεται ακριβέστερα εκπαίδευση, είναι μια προσέγγιση που βεβαίως ξεκινάει μέσα στους κόλπους της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Οποιαδήποτε ριζοσπαστική τομή, οποιαδήποτε εξέλιξη, οποιαδήποτε πρόοδος προϋποθέτει τη συνεργασία του κράτους και της εκπαιδευτικής κοινότητας με αμοιβαίο σεβασμό και εμπιστοσύνη. Αλλά κριτής όλων αυτών των επιλογών είναι το σύνολο της κοινωνίας.

Άρα δεν είναι «εκπαιδευτικοκεντρική» η προσέγγιση, η προσέγγιση έχει στο επίκεντρό της το παιδί, έχει στο επίκεντρό της τον μαθητή, τον φοιτητή, έχει στο επίκεντρό της την ελληνική οικογένεια, έχει στο επίκεντρό της το διανοητικό κεφάλαιο, γιατί κάθε χώρα διαθέτει ούτε λίγο ούτε πολύ δύο όλους και όλους ενδογενείς πόρους ανάπτυξης. Τη γη της, το «οικόπεδό» της, αυτό που έδωσε η μοίρα και η ιστορία σε κάθε τόπο, σε κάθε χώρα με το περιβάλλον και τους ανθρώπους, το διανοητικό κεφάλαιο. Η γη μαζί με το περιβάλλον και το διανοητικό κεφάλαιο είναι οι δύο μόνοι πρωτογενείς, ενδογενείς πόροι πάνω στους οποίους μπορούμε να θεμελιώσουμε και ένα σύγχρονο πράσινο, όπως λέγεται τώρα, αειφορικό μοντέλο ανάπτυξης.

Άρα όταν μιλάμε για τη σημασία των άυλων αγαθών, όταν μιλάμε για το διανοητικό κεφάλαιο και την ανάγκη εκπαίδευσης στη γνώση, όταν μιλάμε για την κοινωνία της γνώσης της πληροφορίας της καινοτομίας, όταν μιλάμε συνεχώς για νέες τεχνολογίες, όταν μιλάμε συνεχώς για την παιδεία ως πηγή όλων των προβλημάτων και ως μέθοδο για την επίλυση όλων των προβλημάτων, πρέπει κάτι να εννοούμε, πρέπει να υπάρχει αντίκρισμα σε αυτό που λέμε. Και το αντίκρισμα είναι αυτό:

Οι δημόσιες δαπάνες για την παιδεία


Πρέπει η επένδυση στο διανοητικό κεφάλαιο να είναι το θεμέλιο ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης και αυτό συνδέει την παιδεία ως αντικείμενο κυβερνητικής πολιτικής με τον καταλύτη όλων των δημόσιων πολιτικών, που είναι βεβαίως η δημοσιονομική πολιτική. Γιατί στο μέσο μιας μεγάλης διεθνούς και εγχώριας κρίσης, στο μέσον μιας πολύ μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης με ανύπαρκτο φορολογικό σύστημα, έχουμε ένα κράτος που πρέπει να αυξήσει τη δημόσια δαπάνη για το καλό δημόσιο σχολείο, το καλό δημόσιο πανεπιστήμιο, το καλό ΤΕΙ. Πρέπει να αυξήσει τη δημόσια δαπάνη για τον παιδικό σταθμό, πρέπει να αυξήσει τη δημόσια δαπάνη για νηπιαγωγείο σε όλους, πρέπει να αυξήσει τη δημόσια δαπάνη για τη στέγη, για το ολοήμερο σχολείο, για να καλυφθούν τα κενά των εκπαιδευτικών λειτουργών, για να υπάρχουν μόνιμοι εκπαιδευτικοί λειτουργοί και να μην ταλαιπωρούνται διαρκώς αναπληρωτές και ωρομίσθιοι σε μια διαρκή εργασιακή ομηρία.

Αλλά αυτό ισχύει και για την υγεία, αυτό ισχύει και για το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, αυτό ισχύει και για την άμυνα, αυτό ισχύει και για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, αυτό ισχύει και για τα δημόσια έργα και όλο το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Και από κάπου πρέπει να τα βρεις όλα αυτά και πρέπει να τα βρεις με έναν ελεγχόμενο τρόπο, γιατί δεν μπορείς να ξεπερνάς υπερβολικά και μακροχρόνια τα όρια του δημοσιονομικού ελλείμματος, ούτε να ανεβάζεις στα ύψη το δημόσιο χρέος.

Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος και αυτόν πρέπει να σπάσουμε. Αλλά δεν θα τον σπάσουμε εις βάρος της εκπαίδευσης, εις βάρος της αναγκαίας αύξησης της δημόσιας δαπάνης, γιατί αυτή είναι μια υποχρεωτική προτεραιότητα και γιατί μόνο δαπανώντας για την εκπαίδευση θα μπορέσουμε να οργανώσουμε το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας σε αυτό που λέγεται αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος.

