12 Μαΐου 2005

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση και λήψη απόφασης επί της προτάσεως που υπέβαλαν ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος κ. Γ. Παπανδρέου, η Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας κα Α. Παπαρήγα, ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς κ. Α. Αλαβάνος και οι Βουλευτές των κομμάτων τους, καθώς και οι ανεξάρτητοι Βουλευτές κ.κ. Α. Ανδριανόπουλος και Σ. Μάνος με την οποία ζητείται, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το ψηφισμένο νομοσχέδιο: «Κύρωση της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης».


 

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η συζήτηση για την κύρωση της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης ολοκληρώθηκε στη Βουλή πριν τις διακοπές του Πάσχα με τη συντριπτική υπερψήφιση του κοινοτικού νομοσχεδίου. Η συζήτηση αυτή διεξήχθη μέσα σ΄ ένα συγκεκριμένο πολιτικό κλίμα. Σας καλώ να θυμηθούμε ποιο ήταν το πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η επιχειρηματολογία της Κυβέρνησης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και για τη σχέση ευρωπαϊκού Δικαίου και εθνικού Συντάγματος πριν από λίγες εβδομάδες.

Η Κυβέρνηση τότε επιχειρηματολογούσε στο όνομα της προάσπισης του εθνικού συμφέροντος, της εθνικής κυριαρχίας και του εθνικού Συντάγματος. Και ενώ προωθούσε την κύρωση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, έτσι ώστε η Ελλάδα να είναι μία από τις πρώτες χώρες που θα κυρώσει τη νέα Συνθήκη, από την άλλη μεριά με αφορμή τη γνωστή περιπέτεια του «Βασικού Μετόχου» ανέπτυσσε τη θεωρία της υπεροχής του εθνικού Συντάγματος και της αυτονομίας του εθνικού νομοθέτη.

Όλα αυτά κατέρρευσαν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Η εικόνα είναι ριζικά διαφορετική, το κλίμα έχει ανατραπεί. Η Κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει και προς τη Βουλή των Ελλήνων και προς τον ελληνικό λαό πώς από την επίμονη διγλωσσία της προηγούμενης περιόδου, όπου άλλα έλεγε εδώ και άλλα έλεγε στις Βρυξέλλες, τώρα δίνει εξηγήσεις, υποχωρεί, υπαναχωρεί και αποδέχεται το αυτονόητο: Ότι όταν το εθνικό Σύνταγμα μιας χώρας, όπως είναι η Ελλάδα, προβλέπει το ίδιο, με ρητή διάταξή του, ότι η χώρα μπορεί να παραχωρήσει εθνικές αρμοδιότητες στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να αποδεχθεί αντίστοιχους περιορισμούς της εθνικής της κυριαρχίας, το ευρωπαϊκό φαινόμενο και το ευρωπαϊκό Δίκαιο και το ευρωπαϊκό Σύνταγμα δεν είναι κάτι που επιβάλλεται επί του κράτους και επί του εθνικού του Συντάγματος, αλλά είναι κάτι που προκύπτει, επειδή τα κράτη - μέλη θέλουν να το διαμορφώσουν και θέλουν να παραχωρήσουν αρμοδιότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρα, το ευρωπαϊκό φαινόμενο δεν είναι κάτι που γίνεται σε αντίθεση προς τα εθνικά Συντάγματα και τις εθνικές ταυτότητες των κρατών-μελών, αλλά είναι κάτι που γίνεται με βάση τα συντάγματα των κρατών-μελών και με διαφύλαξη της πολυμορφίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άρα προς όφελος των κρατών-μελών που κάνουν αυτήν την επιλογή.

Συνεπώς η Κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει την αλλαγή στάσης της, τις αντιφάσεις της και τον ανεύθυνο τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το ζήτημα αυτό. Και ευτυχώς η κοινή πρωτοβουλία των κομμάτων της Αντιπολίτευσης να θέσουν ζήτημα διεξαγωγής δημοψηφίσματος κράτησε ανοικτή αυτήν τη συζήτηση, ώστε και η Βουλή να λειτουργήσει μετά λόγου γνώσεως και έχοντας υπ΄όψιν της όλη την καμπύλη αυτής της υπόθεσης και ο ελληνικός λαός επιτέλους να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβαίνει.

Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της νομικής βάσης της πρότασης της Αντιπολίτευσης για τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Το άρθρο 44 παράγραφος 2 προβλέπει δύο τύπους δημοψηφίσματος. Και οι δύο τύποι είναι ισοδύναμοι και οι δύο τύποι μπορούν να ενεργοποιηθούν με αφορμή μια νέα Συνταγματική Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί η Συνθήκη αυτή που αντικαθιστά τις προηγούμενες και επανιδρύει την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι και κρίσιμο εθνικό ζήτημα, ζήτημα μείζονος επιλογής της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και σπουδαίο κοινωνικό θέμα γιατί υπερβαίνει την καθημερινότητα των πολιτικών θεμάτων. Γιατί σπουδαίο κοινωνικό ζήτημα δεν είναι μόνον το κοινωνικά ευαίσθητο ζήτημα, αλλά κυρίως το ζήτημα προσανατολισμού μιας κοινωνίας, όπως είναι η ελληνική. Και είναι πραγματικό λάθος της Κυβέρνησης που άφησε αναξιοποίητη την ευκαιρία να ενεργοποιήσει το πρώτο εδάφιο αυτής της διάταξης προκηρύσσοντας, πριν την κοινοβουλευτική συζήτηση, δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα. Είναι υποχρεωμένη όμως τώρα να αντιμετωπίσει για πρώτη φορά σε κοινοβουλευτικό επίπεδο και με επίσημο τρόπο την πρόταση των τριών κομμάτων της Αντιπολίτευσης.

Οι προϋποθέσεις υπάρχουν όλες, όπως προβλέπει το Σύνταγμα. Έχουμε ψηφισμένο νόμο πριν από την έκδοσή του και ζητούμε να διεξαχθεί κυρωτικό νομοθετικό δημοψήφισμα, που αφορά την κύρωση του νόμου που έχει ψηφιστεί, ο οποίος με τη σειρά του κυρώνει την Ευρωπαϊκή Συνθήκη, προκειμένου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά να προβεί στη διεθνή πράξη της επικύρωσης και της ανταλλαγής των σχετικών διπλωματικών εγγράφων.
Η ένσταση του Υπουργού Εσωτερικών και αγαπητού συναδέλφου στο πανεπιστήμιο είναι: «Μα, τα θέματα που ρυθμίζει η Συνθήκη είναι και δημοσιονομικά.». Το Σύνταγμα απαγορεύει ρητά τη διεξαγωγή νομοθετικού κυρωτικού δημοψηφίσματος για δημοσιονομικά θέματα. Όταν το Σύνταγμα στο άρθρο 44 αναφέρεται σε «δημοσιονομικά θέματα» αναφέρεται στα κατά το Σύνταγμα της Ελλάδας δημοσιονομικά θέματα τα προβλεπόμενα στο άρθρο 78 και 79, δηλαδή στην επιβολή φόρου ή τέλους με τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 και στη διαδικασία ψήφισης του προϋπολογισμού κατά το άρθρο 79.

Η Συνθήκη δεν αφορά καθόλου ούτε τη θέσπιση φορολογικής νομοθεσίας εθνικού περιεχομένου, ούτε την ψήφιση του εθνικού Κρατικού Προϋπολογισμού, τακτικού και δημοσίων επενδύσεων. Άρα, δεν ισχύει η παρατήρηση αυτή, η ένσταση της Κυβέρνησης.

Όμως το θέμα είναι βαθύτατα πολιτικό και κοινωνικό. Τι νόημα έχει η πρότασή μας για διεξαγωγή δημοψηφίσματος με δεδομένη μάλιστα τη διαφοροποίηση των κομμάτων της Αντιπολίτευσης; Γιατί το Κομμουνιστικό Κόμμα και ο Συνασπισμός είναι κατά της κύρωσης της Συνθήκης. Όμως το ΠΑΣΟΚ είναι υπέρ της κύρωσης της Συνθήκης.

