22 Απριλίου 2008

 

Θεωρώ μεγάλη τιμή για εμένα το γεγονός ότι βρίσκομαι σήμερα στο φημισμένο Woodrow Wilson International Center for Scholars. Ευχαριστώ το κέντρο για την πρόσκληση και το Ίδρυμα Ωνάση για τη διοργάνωση της επίσκεψης μου στις Η.Π.Α.

Η προσφορά του Ιδρύματος Ωνάση στην καλλιέργεια των ελληνοαμερικανικών ακαδημαϊκών σχέσεων είναι τεράστια. Το γνωρίζω αυτό πολύ καλά από τη θητεία μου ως Υπουργός Πολιτισμού της Ελληνικής Δημοκρατίας καθώς είχαμε στενή συνεργασία για την υποστήριξη των εδρών ελληνικών σπουδών σε πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια. Εξίσου μεγάλη είναι η προσφορά του Ιδρύματος στον τομέα του πολιτισμού με τη διοργάνωση σημαντικών εκθέσεων.

Το γεγονός ότι είμαι εδώ και χρόνια ενεργός πολιτικός χωρίς να ξεχνώ την ακαδημαϊκή μου ιδιότητα μου επιβάλλει να αποτίσω ιδιαίτερο φόρο τιμής στον Πρόεδρο Woodrow Wilson, η ζωή του οποίου είναι λαμπρό παράδειγμα συνδυασμού πολιτικής και επιστημονική δραστηριότητας.

Το γεγονός ότι αυτό το τόσο σημαντικό κέντρο στην Ουάσιγκτον D.C., δίπλα στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, φέρει το όνομα του δεν είναι προφανώς τυχαίο.

***

Και τώρα έρχομαι στο θέμα μας: Μήπως οι Η.Π.Α είναι ήδη μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Είναι προφανές ότι ο τίτλος είναι σκόπιμα προκλητικός. Δείχνει όμως ευθύς εξαρχής το πόσο στενή και αναπόφευκτη είναι η σχέση Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δείχνει το πόσο έντονα παρούσες είναι οι Η.Π.Α. στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε όλες τις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Πριν όμως από ο,τιδήποτε άλλο οφείλω να εξηγήσω την οπτική μου γωνία που δεν είναι η συνηθισμένη οπτική γωνία από την οποία προσεγγίζεται το ζήτημα των σχέσεων Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μιλώ έχοντας την εμπειρία της συμμετοχής για περισσότερα από δέκα χρόνια στο Συμβούλιο Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό διάφορες συνθέσεις του που ήταν αρμόδιες για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: από την ενέργεια και τις μεταφορές έως την δικαιοσύνη και τις εσωτερικές υποθέσεις και από τον πολιτισμό και την εκπαίδευση μέχρι την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Μιλώ από την οπτική γωνία μιας μεσαίας ευρωπαϊκής χώρας που μοιράζεται τις ίδιες ευαισθησίες με τα περισσότερα από τα 27 κράτη – μέλη που έχουν πληθυσμιακό και οικονομικό μέγεθος ίδιο ή και μικρότερο της Ελλάδας.

Μιλώ επίσης από την οπτική γωνία μιας χώρας της Νότιας Ευρώπης, μιας χώρας Μεσογειακής. Από την οπτική γωνία μιας χώρας της Βαλκανικής Χερσονήσου, της μόνης που ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι την πρόσφατη ένταξη της Βουλγαρία και της Ρουμανίας και της μόνης χώρας της περιοχής που συνδυάζει μέχρι σήμερα τις ιδιότητες του μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΟΝΕ, της ζώνης του Ευρώ και του παλαιού – ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 – μέλους του ΝΑΤΟ.

Μιλώ επίσης ως ένας πολιτικός που ανήκει στο χώρο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος που είναι ο κοινός φορέας μας στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Και βέβαια, για να πούμε τα πράγματα με καθαρό τρόπο, μιλώ έχοντας πλήρη επίγνωση ότι προέρχομαι από μία χώρα με βαθείς ιστορικούς δεσμούς με τις Η.Π.Α. ήδη από την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους στην αρχή του 19ου αιώνα. Από μία χώρα σταθερή σύμμαχο των Η.Π.Α. σε όλες τις μεγάλες διεθνείς κρίσεις, αλλά και από μία χώρα στην κοινή γνώμη της οποίας υπάρχει έντονος αντιαμερικανισμός.

Αυτή όμως η περιγραφή δεν είναι πλήρης. Η κριτική στάση απέναντι στις Η.Π.Α. που εξακολουθεί να είναι διάχυτη στην ελληνική κοινή γνώμη και η οποία οξύνθηκε παλιότερα λόγω της διαχείρισης της κρίσης στην τέως Γιουγκοσλαβία και πιο πρόσφατα λόγω του Ιράκ, δεν μειώνει τη μεγάλη σημασία που αποδίδουν οι Έλληνες στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Οι δεσμοί μας είναι πολύ στενοί, όχι μόνον ιστορικά και ρητορικά αλλά πολιτικά. Οι πάντες στην Ελλάδα αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα του ρόλου των ΗΠΑ για όλα τα θέματα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μας: Το Κυπριακό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το ζήτημα του ονόματος της FYROM, την διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, τη σταθερότητα στα Βαλκάνια, την κατάσταση στη Μέση Ανατολή.