Γιατί το κοινωνικό κράτος δεν είναι ίδρυμα που δίνει λεφτά, δεν είναι ένα πουγκί που δίνει λεφτά, δεν είναι μια χοάνη που απορροφά δημόσιους πόρους για να ασκείται «φιλανθρωπία». Είναι ένα μεγάλο πεδίο απασχόλησης, δημιουργούνται θέσεις εργασίας πολύ σημαντικές στις κοινωνικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων και των εκπαιδευτικών υπηρεσιών και είναι και ένα μεγάλο πεδίο επενδύσεων και ένα μεγάλο πεδίο παραγωγής εθνικού πλούτου, που στη συνέχεια πρέπει το κράτος να αναδιανείμει προκειμένου να αποκαθιστούμε την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική αλληλεγγύη. Όταν λοιπόν έχουμε τα μεγάλα συνθήματα που τώρα είναι το 5% του ΑΕΠ για την εκπαίδευση ή το 1 δισεκατομμύριο επιπλέον δημόσια δαπάνη από τον πρώτο προϋπολογισμό, έχουμε και πρέπει να έχουμε πλήρη συνείδηση της βαρύτητας και της δεσμευτικότητας των λόγων μας.

Στις 4 Οκτωβρίου εκλέγεται η νέα Βουλή, στις 14 Οκτωβρίου συγκαλείται σε πρώτη σύνοδο η νέα Βουλή. Την ίδια μέρα πρέπει η νέα κυβέρνηση να καταθέσει προσχέδιο προϋπολογισμού σύμφωνα με το Σύνταγμα. Και είμαστε υποχρεωμένοι αυτό το προσχέδιο προϋπολογισμού να το εναρμονίσουμε με το Σχέδιο Σταθερότητας και Ανάπτυξης που θα υποβάλλουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση θα δώσει στη δημοσιότητα την έκθεσή της πριν τη ψήφιση του προϋπολογισμού τον Δεκέμβριο και φυσικά δεν μπορεί κανείς να βρεθεί προ εκπλήξεων ή να ανοίξει ένα ατέλειωτο μέτωπο σύγκρουσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άρα πρέπει να είναι έτσι εναρμονισμένες οι επιλογές και έτσι τακτοποιημένοι οι αριθμοί, ώστε αυτό το 1 δισεκατομμύριο που είναι περίπου το 0,8% του ΑΕΠ, να έχει ληφθεί υπόψη ώστε οπωσδήποτε να υπάρχει όχι μόνο λογιστικά αλλά πραγματικά στον επόμενο προϋπολογισμό.

Και αυτό σημαίνει πολλά. Σημαίνει πολλά για την αξιοπρέπεια του Έλληνα εκπαιδευτικού όλων των βαθμίδων, σημαίνει πολλά για τους εξοπλισμούς και ιδίως για τις ψηφιακές υποδομές, σημαίνει πάρα πολλά για την πρόοδο σε σχολική στέγη, ιδίως σε δήμους που έχουν κενά μεγάλα, απαράδεκτες συνθήκες. Και υπάρχουν τέτοιοι δήμοι και στο πολεοδομικό συγκρότημα με χαρακτηριστικό παράδειγμα ας πούμε τον Εύοσμο ή τώρα ακούω στη Πολίχνη ότι υπάρχει ένα πολύ οξύ πρόβλημα.

Και αυτή είναι μια δέσμευση, από την οποία αντιλαμβάνεστε ότι είναι αδύνατον, είναι ηθικά αδύνατον να υπαναχωρήσει το ΠΑΣΟΚ. Άρα μπορούμε να είμαστε όλοι βέβαιοι ότι αυτό το 1 δις επιπλέον το 0,8% του ΑΕΠ επιπλέον, που είναι σημαντική αύξηση για τον πρώτο χρόνο μιας κυβέρνησης, θα είναι γεγονός ήδη από τις 14 Οκτωβρίου και πάντως στις 20 Δεκεμβρίου που θα ψηφιστεί ο προϋπολογισμός του 2010.

