31 Μαρτίου 2008


Κυρίες και κύριοι, χαίρομαι πάρα πολύ που βρίσκομαι εδώ μαζί σας. Από την ένταξη της Ελλάδας στις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες μέχρι σήμερα, πέρασαν περίπου 28 χρόνια. Μέσα σε αυτά τα 28 χρόνια άλλαξαν όλα τα μεγέθη. Άλλαξε το μέγεθος  του κόσμου, το μέγεθος της διεθνούς οικονομίας, άλλαξε το μέγεθος των Βαλκανίων, άλλαξε το μέγεθος της χώρας και βέβαια άλλαξε και το μέγεθος των ευρωπαϊκών σπουδών στην χώρα μας. Είναι πλούσια η σχετική βιβλιογραφία και χαίρομαι γιατί αποκτά τώρα δύο πολύ σημαντικά βιβλία αναφοράς, δύο πολύ σημαντικούς τόμους χάρη στους επιμελητές, τους συγγραφείς και στις εκδόσεις «Θεμέλιο».

Άλλαξαν όμως πάρα πολλά πράγματα –πιστεύω- και στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας σε σχέση με το ευρωπαϊκό φαινόμενο. Ξεκινήσαμε με έναν ενθουσιασμό που οφειλόταν βεβαίως στις πολύ σκληρές ιστορικές συγκυρίες λόγω της δικτατορίας και η Ελλάδα ξεκίνησε τη συμμετοχή της στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και τις συνέχισε με ένα ρυθμό εντεινόμενο, με μία παραδοσιακή ευρωπαϊκή νομιμοφροσύνη. Γιατί η Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ήταν και είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ταυτόσημη στη συνείδηση του ελληνικού λαού με τη δημοκρατία, με τη σταθερότητα, με την ασφάλεια. Πρέπει όμως για να είμαστε ειλικρινείς και δίκαιοι να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια αυτή η παραδοσιακή ευρωπαϊκή νομιμοφροσύνη έχει δώσει τη θέση της σε ένα λανθάνοντα κοινωνικό ευρωσκεπτικισμό. Μπορεί να μην έχουν μεταβληθεί οι βασικές πολιτικές αντιλήψεις και οι θέσεις των πολιτικών κομμάτων, ιδίως των δύο μεγαλύτερων κομμάτων που άσκησαν ή ασκούν εξουσία, αλλά στην κοινή γνώμη διαχέεται μία επιφύλαξη που καθιστά για τη χώρα μας την ευρωπαϊκή πολιτική της κάτι πολύ πιο πολύπλοκο σε σχέση με το παρελθόν. Δεν αρκεί να μετέχει κανείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν αρκεί να παρακολουθεί κανείς τις εξελίξεις, υπάρχει υποχρέωση συμμετοχής σε μία ανοικτή συνεχή διακρατική και κοινοτική διαπραγμάτευση. Οι πολίτες απαιτούν από την κυβέρνηση της χώρας τους, από το πολιτικό σύστημα, να εκπροσωπεί την αγωνία τους με έναν λεπτομερέστερο και αποτελεσματικότερο τρόπο στα διάφορα ευρωπαϊκά fora και αυτό νομίζω ότι είναι κάτι που πρέπει να το λάβουμε πάρα πολύ σοβαρά υπόψη μας. Και αυτό γιατί έχουν αλλοιωθεί, μεταβληθεί θα έλεγα καλύτερα, οι βασικές παραδοχές της ίδιας της συμμετοχής της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το πρώτο κίνητρο ήταν η δημοκρατία και η θεσμική σταθερότητα, όμως τώρα ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ως τέτοια δεν είναι ταυτόσημη με τη δημοκρατία, με τη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών δημοκρατικών θεσμών. Καταλαβαίνει πάρα πολύ καλά ποιο είναι το περιβόητο δημοκρατικό, πολιτικό και ιδεολογικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πολίτης και στην Ελλάδα αντιλαμβάνεται πάρα πολύ καλά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως διοικητικός μηχανισμός, λειτουργεί ως δικαστικό σύστημα, λειτουργεί ως σύστημα διαχείρισης της νομισματικής πολιτικής με πρωτοκαθεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ιδίως για τις χώρες της ΟΝΕ και της ζώνης του ευρώ, αλλά αντιλαμβάνεται επίσης πάρα πολύ καλά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν λειτουργεί ως ένα καθαρό και διαφανές πολιτικό σύστημα όπως το ξέρουν οι πολίτες όλων των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοκρατικού, αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος. Ξέρει ο πολίτης πάρα πολύ καλά, ότι την Ευρωπαϊκή Ένωση πολιτικά τη διαχειρίζεται ένας μεγάλος συνασπισμός,  ο οποίος είναι μάλιστα κυλιόμενος γιατί υπάρχουν ασύμπτωτοι πολιτικοί και εκλογικοί κύκλοι σε 27 κράτη-μέλη. Άρα πάντα θα είναι έτσι τα πράγματα ώστε να συνυπάρχουν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο Συμβούλιο δυνάμεις ετερόκλητες. Και έτσι πρέπει οι διακρατικοί συσχετισμοί που εμπνέονται από ορισμένες  σταθερές εθνικές αντιλήψεις, επιδιώξεις, στερεότυπα να διασταυρώνονται με την πολιτική, κοινωνική και ιδεολογική φυσιογνωμία κυβερνήσεων που δίνουν τη θέση τους σε άλλες κυβερνήσεις, αλλά πάντα υπάρχει αυτός ο μεγάλος συνασπισμός που καλύπτει ένα ευρύτατο πολιτικό φάσμα και είναι και κυλιόμενος άρα είναι πάρα πολύ δύσκολο να αντιληφθείς ποιος έχει την ευθύνη και είναι πάρα πολύ δύσκολο να αντιληφθείς πώς παράγεται η πολιτική βούληση.

Αυτό το έλλειμμα πολιτικού βολονταρισμού είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδίως όταν χρειάζεται να κάνεις μεγάλα βήματα, υπερβάσεις και ιδίως όταν χρειάζεται να διαχειριστείς πολύ σημαντικές κρίσεις απέναντι σε άλλες οντότητες της διεθνούς ζωής οι οποίες έχουν απλούστερο σύστημα λειτουργίας. Άρα λοιπόν το βασικό συστατικό που ήταν η δημοκρατία αρχίζει να αντιμετωπίζεται με έναν σκεπτικισμό και ένα σχετικισμό. Το ίδιο όμως συμβαίνει και με τα άλλα δύο. Η σταθερότητα ήταν στη συνείδηση των Ελλήνων πολιτών ταυτισμένη με την πολιτική κυρίως σταθερότητα και τη θεσμική σταθερότητα. Εδώ και πολλά χρόνια έχει πια ταυτιστεί με την οικονομική σταθερότητα, όπως την αντιλαμβάνεται το σύμφωνο σταθερότητας, άρα με μία αντίληψη που έχει προσφέρει πολλά, αναμφίβολα, γιατί η δημοσιονομική σταθερότητα και οι μακροοικονομικές ισορροπίες έχουν πάρα πολύ μεγάλη σημασία αλλά από ένα σημείο και μετά χάνουν τη σημασία τους όταν ο πολίτης δεν μπορεί να αντιληφθεί με ορατό τρόπο πως υπάρχει μέριμνα και για αυτόν, πως υπάρχει μέριμνα για τις νέες ανισότητες, πως το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης πράγματι διατηρείται και προσαρμόζεται με όλα του τα χαρακτηριστικά, τα θεσμικά, τα δικαιοκρατικά, τα κοινωνικά, τα περιβαλλοντικά.

