Ευάγγελος Βενιζέλος

26 Ιουλίου 2004

Είκοσι θέσεις για το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής

 

I.Το ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό στίγμα του ΠΑΣΟΚ

  1. Η διάκριση αριστεράς-δεξιάς και η διαμόρφωση ενός ιδεολογικού και πολιτικού άξονα πάνω στον οποίο να μπορούν να τοποθετηθούν σχηματικά, συμβολικά και αντιθετικά οι διάφορές πολιτικές θέσεις και στάσεις γεννιέται μαζί με την σύγχρονη συνταγματική δημοκρατία. Προκύπτει δηλαδή μέσα από τις μεγάλες τομές του 17ου-18ου αιώνα που οδήγησαν στην νεωτερική κοινωνία. Τυποποιείται μέσα από τις πολιτικές και θεσμικές εξελίξεις που σηματοδότησαν την Γαλλική Επανάσταση του 1789 ως μήτρα της σύγχρονης πολιτικής, πολλά όμως στοιχεία της υπάρχουν ήδη μέσα στους θεσμούς που διαμορφώθηκαν σταδιακά στην Αγγλία τόσο στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο με τη λεγόμενη βιομηχανική επανάσταση όσο και στο πολιτικό και θεσμικό πεδίο μέσα από την συγκρότηση των προπλασμάτων της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Η διάκριση αυτή οριστικοποιείται στην συνέχεια μέσα από την εμφάνιση του μαρξισμού, την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και την γέννηση των σοσιαλιστικών, σοσιαλδημοκρατικών και εργατικών κομμάτων που αποσαφηνίζουν και ισχυροποιούν τον αριστερό πόλο της διάκρισης.

Σήμερα, στην αρχή του 21ου αιώνα και με συσσωρευμένες τις  εμπειρίες του προηγούμενου αιώνα που στο δεύτερο μισό του ανέδειξε στο έπακρο και στη συνέχεια αμφισβήτησε τη διάκριση αυτή, το ιδεολογικό και πολιτικό φάσμα επιμένει να ορίζεται από τον άξονα αριστερά –δεξιά. Η διάκριση αυτή εξακολουθεί να ορίζει το εύρος των πιθανών ιδεολογικών και πολιτικών τοποθετήσεων και άρα αφορά την ουσία και το διακύβευμα τόσο της πολιτικής όσο και της δημοκρατίας.

Η αμφισβήτηση συνεπώς της κλασικής διάκρισης αριστεράς-δεξιάς που συμπαρασύρει όλους τους επιμέρους πιθανούς συνδυασμούς και όλες τις αποχρώσεις (κέντρο, κεντροαριστερά, κεντροδεξιά, αριστερά κλπ), καθίσταται συνώνυμη με την αμφισβήτηση της ίδιας της υπόστασης και της κρισιμότητας της πολιτικής αλλά και των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η διάκριση αριστεράς-δεξιάς είναι μια διάκριση συμπαθής για τον σημερινό πολίτη, γιατί είναι μια διάκριση έντονα συμβατική που παραπέμπει πολύ συχνά  σε αρνητικές πολιτικές εμπειρίες και σε ένα κομματικό και πολιτικό σύστημα που δεν διασφαλίζει στον αναγκαίο βαθμό ούτε την πολιτική συμμετοχή ούτε την κοινωνική εκπροσώπηση.

Η διάκριση όμως αυτή είναι αναμφίβολα κατανοητή για την μεγάλη πλειονότητα των πολιτών και συνοδεύεται σε σημαντικό βαθμό (όχι όμως πάντοτε) από αντίστοιχες διακρίσεις ως προς την παράδοση, τις κλίμακες αξιών, τις νοοτροπίες, την αισθητική, τις συμπεριφορές, τις ευαισθησίες και τις προτεραιότητες καθώς και τις αντιλήψεις για την ιστορία, την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική.

Από την άλλη μεριά η διάκριση αυτή που ανάγεται στις ίδιες αφετηρίες της βιομηχανικής και νεωτερικής εποχής, των θεσμών και της πολιτικής της, σίγουρα δεν μπορεί να συλλάβει την πολυπλοκότητα, τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις, τις αποχρώσεις και τις αγωνίες μιας κοινωνίας μετανεωτερικής και μεταβιομηχανικής, μιας κοινωνίας που κινείται μέσα σε αλλά διεθνοπολιτικά, τεχνολογικά, αισθητικά, επικοινωνιακά και οικονομικά συμφραζόμενα.

Σήμερα συνεπώς η διάκριση αυτή εξακολουθεί να είναι κατανοητή, δεν είναι όμως ούτε αυτονόητη, ούτε αυταπόδεικτη. Η απλή δήλωση ιδεολογικής και πολιτικής τοποθέτησης δεν αρκεί και μια προοδευτική αυτοτοποθέτηση, δεν λειτουργεί ούτε αυτόματα, ούτε ευθύγραμμα. Κάθε ιδεολογική ευαισθησία και κάθε πολιτική στάση πρέπει να αποδεικνύεται από το κοινωνικό της αποτέλεσμα. Το να θέλει, συνεπώς, κάποιος- πρόσωπο ή πολιτικός φορέας- να είναι αριστερός, με την έννοια του προοδευτικού, στην εποχή μας είναι πολύ πιο δύσκολο από ότι πριν από μερικές δεκαετίες.

Παρόλα αυτά, σε πείσμα όσων κατά καιρούς διακήρυξαν το τέλος της ιστορίας, το τέλος των ιδεολογιών και το τέλος της πολιτικής, μπορεί να υπάρχουν περίοδοι κρίσης ή ανομίας, τίποτα όμως από αυτά δεν  φτάνει στο τέλος του, εφόσον υπάρχουν λαοί, κοινωνίες, άνθρωποι με προβλήματα, συγκρούσεις συμφερόντων και άρα εφόσον υπάρχουν σταθμίσεις που πρέπει να γίνουν με κριτήρια ιδεολογικά και αξιολογικά, δηλαδή πολιτικά. Το ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό στίγμα του ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί συνεπώς να έχει πολύ μεγάλη σημασία: 

Το ΠΑΣΟΚ αυτοσυστήθηκε το 1974 ως πολιτικός φορέας του εθνικού, κοινωνικού και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Επιχείρησε εξαρχής να διαφοροποιηθεί από τις συμβατικές πολιτικές δυνάμεις του κεντρώου χώρου, αλλά ταυτόχρονα διεκδίκησε την ενσωμάτωση και την έκφραση τους από αυτό- στόχο που πέτυχε από το 1977 και μετά.

Το ΠΑΣΟΚ αυτοτοποθετήθηκε συνεπώς εξαρχής, αν όχι ρητά πάντως μέσα από σαφείς αντιδιαστολές στο χώρο της ευρύτερης αριστεράς, εισάγοντας ενεργά στην ίδια την καθημερινή, ελληνική πολιτική ορολογία την έννοια του σοσιαλισμού. Διαφοροποιήθηκε όμως ευθύς εξαρχής από τον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς και διεκδικώντας την ενσωμάτωση και την έκφραση της κεντρώας παράδοσης τοποθετήθηκε με αρκετά μεγάλη σαφήνεια στο χώρο της  κεντροαριστεράς επιδιώκοντας να εκφράσει την πολιτική παράδοση του κέντρου, να ταυτιστεί με την πιο προοδευτική εκδοχή του και να αναδείξει τις κοινωνικές ευαισθησίες της αριστεράς.

Ως τέτοιο άλλωστε έγινε αντιληπτό από τους ίδιους τους πολίτες που το τοποθέτησαν πολύ γρήγορα στο στρατηγικό κεντρικό σημείο του ιδεολογικού και πολιτικού φάσματος, καθιστώντας έτσι, κόμμα όχι κεντρώο αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο: κεντρικό.

Οι επιλογές αυτές σε συνδυασμό με τον  πολυσυλλεκτικό και πλειοψηφικό χαρακτήρα που προσέλαβε με γεωμετρική πρόοδο το ΠΑΣΟΚ από το 1974 ως το 1977 και από το 1977 ως το 1981, του επέτρεψαν αλλά και του επέβαλλαν να λειτουργήσει σχεδόν εξαρχής ως κόμμα-παράταξη. Να εκφράσει δηλαδή τη λεγόμενη δημοκρατική προοδευτική παράταξη, αναγόμενο σε όλες τις μεγάλες και μετωπικές συγκρούσεις που διαπερνούν την ελληνική ιστορία: τον εθνικό διχασμό, τον εμφύλιο πόλεμο την δύσκολη μεταεμφυλιακή περίοδο που οδήγησε στην δικτατορία.

