16 Μαΐου 2009, Θεσσαλονίκη

 

Οι ευθύνες του ΠΑΣΟΚ ενόψει της εκλογικής του νίκης


Θέλω να συγχαρώ τις δύο νομαρχιακές επιτροπές της Θεσσαλονίκης γι’ αυτήν την ωραία πρωτοβουλία τους. Κάθε βήμα διαλόγου είναι ευπρόσδεκτο και αναγκαίο στην περίοδο που ζούμε. Ιδίως όταν αυτού του είδους οι δραστηριότητες οργανώνονται από ένα κόμμα που καλείται, μέσα από την κρίση και τη συγκυρία, να αναλάβει τις τύχες του τόπου και άρα οι επεξεργασίες που συντελούνται τώρα αφορούν όχι απλά και μόνο έναν θεωρητικό πολιτικό λόγο, αλλά το εφαρμοσμένο πολιτικό πρόγραμμα της μελλοντικής κυβέρνησης της χώρας.



Χαίρομαι γιατί σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να συζητήσουμε όχι μόνο για το πρόβλημα του τόπου αλλά και για το ιδιαίτερο πρόβλημα της Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη, μια πόλη της πραγματικής οικονομίας, μια πόλη πάντα με υστέρηση σε σχέση με την Αθήνα, μια πόλη που διατηρεί αποστάσεις από τις οικονομικές λειτουργίες του κράτους και τον παρασιτισμό που συνοδεύει τις λειτουργίες αυτές, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με τις οδυνηρές επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης και της εγχώριας κρίσης στην πραγματική οικονομία, στην απασχόληση, στην ανάπτυξη.

Είναι ευκαιρία αυτή η κρίση για να διεκδικήσει η Θεσσαλονίκη αυτό που πρωτίστως της λείπει. Και αυτό που της λείπει είναι οι μηχανισμοί της πολιτικής και θεσμικής χειραφέτησης. Εάν ως ΠΑΣΟΚ θέλουμε να προσφέρουμε στην Θεσσαλονίκη και όλη την περιφερειακή Ελλάδα την ευκαιρία μιας αναπτυξιακής εκτίναξης, το πρώτο που πρέπει να κάνει είναι - αυτό που ήδη έχουμε πει αλλά πρέπει να το εννοούμε - να αλλάξουμε το θεσμικό και διοικητικό χάρτη της χώρας, να προσφέρουμε  στη Θεσσαλονίκη και όλες τις πόλεις και όλες τις περιοχές τη δυνατότητα να διαμορφώνουν και να εφαρμόζουν τις δικές τους αναπτυξιακές αποφάσεις.

Άρα ο,τιδήποτε έχουμε πει για το μοντέλο διακυβέρνησης και για την αναμόρφωση της περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης προσλαμβάνει διαστάσεις επείγουσες και ζωτικές ιδίως στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη υποεκπροσωπείται θεσμικά. Υποεκπροσωπείται πολιτικά. Κι όταν δεν έχεις τις δυνατότητες να εκφράσεις και να συνθέσεις πολιτικά τις παραγωγικές και διανοητικές δυνάμεις ενός τόπου, τότε πάντα θα χάνεις βαθμούς ανεξαρτησίας και βαθμούς προόδου. Θα χάνεις στοιχεία του ορίζοντά σου και αυτό είναι που πρωτίστως διεκδικεί η Θεσσαλονίκη και οφείλει η επόμενη κυβέρνηση της χώρας να διασφαλίσει στη Θεσσαλονίκη.

Το πρόβλημα όμως είναι παγκόσμιο. Και σίγουρα το πρόβλημα είναι εθνικό. Άρα εάν θέλουμε να βάλουμε το δάχτυλό μας εις τον τύπο των ήλων πρέπει να ξεκινήσουμε από αυτό το ευρύ πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται και το αναπτυξιακό και κοινωνικό πρόβλημα της δικής μας πόλης και της δικής μας περιοχής.