Μπορεί θεσμικά η Ευρωπαϊκή Ένωση να είναι για τον ελληνικό λαό σημείο αναφοράς για την οικονομική και πολιτική σταθερότητα στη χώρα μας, αλλά οι σχέσεις με τις ΗΠΑ είναι πάντα το κεντρικό σημείο αναφοράς ως προς την ασφάλεια με τη στρατιωτική έννοια του όρου. Αυτός όμως είναι ο πυρήνας της κυριαρχίας και άρα το κρισιμότερο πεδίο τόσο της εξωτερικής όσο και της εσωτερικής πολιτικής.

Έχει επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πολιτική συγκυρία μέσα στην οποία βρισκόμαστε.

  • Βρισκόμαστε σε μία χρονιά προεδρικών εκλογών στις Η.Π.Α. Σήμερα μάλιστα είναι οι κρίσιμες προκριματικές εκλογές στην Πενσυλβάνια από τις οποίες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος. Η διοίκηση Μπους διανύει τους τελευταίους μήνες της θητείας της.
  • Βρισκόμαστε σε μία περίοδο κρίσιμη για την Ευρώπη, λίγο μετά την υπογραφή της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισαβόνας (που αντικαθιστά την Συνθήκη για τη θέσπιση ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος που απορρίφθηκε). Η διαδικασία κύρωσης της Συνθήκη της Λισσαβόνας άρχισε, αλλά πρέπει να ολοκληρωθεί και στα 27 κράτη – μέλη. Βρισκόμαστε επίσης ένα περίπου χρόνο πριν τις εκλογές για την ανάδειξη ενός νέου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
  • Συζητούμε μέσα στο κλίμα μιας εκτεταμένης διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης που επηρεάζει πρωτίστως την Αμερική, αλλά και την Ευρώπη.
  • Συζητούμε ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη μια μεγάλη θεσμική κρίση στην Τουρκία που θέτει και πάλι ζήτημα δημοκρατίας και πολιτικού πλουραλισμού, τη φορά αυτή μέσα δυστυχώς από τον ακτιβισμό του Συνταγματικού Δικαστηρίου καθώς αμφισβητείται η νομιμότητα του κυβερνώντος κόμματος, λίγους μήνες μετά τη νίκη του στις εκλογές και τα πολιτικά δικαιώματα του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού, λίγους μήνες μετά την ανάδειξη τους.
  • Συζητούμε λίγες ημέρες μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι που είχε μεγάλο ενδιαφέρον τόσο για τις Η.Π.Α. όσο και για την Ελλάδα. Ελλάδα και Η.Π.Α. διαφώνησαν στο Βουκουρέστι ως προς την ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ χωρίς να έχει λυθεί προηγουμένως το ζήτημα του ονόματος. Στα μάτια της ελληνικής κοινής γνώμης και όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, χωρίς καμία εξαίρεση, η αμερικανική διοίκηση δια του ίδιου του Προέδρου Μπους φάνηκε να λαμβάνει ετεροβαρή θέση υπέρ των Σκοπίων, παρότι δύο εβδομάδες πριν από τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου είχαν αναληφθεί μεσολαβητικές προσπάθειες των Η.Π.Α. προς υποβοήθηση της πρωτοβουλίας του κ. Νίμιτς που διεξάγεται υπό την αιγίδα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. Στο Βουκουρέστι ο Έλληνας Πρωθυπουργός διατύπωσε την κοινή θέση όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας. Η Ελλάδα με την άρνηση της να προσκληθούν τα Σκόπια ώστε να καταστούν μέλος του ΝΑΤΟ ασκεί μια θεμιτή πίεση. Πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες να αντιληφθούν ότι το ζήτημα του ονόματος δεν είναι μία ιστορική υπερευαισθησία της Ελλάδας, αλλά μέριμνα για την σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή. Η Ελλάδα θέλει η γειτονική μας χώρα να υπάρχει ως ενιαία κρατική οντότητα και να ευημερεί εντεταγμένη στους ευρωπαϊκούς και ευρωατλαντικούς θεσμούς. Δεν θέλουμε όμως να καλλιεργεί παρωχημένες αλυτρωτικές ψευδαισθήσεις μέσα από την πολιτική χρήση της ιστορίας και των συμβόλων ή πολύ περισσότερο μέσα από την ανάπτυξη μιας τεχνητής εθνικιστικής ιδεολογίας.

Η Σύνοδος του Βουκουρεστίου άνοιξε όμως την οδό της ένταξης στο ΝΑΤΟ για την Αλβανία και την Κροατία. Άνοιξε επίσης έναν έντονο προβληματισμό για την θέση της Ουκρανίας και της Γεωργίας, δηλαδή καταβάθος για τη σχέση των Η.Π.Α. και της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Ρωσία. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι οι σχέσεις Η.Π.Α. – Ευρώπης – Ρωσίας είναι σχέσεις τριγωνικές και άρα το στρατηγικό τους πλαίσιο πρέπει να συζητηθεί πολύ σοβαρά και μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί μονομερώς καθώς η Ευρώπη είναι το πεδίο πάνω στο οποίο δοκιμάζονται κατά βάση οι σχέσεις αυτές.