Η ευρύτητα, η πολυσυλλεκτικότητα, η μετωπική, δηλαδή, παραταξιακή λογική και στη συνέχεια η ικανότητα σύνθεσης είναι βασικό στοιχείο της κυβερνητικής ικανότητας και ευθύνης ήταν πάντα χαρακτηριστικά του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με έναν λόγο εθνικά, πολιτικά και κοινωνικά ριζοσπαστικό, δηλαδή σαφώς αντί-συντηρητικό.

Στα στοιχεία δε αυτά της γενετικής του ταυτότητας, προστέθηκε από το 1981 και μετά η στενή σχέση με τους ευρωπαίους σοσιαλιστές, μια σχέση που δεν είχε δηλωθεί εξαρχής – το αντίθετο-, αλλά έγινε στη συνέχεια βασικό προσδιοριστικό στοιχείο της φυσιογνωμίας του.

Το ΠΑΣΟΚ είναι συνεπώς ένα ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα. Ένα κόμμα που εκφράζει τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη, ένα κόμμα που ενσωματώνει και επικαιροποιεί την παράδοση και τη δυναμική του κέντρου και της αριστεράς, ένα κόμμα της ευρύτερης ελληνικής κεντροαριστεράς, ένα κίνημα ριζοσπαστικό και ταυτόχρονα ένα κόμμα κυβερνητικής ευθύνης. Ένα πολυσυλλεκτικό και πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα.

Τριάντα χρόνια αργότερα το ΠΑΣΟΚ έχει άλλωστε διαμορφώσει την δική του ενδογενή παράδοση, την οποία οφείλει να αξιοποιήσει. Δεν διαθέτει το τεκμήριο αθωότητας της ιδρυτικής του εποχής, διαθέτει όμως την αποδεδειγμένη αντοχή του που το έχει καταστήσει πυλώνα του πολιτικού συστήματος της χώρας, σημείο αναφοράς για τους πολίτες είτε αυτοί το συμπαθούν και το αποδέχονται είτε το αμφισβητούν, το αντιπαθούν και το απορρίπτουν.

 

  1. Το ΠΑΣΟΚ απευθύνθηκε εξαρχής στους βασικούς κοινωνικούς του εταίρους δηλαδή στις κοινωνικές ομάδες που θέλησε να εκφράσει, προσδιορίζοντας όχι μόνον με αναφορά στη θέση που κατέχουν στην παραγωγική διαδικασία αλλά και ηλικιακά. Το ΠΑΣΟΚ ανέδειξε έτσι νέες κοινωνικές κατηγορίες (όπως οι μικρομεσαίοι) και έφερε στο επίκεντρο της προσοχής κλασικές, αλλά πολιτικά υποβαθμισμένες κατηγορίες (όπως οι αγρότες ή οι χαμηλοσυνταξιούχοι).

Το ΠΑΣΟΚ συγκρότησε κατά τον τρόπο αυτό ένα κίνημα   γενεών, αναφερόμενο σε μεγάλες στιγμές της ιστορίας της χώρας όπως η Εθνική Αντίσταση, το Κίνημα του 1-1-4, το Πολυτεχνείο, η μεταπολίτευση.

Πέτυχε δε την αναγωγή όλων αυτών των επιμέρους κατηγοριών σε μία ενιαία κοινωνική και πολιτική κατηγορία, αυτή των «μη προνομιούχων», γιατί εμφανίζεται εξαρχής ως :

  • Κίνημα κατά των ανισοτήτων, ανισοτήτων εισοδηματικών, κοινωνικών και εκπαιδευτικών, ανισοτήτων περιφερειακών, ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών, ανισοτήτων πολιτικών λόγω φρονημάτων και αποκλεισμών, ανισοτήτων έναντι του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, ανισοτήτων στην λειτουργία των συστημάτων υγείας, ασφάλισης, πρόνοιας και στέγασης, που συγκροτούν τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους. Και ως
  • Κίνημα κοινωνικής ενσωμάτωσης, δηλαδή κίνημα κατά κάθε άμεσου ή έμμεσου αποκλεισμού, παρεμπόδισης ή υποεκπροσώπησης στο οικονομικό, επαγγελματικό, πολιτικό, εκπαιδευτικό, αναπτυξιακό ή άλλο πεδίο.

Το ΠΑΣΟΚ απευθυνόμενο στο σύνολο του ελληνικού λαού, χωρίς τις αγκυλώσεις που είχε ή που έδειχνε ότι έχει ο λόγος της κομμουνιστικής αριστεράς, καθιστά κεντρικό πολιτικό ζήτημα το κοινωνικό ζήτημα, αντιμετωπίζοντας τους πολίτες όχι ως τυπικά ίσους συμμέτοχους της πολιτικής εξουσίας μέσω της δημοκρατικής αρχής, αλλά ως κοινωνικά υποκείμενα που βιώνουν προβλήματα και ανισότητες και νοιώθουν αποκλεισμένοι ως «μη προνομιούχοι», δηλαδή αδικημένοι.

Η εγκάρσια αυτή προσέγγιση της κοινωνίας και η επαφή αυτή με κάθε πολίτη που αισθάνεται «μη προνομιούχος» ως κοινωνικό και εντέλει πολιτικό υποκείμενο, σε συνδυασμό με την ενσωμάτωση της δυναμικής της λεγόμενης δημοκρατικής παράταξης καθιστά το ΠΑΣΟΚ από κόμμα του 12,5%, αξιωματική αντιπολίτευση του 25% το 1977 και εκφραστή της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού το 1981.

Τριάντα χρόνια αργότερα ο κόσμος και η κοινωνία έχουν αλλάξει ριζικά. Οι αλλαγές αυτές στην Ελλάδα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στο ίδιο ΠΑΣΟΚ που άσκησε την κυβερνητική εξουσία για περίπου είκοσι χρόνια επηρεάζοντας την διαστρωμάτωση της κοινωνίας και για τουλάχιστον δύο φορές (την περίοδο της «αλλαγής» και την περίοδο του «εκσυγχρονισμού») τον ίδιο τον κατάλογο των πολιτικών προτεραιοτήτων και των κοινωνικών διεκδικήσεων.

Οι «μη προνομιούχοι» του 1974 βρίσκονται σήμερα, ως κοινωνική κατηγορία και ως συγκεκριμένα υποκείμενα, σε άλλες κοινωνικές, εισοδηματικές και αισθητικές  κλίμακες. Ο πυρήνας όμως του κοινωνικού ζητήματος είναι πάντα ο ίδιος:

Παρά την εντυπωσιακή πρόοδο της χώρας, παρά τη ριζική αλλαγή των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών μεγεθών, παρά τις εντυπωσιακές εξελίξεις στις υποδομές, παρά την αναμφισβήτητη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, παρά την ένταξη στην Ο.Ν.Ε. και τη ζώνη του Ευρώ, παρά τα όσα έγιναν για την ολοκλήρωση και τον εκσυγχρονισμό του κοινωνικού κράτους και την αύξηση των κοινωνικών δαπανών, πάντα υπάρχουν οι «μη προνομιούχοι». Πάντα υπάρχουν αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους αποκλεισμένο, παρεμποδισμένο ή αδικημένο. Και αυτό είναι δυστυχώς λογικό γιατί υπάρχουν πάντα οι ανισότητες. Ανισότητες παλιές και επίμονες (όπως οι εισοδηματικές), αλλά και ανισότητες νέες που γεννήθηκαν καθοδόν, μέσα από τις παρενέργειες διάφορων μέτρων οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής υποστήριξης ή μέσα από τις αντιθέσεις, τους αποκλεισμούς και τις αδικίες που προκαλεί η λειτουργία της αγοράς και γενικότερα της οικονομίας σε ένα συνολικά πολύ υψηλότερο επίπεδο.

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει συνεπώς να απευθύνεται πάντοτε στους «μη προνομιούχους» της σημερινής εποχής. Σε αυτούς δηλαδή που νοιώθουν ότι ζουν μέσα σε μια κοινωνία ανασφάλειας και αναζητούν την βοήθεια,  την στήριξη και τις εγγυήσεις ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους. Ενός κράτους που λειτουργεί ως μηχανισμός ανακατανομής του πλεονάσματος, ως μηχανισμός κοινωνικής ενσωμάτωσης και ως μηχανισμός εξομάλυνσης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων και αντιθέσεων με στόχο την κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή. Αυτή όμως η κοινωνία αλληλεγγύης δεν προκύπτει μέσα από τον εαυτό της, αλλά μέσα από την πολιτική και μέσα από τον κοινωνικό αγώνα, δηλαδή μέσα από την λειτουργία του κράτους και την άσκηση μιας κοινωνικά ευαίσθητης και προοδευτικής διακυβέρνησης.