Η διεθνής οικονομική κρίση σε όλες τις χώρες προσλαμβάνει τη μορφή που βλέπουμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων. Μια κρίση χρηματοοικονομική η οποία έχει προ πολλού επηρεάσει την πραγματική οικονομία, τους ρυθμούς ανάπτυξης, την κοινωνία, το εισόδημα, την απασχόληση, το πρόγραμμα ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Μια κρίση η οποία σε πολλές χώρες βρίσκεται πια στα πρόθυρα της ανεξέλεγκτης κοινωνικής έκρηξης. Μια κρίση η οποία ξεκίνησε ως πολιτική, γιατί δεν υπήρχαν και δε λειτούργησαν μηχανισμοί εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και μηχανισμοί παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης και μια κρίση που εξελίσσεται ως πολιτική και γι’ αυτό σε όλες τις χώρες παράγεται τεράστιο πολιτικό κόστος προκαλούνται κυβερνητικές κρίσεις, τίθενται εν αμφιβόλω τα πολιτικά και κομματικά συστήματα. Έγινε αντιληπτό πως το κράτος βρίσκεται στο επίκεντρο του προβλήματος. Το κράτος όταν αδρανεί δεν λειτουργούν οι μηχανισμοί εποπτείας και άρα δεν μπορούμε να έχουμε πρόγνωση και έγκαιρη διαχείριση της κρίσης. Και από το κράτος, από ένα σύγχρονο αποτελεσματικό, αντιγραφειοκρατικό κράτος, περιμένει ο πολίτης τα πάντα. Γιατί το κράτος είναι ο διαχειριστής των κρίσεων και των εκτάκτων περιστάσεων, το κράτος είναι ο εγγυητής και της  χρηματοοικονομικής σφαίρας και της πραγματικής οικονομίας, το κράτος είναι ο τελικός ασφαλιστής όλων των κινδύνων, κινδύνων εθνικών, κινδύνων κοινωνικών, κινδύνων οικονομικών.

Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε την κρίση αυτή και διεθνώς και στην Ελλάδα ως κρίση πολιτική.  Μάλιστα στην Ευρώπη η κρίση αυτή παίρνει τη μορφή μιας ανακοπής των διεργασιών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ταλαιπωρείται θεσμικά και πολιτικά από την κρίση, γιατί είναι οργανωμένη να λειτουργεί υπό ομαλές συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως. Δεν μπόρεσε ούτε να προγνώσει, ούτε να περιορίσει, ούτε να διαχειριστεί στο δικό της επίπεδο την κρίση και έτσι ανεδείχθη πάλι ο ρόλος του εθνικού κράτους και των εθνικών κυβερνήσεων με τις μεγάλες και ισχυρές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ιδίω ονόματι με τους αρχηγούς του κράτους ή της κυβέρνησης τους, ανάλογα με το πολιτικό σύστημα  να παίρνουν τις μεγάλες πρωτοβουλίες για τις ευρωπαϊκές αποφάσεις, για τις αποφάσεις σε ένα σκιώδες σύστημα παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης όπως είναι το G8 ή το G20. Το παράδοξο είναι, στην περίπτωση αυτή, πως το πιο συντηρητικό από τη φύση του όργανο που είναι η Eυρωπαϊκή Kεντρική Tράπεζα κινείται πιο δυναμικά και πιο ριζοσπαστικά πιεζόμενη από άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες, ενώ τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, το Eurogroup επιδεικνύουν μια πολύ μεγάλη αδράνεια που άλλες φορές εκλαμβάνεται ως αμηχανία, άλλες ως δήθεν αντικυκλική πολιτική, όμως κανείς δεν  μιλάει σοβαρά για την στρατηγική της Ευρώπης σε σχέση με την κρίση και την επόμενη μέρα της κρίσης.

Μιλούν πάρα πολλοί για τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών σε σχέση με το Σύμφωνο Σταθερότητας, λες και το πρόβλημα είναι να τηρούνται οι δείκτες του Μάαστριχτ, δηλαδή οι μέσοι όροι των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών επιδόσεων του 1992 – 93 και όχι το αναπτυξιακό και στρατηγικό πλαίσιο της Ευρώπης ως τέτοιας. Αυτό όμως όπως αντιλαμβάνεστε εκτελωνίζεται και στα 27 μέλη. Ιδίως δε ενόψει των ευρωεκλογών, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε  ότι το θεσμικό πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την άποψη αυτή, είναι αξεπέραστο. Γιατί είναι θεσμικό.