***

Δεν θα επαναλάβω συνεπώς πράγματα γνωστά ως προς τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο ηπείρους. Ο κάθε Ευρωπαίος που επισκέπτεται τις ΗΠΑ νοιώθει λίγο όπως ο Alexis de Tocqueville. Προσπαθεί να κατανοήσει την αμερικανική πραγματικότητα με βάση τις ευρωπαϊκές αντιλήψεις για τους θεσμούς, τις σχέσεις θρησκείας και πολιτικής, τις σχέσεις κοινωνίας των πολιτών και πολιτικού συστήματος, τις σχέσεις κράτους και οικονομίας. Κάτι το αντίστοιχο συνέβαινε παλιότερα με τους Αμερικανούς περιηγητές στην Ευρώπη, ιδίως όταν αυτοί έκαναν την κλασική διαδρομή που είχε ως άξονα την Ελλάδα και την Ιταλία.

Ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι, παρά τις διαφορές, η σχέση ανάμεσα στις δύο ηπείρους είναι γενετική. Η Αμερική προσδιορίζει την ταυτότητά της σε σχέση με την Ευρώπη και η Ευρώπη σε σχέση με την Αμερική. Η δυτική αντίληψη των πραγμάτων εξακολουθεί να υπάρχει ως ενιαία αντίληψη παρά τις διαφορές. Η Αμερική ήταν ο «νέος κόσμος» σε σχέση με την Ευρώπη του 18ου αιώνα. Σήμερα, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας, η Ευρώπη εμφανίζεται ως «νέος κόσμος» για πολλά θέματα που αφορούν τις ΗΠΑ.

Στον πυρήνα βρίσκεται βέβαια πάντα το πρόβλημα της ασφάλειας. Η ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι αδιάκοπα ζήτημα αμερικανικού ενδιαφέροντος ήδη από το 1917 με την απόφαση του προέδρου Woodrow Wilson να μετάσχει η Αμερική στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα δεκατέσσερα σημεία του Προέδρου Wilson διατυπώθηκαν πριν από ενενήντα χρόνια, την επομένη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όταν όμως τα διαβάζει κανείς σήμερα θα μπορούσε να τα τοποθετήσει και στην αρχή της δεκαετίας του 90΄, την επομένη της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας. Αυτό εξηγεί και το βάρος της ιστορικής μνήμης κάτω από το οποίο λειτουργεί η Ευρώπη. Η στάση αυτή της Αμερικής απέναντι στην Ευρώπη ανανεώθηκε στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην μακρά περίοδο του ψυχρού πολέμου. Η Ελλάδα ήταν το πρώτο και πιο κρίσιμο πεδίο εφαρμογής του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ. Από την άλλη πλευρά, πάντοτε στα μεγάλα ζητήματα που σχετίζονται με την αμερικανική ασφάλεια ο πρώτος και αναμφισβήτητος εταίρος των ΗΠΑ είναι η Ευρώπη, ανεξάρτητα από επιμέρους διαφωνίες και τριβές και ανεξάρτητα από το θεσμικό σχήμα μέσα στο οποίο κινούνται οι σχέσεις των δύο πλευρών: ΝΑΤΟ, Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, διμερείς ή πολυμερείς συνεργασίες.

Το ίδιο το ευρωπαϊκό φαινόμενο έχει καταγωγική σχέση με τις ΗΠΑ. Η ιδέα ενός μεγάλου ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού κράτους κατά το πρότυπο των ΗΠΑ βρίσκεται στην ιστορική αφετηρία της ευρωπαϊκής ιδέας.

Η συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το πρώιμο στάδιό της έως σήμερα διέπεται από αυτήν την αντιφατική αλλά αξεπέραστη σχέση με το αμερικανικό φαινόμενο. Όλα τα βήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι βήματα χειραφέτησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και βήματα συνεργασίας με τις ΗΠΑ.

Όταν ξεκινούσε η ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δέκα μόλις χρόνια από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όλοι στην Ευρώπη είχαν πλήρη συνείδηση της σημασίας που είχε η στάση των ΗΠΑ για την ασφάλεια της γηραιάς ηπείρου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την αρχική μορφή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα και στη συνέχεια με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, γεννήθηκε στο πλαίσιο μίας έντονης στρατιωτικής και οικονομικής παρουσίας των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Η Σύμβαση της Ρώμης υπογράφεται μετά την ίδρυση του ΝΑΤΟ, με τη Γερμανία υπό κατοχή και με το δολάριο να είναι το αναμφισβήτητο διεθνές νόμισμα.