Το κοινωνικό ζήτημα εξακολουθεί να υπάρχει, παρότι όλα κινούνται σε υψηλότερο επίπεδο. Αυτό είναι πάντα το κύριο πολιτικό ζήτημα: το ζήτημα που έθεσε με σαφήνεια το ΠΑΣΟΚ  το 1974, το ζήτημα στο οποίο κρίθηκε η πολιτική του και στις δύο μεγάλες κυβερνητικές του θητείες, το ζήτημα στο οποίο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η ήττα του το 2004 και το ζήτημα στο οποίο θα κριθεί η επιστροφή του στην κυβέρνηση στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Πρέπει συνεπώς το ΠΑΣΟΚ να καταστεί και πάλι με τρόπο αξιόπιστο σύγχρονο και αποτελεσματικό:

  • Ένα κίνημα κατά των ανισοτήτων που εμφανίζονται άλλοτε με αδρό  και άλλοτε με πολύ πιο εκλεπτυσμένο και περίπλοκο τρόπο στο εσωτερικό επαγγελματικών, κοινωνικών και ηλικιακών κατηγοριών, στο εσωτερικό των περιφερειών και των νομών της χώρας ή σε τελείως νέα πεδία όπως η ψηφιακή κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης.
  • Ένα κίνημα κατά των ανισοτήτων, παλαιών και νέων, είναι ένα κίνημα κοινωνικής ενσωμάτωσης,  ένα κίνημα κατά του αποκλεισμού και της αποξένωσης με τις σημερινές έννοιες των όρων, ένα κίνημα που αγωνίζεται να μετατρέψει την κοινωνία της ανασφάλειας σε κοινωνία αλληλεγγύης και συνοχής.

 

  1. Βέβαια το ΠΑΣΟΚ δεν είναι το αρχικό ριζοσπαστικό κίνημα του 1974, αλλά ένα μεγάλο πλειοψηφικό και πολυσυλλεκτικό κόμμα εξουσίας, ένας πολιτικός φορέας που υπάρχει και συγκροτείται ως πλειοψηφικό ρεύμα  μέσα στην ελληνική κοινωνία.

Ένα τέτοιο κόμμα κυβερνητική ευθύνης, πολιτικής εμπιστοσύνης και κοινωνικής ευαισθησίας, απευθύνεται εξορισμού στο σύνολο του ελληνικού λαού. Απευθύνεται όχι μόνον σε όσους βιώνουν την σημερινή κοινωνία ως κοινωνία της ανασφάλειας, αλλά και σε όσους αντιλαμβάνονται την σημερινή κοινωνία ως πεδίου προόδου και νέων ευκαιριών. Αυτές όμως οι ευκαιρίες πρέπει να κατανέμονται δίκαια, αν θέλουμε να διασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη και συνοχή, τόσο ως θεμελιώδης αυταξία αλλά και ως κρίσιμος συντελεστής ανάπτυξης σε όλα τα επίπεδα, από αυτό της επιχείρησης μέχρι αυτό της εθνικής οικονομίας συνολικά.

Η πλειοψηφική δυναμική και η κυβερνητική ικανότητα ενός τέτοιου κόμματος βασίζεται στην ικανότητα δίκαιης και αποτελεσματικής διεύθυνσης της χώρας. Ή με άλλη ορολογία, στην δυνατότητα άσκησης πολιτικής ηγεμονίας (με την επιστημονική έννοια του όρου). Η ικανότητα αυτή συνίσταται στην ισορροπημένη και δίκαιη διατύπωση μιας ολοκληρωμένης προγραμματικής πρότασης για το γενικό συμφέρον του ελληνικού λαού και το μέλλον της χώρας.

Μια τέτοια προγραμματική πρόταση πρέπει να διασφαλίζει την πρόοδο και την ανάπτυξη της χώρας, με δικαιοσύνη και ασφάλεια, για όλους, να διασφαλίζει, δηλαδή, την δίκαιη κατανομή των ευκαιριών και το δικαίωμα όλων στην ευημερία, μέσα σε μία κοινωνία αλληλεγγύης και συνοχής.


II.   Η αντίληψη μας για τον κόσμο και την Ευρώπη- Η εθνική ανεξαρτησία και η εθνική ταυτότητα μέσα στις σημερινές συνθήκες της «παγκοσμιοποίησης»

  1. Η ριζική μεταβολή που επήλθε από το 1989 και μετά στο διεθνές σύστημα με την κατάρρευση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας, τη δημιουργία νέων εθνικών κρατών, την επανεμφάνιση των προτεκτοράτων, την επικράτηση της θεωρίας της ανθρωπιστικής επέμβασης, την επιβολή αρχικά μεν της λεγόμενης νέας τάξης πραγμάτων, στη συνέχεια δε της λογικής των «ασύμμετρων απειλών», έxει μεταβάλει το ίδιο το πλαίσιο αναφοράς στο οποίο συντελέστηκε στη χώρα μας η μεταπολίτευση του 1974 και η ίδρυση αλλά και η πρώτη κυβερνητική θητεία του ΠΑΣΟΚ .

Η «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι απλά και μόνο η παρούσα φάση της διεθνούς οικονομίας και του παγκοσμίου εμπορίου, ούτε η παρούσα φάση ανάπτυξης της τεχνολογίας της πληροφορίας και των επικοινωνιών, με ο,τι αυτό συνεπάγεται για την λειτουργία της οικονομίας  σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.

Η «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι επίσης μόνον η προσθήκη- δίπλα στα οικονομικά και τεχνολογικά αυτά δεδομένα- της επικοινωνιακής, αισθητικής πολιτιστικής και ιδεολογικής ομοιομορφίας και μιας μονοδιάστατης πολιτικής σκέψης. Είναι κάτι πολύ παραπάνω από όλα αυτά.

Η «παγκοσμιοποίηση» ως έννοια, (σε αντίθεση π.χ. με την έννοια της οικουμενικότητας) αποδίδει το τεράστιο πρόβλημα της παγκόσμιας διακυβέρνησης, η πιο εμφανής όψη του οποίου είναι η κρίση νομιμοποίησης αλλά και αποτελεσματικότητας που διαπερνά τον Ο.Η.Ε. και πολλούς άλλους οργανισμούς. Μία γενικευμένη κρίση διεθνούς νομιμότητας, η οποία ποτέ άλλωστε  δεν έφτασε σε σημείο πληρότητας και επάρκειας.

Η διεθνής νομιμότητα και η διεθνής κοινωνία δεν λειτουργούν ούτε με βάση τις αντιλήψεις, τις αρχές και τους κανόνες αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δυτικός νομικός και πολιτικός πολιτισμός.

 Μέσα συνεπώς σε ένα κόσμο που διέρχεται μια τόσο έντονη κρίση «ανομίας», σ’ ένα κόσμο μονοπολικό και ασύμμετρο στον οποίο δεν έχουν βρει τη θέση και τον ρόλο τους ούτε μεγάλες χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία, που διαθέτουν σχεδόν το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού, το μείζον πρόβλημα είναι κατ’ ανάγκην το πρόβλημα της ασφάλειας και της σταθερότητας. Ιδίως για μια χώρα με σαφή μεν ευρωπαϊκή ταυτότητα, όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται όμως σε δύο περιοχές  ιστορικά και γεωγραφικά βεβαρημένες, όπως τα Βαλκάνια και η ανατολική Μεσόγειος και πολύ κοντά σε μία μόνιμη μήτρα προβλημάτων όπως η Μέση Ανατολή. Μία πολιτική διεθνούς και περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας, απαιτεί συνείδηση των διεθνών συσχετισμών και συστηματική επεξεργασία και εφαρμογή περιφερειακών πολιτικών, με κορυφαία την λειτουργία της χώρας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για μια χώρα με τα μεγέθη (8η σε πληθυσμό μέσα στις εικοσιπέντε χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ), αλλά και με τα γεωγραφικά και τα ιστορικά συμφραζόμενα της Ελλάδας, τόσο η διαμόρφωση συνθηκών ασφάλειας και σταθερότητας όσο και η αποτελεσματική συμμετοχή σε διεργασίες που τείνουν στη διαμόρφωση ενός νέου δημοκρατικού συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης (μέσα προφανώς από τη ριζική ανακαίνιση του Ο.Η.Ε.), έχουν νόημα μόνον όταν τίθενται  μέσα σε  ένα περιφερειακό, δηλαδή ευρωπαϊκό, κέλυφος. 

 

  1. Η ευρωπαϊκή επιλογή της χώρας διατυπώθηκε το 1974/1975 ως βασική στρατηγική για λόγους πρωτίστως ασφάλειας και δημοκρατικής σταθερότητας, μέσα από μία ανάλυση  που τελούσε υπό το καταλυτικό βάρος της εμπειρίας της δικτατορίας.