Πάντα την Ευρώπη θα την κυβερνά, εντός ή εκτός εισαγωγικών, ένας μεγάλος κυλιόμενος συνασπισμός συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων. Γιατί υπάρχουν 27 διαφορετικοί εθνικοί εκλογικοί κύκλοι και εάν τώρα έχουμε 22 συντηρητικές και 5 σοσιαλδημοκρατικές, κυβερνήσεις και αύριο έχουμε 5 συντηρητικές και 22 σοσιαλδημοκρατικές πάλι θα υπάρχει ένας μεγάλος κυλιόμενος συνασπισμός αδρανειών, συμβιβασμών, αμηχανιών. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να το δούμε, διότι μπορεί να έχουμε μια φιλοδοξία ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης, αλλά δεν μπορούμε να έχουμε μια αυταπάτη ότι λειτουργούν τέτοιου είδους θεσμοί, όταν δεν υπάρχουν τέτοιου είδους προϋπολογισμοί στην Ευρωπαϊκή Ενωση και έχουμε τόσο μικρούς ίδιους πόρους και τόσο μικρές οικονομικές δυνατότητες σε  ενωσιακό επίπεδο.

Φανταστείτε τώρα όλο αυτό το διεθνές πρόβλημα πώς εισάγεται στην Ελλάδα με καθυστέρηση και τι εκρηκτικές διαστάσεις προσλαμβάνει, όταν διασταυρώνεται με το νοσηρό υπόβαθρο που υπήρχε και υπάρχει στη χώρα μας.

Ο χρηματοοικονομικός μας τομέας είναι μικρότερος αναλογικά από ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες σε σχέση με το ΑΕΠ. Όμως είναι τέτοια η συμπλοκή με την πραγματική οικονομία, είναι τέτοια η σχέση μεταξύ τραπεζικού συστήματος και επιχειρήσεων στην Ελλάδα, είναι τέτοια η διαχείριση του οικονομικού και επιχειρηματικού προβλήματος κάθε μικρής και πολύ μικρής επιχείρησης από τις τράπεζες, ώστε φτάνουμε στο τεράστιο πρόβλημα της φούσκας των ακάλυπτων, μεταχρονολογημένων και εικονικών επιταγών που πουθενά δεν υπάρχει ως μέσο πληρωμής και ως μέσο διακανονισμού και πίστωσης. Σε καμία ευρωπαϊκή χώρα και δεν εννοώ τη Μεγάλη Βρετανία, εννοώ την Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Μολδαβία. Για να δώσω ένα και μόνον παράδειγμα, σε μια χώρα που ο τεράστιος όγκος της αυτοαπασχόλησης επηρεάζει βαθύτατα και την αγορά εργασίας. Γιατί το  πρόβλημα δεν είναι να κλείσει μια μεγάλη μεταποιητική επιχείρηση και να δημιουργθεί ένα μεγάλο πρόβλημα όπως με τα Λιπάσματα ή τη ΒΙΑΜΥΛ. Το πρόβλημα είναι τι συμβαίνει στην πραγματικότητα του 75% της απασχόλησης που δεν την βλέπουμε μπροστά μας όταν κινδυνεύει, γιατί αφορά μικρές επιχειρήσεις, οικογενειακές επιχειρήσεις, αυτοαπασχόληση, συμβοηθούντα μέλη των οικογενειών. Άρα να οι εκρηκτικές διαστάσεις ενός προβλήματος απασχόλησης, ενός κοινωνικού προβλήματος.

Και έχει πολύ μεγάλη σημασία να επιμένουμε στην εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας, σε μια χώρα με δύο διαφορετικές αγορές εργασίας, μια άτυπη και μια τυπική. Στην άτυπη με τεράστια συμμετοχή νόμιμων και παράνομων μεταναστών. Μια χώρα που πρέπει να διαφυλάξει ως ένα είδος αυτόματου σταθεροποιητή όπως λέει ο φίλος μας ο Γιούγκερ, την νομιμότητα στην αγορά εργασίας για να απορροφώνται κραδασμοί.