Σήμερα, 50 χρόνια αργότερα, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη, στον πυρήνα της όμως υπάρχει πάντα η σχέση Ευρώπης – Η.Π.Α.:

  • Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως ενιαία αγορά και ως ενιαία έννομη τάξη, προσφέρει στις αμερικανικές επιχειρήσεις που επενδύουν και δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη ένα πεδίο πολύ πιο πλατύ και πολύ πιο σίγουρο από αυτό της εθνικής αγοράς και της εθνικής έννομης τάξης κάθε ευρωπαϊκού κράτους χωριστά.
  • Το ευρώ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συγκροτούν μία νομισματική και χρηματοπιστωτική οντότητα που προφανώς λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη της η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ. Μπορεί η ισοτιμία δολαρίου και ευρώ να διακυμαίνεται τον τελευταίο καιρό εις βάρος του δολαρίου, αυτό όμως λειτουργεί ταυτόχρονα όχι μόνο ως μέθοδος ενίσχυσης των αμερικανικών εξαγωγών και άρα της αμερικανικής πραγματικής οικονομίας αλλά και ως σύστημα εξισορρόπησης και υπέρβασης των διεθνών νομισματικών και χρηματοπιστωτικών κρίσεων.
  • Η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών - μελών μέσα από τις συνεχείς διευρύνσεις της προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και προς τις χώρες της Βαλτικής έχει καταστεί κεντρικός μοχλός για την προώθηση μιας καταβάθος ενιαίας ευρω - αμερικανικής στρατηγικής αντίληψης ως προς την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ευρώπη. Η αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών, η ένταξη στις διεθνείς οικονομικές δομές και η ένταξη στο ΝΑΤΟ λειτουργεί εδώ και χρόνια ως ένα τρίπτυχο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (με τη συμπληρωματική συμμετοχή του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη) έχει αναλάβει ένα πολύ μεγάλο βάρος ως προς την προώθηση των δύο πρώτων πτυχών.

Βέβαια, συνήθως οι σχέσεις Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζονται ως σχέσεις ανάμεσα σε δύο οικονομικές οντότητες. Δεν είναι όμως αυτή η ιστορικά και πολιτικά ολοκληρωμένη προσέγγιση. Η ετήσια συνάντηση κορυφής Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Framework for Advancing Transatlantic Economic Integration και το Transatlantic Economic Council, η Αir Τransport Αgreement και οι Open Skies Plus, η συζήτηση για το Docha round, η συζήτηση για την Energy Security και την Climate Change, οι εξελίξεις στο πλαίσιο του Visa waiver programme είναι κρίσιμα ζητήματα το καθένα από τα οποία έχει τη σημασία του. Η προσέγγιση όμως των επιμέρους ζητημάτων δεν πρέπει να διασπά την ιστορική και πολιτική βάση των σχέσεων Η.Π.Α. και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπάρχουν βεβαίως πολλά σημεία τριβής. Από την ασφάλεια των εμπορευματοκιβωτίων (Container Security) και την ανταλλαγή των προσωπικών δεδομένων των επιβατών των αεροπορικών πτήσεων, μέχρι το Ιράν, το Ιράκ, τη Μέση Ανατολή, ή τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ. Όλα όμως αυτά δεν τοποθετούν τις Η.Π.Α. έξω από την Ευρώπη.

Ας πάρω ένα παράδειγμα: Στο πιο «ευχάριστο» πεδίο αυτό του πολιτισμού, που δεν είναι καθόλου αθώο ιδεολογικά και πολιτικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενοποιείται ως πολιτιστική αγορά μέσα από την διακίνηση των αμερικανικών πολιτιστικών αγαθών όπως οι κινηματογραφικές ταινίες. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η εξοικείωση με τον αμερικανικό κινηματογράφο είναι πολύ μεγαλύτερη απ΄ ότι με το φιλανδικό ή ακόμη και με το γερμανικό. Δεν θα έλεγα το ίδιο για τον βρετανικό, το γαλλικό, τον ιταλικό, τον ισπανικό κινηματογράφο, αλλά σε κάθε περίπτωση η πρωτοκαθεδρία των αμερικανικών ταινιών είναι αναμφισβήτητη.

Από το ευχάριστο πεδίο του κινηματογράφου μπορούμε να πάμε στο πολύ πιο σκληρό πεδίο της ενεργειακής πολιτικής. Όλα τα ευρωπαϊκά κράτη και ιδίως όσα δεν έχουν επαρκείς φυσικούς πόρους ή δεν χρησιμοποιούν πυρηνική ενέργεια ενδιαφέρονται για την επάρκεια και την ασφάλεια του ανεφοδιασμού τους, με πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Η Ελλάδα μετέχει, για παράδειγμα, σε πολλές συνεργασίες αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Προσπαθούμε να διαφοροποιήσουμε τις πηγές εφοδιασμού ώστε να αποφευχθεί κάθε μονομερής εξάρτηση. Θέλουμε όμως να μπορούμε να εφοδιαζόμαστε με επαρκείς ποσότητες που είναι άμεσα διαθέσιμες λαμβάνοντας φυσικά υπόψη τις μελλοντικές δυνατότητες αποθεμάτων όπως αυτών του Αζερμπαϊτζάν ή τις δυνατότητες που θα προσφέρουν στο μέλλον αγωγοί υπό κατασκευή. Αντιλαμβανόμαστε όμως πλήρως τις αμερικανικές ανησυχίες για τον κίνδυνο μονομερούς εξάρτησης ιδίως στο φυσικό αέριο. Αντιλαμβανόμαστε το στρατηγικό βάθος της προσέγγισης των Η.Π.Α. Το πλαίσιο όμως στο οποίο κινούνται οι ευρω-ρωσικές σχέσεις, όπως και οι αμερικανο-ρωσικές σχέσεις δεν είναι αυτό του ψυχρού πολέμου. Από την άποψη αυτή η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης και ενιαίας ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής θα βοηθούσε στην εξισορρόπηση των σχέσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης, Η.Π.Α. και Ρωσίας στον κρίσιμο τομέα της ενεργειακής πολιτικής αλλά και γενικότερα.