Αυτό όμως δεν το νοιώθει τώρα ο πολίτης κι αυτό το πλήρωσε η συνθήκη για τη θέσπιση ενός Συντάγματος της Ευρώπης, ακριβώς επειδή υπήρξε σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες η αγωνία πως το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης που είναι ταυτισμένο με την ανθοφορία των δημοκρατικών θεσμών, που είναι ταυτισμένο με το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που είναι ταυτισμένο με μία πολιτική έκρηξη, που είναι ταυτισμένο με το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος τίθεται εν αμφιβόλω. Τίθεται  εν αμφιβόλω επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να εκπέμψει σαφή πολιτικά μηνύματα για τις προθέσεις της. Και εδώ το πρόβλημα  που τίθεται σε όλα τα κράτη-μέλη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως τέτοια είναι αυτή η αμφισβήτηση των προθέσεων των κυβερνώντων, των εκάστοτε κυβερνόντων και αυτό δημιουργεί μία κρίση νομιμοποίησης η οποία δεν αφορά μόνο τα κράτη - μέλη αφορά και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως τέτοια. Χρειάστηκε ένας περίπλοκος χειρισμός προκειμένου να διασωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της ως προς το περιεχόμενό της η συνθήκη για το ευρωπαϊκό Σύνταγμα μέσα από την μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισαβόνας, χρειάστηκε να υποσταλούν πολλές σημαίες συνταγματικού «πατριωτισμού» προκειμένου να διασφαλιστεί, εάν διασφαλιστεί έως το τέλος η κύρωση και η επικύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας, σύμφωνα με τις συνταγματικές διαδικασίες 27 διαφορετικών κρατών-μελών και πάντως είναι φανερό ότι υπήρξε –αν θέλετε- μία ρεβάνς του σύγχρονου εθνικού κράτους και στην Ευρώπη γιατί στο βωμό αυτής όλης της προσπάθειας θυσιάστηκε όλο το συμβολικό βάρος του λεγόμενου ευρωπαϊκού Συντάγματος και δεν αναφέρομαι μόνο στον ύμνο, στη σημαία, αναφέρομαι κυρίως στην έννοια του Συντάγματος που παραπέμπει στην έννοια της κυριαρχίας, στην έννοια της δημοκρατίας  και σε όλα τα άλλα στοιχεία που συγκροτούν αυτήν παραδοσιακή βεστφαλιανή κατά βάθος αντίληψης περί κράτους και κυριαρχίας. Και το τρίτο στοιχείο, που ήταν παρακινητικό για την ένταξή μας και προκαλούσε ενθουσιασμό και νομιμοφροσύνη και ελπίδα, η ασφάλεια. Η ασφάλεια στην Ελλάδα γίνεται αντιληπτή ως ασφάλεια θεσμική -τώρα πια  η δικτατορία είναι πάρα πολύ μακρινή- γίνεται αντιληπτή ως ασφάλεια νομισματική,  ίσως αυτό δεν έχει συζητηθεί όσο πρέπει, τώρα που ζούμε μία εκτεταμένη και βαθειά διεθνή νομισματική και χρηματοπιστωτική κρίση και η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ και στη ζώνη του ευρώ προσφέρει έναν θώρακα που δεν θα την είχε προσφέρει η δραχμή  αν δεν είχαμε μπει στην ΟΝΕ. Αλλά άλλο είναι η νομισματική ασφάλεια, την οποία δεν υποτιμώ καθόλου, μα καθόλου, και άλλο είναι η ασφάλεια με όρους εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής στην αντίληψη αυτή την κλασική και παραδοσιακή περί ασφάλειας, η εισφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πάρα πολύ μικρή, δεν υπάρχει μεγάλο θέμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που να μη διασταυρώνεται με την αμερικανική εξωτερική πολιτική και την αμερικανική παρουσία στην νοτιοανατολική Ευρώπη, την ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και αυτό είναι μία πραγματικότητα την οποία τη ζούμε τώρα σε σχέση με το όνομα  της FYROM, τη ζούμε σε σχέση με το Κυπριακό, τη ζούμε σε σχέση με τις  ελληνοτουρκικές σχέσεις, τη ζούμε καθημερινά.