Άλλες λοιπόν διαστάσεις του προβλήματος του χρηματοοικονομικού, άλλες διαστάσεις του προβλήματος του κοινωνικού, άλλες διαστάσεις του προβλήματος της παραγωγικής οικονομίας και του μοντέλου ανάπτυξης. Δεν έχουμε μεγάλη και ισχυρή αυτοκινητοβιομηχανία, έχουμε μια εσωστρεφή οικονομία με χαμηλό άθροισμα εισαγωγών και εξαγωγών, αλλά με μια ρηχότητα στις δομές της που την εκθέτουν σε κάθε ριπή ανέμου της διεθνούς οικονομίας. Αυτό συμβαίνει όταν έχεις τουρισμό και εισόδημα από την ναυτιλία, όταν ατμομηχανή της οικονομίας σου είναι η οικοδομή εν ευρεία εννοία, οι κατασκευές και η διαχείριση ακινήτων, που υπερβαίνει αθροιστικά το 20% του ΑΕΠ -επίσημα θεωρούμενου. Και βέβαια τα προβλήματα αυτά μετατρέπονται σε προβλήματα ηθικά, λόγω της ηθικής κρίσης και των σκανδάλων σε προβλήματα ηθικής αναξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία νιώθει ως εχθρό της το πολιτικό σύστημα. Το πολιτικό σύστημα δεν είναι πολιτικός εκπρόσωπος μιας κατακερματισμένης κοινωνίας, αλλά αυτόνομο πεδίο κακόφημης επαγγελματικής δραστηριότητας για όσους έχουν την ατυχία να ασχολούνται με τη δημόσια ζωή. Αυτά όλα προσλαμβάνουν, όπως έχω πει πολλές φορές και στη Βουλή και σε εκδηλώσεις, τη μορφή μιας εθνικής ανομίας. Και όταν λέω ανομία δεν εννοώ την παρανομία ή την αμαρτία. Εννοώ την ανομία με την κοινωνιολογική έννοια του όρου. Δεν υπάρχουν ορατοί κανόνες λειτουργίας της κοινωνίας μας και της οικονομίας μας και των θεσμών μας. Υπάρχει καταρράκωση του κανονιστικού πλαισίου. Ριζική αμφισβήτηση της ρυθμιστικής ικανότητας του κράτους, όχι μόνον των αγορών.

Αυτό το πρόβλημα δεν ξεπερνιέται με απλούς τρόπους και κυρίως δεν ξεπερνιέται με μια απλή αλλαγή στους εκλογικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Εγώ θεωρώ δεδομένη τη νίκη του ΠΑΣΟΚ και στις ευρωεκλογές και στις εθνικές βουλευτικές εκλογές. Αυτό καταγράφεται δημοσκοπικά. Το ζήτημα είναι η επομένη των εκλογών. Και οι απαντήσεις μας στα ερωτήματα της επομένης των εκλογών, εάν είναι πειστικές, εάν είναι συγκροτημένες - και θα εξηγήσω πολύ συνοπτικά τι εννοώ- θα διευρύνουν την έκταση και θα διασφαλίσουν την ποιότητα της νίκης. Διότι δεν κυβερνιέται ο τόπος με 40 – 42 – 45% ως εκλογικό ποσοστό ούτε με 151 ή 160 βουλευτές. Αυτό είναι προϋπόθεση σταθερότητας, όχι προϋπόθεση ηγεμονίας.

Πρέπει κάθε μέρα, με τις αποφάσεις, σου να κατακτάς την πραγματική κοινωνική πλειοψηφία και να τη στρέφεις σε μια εφαρμόσιμη προοδευτική κατεύθυνση. Διότι προοδευτικό, αριστερό, είναι το αισιόδοξο, το ευαίσθητο, το οικολογικά ενεργό, το αναδιανεμητικό, το δίκαιο. Κυρίως είναι το συγκεκριμένο. Δεν υπάρχει αριστερή πολιτική του αφηρημένου, υπάρχει αριστερή πολιτική του συγκεκριμένου. Άρα δεν χρειάζεται καταιγισμός προτάσεων. Δεν χρειάζεται φεστιβάλ νέων ιδεών. Δεν χρειάζεται καταιγισμός δεσμεύσεων. Δεν χρειάζεται να αναλάβουμε περισσότερες δεσμεύσεις από ό,τι δημοσιονομικά, οικονομικά, αναπτυξιακά, πολιτικά και διοικητικά μπορούμε να εφαρμόσουμε. Δεν χωρά ο τόπος άλλες διαψεύσεις ή αμφιβολίες. Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να διαπιστευθεί το ΠΑΣΟΚ σε σχέση με την ηθική του πρόθεση την ικανότητά του να καταλαβαίνει τις καταστάσεις και τις δυσκολίες, να λέει την αλήθεια και βεβαίως να διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί πράγματι να κινητοποιηθεί η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία η οποία υπάρχει και η οποία είναι προοδευτική.