Το μείζον ζήτημα όμως είναι η προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η άποψη μου είναι ότι όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μία σταθερή επιλογή της αμερικανικής στρατηγικής. Δεν αναφέρομαι στη σχετική ακαδημαϊκή συζήτηση και στις διάφορες θεωρητικές απόψεις που αναπτύσσονται γύρω από το θέμα αυτό κυρίως στις Η.Π.Α. Αναφέρομαι στο τελικό πολιτικό αποτέλεσμα που, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει με αρκετά καθαρό τρόπο και ανεξάρτητα από την διακύμανση της πολιτικής συγκυρίας.

Όποιοι πιστεύουν ότι τα κρίσιμα ζητήματα είναι το εμπορικό ισοζύγιο Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ, το ζήτημα των άμεσων αμερικανικών επενδύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και των άμεσων ευρωπαϊκών επενδύσεων στις Η.Π.Α., το ζήτημα της προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων για τα αμερικανικά οπτικοακουστικά έργα, το ζήτημα των αεροπορικών υπηρεσιών και των ανοικτών οριζόντων, για να μνημονεύσω την τελευταία πολύ σημαντική συμφωνία, υποτιμούν την στρατηγική θεώρηση των σχέσεων Η.Π.Α. – Ε.Ε.

Οι ΗΠΑ μέσα από το πλέγμα των διμερών σχέσεών τους με τις χώρες- μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα από την επαφή τους με τις χώρες- μέλη της Ένωσης που μετέχουν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο G8, μέσα από τη διαχείριση μεγάλων θεμάτων όπως αυτό του Αφγανιστάν, του Ιράκ, του Ιράν και του Κοσσόβου γνωρίζουν πολύ καλά την ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα.

Η εντύπωσή μου είναι ότι οι ΗΠΑ έχουν για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για την πορεία και τις προοπτικές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μία εικόνα πολύ πιο σφαιρική και καθαρή από την εικόνα που έχει για τη λειτουργία και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης η πλειοψηφία των μεσαίων και μικρών κρατών-μελών. Οι ΗΠΑ γνωρίζουν πολύ καλά ποια είναι η πραγματική ισορροπία ανάμεσα στο ευρωπαϊκό φαινόμενο και το φαινόμενο του έθνους-κράτους στην Ευρώπη.

Άλλωστε οι αμερικανικές επιλογές σε σχέση με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση επηρεάζονται κυρίως από την παράμετρο της ασφάλειας, ενώ οι επιλογές των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επηρεάζονται και από πολλούς άλλους παράγοντες: από τα οικονομικά συμφέροντα κάθε κράτους-μέλους, τη δεκτικότητα της κοινωνίας και της κοινής γνώμης, τον εκλογικό και πολιτικό κύκλο που ισχύει σε κάθε κράτος-μέλος κ.ο.κ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Τουρκία και τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων. Η στάση των Η.Π.Α. είναι για πολιτικούς λόγους σαφώς υπέρ της ένταξης της Τουρκίας και των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η στάση πολλών κρατών – μελών είναι όμως από επιφυλακτική έως αρνητική ιδίως για την Τουρκία. Η προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα στο σχετικό δημοψήφισμα στη Γαλλία.

Το παράδοξο και ενδιαφέρον είναι ότι η ελληνική προσέγγιση των θεμάτων αυτών μοιάζει πολύ με την αμερικανική καθώς προτάσσει το ζήτημα της ασφάλειας, δηλαδή κριτήρια υψηλής πολιτικής. Υπό την έννοια αυτή η Ελλάδα είναι πάντοτε υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, εφόσον αυτή συμμορφωθεί με τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν όλες οι υπό ένταξη χώρες συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού του διεθνούς δικαίου και των σχέσεων καλής γειτονίας.

Αυτή τη γραμμή ακολουθεί η Ελλάδα από το 1995 με παράλληλο στόχο την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στόχος που επιτεύχθηκε. Η λεγόμενη στρατηγική του Ελσίνκι που διαμορφώθηκε στην ομώνυμη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 1999 συνδέει την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας με τη σχέση καλής γειτονίας με την Ελλάδα και με την επίλυση του ζητήματος της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και τελικά μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

Για τον ίδιο λόγο η Ελλάδα θεωρεί ότι το μέλλον των δυτικών Βαλκανίων περνάει μέσα από την ένταξη όλων των χωρών της περιοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία βλέπουμε την ίδια ευρωπαϊκή προοπτική, σταδιακά, για όλες τις χώρες. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να κάνω στην περίπτωση της Σερβίας και της FYROM.