Τριάντα χρόνια αργότερα η Ελλάδα, ως παλιό πια μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέλος του σκληρού πυρήνα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και της ζώνης του Ευρώ, εμφανίζεται σταθερά προσανατολισμένη προς την ευρωπαϊκή ιδέα και την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης για λόγους που είναι οικονομικοί, αναπτυξιακοί αλλά και στρατηγικοί, δηλαδή για λόγους αναγόμενους στην εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και άμυνας  της χώρας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα τρέφει ευρωπαϊκές ψευδαισθήσεις. Έχουμε πλήρη συνείδηση της ευρωπαϊκής πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας, των μεγάλων ελλειμμάτων (θεσμικών δημοκρατικών και πολιτικών) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχουμε επίσης πλήρη συνείδηση του γεγονότος πως η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ανοικτό και αναπεπταμένο πεδίο διαρκούς και σκληρής διαπραγμάτευσης, διακρατικού συνήθως χαρακτήρα στο οποίο οι ιδεολογικές τάσεις  και συγγένειες και οι πολιτικοί συσχετισμοί παίζουν ακόμη δευτερεύοντα ή συμπληρωματικό ρόλο.

Έχουμε ακόμη πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ένα ταμείο ενίσχυσης των λιγότερων αναπτυγμένων χωρών ή περιφερειών, αλλά ένα σύστημα σκληρών, οικονομικών δοσοληψιών, όπου τα πάντα γίνονται επειδή υπακούουν σε μία, έστω μακροπρόθεσμη,  ανταποδοτική και συμψηφιστική λογική.

Από την άλλη πλευρά έχουμε πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προσφέρει και στην Ελλάδα, μία ενιαία αγορά άλλων διαστάσεων και δυνατοτήτων, ότι ως τώρα οι δοσοληψίες της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν λειτουργήσει ενισχυτικά για τις υποδομές και τον εκσυγχρονισμό της χώρας μέσα από τα μεσογειακά ολοκληρωμένα προγράμματα και τα διαδοχικά κοινοτικά πλαίσια στήριξης που λειτουργούν ως βάση ενός φιλόδοξου και πρωτοφανούς σε όγκο εθνικού σχεδίου ανάπτυξης.

Έχουμε επίσης πλήρη συνείδηση του ιστορικού γεγονότος ότι η Ευρώπη παρά τα προβλήματα και τις αδυναμίες της, είναι μία ήπειρος παιδείας και πολιτισμού, μία ήπειρος όπου γίνονται κατά βάση σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου, οι πολιτικές ελευθερίες και στην οποία έχει ανθίσει η σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ότι στην Ευρώπη συγκροτείται και λειτουργεί μία κοινωνία των πολιτών που εκφράζεται μέσα από ποικίλες οργανώσεις και σχήματα. Ότι στην Ευρώπη έχει διαμορφωθεί ένα θεσμικό και πολιτικό κεκτημένο, ένα νομικός και πολιτικός πολιτισμός, που ανεξάρτητα από τα προβλήματα και τα κενά του, είναι αυτό που βρίσκεται πλησιέστερα  στην δική μας αντίληψη, εμπειρία και επιδίωξη.

Έχουμε επίσης πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η βασική μας αξία που είναι η κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή έχει άμεση σχέση με το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος  που την συγκροτεί και την εγγυάται, ανεξάρτητα από την ειδικότερη διαδρομή που έχει ακολουθήσει από την Σκανδιναβία έως την Μεγάλη Βρετανία και από την Ελλάδα έως την Βαλτική.

Η δική μας Ευρώπη είναι επομένως η κοινωνική Ευρώπη. Η Ευρώπη που ανέδειξε κατά την μακρά βιομηχανική και νεωτερική περίοδο ένα ολοκληρωμένο μοντέλο οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης με την ουσιαστική και ενεργό συμβολή των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών, σοσιαλδημοκρατικών και εργατικών κομμάτων. Η Ευρώπη που οφείλει και τώρα, μέσα στις συνθήκες της μεταβιομηχανικής και μετανεωτερικής εποχής, να διασφαλίσει όλες αυτές τις συνιστώσες του μοντέλου της. Η δημοκρατική, δικαιοκρατική και κοινωνική Ευρώπη που θεμελιώνει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και την θέση της στην παγκόσμια οικονομία στην ποιότητα, είναι πάντα η δική μας θέση και επιδίωξη. 

Η Ευρώπη βέβαια αυτή στην οποία μετέχουμε, δεν είναι μία χειραφετημένη Ευρώπη στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες  τόσο για θέματα που αφορούν περιοχές της Ευρώπης όσο και για θέματα που αφορούν άλλες κρίσιμες περιοχές του κόσμου, δεν είναι βέβαια ούτε μία σχέση ισότιμη ούτε μία σχέση διαφανής. Θα ήταν συνεπώς επικίνδυνα αφελές να θεωρηθεί ότι υπάρχουν σήμερα δύο διακεκριμένες στρατηγικές, μία ευρωπαϊκή και μία αμερικανική, για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ασφάλεια. Η σχέση των δύο αυτών παραγόντων διαπερνά άλλωστε το σώμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ιδίως μετά την διεύρυνση της), είναι δε σχετικά ανακριβής ακόμη και η αναφορά σε δύο διακεκριμένους πόλους που συνεργάζονται στα διάφορα επίπεδα διεθνούς οργάνωσης.

 Παρά όμως τα προβλήματά της η Ευρώπη είναι το καλύτερο δυνατό πεδίο για την χώρα μας, την κοινωνία της, τους πολίτες της και την οικονομία της.

 

  1. Το ΠΑΣΟΚ διακήρυξε το 1974 όχι μόνον τον κοινωνικό και πολιτικό αλλά και τον εθνικό ριζοσπαστισμό, με την μορφή ενός πολιτικού λόγου εθνικής αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας. Το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε ως κίνημα αντι-εξαρτησιακό και πατριωτικό, ως κίνημα που επαγγελόταν την εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία και είχε ως στόχο μια «Ελλάδα που να ανήκει στους Έλληνες».

Μέσα σε ένα ριζικά διαφορετικό κόσμο και μέσα πάντοτε στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το ΠΑΣΟΚ της νέα εποχής εξακολουθεί να είναι ένα πατριωτικό κίνημα που έχει πλήρη συνείδηση της σημασίας του Ελληνισμού και πέραν της ελληνικής επικράτειας, χάρη στο δυναμισμό και τα επιτεύγματα των αποδήμων ελλήνων.

Ο πατριωτισμός όμως του 2004 είναι πολύ πιο πολύπλοκη υπόθεση σε σχέση με τον πατριωτισμό του 1974. Δεν αρκεί το φρόνημα και η επαγρύπνηση. Απαιτείται πλήρης και σε βάθος γνώση του διεθνούς και των περιφερειακών συσχετισμών δυνάμεων καθώς και των μηχανισμών διεθνούς διαπραγμάτευσης. Ο πατριωτισμός του 2004 δεν είναι ούτε ρητορικός ούτε αμυντικός. Θεμελιώδης στόχος του ΠΑΣΟΚ παραμένει πάντοτε η κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας, αυτό όμως συντελείται πλέον σε έναν κόσμο που θέτει σε ριζική αμφισβήτηση, με πολλούς και διάφορους τρόπους το ίδιο το φαινόμενο της εθνικής κυριαρχίας, παρότι όχι μόνον δεν υποχώρησε αλλά άνθισε το φαινόμενο του εθνικού κράτους μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας.

Σήμερα η εθνική ανεξαρτησία ταυτίζεται με την προστασία της εθνικής ασφάλειας  και με την διασφάλιση των υψηλότερων δυνατών βαθμών αυτοκαθορισμού μέσα στον ευρωπαϊκό και διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό σημαίνει ότι οι συντελεστές της εθνικής ανεξαρτησίας έχουν γίνει πολύ πιο πολύπλοκοι.: Η ισχύς της εθνικής οικονομίας, η ενεργός συμμετοχή στο ευρωπαϊκό πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι, η συστηματική απομάκρυνση της χώρας από εστίες προβλημάτων των οποίων δεν πρέπει να καθίσταται μέρος και η συνεπής και σταθερή προώθηση πρωτοβουλιών ειρήνης, συνδιαλλαγής και συνεργασίας, είναι ένα πλέγμα παραμέτρων πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί μια ενεργός εξωτερική πολιτική, μία πολιτική εθνική ανεξαρτησίας.

Ισχυρή και ανεξάρτητη Ελλάδα είναι η ευρωπαϊκή και αξιόπιστη Ελλάδα που είναι προσηλωμένη στις αρχές της διεθνούς νομιμότητας, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  και της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών.

Ισχυρή και ανεξάρτητη Ελλάδα είναι η Ελλάδα που μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τα εθνικά της σύνορα, ως σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα που θέλουμε πάντα να ανήκει στους Έλληνες είναι συνεπώς αυτή η σύγχρονη ισχυρή και ικανή και αποτελεσματική Ελλάδα που διασφαλίζει την εθνική της ανεξαρτησία, ακεραιτότητα και αξιοπρέπεια μέσα στην ανασφάλεια, τις απειλές, την πολυπλοκότητα και τις αντιφάσεις του σημερινού κόσμου. Αυτή η Ελλάδα θέλουνε να ανήκει στους Έλληνες, όχι ως επιδίωξη εθνικής καθαρότητας, αλλά ως εγγύηση ασφάλειας και σταθερότητας που προσφέρεται σε όποιον ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, μέσα σε μια κοινωνία ανοικτή και πολυπολιτισμική.