Άρα η μεγάλη ευκαιρία της κρίσης είναι ότι κατέστησε την κοινωνία δεκτική σε ένα δημόσιο λόγο άλλου τύπου. Σε ένα δημόσιο λόγο ο οποίος ανταποκρίνεται στο εθνικό καθήκον αλήθειας και εν πάσει περιπτώσει δεν είναι μόνον η ρήση του Σολωμού ότι «εθνικό είναι το αληθές». Είναι και η ρήση του Γκιράμσι ότι «το αληθινό είναι επαναστατικό» και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να μιλήσουμε και να μιλάμε σε όλα τα επίπεδα με αυτόν τον τρόπο.

Εάν θέλουμε να ξεπεράσουμε αυτή την εθνική ανομία πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και για το χρονοδιάγραμμα. Γιατί η Ελλάδα μπήκε πιο αργά στην οικονομική κρίση και θα βγει πολύ πιο αργά από την εθνική κρίση, γιατί αυτή έχει βαθιά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, ενώ η κρίση παντού έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό συγκυριακά χαρακτηριστικά. Εδώ ανεδείχθησαν τα βαθύτατα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της κρίσης, γιατί είμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα φαύλο κύκλο των επιτυχιών μας και των αδρανειών μας. Γιατί είναι αναμφίβολα ιστορική επιτυχία της χώρας η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στην ΟΝΕ. Όμως αυτό συνεπάγεται θωράκιση νομισματική αλλά και υπαγωγή σε μια πειθαρχία δημοσιονομική. Παραιτείσαι από κυριαρχικά εργαλεία, νομισματικής, συναλλαγματικής και εν πολλοίς και δημοσιονομικής πολιτικής. Τη στιγμή που πρέπει να αυξήσεις τις δημόσιες δαπάνες για να στηρίξεις την πραγματική οικονομία, τα εισοδήματα να μειώσεις τη φτώχεια, να τονώσεις την απασχόληση, τη στιγμή εκείνη πρέπει να περιορίσει η χώρα τις δημόσιες δαπάνες για δημοσιονομικούς λόγους γιατί έχει αυξημένες ανάγκες δανεισμού, γιατί πληρώνει υψηλά επιτόκια και γιατί βεβαίως πρέπει να πείσει ότι έχει ένα πρόγραμμα περιορισμού των ελλειμμάτων και περιορισμού του δημόσιου χρέους. Και δεν πρέπει να πείσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τον κ. Αλμούνια, πρέπει να πείσει διεθνείς αγορές που επηρεάζουν τελικά το κόστος του δανεισμού και το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, άρα στην πραγματικότητα την κατάρτιση και την εκτέλεση των μελλοντικών προϋπολογισμών της χώρας. Αυτό θα το αναλάβουμε ούτως ή άλλως ως πρόβλημα, όσο και αν το καταγγείλουμε, όπως και εάν το περιγράψουμε.