Επανέρχομαι καταρχάς στο σημείο αυτό στο ζήτημα της FYROM. Η άρνηση της Ελλάδας να συμφωνήσει στην τελευταία σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι στην πρόσκληση προς τη FYROM να μετάσχει στη Συμμαχία, επειδή δεν συμφωνήθηκε μία αμοιβαία αποδεκτή λύση στο ζήτημα του ονόματος, δεν συνεπάγεται το τέλος της διαμεσολαβητικής προσπάθειας του κ. Νίμιτς. Επιθυμούμε να βρεθεί λύση. Θέλουμε μία οριστική λύση με σύνθετη ονομασία που θα ισχύει διεθνώς, έναντι πάντων. Η διαφορά γύρω από το όνομα αναγνωρίστηκε άλλωστε ως διεθνής διαφορά με την ενδιάμεση συμφωνία του 1995 και με τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ 817 και 845 του 1993 ακριβώς επειδή το ζήτημα του ονόματος συνδέεται με τον κίνδυνο ανάπτυξης αλυτρωτικών πρακτικών που μπορούν να θέσουν σε κρίση την σχέση καλής γειτονίας και να επιβαρύνουν την κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή καθώς ο,τιδήποτε συμβαίνει στη FYROM ενδιαφέρει για προφανείς λόγους και την Αλβανία και τη Βουλγαρία. Δεν πρόκειται άρα για αντίδραση συναισθηματική ή ιστορική αλλά για προβλεπτικότητα με καθαρά πρακτικό και πολιτικό περιεχόμενο στο όνομα της ειρήνης και της σταθερότητας σε μία πολύ δύσκολη περιοχή. Η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στη FYROM. Οι οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών είναι ζωτικές για την οικονομία των Σκοπίων. Η ύπαρξη της ανοικτής διαφοράς ως προς το όνομα δεν πρέπει να συσκοτίζει την πραγματικότητα των διμερών και πολυμερών σχέσεων στην περιοχή. Η Ελλάδα είναι υπέρ της ύπαρξης και της ευημερίας της FYROM. Υποστηρίζει την κρατική της οντότητα. Θεωρεί ότι είναι απολύτως εφικτή η συμβίωση της σλαβομακεδονικής και της αλβανικής κοινότητας κάτω από το κρατικό σχήμα της FYROM. Η ένταξη της FYROM στο ΝΑΤΟ θεωρείται δεδομένη, αν λυθεί το ζήτημα του ονόματος. Πολύ πιο κρίσιμη είναι όμως η ένταξη της χώρας αυτής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένταξη που μπορεί να προωθήσει εντατικά η Ελλάδα και να επιτευχθεί κατ΄ απόλυτη προτεραιότητα εάν λυθεί το ζήτημα του ονόματος. Το μικρό μέγεθος της οικονομίας της FYROM που έχει ήδη καθεστώς υποψήφιας χώρας επιτρέπει την κατά προτεραιότητα ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό είναι μία θετική πίεση και όχι ένα βέτο.

Η Σερβία πρέπει επίσης να ενταχθεί στις ευρωπαϊκές και νατοϊκές δομές. Η στάση της τώρα είναι αμυντική και αμήχανη και αυτό είναι λογικό μετά την μονομερή ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσόβου και την αναγνώριση της από τις Η.Π.Α. και πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Η Ελλάδα δεν αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Κοσσόβου γιατί σταθερή επιλογή μας είναι ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου και των διαδικασιών του Ο.Η.Ε. Δεν θέλουμε να δημιουργούνται προηγούμενα που μπορεί να προκαλέσουν ένα domino effect στα Βαλκάνια, αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές του κόσμου. Γνωρίζω βέβαια το επιχείρημα που λέει ότι το Κοσσυφοπέδιο συνιστά μία sui generis περίπτωση και άρα δεν θα συνιστά προηγούμενο. Η διπλωματική ιστορία είναι όμως γεμάτη από sui generis περιπτώσεις. Κάθε περιοχή με προβλήματα θεωρεί ότι είναι sui generis. Η ορθότητα και η ιστορική προοπτική κάθε κίνησης στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής εξαρτάται από το πόσο ασφαλή πρόβλεψη κάνουμε για την επόμενη κίνηση. Σε κάθε περίπτωση η ένταξη της Σερβίας και όλων των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις νατοϊκές δομές είναι η μόνη μακροπρόθεσμη και βιώσιμη λύση για το μέλλον του Κοσσυφοπεδίου.

Η ιδιαίτερη αυτή αναφορά προς τα Βαλκάνια δεν πρέπει να μας εγκλωβίσει όμως στην γεωγραφική ιδιότητα της Ελλάδας ως χώρας της περιοχής. Θεσμικά και πολιτικά η Ελλάδα δεν αποτελεί μέρος του βαλκανικού ζητήματος, γιατί ακολούθησε από το 1944 και μετά μία τελείως διαφορετική, καθαρά δυτική διαδρομή. Πρόκειται για τη μόνη χώρα της περιοχής που ακολούθησε αυτή τη διαδρομή και ως εκ τούτου η Ελλάδα είναι μεν γεωγραφικά αλλά δεν είναι θεσμικά, πολιτικά και οικονομικά μία βαλκανική χώρα.