Έτσι όμως ερχόμαστε σε αυτό που λέγεται status του εκπαιδευτικού λειτουργού, είτε αυτός είναι νηπιαγωγός, είτε είναι δάσκαλος, είτε είναι καθηγητής της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είτε πανεπιστημιακός δάσκαλος, δάσκαλος στην ανώτατη τεχνολογική εκπαίδευση. Γιατί το καθεστώς του εκπαιδευτικού λειτουργού συνδέεται με την αξιοπρέπειά του, με το κέφι του, με το κύρος του, με την ικανότητά του να πείσει τους μαθητές του. Γιατί πρέπει να δίνει ένα κομμάτι της ψυχής του και της προσωπικότητάς του κάθε μέρα, στο μάθημα, στο εργαστήριο, στην αυλή του σχολείου, στο σπουδαστήριο του Πανεπιστημίου. Άρα αξιοπρέπεια, αξιοκρατία και αξιολόγηση είναι ένα τρίπτυχο από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγουμε. Γιατί η αξιοκρατία πρέπει να αντικαταστήσει ένα στείρο παλαιού τύπου κομματισμό, που δυστυχώς κυριαρχεί σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Έχω προτείνει πάρα πολλές φορές το ΠΑΣΟΚ να πάρει την πρωτοβουλία για την απόσυρση των κομμάτων από την καθημερινή λειτουργία της εκπαιδευτικής και ιδίως της ακαδημαϊκής κοινότητας γιατί μόνο έτσι θα αποκαταστήσουμε τη φυσιολογική λειτουργία της εκπαιδευτικής κοινότητας και ιδίως της ακαδημαϊκής κοινότητας. Έτσι θα αποκτήσουν κύρος και τα συνδικαλιστικά όργανα των εκπαιδευτικών, οι μεγάλες Ομοσπονδίες, η Διδασκαλική Ομοσπονδία, η ΟΛΜΕ, η ΟΙΕΛΕ, η ΠΟΣΔΕΠ, η Ομοσπονδία των Εκπαιδευτικών Λειτουργών των ΤΕΙ προκειμένου με κοινωνικό κύρος και πολιτική αποτελεσματικότητα να μετάσχουν στο διάλογο για την εκπαίδευση και να κατευθύνουν τα βήματα της δημόσιας πολιτικής στο χώρο της εκπαίδευσης. Γιατί δεν μπορεί να υφιστάμεθα κάθε φορά στο χώρο της εκπαίδευσης αλλαγές στο διοικητικό μηχανισμό οι οποίες διέπονται από κομματικά κριτήρια. Και να σας πω και κάτι μετά λόγου γνώσεως; Είναι προφανές ότι ένας άνθρωπος που είναι άξιος, που έχει ανοιχτούς ορίζοντες, που έχει καλό βιογραφικό, που έχει διάθεση προσφοράς, που θέλει να υπηρετεί στο δημόσιο συμφέρον, είναι εξ αντικειμένου ένας προοδευτικός άνθρωπος.

Άρα, εάν επιβληθεί η αξιοκρατία και η διαφάνεια, τα προοδευτικά στελέχη της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες είναι αυτά που θα κυριαρχούν, οι δικοί μας άνθρωποι, αυτοί που είναι κοντά μας, οι σύντροφοι, οι φίλοι μας και οι συναγωνιστές μας.

Υπάρχει ένα τεκμήριο αξιοσύνης όταν ιδεολογικά, με βάση τις αναγωγές σου σε αρχές, σε οράματα τοποθετείσαι στο χώρο της προόδου, στο χώρο της ευρύτερης σοσιαλιστικής και σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς. Άρα υπάρχει και αυτό το συγκεκριμένο πολιτικό και συνδικαλιστικό αποτέλεσμα μέσα σε συνθήκες θεσμικά εγγυημένες, διαφάνειας και αξιοκρατίας.

Και βέβαια αξιολόγηση. Και όταν αναφέρομαι στην αξιολόγηση αναφέρομαι σε μία αξιολόγηση που αρχίζει από την αξιολόγηση της εκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης και της αποτελεσματικότητας των ενεργειών και των επιλογών του Υπουργείου Παιδείας και από την αξιολόγηση των επιλογών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών σε σχέση με την κατανομή των πόρων. Και φτάνει μέχρι την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των εκπαιδευτικών ανά σχολείο ή ανά σχολή ή ανά τμήμα, ανά περιφέρεια εκπαιδευτική και διοικητική, αξιολόγηση ανά τάξη. Για να φτάσουμε να μιλήσουμε και για αξιολόγηση του κάθε εκπαιδευτικού λειτουργού, που εκεί όπου υπάρχουν διαδικασίες εκλογής και εξέλιξης ούτως ή άλλως υπάρχει αυστηρή αξιολόγηση. Αλλά αξιολόγηση πρέπει να υπάρχει και την δεχόμαστε πάντα και την διακηρύσσουμε σε όλες τις βαθμίδες με ανεπίληπτο, απροσωπόληπτο, διαφανή τρόπο και όχι φυσικά με παρασκηνιακές συζητήσεις και ίντριγκες που υποτιμούν τον εκπαιδευτικό λειτουργό και τον κάνουν όμηρο διαφόρων καταστάσεων.

Άρα, λοιπόν, αξιοπρέπεια, αξιοκρατία και αξιολόγηση και ικανότητα των συνδικαλιστικών οργάνων ιδίως των Ομοσπονδιών με τη συνεργασία της Τριτοβάθμιας Οργάνωσης να μετάσχει σε μία συλλογική διαπραγμάτευση που και για τους δημοσίους υπαλλήλους την έχουμε πλέον κατοχυρώσει συνταγματικά με την αναθεώρηση του 2001 και είναι κενό και ελάττωμα της σχετικής νομοθεσίας που εξαιρεί από τη συλλογική διαπραγμάτευση των δημοσίων υπαλλήλων, άρα και των εκπαιδευτικών λειτουργών τα ευθέως μισθολογικά ζητήματα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην διεξάγεται πλήρης συλλογική διαπραγμάτευση και για τις αυξήσεις και γενικότερα το μισθολογικό καθεστώς των εκπαιδευτικών λειτουργών, όπως και όλων των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών.

Άρα φανταστείτε μία ΔΟΕ, μία ΟΛΜΕ με κύρος, μία ΠΟΣΔΕΠ με κύρος που ζητάει αξιολόγηση, που ζητάει αξιοκρατία που έχει την έγκριση και τη στήριξη της κοινωνίας τι δυνατότητα έχει να διαπραγματευτεί και στα ζητήματα αυτά που αφορούν την επιβίωση και την αξιοπρέπεια του εκπαιδευτικού λειτουργού. Ο οποίος έτσι μπορεί να μειώσει την ανάγκη του για παράπλευρες δραστηριότητες είτε αυτές είναι ερευνητικές ή επαγγελματικές στο χώρο του πανεπιστημίου, είτε είναι παραοικονομικές και παραεκπαιδευτικές στις κατώτερες βαθμίδες.