Αυτή είναι μία πραγματικότητα την οποία δεν μπορεί να  την αγνοήσει κανείς ακόμη και αν αντιλαμβάνεται ότι οι ΗΠΑ είναι οπαδοί μιας ανερχόμενης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης καθώς θέλουν να αναθέσουν –και αναθέτουν διαρκώς- στην Ευρωπαϊκή Ένωση το κόστος της ενσωμάτωσης των κρατών που είχαν περάσει από την εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού –πρωτύτερα από τη διάλυση της τέως Γιουγκοσλαβίας και της τέως Σοβιετικής Ένωσης- αλλά αυτό ως ένα σημείο. Και το βλέπουμε αυτό καθαρά στα Βαλκάνια για μία ακόμη φορά, βλέπουμε δηλαδή να επαναλαμβάνεται το σκηνικό του 1990, βλέπουμε πια να πιστοποιείται η αποτυχία της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πολιτικής οντότητας. Το Κοσυφοπέδιο μπορεί να ξεκίνησε ως ευρωπαϊκό προτεκτοράτο, εξελίχθηκε πάρα πολύ γρήγορα σε αμερικανικό προτεκτοράτο, το γεγονός ότι υπήρξαν σημεία συμβιβασμού των 27 κρατών-μελών στη διαχείριση του προβλήματος δεν σημαίνει ότι υπήρχε και καμία ευρωπαϊκή πρωτοβουλία ή ότι ανεκόπησαν ή καθοδηγήθηκαν διαφορετικά οι εξελίξεις. Οι εξελίξεις ήταν αυτές που σχεδιάστηκαν εξαρχής  εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και αν κάπου υπάρχει προβληματισμός και ανάχωμα αυτό είναι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, άρα η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί και πάλι ως ένας εξαιρετικά επιφυλακτικός και  διστακτικός θεατής να εξελίσσεται μία νέα φάση των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων χωρίς η ευρωπαϊκή συμμετοχή να είναι και τόσο καθοριστική και  τόσο σαφής και τόσο ενσυνείδητη όσο θα θέλαμε. Πρέπει να παραδεχθούμε αυτές τις καταστάσεις για να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε μία ευρωπαϊκή οντότητα η οποία να μπορεί να ξεπεράσει τις δυσκολίες αυτές, κάτι που δεν είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο, στο μέτρο που το ζήτημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, της ασφάλειας της ηπείρου, ήδη από το 1917 και μετά είναι ένα ζήτημα που απασχολεί πάρα πολύ έντονα και την αμερικανική πολιτική και αν διαβάσει κανείς τώρα, το 2008, τους δεκατέσσερις όρους του Wilson  μπορεί να μην καταλάβει ότι είναι διατυπωμένοι το 1918, αλλά να θεωρήσει ότι είναι διατυπωμένοι το 1990 ή και το 2008 σε πολύ μεγάλο βαθμό. Άρα η αλήθεια είναι ότι πρέπει να δούμε πια την Eυρωπαϊκή Ένωση χωρίς συμπλέγματα πολιτικού και εθνικού επαρχιωτισμού, δεν μπορεί να είναι για μας, όπως σωστά είπε η κ. Μπακογιάννη προηγουμένως, ούτε συνώνυμη με ένα ταμείο κρατικών κοινοτικών ενισχύσεων, δεν μπορεί να είναι ταυτισμένη με ένα «οχυρό» που υποκαθιστά τις λειτουργίες ενός προστατευτικού κράτους παλιάς αντίληψης αλλά πρέπει να είναι ταυτισμένη με τον προβληματισμό και την ανάγκη να προσχωρήσουμε ξανά σε κάποιες κευνσιανές πολιτικές οι οποίες είναι απολύτως αναγκαίες εάν θέλουμε να διασώσουμε τον πυρήνα των  κατακτήσεων του ευρωπαϊκού μοντέλου ανάπτυξης. Και βέβαια αυτό αφορά και τα πολύ μεγάλα θεσμικά θέματα  αλλά και θέματα τα οποία έχουν καθαρότερο οικονομικό και αναπτυξιακό χαρακτήρα από την