Επανέρχομαι όμως στην στρατηγική αντίληψη των ΗΠΑ για την Ευρώπη. Είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ έχουν μία ολοκληρωμένη αντίληψη για το μέλλον της Ευρώπης και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Οι Η.Π.Α. είναι, κατά τη γνώμη μου, σταθερά προσανατολισμένες υπέρ μίας «ελεγχόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης»:

  • Θέλουν μία μεγάλη Ευρωπαϊκή Ένωση ως εργαλείο ενσωμάτωσης στο δυτικό οικονομικό και πολιτικό σύστημα των κρατών που βγήκαν από την περιπέτεια του υπαρκτού σοσιαλισμού.
  • Θέλουν την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και άρα την ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Έχουν αποδεχθεί την οικονομική και νομισματική Ένωση και την ύπαρξη του Ευρώ.
  • Δεν θέλουν όμως την Ευρώπη ως μία θεσμική και πολιτική οντότητα που θίγει στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας τις ισορροπίες και τις δομές της Βορειοατλαντικής συνεργασίας και του ΝΑΤΟ ή ως μία οντότητα που διεκδικεί έναν νέο ρόλο για τον Ο.Η.Ε. και κυρίως για το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Από την άποψη αυτή η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στα μάτια των Η.Π.Α. ένας οργανισμός κατάλληλος να αναλάβει το κόστος της ενσωμάτωσης νέων χωρών, ένα ασφαλές πεδίο οικονομικής δράσης, ένας εμπορικός εταίρος, αλλά όχι μία ισοδύναμη στρατιωτική και πολιτική οντότητα.

Ο τρόπος μάλιστα με τον οποίο οι Η.Π.Α. χειρίζονται τη σχέση μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών - μελών της δείχνει ότι έχουν πολύ καλή αίσθηση του ευρωπαϊκού συσχετισμού δυνάμεων. Η στάση των περισσότερων νέων κρατών – μελών που οδήγησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 επηρεάζεται αναμφίβολα σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ιστορική εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού και των σχέσεων τους με την πρώην Σοβιετική Ένωση. Είναι προφανές ότι στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης – όπως και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ – ο αριθμός των κρατών που ανήκουν στην «βορειοατλαντική» πτέρυγα έχει αυξηθεί. Κάποιοι διακρίνουν ανάμεσα στην παραδοσιακή «βορειοατλαντική» στάση ορισμένων παλαιών κρατών – μελών και την καθαρότερα «φιλοαμερικανική» στάση των περισσότερων νέων κρατών μελών. Σε κάθε περίπτωση είναι αλήθεια ότι για όλα τα μεγάλα θέματα στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών θεσμών διακρίνονται δύο μεγάλες τάσεις: μία περισσότερο «ευρωπαϊκή» και μία περισσότερο «ατλαντική ». Πολλοί λένε ότι για όλα τα μεγάλα βήματα και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών θεσμών διακρίνονται δύο μεγάλες τάσεις. Μία περισσότερο «ευρωπαϊκή» και μία περισσότερο «ατλαντική». Η διάκριση ανάμεσα στην ηπειρωτική Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο ή η διάκριση ανάμεσα στα παλιά κράτη-μέλη της Ευρώπης των 15 και τα νέα κράτη-μέλη της κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής μετατρέπεται σε μία διάκριση ανάμεσα σε μία περισσότερο χειραφετημένη και μία περισσότερο φιλική στάση απέναντι στις ΗΠΑ.

Οι Η.Π.Α. έχουν ενεργό άποψη για τη διεύρυνση, για την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας και άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Γνωρίζουν πολύ καλά τις δυσκολίες και της αντιφάσεις του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, γνωρίζουν πολύ καλά το σημείο μέχρι το οποίο μπορεί να φτάσει η λεγόμενη «κοινοτική μέθοδος» που έχει έντονα ομοσπονδιακό χαρακτήρα και το σημείο από το οποίο και μετά είναι αναγκαστική η προσφυγή στη διακυβερνητική μέθοδο που βασίζεται στο σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών-μελών.

Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται άλλωστε σε όλα τα μεγάλα θέματα όπως η Συνθήκη για τη θέσπιση ενός Συντάγματος για την Ευρώπη που προσέκρουσε τελικά στο αρνητικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στη Γαλλία και την Ολλανδία. Τώρα βρίσκεται – επαναλαμβάνω - υπό κύρωση η λεγόμενη μεταρρυθμιστική συνθήκη της Λισαβόνας που διασώζει στο μεγαλύτερο μέρος του ουσιαστικού περιεχομένου του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, εγκαταλείπει όμως τους μεγάλους συμβολισμούς που περιείχε το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα: τη σημαία, τον ύμνο και τον ίδιο τον όρο Σύνταγμα που παραπέμπει στην κρατική κυριαρχία.

Από τον 18ο αιώνα που σφραγίζεται από το αμερικανικό Σύνταγμα και την αμερικανική ανεξαρτησία μέχρι τον 21ο αιώνα η απόσταση είναι μικρή καθώς και στη μία και στην άλλη περίπτωση κυριαρχεί η έννοια του Συντάγματος. Να μία άλλη ιστορική και γενετική συνάφεια ανάμεσα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ανάμεσα στην παράδοση της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας και την παράδοση της Γαλλικής Επανάστασης.

Ανεξάρτητα από το πώς περιγράφει κάποιος τα φαινόμενα αυτά που αφορούν κατ’ εξοχήν την πολιτική οντότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αλήθεια είναι ότι οι ΗΠΑ είναι στην πραγματικότητα παρούσες στο τραπέζι των συνεδριάσεων και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό την έννοια αυτή οι ΗΠΑ είναι μέλος και μάλιστα ισχυρό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι επίσημες αμερικανικές αντιλήψεις για όλα τα κρίσιμα θέματα, μετέχουν στο φάσμα των πολιτικών αντιλήψεων που αντιπαρατίθενται στο ευρωπαϊκό πολιτικό γίγνεσθαι.