Γιατί όλα έχουν ένα κόσμος, έχουν ένα κόστος χρόνου, έχουν ένα κόστος αξιοπρέπειας, έχουν ένα κόστος το οποίο τελικά το πληρώνει το δημόσιο γιατί εισπράττει χειρότερη ποιότητα υπηρεσιών για τα παιδιά μας κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό.

Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση


Είναι επίσης πάρα πολύ σημαντικό να μπορέσουμε να υπερβούμε ορισμένες αγκυλώσεις και να σταματήσουμε όταν μιλάμε για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση να μιλάμε συνεχώς για διοίκηση της εκπαίδευσης. Δεν είναι διοικητικό ζήτημα η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι ένα ζήτημα επιστημολογικό, γνωσιολογικό, παιδαγωγικό, μεθοδολογικό. Η μεταρρύθμιση αφορά τα αναλυτικά προγράμματα, τη ριζική αλλαγή τους, μια άλλη αντίληψη για την ύλη, μια άλλη αντίληψη για το σχολείο, μια άλλη αντίληψη για την τάξη, μια άλλη αντίληψη για τα εποπτικά μέσα, μια άλλη αντίληψη για τις ψηφιακές υποδομές και τις νέες δυνατότητες που μας παρέχει η κοινωνία της πληροφορίας και η τεχνολογία της πληροφορίας και των τηλεπικοινωνιών. Μιλούσαμε επί χρόνια για το λεγόμενο ψηφιακό βιβλίο, για τις πολλές επιλογές, για τη δυνατότητα το παιδί να διαλέγει με τη βοήθεια του δάσκαλου το βοήθημα που θέλει. Να φύγουμε από ένα σχολείο το οποίο είναι απλή δημόσια υπηρεσία, να πάμε σε ένα σχολείο με ταυτότητα, σε ένα σχολείο με παράδοση, σε ένα σχολείο με όνομα, σε ένα σχολείο το οποίο συνδέεται με την τοπική κοινωνία.

Δεν είναι δυνατόν να έχεις ιδιωτικά σχολεία, τα οποία έχουν μακρά παράδοση, επώνυμο προσωπικό, έχουν αποφοίτους που συγκροτούν συλλόγους που στηρίζουν το σχολείο, έχουν δυνατότητα να παρουσιάζουν τα αποτελέσματά τους σε σχέση με την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την εισαγωγή των αποφοίτων τους και να μην έχεις δημόσια λύκεια, δημόσια γυμνάσια, τα οποία έχουν επωνυμία, έχουν ταυτότητα, έχουν παράδοση, έχουν συλλόγους αποφοίτων, έχουν κοινωνική στήριξη, επαφή με την τοπική κοινωνία, πραγματική επαφή με την τοπική αυτοδιοίκηση και κάνουν υπερήφανους τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς γιατί φοιτούν σ’ αυτό το σχολείο, γιατί διδάσκουν σ’ αυτό το σχολείο. Υπήρχαν στο παρελθόν, ακόμη και μέχρι τα δικά μου μαθητικά χρόνια, τέτοια παραδείγματα και στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Ξέραμε ότι υπήρχαν κατευθύνσεις, παραδόσεις, αλλού για τα μαθηματικά, αλλού για τα κλασικά μαθήματα και τις ανθρωπιστικές σπουδές, επώνυμοι καθηγητές.