κειμένη αγροτική πολιτική και τους ιδίους πόρους και άρα τους όρους άσκησης φορολογικής πολιτικής σε σχέση με το ΦΠΑ μέχρι τα ζητήματα της κοινοτικής ασφάλισης τα οποία είναι τόσο επίκαιρα στις μέρες αυτές, θέματα τα οποία δεν ασκούμε όσο πρέπει, στα περιθώρια που μας παρέχει το πλαίσιο της κοινοτικής ευρωπαϊκής έννομης τάξης και δε μετέχουμε όσο ενεργά θα έπρεπε στη διαμόρφωση αυτού του πλαισίου το οποίο μας εκπλήσσει μερικές φορές ωσάν να μην έχουμε συμμετοχή εμείς στην παραγωγή αυτού του κεκτημένου το οποίο περνάει από τα χέρια μας αλλά το αντιλαμβανόμαστε με καθυστέρηση και το αντιλαμβανόμαστε σαν να μας έχει έλθει από έξω, ενώ έχουμε συμπράξει στην παραγωγή κυρίως των οδηγιών που πολλές φορές μας  εκπλήσσουν, άλλοτε αρνητικά, άλλοτε θετικά, ενώ θα έπρεπε να έχουμε πολύ μεγαλύτερη ικανότητα πρόγνωσης και πολύ μεγαλύτερη βούληση συνδιαμόρφωσης αυτών των νομοθετικών κειμένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πιστεύω ότι τα κείμενα τα οποία περιλαμβάνονται στους δύο συλλογικούς τόμους έχουν την ικανότητα να μας εντάξουν σε ένα προβληματισμό άλλης ποιότητας, να μας μεταφέρουν σε ένα προβληματισμό πιο απαιτητικό, πιο σύγχρονο, πιο διορατικό, πιο πολύπλοκο. Άρα όταν φτάνει κανείς σε αυτό το σημείο της πολυπλοκότητας των προσεγγίσεων πρέπει να είναι επιφυλακτικός γιατί τελικά η διαχείριση των θεμάτων είναι διαχείριση πολιτική και πρέπει να δίνουμε απλές απαντήσεις, πρέπει να δίνουμε απαντήσεις οι οποίες να είναι κατανοητές από τον πολίτη στο όνομα του οποίου και λειτουργούμε, στο όνομα του οποίου ασκούμε την αρμοδιότητά μας και την εθνική και την κοινοτική. Εκεί πρέπει να συναντούμε το όριό μας. Πρέπει να μη γοητευόμαστε από μία  τεχνοκρατική προσέγγιση των πραγμάτων, ούτε από την κοινοτική ιδιόλεκτο. Δεν είναι το απαύγασμα του κοινοτικού προβληματισμού η του προβληματισμού σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση τα διάφορα έγγραφα εργασίας που κυκλοφορούν στις  υπηρεσίες και  τους διαδρόμους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή στις υπηρεσίες της γραμματείας του συμβουλίου. Τα πράγματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα και πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε, ακριβώς επειδή είναι πολύπλοκα, με απλό και πολιτικό τρόπο δηλαδή να ζητάμε τα πολιτικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι μόνο το Κοινοβούλιο που το κάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό, αλλά και το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να δίνουν απαντήσεις οι οποίες είναι πιο καθαρές, πιο σαφείς, πιο ευανάγνωστες για τον Ευρωπαίο και άρα για τον Έλληνα πολίτη.

 


* Η στην εκδήλωση «Ευρωπαϊκή Ένωση και Ελλάδα» πραγματοποιήθηκε στο στο ΥΠΕΞ στην αίθουσα Γιάννος Κρανιδιωτης, με αφορμή την παρουσίαση τόμων:

  • Η Νέα Ευρωπαϊκή Ένωση (επιμ.Ν. Μαραβέγια-Μ. Τσινισιζέλη), εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2007
  •   Η Ελλαδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (επιμ. Ν. Μαραβέγια), εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2007
Tags: Ευρωπαϊκή Ένωση