Αυτό βεβαίως ισχύει και αντιστρόφως. Οι αντιλήψεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «ευρωπαϊκές» σε σχέση με την ασφάλεια, τον πολυμερισμό, την διαχείριση των διεθνών κρίσεων, είναι μέρος του αμερικανικού πολιτικού γίγνεσθαι. Υποστηρίζονται από αμερικανούς διανοούμενους, από υποψήφιους για το προεδρικό αξίωμα, από γερουσιαστές και μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων. Το αίτημα να κλείσει το Γκουαντάναμο, όταν διατυπώνεται στην Ευρώπη, μπορεί να θεωρηθεί ως εκδήλωση αντιαμερικανισμού. Όταν το ίδιο θέμα τίθεται από το γερουσιαστή Μc Cain είναι παράμετρος της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής ζωής.

Είναι κοινός τόπος πως υπάρχουν μεγάλες αισθητικές και ιδεολογικές διαφορές ανάμεσα στην αμερικανική και την ευρωπαϊκή θεώρηση της ιστορίας, των διεθνών σχέσεων, του πολέμου. Είναι πολλοί αυτοί που αναπαράγουν τη διάκριση ανάμεσα σε μία Ευρώπη οπαδό του Κant, της αιώνιας ειρήνης και της θεάς Αφροδίτης και μία Αμερική οπαδό του Ηobbes, της σύγκρουσης με το «κακό» και του θεού Άρη. Είναι συνηθισμένο να εστιάζεται η συζήτηση στις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική ως προς τις σχέσεις πολιτικής και θρησκείας. Υπάρχουν και στις δύο ηπείρους διάφορες κατηγορίες πολιτικού λόγου. Υπάρχουν και στις δύο ηπείρους απλουστευτικές, δημαγωγικές και λαϊκιστικές θεωρήσεις που αντιβαίνουν στον ορθολογισμό και θεωρήσεις ψύχραιμες, υπεύθυνες πολυπρισματικές και ορθολογικές.

Σημασία έχουν οι πολιτικοί θεσμοί μέσα στους οποίους εξελίσσονται οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις. Από την άποψη αυτή το εθνικό κράτος στην Ευρώπη εξακολουθεί να είναι κρίσιμη βαθμίδα και για την λειτουργία της δημοκρατίας και για την προστασία του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως διοικητικό σύστημα, λειτουργεί ως έννομη τάξη και δικαστικό σύστημα, λειτουργεί ως ενιαία αγορά, αλλά δεν λειτουργεί ακόμη ως ενιαίο πολιτικό σύστημα. Δεν υπάρχει η βασική διάκριση μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας που είναι ο πυρήνας μία σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ανεξάρτητα από το αν αυτή οργανώνεται σύμφωνα με το αμερικανικό προεδρικό σύστημα ή σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά κοινοβουλευτικά ή ημι – προεδρικά συστήματα διακυβέρνησης. Δεν υπάρχει μία καθαρή ευρωπαϊκή κυβέρνηση ή μία καθαρή ευρωπαϊκή αντιπολίτευση. Την Ευρωπαϊκή Ένωση διευθύνει ένας κυλιόμενος μεγάλος συνασπισμός στον οποίο μετέχουν όλα τα κράτη, όλες οι κυβερνήσεις και οι πλειοψηφίες όλων των εθνικών κοινοβουλίων: χριστιανοδημοκρατικές, συντηρητικές, φιλελεύθερες, σοσιαλιστικές, εργατικές. Κυβερνήσεις συντηρητικές και κυβερνήσεις προοδευτικές, κυβερνήσεις μονοκομματικές και κυβερνήσεις συνεργασίας, κυβερνήσεις σταθερές και κυβερνήσεις ασταθείς συνυπάρχουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Λόγω των είκοσι επτά διαφορετικών εκλογικών και πολιτικών κύκλων που υπάρχουν στα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κυλιόμενος αυτός συνασπισμός συνεχώς αναδιατάσσεται, αλλά διατηρείται.

Η κατάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη σε σχέση με την απλότητα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο ιδίως όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, την πολιτική ασφαλείας, αλλά και την νομισματική πολιτική.

Μέσα σε ένα παρόμοιο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα, η παρέμβαση των Η.Π.Α είναι συχνά αποφασιστική. Το ίδιο δεν συμβαίνει αντίστροφα. Η ευρωπαϊκή οπτική γωνία δεν παρακάθεται στις συνεδριάσεις που γίνονται στον Λευκό Οίκο ή στο Κογκρέσο. Θα ήταν όμως λάθος η ευρωπαϊκή οπτική γωνία να μην λαμβάνει σοβαρά υπόψη από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων στις Η.Π.Α. Αυτό επιβάλλεται από την κοινή ιστορική μοίρα που υπάρχει ανάμεσα στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να αξιοποιούν και να σέβονται το γεγονός ότι λειτουργούν ως de facto μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 


* Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στο Woodrow Wilson International Center for Scholars Washington D.C.

 

Tags: Ευρωπαϊκή Ένωση