Αυτό όλο είναι ένα κλίμα το οποίο λειτουργεί παραγωγικά, αναπτυξιακά στο χώρο της εκπαιδευτικής κοινότητας. Και θεωρώ σημαντικό το ότι και υπό την πίεση του ΠΑΣΟΚ και ενόψει των εκλογών, που προφανώς ήταν ένα σενάριο εδώ και πολύ καιρό στο μυαλό της Κυβέρνησης, δόθηκε ο προσωπικός υπολογιστής στους μαθητές της Α’ Γυμνασίου με ενσωματωμένο αρκετά βοηθήματα. Αλλά εν πάση περιπτώσει αυτό πρέπει να γενικευτεί, αυτό πρέπει να γίνει μια πραγματικότητα για όλους τους μαθητές και μέσα απ’ αυτή την απλή λύση πρέπει να δώσουμε απάντηση και στο ζήτημα των βοηθημάτων και στο ζήτημα των εποπτικών μέσων. Πώς είναι δυνατόν ένα παιδί να διδάσκεται φιλολογικά, με μία στείρα μέθοδο, χωρία από μία τραγωδία και να μην έχει δει στην τηλεόραση μέσα στην τάξη, μία θεατρική παράσταση της τραγωδίας αυτής να καταλάβει που βρισκόμαστε. Και γιατί να μην έχει δει και μερικά πολύ καλά ντοκιμαντέρ από το BBC ή από το HISTORY CHANNEL για τα συμφραζόμενα τα ιστορικά αυτής της τραγωδίας. Και γιατί να μην έχει παρακολουθήσει και μία συζήτηση μεταξύ επώνυμων καλλιτεχνών που θα είναι πάρα πολύ γοητευτική και δελεαστική για το παιδί. Και γιατί να μην ενταχθεί κι αυτό σε ένα θεατρικό παιχνίδι για να οργανωθεί μία παράσταση. Και γιατί τα παιδιά να μην πάνε και στο Μουσείο το τοπικό ή το κοντινό να δουν κάποια πράγματα, τα οποία συνδέονται με την ύλη που διδάσκεται. Και φανταστείτε πως μπορεί να γίνει αυτό σε όλα τα μαθήματα και δεν εννοώ μόνο τα μαθήματα των λεγόμενων ανθρωπιστικών ή κλασικών σπουδών. Το Κέντρο Διάδοσης Επιστημών, το «Νόησις», είναι ένα μεγάλο σχολείο για τη Θεσσαλονίκη. Για φανταστείτε να πάνε όλα τα σχολεία εκεί να ζήσουν αυτή την εμπειρία του Πλανηταρίου και του ταξιδιού μέσα στο ανθρώπινο σώμα ή του ταξιδιού στο διάστημα. Πόσες ώρες να κάνεις βιολογία ή πόσες ώρες να κάνεις γεωγραφία ή κοσμογραφία για να διδάξεις αυτά τα πράγματα ή πόση ώρα να μιλήσεις για την ιστορία των επιστημών και για την αρχαία τεχνολογία; Μπορεί μέσα σε μία ώρα να καλύψεις ύλη ενός εξαμήνου, για να μην πω ενός έτους.

Μα αυτό έχει σημασία: να σπάσεις αυτά τα στερεότυπα και να δώσεις κέφι και στον εκπαιδευτικό λειτουργό τον οποίον απαλλάσσεις από το βάρος να μπαίνει και να λέει για 20η ή για 30η χρονιά τα ίδια πράγματα στην ίδια τάξη. Ε, δεν θα το άντεχε κανείς άνθρωπος που θέλει να είναι δημιουργικός. Και νομίζω ότι μπορούμε να ξαναγίνουμε όλοι πιο δημιουργικοί και νομίζω και πιο παραγωγικοί, ο καθένας στο αντικείμενό του και ο καθένας στο επίπεδό του.

Η αλλαγή στο λύκειο


Άρα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία αυτές τις αλλαγές να επιβάλουμε. Και βέβαια η κορυφαία κατά τη γνώμη μου αλλαγή είναι η αλλαγή που γίνεται στο μέσον της εκπαιδευτικής αλυσίδας και πιέζει θετικά και προς τα πάνω και προς τα κάτω και αναφέρομαι βέβαια στην άμεση αλλαγή που πρέπει να γίνει στο Λύκειο.

Υπάρχει ένα πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ για το Λύκειο που το σέβομαι απολύτως. Αλλά θέλω και ενδοκομματικά να πιέσω ώστε αυτό να εξειδικευτεί προς την κατεύθυνση ενός λυκείου ριζικά διαφορετικού τύπου. Εγώ πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να το αποφορτίσουμε κιόλας και να πάμε σε ένα γυμνάσιο 4ετούς διάρκειας, ώστε να μπορέσουμε να οργανώσουμε καλύτερα ένα λύκειο ακαδημαϊκού κολεγιακού χαρακτήρα διετούς διάρκειας κατά τα καλά πρότυπα του διεθνούς απολυτηρίου, χωρίς να κλέβουμε και να πουλάμε τα θέματα, όπως έγινε προσφάτως.

Άρα μιλάμε για δύο πολύ σημαντικά χρόνια, τα οποία ούτως ή άλλως δύο θα είναι, απλώς πρέπει αυτή η ενδιάμεση τάξη που τώρα λέγεται Α’ λυκείου να αποκτήσει μια ταυτότητα, γιατί αλλιώς θα είναι η τάξη του τίποτα, θα πέφτει στο κενό μεταξύ γυμνασίου και λυκείου, ενώ τουλάχιστον μπορεί να ολοκληρώσει κανείς με μεγαλύτερη άνεση τον κύκλο του γυμνασίου, ιδίως αν πρόκειται μετά να συνεχίσει στην τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση.

Και είναι πολύ προτιμότερο για το παιδί που θα συνεχίσει στην τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση να είναι απόφοιτος ενός τετραετούς γυμνασίου και πιο ώριμος ηλικιακά να πάει δύο χρόνια για την επαγγελματική του εκπαίδευση και στη συνέχεια για την επαγγελματική του εξειδίκευση και κατάρτιση σε συνεργασία με την αγορά εργασίας, σε συνεργασία με τον ΟΑΕΔ. Σε συνεργασία με όλους τους μηχανισμούς που πρέπει να λένε τι θέλουν, ώστε να μπορούμε να συζεύξουμε την προσφορά εργασίας με τη ζήτηση εργασίας για να μπορέσει να αποκτήσει νόημα και η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση που τώρα νομίζω ότι βρίσκεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στο κενό και έτσι εξηγείται και το μεγάλο πρόβλημα της απασχόλησης και της ανεργίας. Το πρόβλημα απασχόλησης είναι κυρίως πρόβλημα απασχόλησης νέων γυναικών και στη συνέχεια ανδρών αποφοίτων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση. Δηλαδή χωρίς να ξέρουν καλή χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, χωρίς να ξέρουν καλά αγγλικά, χωρίς να έχουν κάποια εξειδίκευση, έστω ως υπάλληλοι γραφείου. Εκεί εκτινάσσεται η ανεργία, εκεί έχουμε μειωμένη απασχόληση.