Γιατί θέλουμε εμείς δημοψήφισμα, ενώ είναι ψηφισμένο με συντριπτική πλειοψηφία το νομοσχέδιο και ενώ είμαστε υπέρ της κύρωσης; Διότι θέλουμε η κύρωση να είναι μια ενσυνείδητη απόφαση του ελληνικού λαού. Δεν είμαι οπαδός ούτε του ευρωσκεπτικισμού ούτε του ευρωενθουσιασμού. Θέλω συνειδητούς Ευρωπαίους πολίτες. Θέλω Έλληνες και Ελληνίδες που ξέρουν τι κάνουν, ξέρουν τι αποφασίζουν, ξέρουν πού πηγαίνει η χώρα τους και αποφασίζουν αυτοί για τον προσανατολισμό της χώρας.

Το Εθνικό Σύνταγμα, όπως και το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, είναι ένα θεσμικό κέλυφος. Τα Συντάγματα και οι συνθήκες δεν διαμορφώνουν πολιτική. Η Ευρώπη αποκτά Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και μια νέα συνθήκη, αλλά δεν αποκτά έτσι ευρωπαϊκή πολιτική. Το πολιτικό της έλλειμμα είναι πάρα πολύ μεγάλο και είναι πολύ κρισιμότερο από το δημοκρατικό και θεσμικό έλλειμμα που προσπαθεί να θεραπεύσει –κατά κάποιον τρόπο- το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα.

Πολιτική ευρωπαϊκή σημαίνει άποψη για τη χειραφέτηση της Ευρώπης, για την εξωτερική της πολιτικής, για τη διεθνή της παρουσίας, όχι μόνο στο επίπεδο των εξωτερικών και αμυντικών σχέσεων αλλά και στο επίπεδο του ανταγωνισμού και του ευρωπαϊκού μεταβιομηχανικού μοντέλου ανάπτυξης, στο επίπεδο του τραγικού παγκόσμιου κοινωνικού ντάμπινγκ που γίνεται από χώρες που είναι μεγάλοι παράγοντες του διεθνούς εμπορίου, όπως η Κίνα και η Ινδία, όπου πολλές φορές έχουμε άθλιες συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων και μειωμένα κοινωνικά δικαιώματα. Και η Ευρώπη πρέπει να φροντίσει να κάνει εξαγωγή του δικού της μοντέλου κοινωνικής προστασίας διαπραγματευόμενη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς και όχι να αποδεχθεί τον εκτελωνισμό και την εισαγωγή μοντέλων μειωμένης κοινωνικής προστασίας.

Άρα γιατί θέλουμε το δημοψήφισμα; Θέλουμε το δημοψήφισμα για να συζητήσουμε, επιτέλους, όχι για τους θεσμούς και τους τύπους, όχι μόνον για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα αλλά πρωτίστως για την ευρωπαϊκή πολιτική. Και η Ελλάδα, που είναι μια μεσαία χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι μια μικρή χώρα –είναι η ένατη σε πληθυσμό χώρα στην Ευρώπη των είκοσι πέντε- έχει υποχρέωση να έχει άποψη όχι μόνο για τα στενά εθνικά της θέματα, όχι μόνο για τα ελληνοτουρκικά, το κυπριακό, το βαμβάκι ή τον καπνό, αλλά πρέπει να έχει άποψη για το σύνολο της ευρωπαϊκής πολιτικής, να παίρνει πρωτοβουλίες, να έχει πρόταση σε όλα τα επίπεδα και σε όλα τα όργανα.

Χρειάζεται όμως μια κοινωνία και ένα πολιτικό σύστημα που να σκέπτεται με ευρωπαϊκούς και διεθνείς όρους. Χρειάζεται ένας λαός, μια κοινωνία των πολιτών που να ξέρει ποιο είναι το ζητούμενο, ποιο είναι το διακύβευμα σε μια συζήτηση για το δημοψήφισμα ή με αφορμή το δημοψήφισμα. Μια συζήτηση για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα θα είναι ουσιαστικά μια συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, για την κοινωνική Ευρώπη, για τα δικαιώματα των πολιτών και των εργαζομένων, για την προοπτική ανάπτυξης και για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Και αυτήν τη συζήτηση την οφείλουμε στο λαό μας, την οφείλουμε στην κοινωνία μας. Ευχαριστώ πολύ.

Tags: Ευρωπαϊκή Ένωση