 

  1. Μέσα σε αυτό το διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο και μέσα σε μια τέτοια διεθνή κοινωνία, ανοικτή και πολυπολιτισμική, η διαφύλαξη της εθνικής ταυτότητας, της γλώσσας, του πολιτισμού και της παιδείας δεν είναι μία επιδίωξη «έθνικ» ή μία προσέγγιση «λαογραφικού» χαρακτήρα. Αφορά την ίδια την συλλογική συνείδηση του λαού, την ίδια την σχέση με την ιστορία ως ενεργό στοιχείο κάθε σύγχρονης κοινωνίας που διαθέτει αυτοσυνειδησία και αυτοεκτίμηση, χωρίς κενές ματαιοδοξίες και ψευδαισθήσεις.

Βασική συνιστώσα της ταυτότητας αυτής είναι και η Ορθοδοξία, ως ιστορικό και πολιτισμικό κεκτημένο όλου του Ελληνισμού, ανεξάρτητα από την θρησκευτική συνείδηση και συμπεριφορά του καθενός, που διαμορφώνεται ελεύθερα. Η Ορθοδοξία ως ιστορικός και πολιτισμικός πλούτος, ως ανεκτικότητα και μήνυμα αγάπης και καταλαγής είναι συνεπώς ένας εθνικός, πνευματικός και πολιτιστικός πλούτος στο πλαίσιο της συνταγματικά κατοχυρωμένης θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας.  


III.     Η ανάγκη προστασίας της πολιτικής- Ο σεβασμός του πολίτη και της κοινωνίας των πολιτών.

  1. Το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε το 1974, ως κίνημα πολιτικού ριζοσπαστισμού με στόχο την ανανέωση της πολιτικής ζωής και την διαμόρφωση των προϋποθέσεων για ενεργό συμμετοχή στην πολιτική πολύ περισσότερων πολιτών και πολύ μεγαλύτερων κοινωνικών δυνάμεων που ήσαν αποκλεισμένες από το προδικτατορικό πολιτικό σύστημα, ως απόρροια και του μετεμφυλιακού καθεστώτος.

Παρότι την εποχή εκείνη η πολιτική βρισκόταν εξορισμού στο προσκήνιο λόγω της πτώσης της δικτατορίας και των συνθηκών της μεταπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ θέλησε να ενισχύσει την ίδια την αξία και τη σημασία της πολιτικής τοποθετώντας στο πεδίο της όχι μόνον ζητήματα θεσμών, πολιτικών οργάνων δικαιωμάτων και διαδικασιών αλλά και το ίδιο το κοινωνικό ζήτημα, όπως είδαμε. Άνοιξε δε εξαρχής νέα πολιτικά πεδία, αναφερόμενο ρητά σε ζητήματα  που ως τότε απουσίαζαν από τον ελληνικό πολιτικό λόγο, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η ποιότητα ζωής, η πολεοδομική και οικιστική πολιτική.

Νέο πεδίο της πολιτικής για την εποχή εκείνη πρέπει να θεωρηθεί και η έμφαση που έδωσε εξαρχής το ΠΑΣΟΚ στο συνδικαλιστικό και συνεταιριστικό κίνημα και στην τοπική αυτοδιοίκηση, στο πλαίσιο πάντοτε ενός δημοκρατικού, κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει συνεπώς να είναι πάντα ένα ενεργό και αξιόπιστο κίνημα υπεράσπισης της πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει, με άλλα λόγια, να αντιταχθεί στην επικίνδυνα ηττοπαθή και μοιρολατρική άποψη που θέλει να είναι άνευ δυνατοτήτων και άνευ νοήματος η πολιτική στο επίπεδο του εθνικού κράτους, επειδή τα πάντα κρίνονται είτε σε ένα υψηλότερο είτε σε ένα χαμηλότερο επίπεδο, αλλά πάντως ουσιαστικά όχι στο επίπεδο της εθνικής πολιτικής που είναι ταυτισμένη με την σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

Η υπεράσπιση της πολιτικής είναι από την άποψη αυτή ουσιαστικά υπεράσπιση της δημοκρατίας, αρχικά μεν σε εθνικό επίπεδο, στη συνέχεια δε σε ευρωπαϊκό. Η υπεράσπιση όμως της πολιτικής γίνεται αποτελεσματικά μόνο μέσα από την κατανόηση της κρισιμότητας της, δηλαδή της κρισιμότητας των αποφάσεων που λαμβάνονται με πολιτικές διαδικασίες στις οποίες έχει πρακτικό νόημα να μετέχουν οι πολίτες.

Η υπεράσπιση της πολιτικής γίνεται επίσης αποτελεσματικά μέσα από την ανάδειξη νέων πολιτικών ζητημάτων και νέων διακυβευμάτων που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο ως κοινωνικό και πολιτικό υποκείμενο: η λειτουργία της οικογένειας, η σχέση γονέων και παιδιών, τα ζητήματα που συνδέονται με την ανθρώπινη αναπαραγωγή, τα διλήμματα της βιοτεχνολογίας και της γενετικής, οι προκλήσεις και οι απειλές της τεχνολογικής εξέλιξης, οι υπαρξιακές αγωνίες και η αδυναμία των νέων ανθρώπων να ενταχθούν στο οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, η θέση των μεταναστών αλλά και των πολιτών άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα στην ελληνική κοινωνία, η σχέση εθνικής ταυτότητας και πολυπολιτισμικότητας είναι μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα νέων πεδίων της πολιτικής.

 

  1. Ο τρόπος με τον οποίο το ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται το πεδίο της πολιτικής και την κρισιμότητα της, συνδέεται άμεσα με τoν τρόπο με τον οποίο το ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τον σημερινό πολίτη: έναν πολίτη απαιτητικό και δύσπιστο, που ξεκινά από τη διάθεση αμφισβήτησης της πολιτικής, των κομμάτων, των πολιτικών προσώπων. Έναν πολίτη που αρνείται την οριστική, συνολική και ευθύγραμμη πολιτική στράτευση και άρα την κομματική ένταξη, γιατί προτιμά μια πιο επιλεκτική και επιφυλακτική στάση που του προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία, μεγαλύτερη κριτική δυνατότητα και περισσότερες επιλογές, δίνοντας του μάλιστα και μία αίσθηση μεγαλύτερης ικανότητας πίεσης και μεγαλύτερης εκλογικής και άρα πολιτικής επιρροής.

Ο πολίτης που είναι απογοητευμένος και διαψευσμένος από την πολιτική, που νοιώθει ότι δεν έχει νόημα η ενασχόληση του με την πολιτική, είναι ένας πολίτης που θέλουμε να έρθει σε επαφή με το ΠΑΣΟΚ. Αυτός είναι ο πολίτης που βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής ως υποκείμενο και συνδιαμορφωτής της.

 

  1. Αυτός ο πολίτης δεν πρέπει να αφεθεί να δρα μόνο ως οικονομικό και κοινωνικό υποκείμενο, παραιτούμενος από την δύναμη και τη δυνατότητα που του προσφέρει η πολιτική συμμετοχή.

Η κοινωνία των πολιτών ολοκληρώνεται ως πολιτική κοινωνία, όταν οι πολίτες λειτουργούν ως πλήρη κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά υποκείμενα. Η κοινωνία των πολιτών με τις οργανώσεις της λειτουργεί σήμερα ως ένα πολύ σοβαρό εναλλακτικό και συμπληρωματικό πεδίο πολιτικής έκφρασης και δράσης, σε πλήθος κρίσιμων ζητημάτων, στα οποία είτε δεν εκδηλώνει καθόλου, είτε δεν εκδηλώνει επαρκές, αποτελεσματικό και πειστικό ενδιαφέρον η συμβατική πολιτική, όπως εκφράζεται μέσω των πολιτικών κομμάτων. Τα λεγόμενα συνεπώς «μονοθεματικά» κοινωνικά κινήματα, το καταναλωτικό, το οικολογικό, το γυναικείο, το μεγάλο κίνημα του κοινωνικού εθελοντισμού, το λανθάνον αλλά πολύ σημαντικό λαϊκό πολιτιστικό κίνημα των εθνοτοπικών σωματείων και ενώσεων, πρέπει να είναι προνομιακοί εταίροι και συνομιλητές του ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής, με απόλυτο σεβασμό στην αυτονομία και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, αλλά και με παράλληλη προβολή της ανάγκης η κοινωνική δράση να ολοκληρώνεται και να συντίθεται ως πολιτική.