Άρα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να συνδυάσουμε το 4ετές Γυμνάσιο και με την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση και με το κολεγιακό Λύκειο με 6 μαθήματα μόνο, με διδασκαλία η οποία θα είναι ακαδημαϊκού χαρακτήρα με επισκέπτες καθηγητές από τα πανεπιστήμια, από τα ΤΕΙ, με συμβασιούχους νέους επιστήμονες οι οποίοι θα αποκτούν έτσι και δικαίωμα αυτοτελούς διδασκαλίας, με ένα κλίμα και φυσικά με άλλον τύπο εξετάσεων.

Ακόμη και χωρίς να αλλάξουμε τίποτα σ’ αυτό το στείρο σύστημα, που ταλαιπωρεί και εξουθενώνει τα παιδιά λόγω απομνημόνευσης και ανεβάζει τις βάσεις, έτσι ώστε να καταργεί την αξιολόγηση, γιατί αν θέλει ούτως ή άλλως πάνω από 19.200 μόρια για να μπει στην ιατρική πού να αξιολογήσεις ποιον μεταξύ του 19.200 και του 19.900; Ακόμη και αυτό το σύστημα, εάν αλλάζαμε το περιεχόμενο και τη φιλοσοφία των θεμάτων και άρα των εξετάσεων, θα οδηγούσε στην αλλαγή της διδασκαλίας και του κλίματος. Φανταστείτε πολύ περισσότερο εάν οργανώσεις διαφορετικά το λύκειο, διαφορετικά τα κριτήρια εισαγωγής, εάν δώσεις δεύτερη και τρίτη ευκαιρία, διότι το παιδί που εισάγεται στο πανεπιστήμιο βεβαίως κάπου δεν θα μπορεί να εισαχθεί. Στις σχολές υψηλής ζήτησης δεν μπορούν να πάνε όλοι. Δεν μπορούν να πάνε όλοι στις Νομικές, Ιατρικές, Αρχιτεκτονικές Σχολές και στους Μηχανικούς Πληροφορικής, ούτε στις Σχολές Παιδαγωγικής.

Όμως μπορείς να δίνεις και δεύτερη και τρίτη ευκαιρία με ενδοπανεπιστημιακές εξετάσεις σε άλλο τύπο θεμάτων με άλλα κριτήρια, γιατί μπορεί ένα παιδί που δεν αποδίδει στα σχολικά μαθήματα, να αποδειχθεί ιδιοφυές στα μαθήματα του κλάδου του μέσα στο πανεπιστήμιο. Του δίνεις, λοιπόν, και άλλη και άλλη ευκαιρία και ευκαιρία μετά το πρώτο πτυχίο για να αποκτήσουν νόημα τα τμήματα που έχουν ιδρυθεί και μένουν κενά. Βέβαια μένουν κενά λόγω της περιβόητης βάσης του 10, με το καταπληκτικό φαινόμενο να μην επιτρέπεις να εισαχθεί σε ένα τμήμα ΤΕΙ ένα παιδί που παίρνει απολυτήριο λυκείου και μπορεί να εισαχθεί σε οποιοδήποτε ξένο πανεπιστήμιο ή οποιοδήποτε ιδιωτικό «κολέγιο» λειτουργεί σε συνεργασία με ξένο πανεπιστήμιο.

Το δημόσιο πανεπιστήμιο


Άρα, λοιπόν, υπάρχουν προφανείς παραλογισμοί στο σύστημα που πρέπει να διορθωθούν αμέσως και υπάρχει δυνατότητα να κινητοποιηθεί η κοινωνία και η εκπαιδευτική κοινότητα προς μία κατεύθυνση η οποία είναι απολύτως ορθολογική και εφαρμόσιμη με απλά πράγματα, αλλά με βούληση αλλαγής και με ένα στοιχειώδες όραμα: Και βέβαια αυτό αφορά και το μεγάλο πρόβλημα του δημοσίου πανεπιστημίου, γιατί το πανεπιστήμιο είναι ο μηχανισμός κοινωνικού καταμερισμού. Το πανεπιστήμιο είναι αυτό που διατηρεί στην Ελλάδα από τον 19ου αιώνα την ελαστικότητα της κοινωνίας, τη δυνατότητα να αλλάξεις μοίρα μέσα σε μια γενιά.

Εάν δεν υπήρχε το δημόσιο πανεπιστήμιο, εάν δεν υπήρχε αυτό το τόσο συκοφαντημένο δημόσιο πανεπιστήμιο δεν θα είχε διατηρήσει την κινητικότητά της η ελληνική κοινωνία, δεν θα είχαμε διατηρήσει αυτό τον εσωτερικό προοδευτικό φιλελευθερισμό, που έχει από την άποψη αυτή πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρ’ ότι εδώ ευτυχώς δεν έχουμε ως κριτήρια εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, εκτός από την επίδοση, τα πολλά λεφτά του πατέρα σου ή της μητέρας σου που δίνει χορηγίες στο πανεπιστήμιο.