Άρα πρέπει να δούμε πού οφείλεται ο φαύλος κύκλος. Η αλήθεια είναι ότι οφείλεται στην παντελή απουσία φορολογικού συστήματος. Η σύγκρουση τυπικής και άτυπης οικονομίας προσλαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις. Η αλήθεια όμως ποια είναι; Η αλήθεια είναι ότι η παραοικονομία στηρίζει το εισόδημα τώρα. Διευκολύνει την απορρόφηση των κραδασμών της κρίσης και εν μέσω αυτής της κατάστασης πρέπει να πείσουμε τους πολίτες ότι εάν δεν βρούμε μηχανισμούς εκλογίκευσης και άρα εκσυγχρονισμού των δημοσιονομικών πραγμάτων, δεν μπορούμε να επιτελέσουμε τις δημοσιονομικές, κοινωνικές, αναδιανεμητικές λειτουργίες του κράτους. Αρα πρέπει να κάνουμε κάτι το οποίο είναι ριζοσπαστικό και γενναίο. Διότι ποιος αμφιβάλει ότι πρέπει να αλλάξει το Σύμφωνο Σταθερότητας. Κανείς προοδευτικός στην Ευρώπη όμως οι συσχετισμοί δε νομίζω ότι θα επιτρέψουν την αλλαγή. Ποιος διαφωνεί με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής; Κανείς. Αλλά ο κόσμος το ακούει αυτό και μάλλον μας κοιτάζει με απορία και λέει ότι τα έχουμε ξανακούσει όλα αυτά. Και βεβαίως πρέπει να φορολογηθεί η μεγάλη ακίνητη περιουσία, πρέπει να φορολογηθεί το μέρισμα που διανέμεται ως εισόδημα, πρέπει να υπάρχει μια ενιαία τιμαριθμοποιημένη προοδευτική κλίμακα. Οι στατιστικές όμως οι φορολογικές δίνουν μια εικόνα «χύμα». Διότι οι στατιστικές οι φορολογικές μας λένε ότι μόνον 25.000 πρόσωπα δηλώνουν εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ και από τις 200.000 επιχειρήσεις οι οποίες υποβάλουν φορολογική δήλωση,  μόνον 11.000 δηλώνουν φορολογητέα κέρδη άνω των 90.000 ευρώ και μόνον 1.570 άνω των 900.000 ευρώ. Άρα χρειάζεται εθνική συμφωνία φορολογικής ειλικρίνειας, εμπιστοσύνης και δικαιοσύνης που θα λειτουργεί ως υποστηρικτικός μηχανισμός του νέου μοντέλου ανάπτυξης, που θα λειτουργεί ως σύστημα μετάβασης, συμφωνημένης και ήπιας με διαφύλαξη των πραγματικών εισοδημάτων, από την τυπική στην άτυπη οικονομία. Κατά περιοχή κατά τομέα, κατά κλάδο, με κοινωνική διαβούλευση με συμφωνία, με επινοητικότητα, με πρακτικότητα, ώστε να μπορέσουμε να λύσουμε το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας που είναι και αναπτυξιακό ταυτόχρονα. Γιατί πράσινη ανάπτυξη είναι σήμερα ο κοινός παρονομαστής όλου του διεθνούς δημόσιου λόγου. Στο ανακοινωθέν του G20 η κορυφαία έννοια είναι η έννοια της αειφόρου παγκοσμιοποίησης. Όλοι μιλούν τώρα για τα νέα αυτά δεδομένα, για τα νέα πεδία ανάπτυξης, απασχόλησης και επενδύσεων. Όμως αυτό σημαίνει κυρίως πολιτικές γης και ενεργειακή πολιτική. Αυτό οδηγεί στο φορολογικό σύστημα και οδηγεί ταυτόχρονα και στο θεσμικό πρόβλημα της χώρας.

Γιατί το πρόβλημα της χώρας βεβαίως, όπως είπα και στην αρχή, είναι πρωτίστως πολιτικό και θεσμικό. Δεν επαρκούν οι θεσμοί. Δεν είναι πια κατανοητό ότι έχει καταρρεύσει το μοντέλο του μοναχικού και αδύναμου πρωθυπουργού που είναι έγκλειστος στο Μέγαρο Μαξίμου. Το πρωθυπουργικοκεντρικό μοντέλο  λειτουργίας της κυβέρνησης; Η φεουδαρχική διαίρεση σε υπουργεία τα οποία διαπραγματεύονται μεταξύ τους ως διαφορετικά κράτη; Δεν έχει καταρρεύσει μια κοινοβουλευτική διαδικασία με ατζέντα διαφορετική από την ατζέντα της κοινωνίας; Δεν υπάρχει πρόβλημα λειτουργίας της αυτοδιοίκησης, των συνδικάτων; Υπάρχει λοιπόν πρόβλημα ανανέωσης της δημοκρατίας, ανανέωσης του συστήματος διακυβέρνησης, μετααντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, μεταπλειοψηφικής θεώρησης των πραγμάτων.

Κοινός παρονομαστής είναι εδώ το κόμμα. Εάν το κόμμα δεν λειτουργήσει με νέο τρόπο ως ανοιχτό, συλλογικό, σύγχρονο, αποκεντρωμένο κόμμα - και το ΠΑΣΟΚ πρέπει να φτάσει στο υψηλότερο δυνατό σημείο επιδόσεων από την άποψη αυτή  -πώς θα αλλάξει η κυβέρνηση, η Βουλή, το συνδικάτο, η αυτοδιοίκηση, το πανεπιστήμιο, η κοινωνία των πολιτών. Παντού υπάρχει το κόμμα και η λειτουργία του. Η σχέση πολιτικής και κοινωνίας περνάει μέσα από το κόμμα. Αν δεν αλλάξει το κόμμα δεν αλλάζει αυτή η θεμελιώδης σχέση. Η σχέση δηλαδή πάνω στην οποία βασίζεται η λειτουργία όλων των θεσμών.