Ένα πολιτικό κόμμα μπορεί όμως να προσφέρει στους πολίτες την δυνατότητα μιας νέου τύπου πολιτικής συμμετοχής, μόνον όταν σέβεται τα πολλαπλά ενδιαφέροντα τους, μόνον όταν κατανοεί τους λόγους της απογοήτευσης και δυσπιστίας τους απέναντι στην συμβατική πολιτική, μόνον όταν ενδιαφέρεται για τις αγωνίες που βιώνουν και μόνον όταν τους προσφέρει νέες μορφές προσωπικής πολιτικής έκφρασης, σεβόμενο την προσωπικότητα του καθενός.

Σε αυτά τα σημεία κρίνεται- όπως θα δούμε στην συνέχεια- η υπόθεση του λεγόμενου ανοικτού κόμματος αλλά και η υπόθεση της συμμετοχικής δημοκρατίας  που καλούνται να αντιμετωπίσουν και να υπερβούν την κρίση του κομματικού φαινομένου που είναι μία από τις πολλές όψεις της κρίσης της πολιτικής, αλλά και της κρίσης των θεσμών και των λειτουργιών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.


  1. Η φύση της δημοκρατίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου- Η πρόταση μας για ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης.
  1. Στη συνείδηση πολλών πολιτών στην Ευρώπη οι συνταγματικοί θεσμοί της σύγχρονης δημοκρατίας, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκονται το κομματικό φαινόμενο και το κομματικό σύστημα, δεν δίνουν επαρκή απάντηση στις ανάγκες της πολιτικής εκπροσώπησης της κοινωνίας.

Το 1974, μετά την εμπειρία της δικτατορίας αλλά και την πολύ μεγαλύτερη σε διάρκεια εμπειρία του μετεμφυλιακού καθεστώτος που λειτουργούσε στη χώρα μας και απείχε πολύ από το μοντέλο του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού δημοκρατικού κράτους δικαίου, το αίτημα για λαϊκή κυριαρχία ήταν θεμελιώδες, αυτονόητο και επαρκές.

Σήμερα, τριάντα χρόνια αργότερα, η Ελλάδα διαθέτει το πλούσιο και ισχυρό θεσμικό και πολιτικό κεκτημένο της μεταπολίτευσης. Ένα σύγχρονο Σύνταγμα που ρυθμίζει την συγκρότηση και την λειτουργία ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου, που εγγυάται τα θεμελιώδη πολιτικά, ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, που περιέχει έναν απαιτητικό κατάλογο κοινωνικών δικαιωμάτων, που προστατεύει ήδη τα δικαιώματα της λεγόμενης τρίτης και τέταρτης γενιάς, όπως το δικαίωμα στο περιβάλλον, η προστασία της γενετικής ταυτότητας, η συμμετοχή στην κοινωνία της πληροφορίας, η προστασία των ατομικών δεδομένων και το απόρρητο του ιδιωτικού βίου. Μία ευρεία συνταγματική συναίνεση περιβάλλει το Σύνταγμα αυτό με ισχυρή πολιτική νομιμοποίηση, ενώ παράλληλα λειτουργούν στη χώρα μας ένα σταθερό κομματικό σύστημα και ένα κατ’ ουσίαν σταθερό εκλογικό σύστημα, που έχουν προσφέρει μια μακρά περίοδο κοινοβουλευτικής και κυβερνητικής σταθερότητας.

Αυτό το πλούσιο συνταγματικό θεσμικό και πολιτικό κεκτημένο της μεταπολίτευσης που τώρα θεωρείται αυτονόητο και δεδομένο, κάθε άλλο παρά τέτοιο ήταν πριν τριάντα χρόνια. Χρειάζεται συνεπώς πάντοτε μία ιστορική αναδρομή και υπενθύμιση που διευκολύνει την ορθή και δίκαιη αποτίμηση όλης αυτής της διαδρομής, στην οποία ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή του ΠΑΣΟΚ και των κυβερνήσεων του.

Όλα όμως αυτά δεν επαρκούν για την πολιτική συμμετοχή και εκπροσώπηση μιας πολύπλοκης, αντιφατικής, μετανεωτερικής κοινωνίας, όπως η ελληνική.

Η αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία υφίσταται καθημερινά τον ανταγωνισμό και τις πιέσεις της «στιγμιαίας δημοκρατίας» των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και της «μονοθεματικής δημοκρατίας» των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και των άλλων ομάδων πίεσης που εκφράζονται μέσα από την άσκηση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων, κάτι που είναι δεδομένο και συστατικό στοιχείο της σύγχρονης δημοκρατίας.

Η πολιτική συμμετοχή, η προστασία και η ανακαίνιση της πολιτικής, ο εκσυγχρονισμός και η εμβάθυνση της ίδιας της δημοκρατίας προϋποθέτουν συνεπώς την μετάβαση από την συμβατική (αλλά ευτυχώς ιστορικά αναντικατάστατη) αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε μια σύγχρονη συμμετοχική δημοκρατία.

Η συμμετοχική δημοκρατία που επαγγέλλεται το ΠΑΣΟΚ ως βασικό στοιχείο της ιδεολογικής του ταυτότητας:

α. Είναι μία σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία που σέβεται και εφαρμόζει τους θεσμούς και τις δυνατότητες της άμεσης δημοκρατίας, όπως το δημοψήφισμα και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης.

β. Είναι μία σύγχρονη δημοκρατία που ανακαινίζει το θεσμό του πολιτικού κόμματος, ο οποίος πρέπει να βασίζεται στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών σε κόμματα με εσωτερική δημοκρατική οργάνωση, σε κόμματα ουσιαστικά και πλήρως αποκεντρωμένα που διασφαλίζουν την εύκολη πρόσβαση των πολιτών στις κομματικές διαδικασίες όχι μόνο με την μορφή της διαβούλευσης αλλά και ως προς την λήψη των τελικών αποφάσεων.

γ.  Είναι μία σύγχρονη δημοκρατία που σέβεται τις πολλές επιμέρους όψεις, τις αγωνίες, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των πολιτών που είναι πολίτες οι οποίοι νοιώθουν ότι μετέχουν όχι μόνο στην πολιτική, αλλά πρωτίστως στην κοινωνική και οικονομική ζωή.

δ.   Είναι μια σύγχρονη δημοκρατία που σέβεται την κοινωνία των πολιτών και τις οργανώσεις της και συνομιλεί ισότιμα μαζί τους, στο επίπεδο όλων των θεσμών της (Βουλή, κόμματα, τοπική αυτοδιοίκηση κ.ο.κ.).

ε.   Είναι μία σύγχρονη δημοκρατία της προκαταρκτικής διαβούλευσης, αλλά και της απόφασης που πρέπει να λαμβάνεται δημοκρατικά.

στ. Είναι μία δημοκρατία της κοινωνικής ευθύνης που λειτουργεί παράλληλα με τους θεσμούς και τις εγγυήσεις του κοινωνικού κράτους δικαίου.

ζ.    Είναι μία δημοκρατία που αξιοποιεί πλήρως τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες (ψηφιακή δημοκρατία), αλλά δεν υποκαθίσταται από αυτές. Δεν ταυτίζει την τεχνική υποδομή με την θεσμική οργάνωση και την μέθοδο με την ουσία.

η.   Είναι μία σύγχρονη δημοκρατία που συνθέτει και εκφράζει το γενικό συμφέρον του λαού και δεν αποτελεί σύστημα καταγραφής ή συμψηφισμού συντεχνιακών ή κορπορατιστικών συμφερόντων.

θ.   Είναι μία σύγχρονη δημοκρατία που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και λαμβάνει αποφάσεις και δεν καθηλώνεται σε μία ατέρμονη συζήτηση.

 

  1. Το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε ως κίνημα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπεράσπισης του κράτους δικαίου και της ισονομίας, ως κίνημα υπέρ όχι μόνο των ατομικών, ομαδικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά και των κοινωνικών δικαιωμάτων καθώς και νεότερων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην προστασία του περιβάλλοντος και την ποιότητα ζωής.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001 ενίσχυσε εκσυγχρόνισε και συμπλήρωσε τον κατάλογο των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε αρμονία με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά τον τρόπο αυτό η Ελλάδα έδωσε την δική της απάντηση σε μία εποχή έντονης ιδεολογικής και συχνά κοινωνικής αμφισβήτησης της απόλυτης ισχύος των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο όνομα της ασφάλειας.