Και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, μα πάρα πολύ μεγάλη σημασία να πιστέψουμε στην αξία και στη σημασία του δημοσίου πανεπιστημίου φυσικά περιλαμβάνω και τα Ανώτατα Τεχνολογικά Ιδρύματα, που το μέλλον τους είναι να γίνουν πανεπιστήμια. Δεν μπορεί να συνεχιστεί ο διχασμός, πρέπει να βρούμε τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει αυτό αξιόπιστα, αλλιώς θα είμαστε πάντα σε μία εκκρεμότητα και σε μία συνεχή διαπάλη σε σχέση με τα επαγγελματικά δικαιώματα.

Αλλά βεβαίως αυτά όλα πρέπει να γίνουν με διασφάλιση της ποιότητας προς όφελος των παιδιών. Προς όφελος των παιδιών και προς όφελος των προσόντων τους σε μια αγορά η οποία όσο γίνεται ανταγωνιστική, τόσο θα αναζητά τα ουσιαστικά προσόντα.

Η ελληνική κοινωνία και η ελληνική οικονομία επί δεκαετίες λειτούργησαν με κριτήρια τυπικών προσόντων. Αν είχες ένα πτυχίο νομικής κατά τεκμήριο ήξερες νομικά, πτυχίο ιατρικής ήξερες να σώσεις ζωές και αν είχες δίπλωμα από το Πολυτεχνείο ήσουν μηχανικός.

Δεν είναι έτσι τώρα. Τώρα πρέπει επί του πεδίου να δείξεις ότι μπορείς να λύσεις προβλήματα, ότι είσαι σε ετοιμότητα και γι’ αυτό βλέπετε το ρεύμα προς τις μεταπτυχιακές σπουδές, προς την εξειδίκευση, γιατί αντιλαμβάνονται τα παιδιά ότι δεν έχουν εφόδια στην αγορά εργασίας με ένα πτυχίο. Θέλουν άλλα προσόντα σε σχέση με τις ξένες γλώσσες, σε σχέση με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε σχέση με ένα νέο περιβάλλον διεθνούς συνεργασίας και κυρίως επί του πεδίου, δηλαδή εάν σου τύχει το πρόβλημα να μπορείς να δώσεις λύση. Και βέβαια αυτό μπορεί να το κρύψει το πρόβλημα ένας νομικός ή ένας μηχανικός, αλλά δεν μπορεί να το κρύψει ένας γιατρός, γιατί χρειάζεται ταχύτητα και δεν έχεις περιθώρια να συμβουλευτείς την βιβλιογραφία ή τους φίλους σου αν βρίσκεσαι μπροστά σε μία κατάσταση η οποία είναι έκτακτη, επείγουσα και έχει οξύτατα χαρακτηριστικά.

Έχει, λοιπόν, πάρα πολύ μεγάλη σημασία να αλλάξουμε αυτή τη νοοτροπία. Και δεν μπορεί το δημόσιο αυτοδιοικούμενο πανεπιστήμιο να είναι ένα πανεπιστήμιο που λειτουργεί ως παράρτημα του Υπουργείου Παιδείας, δεν μπορεί να είναι ένα ομοιόμορφο πανεπιστήμιο. Θέλει έναν πραγματικό νόμο-πλαίσιο, με ελάχιστες κανονιστικές ρυθμίσεις και πολύ μεγάλη αυτονομία κανονιστική κάθε πανεπιστημίου, προκειμένου η φυσιογνωμία κάθε πανεπιστημίου να δημιουργήσει και έναν ποιοτικό ανταγωνισμό και να αναδείξει το κάθε πανεπιστήμιο τις εξειδικεύσεις του, τις προτιμήσεις του για να μπορεί να έχει μία ταυτότητα κι αυτό.

Γιατί δεν μπορεί όλοι να είναι καλοί σε όλα, δεν υφίσταται αυτό. Υπάρχουν θύλακες αριστείας, υπάρχουν καλύτεροι και χειρότεροι, υπάρχουν εργαστήρια με επιτυχίες, υπάρχουν βραβεία, υπάρχουν συνέδρια, υπάρχουν δημοσιεύσεις, υπάρχουν κριτήρια με τα οποία γίνεται η βαθμολόγηση και η τοποθέτηση σε μία σειρά. Εγώ παρακολουθώ ιδίως τις νομικές σχολές με αφορμή και την κόρη μου, η οποία αρχίζει να βλέπει τι θα κάνει στις μεταπτυχιακές σπουδές και παρακολουθούμε το πώς αλλάζει η ταξινόμηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων και των νομικών σχολών σε όλο τον κόσμο και τώρα το βλέπεις αυτό στο διαδίκτυο ανά πάσα στιγμή για όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου.