Γι’ αυτό έχει σημασία να πείσουμε τον κόσμο ότι πράγματι αυτά που λέμε για τη διαφάνεια τα εννοούμε. Να καταλάβει ο κόσμος ότι θα φτάσουμε σε ένα σημείο που το νόμιμο θα συμφέρει. Θα είναι πιο φτηνό, πιο αποτελεσματικό, πιο γρήγορο, πιο παραγωγικό, διότι τώρα ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι ισχύει το αντίστροφο, ότι το παράνομο συμφέρει. Αν θέλεις να βρεις υπηρεσίες υγείας, υπηρεσίες εκπαίδευσης, αν θέλεις να λύσεις το διοικητικό σου πρόβλημα, το φορολογικό σου πρόβλημα, κ.ο.κ. Το συμφέρον και η ανάγκη παράγει την παρανομία και τη διαφθορά.

Άρα πρέπει να δώσουμε απαντήσεις στον διακανονισμό των συμφερόντων με δίκαιο τρόπο και στην αντιμετώπιση των αναγκών με αποτελεσματικό τρόπο, με έναν προοδευτικό φιλολαϊκό τρόπο. Για αυτό επιμένω πέραν των δεδομένων προτάσεων του ΠΑΣΟΚ σε επτά εμβληματικές προτάσεις στα θέματα αυτά.

Η πρώτη είναι γνωστή για την ποινική ευθύνη των υπουργών. Να σταματήσει αυτή η άχαρη συζήτηση που εκλαμβάνει κάθε δημόσιο πρόσωπο ως εγκληματία. Αλλά δεν μπορεί να αφεθεί το ζήτημα αυτό στα χέρια των εισαγγελικών αρχών, διότι οι εισαγγελικές αρχές και ορισμένοι ανακριτές ευτέλισαν το θεσμό με σκόπιμες καθυστερήσεις επί δύο χρόνια. Και βέβαια η έλλειψη ηθικής ευαισθησίας του κ. Καραμανλή και της κυβέρνησής του. Άρα η Βουλή να εκλέγει με 2/3 πενταμελές δικαστικό όργανο υψηλού κύρους που θα κάνει όλα τα άλλα, προκαταρκτική εξέταση και άσκηση ποινικής δίωξης.

Εκλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Από τις πρώτες θέσεις της επετηρίδας αλλά με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής με πλειοψηφία 2/3 και όχι από το Υπουργικό Συμβούλιο και χωρίς αδικαιολόγητες «βουτιές» στη επετηρίδα.

Εσωτερικός έλεγχος στα κόμματα. Εσωτερικός έλεγχος της λειτουργίας τους, της χρηματοδότησής τους, των στελεχών τους. Απαγόρευση της ιδιωτικής χρηματοδότησης των κομμάτων πέραν των εισφορών μελών και φίλων και έλεγχος από το ελεγκτικό συνέδριο του τρόπου διάθεσης και διαχείρισης της κρατικής χρηματοδότησης.

Εκ του μηδενός εθνική ψηφιακή κωδικοποίηση της νομοθεσίας, τεράστιο έργο εφάμιλλο του κτηματολογίου και του εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού.

Ενιαίος κώδικας διοικητικής διαδικασίας εκ του μηδενός. Όλες οι διοικητικές διαδικασίες με ενιαίες προθεσμίες, ενιαίες προσφυγές, ώστε να ξέρει ο πολίτης ή ο δικηγόρος - γιατί και αυτό είναι πρόβλημα - τι γίνεται.
Και βεβαίως έλεγχος της ποιότητας του νόμου και του κανονιστικού διατάγματος με τα κριτήρια του ΟΟΣΑ τα οποία οφείλουμε το ταχύτερο να υιοθετήσουμε και να επιβάλουμε ώστε να υπάρχει διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και καλή πρακτική στο μείζον θέμα της δημοκρατίας που είναι ο νόμος. Αυτά είναι πράγματα απλά, βασικά, συμβολικά, λειτουργικά που πρέπει να γίνουν και που αφορούν όλους τους μεγάλους τομείς της δημόσιας ζωής.