Το δικαίωμα στην ασφάλεια, όπως και το ακόμη σημαντικότερο δικαίωμα στη ζωή, βρίσκονται αναμφισβήτητα στον πυρήνα του σύγχρονου δημοκρατικού κοινωνικού κράτους δικαίου και κατέχουν κεντρική θέση στο κατάλογο των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Το σύγχρονο συνταγματικό κράτος όμως, κατοχυρώνοντας τα θεμελιώδη δικαιώματα σταδιακά και σε διάφορες ιστορικές φάσεις (γενιές δικαιωμάτων), έχει προβεί σε μια σειρά από βασικές σταθμίσεις ως προς τη σχέση ελευθερίας και ασφάλειας καθώς και ως προς τη σχέση δημοκρατίας και κράτους δικαίου. Οι σταθμίσεις αυτές περιέχονται στα συνταγματικά και στα διεθνή κείμενα προστασίας των δικαιωμάτων, όπου προβλέπονται και όλες οι σχετικές ρήτρες περιορισμού ή επίτασης των δικαιωμάτων αυτών.

Στην κλίμακα των αξιών του ΠΑΣΟΚ ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών στην Ελλάδα, την Ευρώπη και όλον τον κόσμο κατέχει βασική και υπερέχουσα θέση και δεν τελεί υπό διαπραγμάτευση.

Όσες φορές αυτή η παραδοχή έπαψε να έχει τον απόλυτο αξιακό της χαρακτήρα, οδήγησε σε δραματικές ιστορικές περιπέτειες. Με αυτόν τον τρόπο αντιλαμβάνεται συνεπώς το ΠΑΣΟΚ τον ευρωπαϊκό, νομικό και πολιτικό πολιτισμό.

 

  1. Τα προβλήματα βέβαια της σύγχρονης δημοκρατίας άρα και της σύγχρονης πολιτικής, είναι εδώ και χρόνια πολύ περισσότερα: Η λειτουργία των μέσων ενημέρωσης, η δραστηριότητα της κοινωνίας των πολιτών, η αντιμετώπιση των φαινομένων διασύνδεσης και διαπλοκής μεταξύ κράτους και οικονομίας και άρα μεταξύ πολιτικής, οικονομικής και επικοινωνιακής εξουσίας, τα φαινόμενα παρανομίας και διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση και γενικότερα μέσα στη λειτουργία του κράτους, ο ρόλος της δικαιοσύνης και των δικαστικών λειτουργών που πρέπει να έχουν πλήρως διασφαλισμένη την ανεξαρτησία τους, αλλά να κινούνται μέσα στα όρια του Συντάγματος και των νόμων, είναι μερικά από τα θεσμικά αυτά προβλήματα.

Στην εποχή μας δεν αρκεί η δήλωση πίστης στη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία, ούτε η προβολή της συμμετοχική δημοκρατίας, ούτε η εμμονή στα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου γενικά.

Η δημοκρατία δεν είναι ούτε μόνο μία διαδικασία, ούτε μόνο ένα θεσμικό σύστημα. Είναι ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιών και αρχών που έχει προκύψει ιστορικά και το οποίο αντέχει, λειτουργεί και αμύνεται, μόνον όταν είναι ικανό να δώσει απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα που απασχολούν τους πολίτες και έχουν καταστεί μέτρο της αξιοπιστίας της πολιτικής.

Το ΠΑΣΟΚ είναι συνεπώς πάντοτε κίνημα υπέρ της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κίνημα υπέρ της διαφάνειας στο δημόσιο βίο και ιδίως στις σχέσεις κράτους και οικονομίας σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις εκφάνσεις τους.

 

  1. Το ΠΑΣΟΚ προέβαλε εξαρχής την αποκέντρωση του κράτους και την ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης ως πυλώνες της αντίληψης του για την οργάνωση του κράτους, για την πολιτική και αναπτυξιακή έκφραση των τοπικών κοινωνιών και για το μοντέλο διακυβέρνησης της χώρας.

Μέσα στα τριάντα χρόνια που πέρασαν από την ίδρυση του, το ΠΑΣΟΚ και στις δύο κυβερνητικές του περιόδους ανέλαβε μεγάλες θεσμικές πρωτοβουλίες που κατοχυρώθηκαν συνταγματικά με την αναθεώρηση του 2001 συγκεντρώνοντας, μάλιστα, ευρύτατη πολιτική αποδοχή και συναίνεση. Στον κατάλογο αυτό περιλαμβάνονται :

  • Η δραστική ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης α’ βαθμού και η διαμόρφωση ενός σαφούς και σταθερού συνταγματικού πλαισίου  για τις αρμοδιότητες της αυτοδιοίκησης τόσο του α’ όσο και του β’ βαθμού, αλλά και τις οργανωτικές και δημοσιονομικές της δυνατότητες
  • Η ενοποίηση των δήμων, ως βασικό μέτρο ισχυροποίησης της τοπικής αυτοδιοίκησης
  • Η πρόβλεψη για την δημιουργία συνδέσμων, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού, όχι μόνον αναπτυξιακού χαρακτήρα, αλλά και την άσκηση όλων των διοικητικών αρμοδιοτήτων του.
  • Η ίδρυση και η λειτουργία της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και η εκλογή των οργάνων της, ως πρώτη μορφή αυτοδιοίκησης β’ βαθμού.
  • Η συνταγματική κατοχύρωση των ανεξάρτητων αρχών
  • Η συνταγματική κατοχύρωση των εγγυήσεων διαφάνειας και αξιοκρατίας στην πρόσληψη του κάθε είδους προσωπικού του Δημοσίου και του δημόσιου τομέα υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
  • Η κατοχύρωση του αποκεντρωτικού συστήματος ως αρχής οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και ως βασικού κανόνα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κεντρικών και περιφερειακών οργάνων.
  • Η δραστική ενίσχυση των περιφερειών τόσο στο αναπτυξιακό, όσο και στο διοικητικό και λειτουργικό πεδίο.

Όλο αυτό το κεκτημένο με τις αντιφάσεις, τους πειραματισμούς, τους βολονταρισμούς, τα κενά και τις παλινδρομήσεις που αναμφίβολα παρουσιάστηκαν σε διάφορες περιόδους ή και εξακολουθούν να υπάρχουν, είναι μία στέρεη βάση για την συγκρότηση ενός νέου μοντέλου διακυβέρνησης.

Με δεδομένο το συνταγματικό πλαίσιο που προβλέπει δύο βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, με δεδομένες τις μεγάλες δυνατότητες που έχει από το ίδιο το Σύνταγμα η τοπική αυτοδιοίκηση και των δύο βαθμών, με δεδομένο το συνταγματικό πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, με δεδομένο και ισχυρό το ρόλο των περιφερειών σε όλη την Ευρώπη τόσο ως βασικού επιπέδου ανάπτυξης όσο και βασικού επιπέδου συγκρότησης και λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών, το νέο μοντέλο διακυβέρνησης πρέπει να διασφαλίζει μερικούς βασικούς και προφανείς στόχους:

Πρώτον, την υπέρβαση των περιφερειακών, των ενδοπεριφερειακών και των ενδονομαρχιακών ανισοτήτων και την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση όλων των περιφερειακών και τοπικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων και δυνατοτήτων (του ανθρώπινου δυναμικού, των γεωγραφικών και κλιματολογικών δεδομένων, των παραδόσεων κ.ο.κ.).

Δεύτερον, την διασφάλιση της κατά το δυνατόν πληρέστερης και αποτελεσματικότερης πολιτικής συμμετοχής σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, χωρίς περιττές ενδιάμεσες βαθμίδες και διαμεσολαβήσεις.

Τρίτον, την προσφορά στον πολίτη, των κατά το δυνατό καλύτερων και αποτελεσματικότερων υπηρεσιών σε όλους τους τομείς και τα πεδία, στα οποία εμπλέκεται το κράτος υπό οποιαδήποτε μορφή. Οι πολίτες αντιλαμβάνονται το κράτος ως πολιτική εξουσία, ως δημόσια διοίκηση, ως διαχείριση της εθνικής οικονομίας, ως μηχανισμό παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, ως μηχανισμό παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, ως εγγυητή της ασφάλειας τους, ως μηχανισμό πολιτικής προστασίας και γενικά ως διαχειριστή κρίσεων κάθε είδους και βαθμού.

Οι πολίτες αντιλαμβάνονται το κράτος έτσι, ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη διοικητική και οργανωτική του εκδοχή, ανεξάρτητα δηλαδή από τον εάν πρόκειται για τα πολιτικά όργανα, τις κεντρικές υπηρεσίες, τις περιφερειακές υπηρεσίες, τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, την νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, τους δήμους και τις κοινότητες, τις ανεξάρτητες αρχές, τις ένοπλες δυνάμεις, τα σώματα ασφαλείας, την δικαιοσύνη.