Κάποτε για να μάθουμε που μπορούμε να κάνουμε μεταπτυχιακές σπουδές, στέλναμε γράμματα και βάζαμε μέσα γραμματόσημα προκειμένου η γραμματεία του ξένου πανεπιστημίου να μας απαντήσει, να μας στείλει το φυλλάδιο για να στείλουμε κι εμείς ένα γράμμα, να συμπληρώσουμε την αίτηση για να πάμε να κάνουμε μεταπτυχιακά. Τώρα αυτά γίνονται σε μηδενικό χρόνο, σε πραγματικό χρόνο με όλες τις σχολές, όλα τα μεταπτυχιακά προγράμματα όλου του κόσμου. Λοιπόν, αντιλαμβάνεστε ότι ζούμε σε έναν άλλο κόσμο με άλλες ταχύτητες και πρέπει το ελληνικό πανεπιστήμιο, ως ένα πανεπιστήμιο μέσα στο διεθνή ανταγωνισμό, να αποκτήσει αυτά τα χαρακτηριστικά και ως ερευνητικό πανεπιστήμιο. Αυτό δεν τονίζεται: το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι ένα ερευνητικό πανεπιστήμιο με μεγάλες δυνατότητες και πολύ σημαντικά αποτελέσματα, δυστυχώς μη εφαπτόμενα όσο πρέπει με την κοινωνία, τις επιχειρήσεις και την αγορά εργασίας. Και βεβαίως, ως πανεπιστήμιο διδακτικό, όπου επιτελείται μια τεράστια δουλειά, δυστυχώς απαξιωμένη επικοινωνιακά και κοινωνικά.

Μόνον έτσι μπορούμε να δώσουμε απάντηση στην αγωνία των οικογενειών που στέλνουν τα παιδιά τους σε ελληνικό ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή που στέλνουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό, έχουμε 52.000 παιδιά στο εξωτερικό ή την αγωνία των παιδιών, άλλες 20.000, που πάνε στα λεγόμενα κολέγια.

Για όλους πρέπει να έχουμε μία απάντηση, όλοι είναι εξίσου παιδιά μας, παιδιά της πολιτείας αυτής και για όλους πρέπει να έχουμε μέριμνα. Και εν πάση περιπτώσει αν έχουμε 52.000 εξωτερικό και 20.000 στα κολέγια και στην πραγματικότητα έχουμε μία ζήτηση επιπλέον 70.000 θέσεων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, να διαμορφώσουμε αυτές τις 70.000 θέσεις. Να τους δώσουμε τη δυνατότητα εφ’ όσον θέλουν να βρουν το δρόμο τους έχοντας και τη 2η και την 3η ευκαιρία να επιλέξουν τη σχολή της πρώτης προτίμησής τους. Γιατί είναι φυσικό ότι δεν μπορούν όλοι να πάνε σε μια σχολή πρώτης προτίμησης υψηλής ζήτησης, υψηλών απαιτήσεων, υψηλής βαθμολογίας. Εκτός και αν θεωρούν ότι είναι τυχαίο και άδικο γι’ αυτούς ότι έχουν βαθμολογηθεί χαμηλά και ότι μπορούν να προκόψουν και να αποδώσουν σε ένα δύσκολο πεδίο, απαιτητικό, όπως είναι για παράδειγμα οι Ιατρικές σπουδές, που είναι οι πιο απάνθρωπες για το γιατρό, αλλά και οι πιο φιλάνθρωπες για τον ασθενή, όταν ο γιατρός είναι καλός.

Άρα, λοιπόν, φίλες και φίλοι, αυτό είναι το περίγραμμα μέσα στο οποίο πρέπει να κινηθούμε. Και όπως αντιλαμβάνεστε αυτό δεν είναι μόνο ένα περίγραμμα εκπαιδευτικής πολιτικής, είναι ένα περίγραμμα πολιτικής για το κράτος, πολιτικής για τη δημόσια διοίκηση, πολιτικής για τη δημοσιονομική πολιτική και το φορολογικό σύστημα, πολιτικής για το μοντέλο ανάπτυξης. Όλα είναι αλληλένδετα, όλα είναι συναφή και για όλα πρέπει να αγωνιστούμε. Και θα αγωνιστούμε ως αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ως ισχυρή και σταθερή και υπεύθυνη κυβέρνηση, έχοντας πλήρη συνείδηση της ευθύνης, πλήρη συνείδηση των ιστορικών περιστάσεων, χωρίς τις αρνητικές όψεις του παρελθόντος, χωρίς περίοδο χάριτος, χωρίς δικαίωμα υπαναχώρησης. Γιατί οι πολίτες ακόμη και οι πιο πιστοί στην παράταξη, οι δεδομένοι του σκληρού πυρήνα, εσείς δηλαδή, είναι πολίτες δύσπιστοι, επιφυλακτικοί, απαιτητικοί και μόνο αν παραμείνουν τέτοιοι και εφαρμόζουν κριτήρια αξιολόγησης και αξιοκρατίας και στην πολιτική ζωή, μόνον έτσι το ΠΑΣΟΚ θα κάνει αυτά που υπόσχεται και είμαι βέβαιος ότι θα νικήσουμε και την επόμενη μέρα και όχι μόνο τη μέρα των εκλογών.




* Η ομιλία του Ευ. Βενιζέλου δόθηκε στο Ηλέκτρα Παλλάς.


Tags: Παιδεία