Και βέβαια επειδή ξεκίνησε ο Χρήστος ο Παπαστεργίου προηγουμένως με μια αναφορά στην υπόθεση Αποστολίδης κατά Όσραμ, του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να πω ότι η χώρα πρέπει να ξαναποκτήσει ευρωπαϊκή πολιτική.

Δεν μπορεί να έχουμε μια αφελή και θα έλεγα αδρανή αντίληψη των θεμάτων αυτών. πρέπει η χώρα να μετέχει στους νέους συσχετισμούς, ενδοευρωπαϊκούς και πανευρωπαϊκούς. Δεν είναι εύκολο αλλά υπάρχουν δυνατότητες. Υπάρχουν δυνατότητες για μια μεσαία χώρα που είναι μέλος της ζώνης του ευρώ, μια χώρα ένατη σε πληθυσμό, αλλά βεβαίως χωρίς ευρωπαϊκές ψευδαισθήσεις και αφέλειες.
Και το ίδιο ισχύει και για την εξωτερική πολιτική. Έχουν χαθεί τα αντανακλαστικά. Δεν αντιδρούμε απέναντι στις νέες προτεραιότητες της αμερικανικής πολιτικής, στους νέους περιφερειακούς συσχετισμούς, θεωρούμε ότι τα πάντα κινούνται μέσα στο πλαίσιο των ευρωαμερικανικών και των ευρωτουρκικών σχέσεων. Ούτε το ένα υπάρχει, ούτε το άλλο υπάρχει. Πλαίσιο στρατηγικό ευρωαμερικανικών σχέσεων δεν υπάρχει στην μεγάλη Ευρώπη των 27. Αυτό αποδεικνύεται καθημερινά, άρα πρέπει να ξέρουμε πού κινούμαστε.

Το διμερές πρόβλημα είναι πάντα πάρα πολύ σημαντικό και δεν υπάρχει και στην πραγματικότητα πλαίσιο ευρωτουρκικών σχέσεων όσο και αν εμείς εμμένουμε στην ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και είναι μια ειλικρινής στάση της χώρας συνολικά και όχι μόνον του ΠΑΣΟΚ. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν ισχυρότατες αντιστάσεις, που τις ακούσαμε στο Βερολίνο πριν από λίγες μέρες και από το Σαρκοζί και από τη Μέρκελ. Όσο κι αν επιμένει η τουρκική κυβέρνηση στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, όσο και αν οι ΗΠΑ υποστηρίζουν τον προσανατολισμό αυτό που είναι το μεγάλο ανατολικό ζήτημα, δηλαδή η δυτική προοπτική της Τουρκίας με το κόστος να το καταβάλει η Ευρωπαϊκή Ενωση γιατί άλλος κάνει το στρατηγικό σχεδιασμό και άλλος καταβάλει το κόστος, η αλήθεια είναι πως το πλαίσιο αυτό είναι ένα ατελέσφορο προς το παρόν πλαίσιο χωρίς να υποτιμώ την ένταξη της Κύπρου, χωρίς να υποτιμώ τη σημασία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά προοδευτικό, αριστερό και εφαρμόσιμο είναι πρωτίστως το ρεαλιστικό. Αυτό που έχει αίσθηση της πραγματικότητας.

Πιστεύω λοιπόν ότι εφαρμόζοντας αυτήν την αριστερή επιχειρησιακή πολιτική του συγκεκριμένου, απαντώντας στο εθνικό καθήκον αλήθειας μπορούμε πραγματικά να χαράξουμε μια εθνική στρατηγική. Να πείσουμε τους πολίτες ότι έχουμε συνείδηση των προβλημάτων, συνείδηση της ευθύνης, ότι έχουμε λάβει αμετάκλητες ηθικού χαρακτήρα αποφάσεις να υπηρετήσουμε τον τόπο και να διασφαλίσουμε τη σχέση μας με την ιστορία, με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Και έτσι η νίκη δε θα είναι απλώς νίκη αλλά θα είναι μια νέα ιστορική ευκαιρία για την παράταξη και τη χώρα.



* Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στο τριήμερο για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης και τις βασικές θέσεις του ΠΑΣΟΚ που διοργάνωσαν οι νομαρχιακές επιτροπές ΠΑΣΟΚ Α΄ και Β΄ Θεσσαλονίκης στη Θεσσαλονίκη, 15-17 Μαΐου 2009, Ξενοδοχείο Grand Hotel

Tags: ΠΑ.ΣΟ.Κ