Εκτός από τις συνταγματικές προβλεπόμενες εξαιρέσεις της δικαιοσύνης και των ανεξάρτητων αρχών, όλο το άλλο θεσμικό και λειτουργικό σύστημα του σύγχρονου κράτους πρέπει συνεπώς να υπηρετεί τον πολίτη, με πρόσφορο, αποτελεσματικό και συντονισμένο τρόπο, με απόλυτο σεβασμό στην νομιμότητα και την διαφάνεια. Η εποχή των θεσμικών πειραματισμών έχει παρέλθει οριστικά. Πρέπει συνεπώς χωρίς αγκυλώσεις, με καινοτομική διάθεση και ευελιξία, με συνεχή κοινωνικό διάλογο, τεκμηρίωση, ωριμότητα και συναίνεση να συναρθρωθούν όλα τα στοιχεία:

  • Μιας σύγχρονης αντιπροσωπευτικής και συμμετοχικής δημοκρατίας
  • Ενός σύγχρονου κράτους δικαίου
  • Ενός σύγχρονου και λειτουργικού κράτους χωρίς κενά στον δείκτη
  • προστασίας όσων έχουν ανάγκη     
  • Μίας αποκεντρωμένης δημόσιας διοίκησης που βασίζεται στην περιφερειακή της συγκρότηση
  • Μίας ισχυρής τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, που εγγυάται σε τοπικό, νομαρχιακό και περιφερειακό επίπεδο τόσο την πολιτική έκφραση, όσο και την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

Στόχος είναι  η διαμόρφωση, με βάση τα στοιχεία αυτά, ενός νέου μοντέλου διακυβέρνησης που έχει στο επίκεντρό του τους πολίτες και τις εξατομικευμένες ανάγκες τους, την κοινωνία των πολιτών και την πολυπλοκότητα των δημιουργικών εκφράσεών της, μέσα από ποικίλες οργανώσεις και δράσεις.

Αυτό το νέο μοντέλο διακυβέρνησης που πρέπει να είναι δημοκρατικό, συμμετοχικό, αποκεντρωμένο, λειτουργικό και αποτελεσματικό είναι το κύριο ίσως πολιτικό ζήτημα της εποχής μας, γιατί συνδέεται άμεσα τόσο με την αποτελεσματική λειτουργία του κοινωνικού κράτους, όσο και με το μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης αυτού του τύπου βασίζεται στην κατανόηση του κράτους, όχι με τη μορφή μίας συμπαγούς εξουσιαστικής οντότητας ή με τη μορφή ενός πολύπλοκου και πανίσχυρου εργαλείου που είναι πολιτικά και ιδεολογικά ουδέτερο και προσφέρεται για χρήση και αξιοποίηση στην εκάστοτε πολιτική εξουσία αλλά με τη μορφή μίας απαιτητικής κοινωνικής σχέσης. Μίας σχέσης ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα πολιτικής εξουσίας και τους πολίτες, ανάμεσα στην πολιτική κοινωνία και την κοινωνία των πολιτών.

Αυτή την αντίληψη για το κράτος πρέπει να επαγγέλλεται το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής, χωρίς ούτε να αγνοεί ούτε να αποσιωπά τα λάθη του, αλλά και χωρίς να υποτιμά τη μεγάλη συμβολή του στον τομέα αυτόν.


  1. Το κοινωνικό μας όραμα- Η απάντηση στα σκληρά διλήμματα που   αντιμετωπίζουν όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη. – Η εμμονή στη σημασία του κοινωνικού κράτους 
  1.  To ΠΑΣΟΚ εμφανίστηκε στον πολιτικό και ιστορικό ορίζοντα της    χώρας φέρνοντας στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης το κοινωνικό ζήτημα, δηλώνοντας με σαφήνεια το κοινωνικό του όραμα και τον απώτερο πολιτικό του στόχο. To 1974 ήταν όχι μόνον θεωρητικά και ιδεολογικά εύκολο αλλά και ιστορικά αναγκαίο να αγωνίζεσαι για την κοινωνική απελευθέρωση, τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Σήμερα, μετά την ολοκλήρωση της εμπειρίας και την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, μετά την μακρά και αντιφατική κυβερνητική εμπειρία που έχουν συγκεντρώσει τα σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με δεδομένο το στρατηγικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί ο κόσμος είναι πολύ δύσκολο ή μάλλον πολιτικά ανεύθυνο και ιδεολογικά αφελές να διατυπώσει ένα κόμμα την ιδεολογική και ιστορική του τελολογία με έναν τόσο βέβαιο τρόπο.

Τίποτε όμως δεν γίνεται, ούτε στην ιστορία ούτε στην πολιτική, χωρίς όραμα, χωρίς διακινδύνευση αλλά και χωρίς στρατηγική. Το όραμα δεν χρειάζεται να είναι ολιστικό, αλλά επιβάλλεται να είναι καθαρό και απτό: Η ευημερία όλων μέσα σε συνθήκες ανάπτυξης, προόδου, ασφάλειας, δημοκρατίας, δικαιοσύνης, σεβασμού και ευαισθησίας, είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα τέτοιο όραμα. Ένα όραμα που συνδέεται με τα βασικά χαρακτηριστικά του ΠΑΣΟK ως κινήματος:

  • Kατά των ανισοτήτων, παλιών και νέων
  • Κατά της κοινωνικής ανασφάλειας και υπέρ της κοινωνικής ενσωμάτωσης
  • Κατά της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού
  • Υπέρ της ίσης κατανομής των ευκαιριών και των δυνατοτήτων και του δικαιώματος όλων στην ευημερία, μέσα από την εγγυητική και την αναδιανεμητική λειτουργία του κοινωνικού κράτους δικαίου και μέσα πάντα στο κέλυφος του ευρωπαϊκού μεταβιομηχανικού μοντέλου οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης.

 

  1. Το ΠΑΣΟΚ δεν παραγνωρίζει συνεπώς το φαινόμενο της αγοράς και της λειτουργίας της. Διαχωρίζει όμως πάντα την οικονομία της αγοράς που είναι μία προφανής και ανυπέρβλητη ιστορική πραγματικότητα από την κοινωνία της αγοράς που είναι ένα ανεπαρκές και επικίνδυνο για τους πολίτες της πλαίσιο.

Η σχέση κεφαλαίου και εργασίας μόνον ως σχέση μεταξύ κοινωνικών εταίρων μπορεί να ενταχθεί μέσα σε μία οικονομία της αγοράς αλλά σε μία κοινωνία της ανθρωπιάς, της αλληλεγγύης και της συνοχής.

Η πλήρης απασχόληση, το αίτημα για δουλειά σε όλους, είναι συνεπώς όχι μόνο μία κεϋνσιανού χαρακτήρα ανάμνηση για τα σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα της Ευρώπης αλλά βασική και ενεργός προϋπόθεση αυτής της σύγχρονης μεταβιομηχανικής κοινωνίας ανάπτυξης, αλληλεγγύης και συνοχής.

Το φαινόμενο της εργασίας δεν ήταν και δεν είναι, για την προοδευτική ευρωπαϊκή σκέψη, ένα φαινόμενο μόνον ή πρωτίστως οικονομικό. Ήταν και παραμένει ένα φαινόμενο συνδεδεμένο με την προσωπικότητα, την δημιουργικότητα, την κοινωνική ένταξη και συμμετοχή όλων των ανθρώπων. Φαινόμενο συνυφασμένο με την αξία του ανθρώπου. Κατά την ίδια λογική, η σταδιακή μείωση του χρόνου εργασίας και μία νέα ρύθμιση του ελεύθερου χρόνου είναι πάντοτε ζητούμενο και όραμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, που δεν μπορούν να είναι κοινωνίες της ανάπτυξης και της ευημερίας, αν δεν είναι ταυτόχρονα και κοινωνίες της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, του σεβασμού και της συμμετοχής.

Για τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα η λειτουργία, η διαρκής συμπλήρωση και ο εκσυγχρονισμός του κοινωνικού κράτους είναι ζήτημα όχι απλώς και μόνο πολιτικού σχεδιασμού αλλά κοινωνικής ευαισθησίας και ιδεολογικής αρχής, δηλαδή ζήτημα πολιτικής και κοινωνικής ηθικής.

Το ευρωπαϊκό, άρα και  το κοινωνικό κράτος, άρα και του κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα δεν μπορεί να ανακόπτεται από δημοσιονομικούς, δημογραφικούς ή λειτουργικούς παράγοντες. Ένα πολιτικό σύστημα, δηλαδή μία πολιτική εξουσία που δεν μπορεί να διασφαλίσει αυτήν την προϋπόθεση, δεν μπορεί να αποφύγει αυτή την κρίση νομιμοποίησης. Αυτό είναι συνεπώς το μείζον κοινωνικό, οικονομικό αναπτυξιακό και πολιτικό ζήτημα της εποχής μας, από την οπτική γωνία ενός ευρωπαϊκού, σοσιαλιστικού κόμματος που σέβεται την ιδεολογική και κοινωνική του ταυτότητα και παράδοση.

 

  1. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό είναι αναμφισβήτητα δύσκολη για κάθε κυβέρνηση, ιδίως για κάθε ευρωπαϊκή κυβέρνηση και άρα για κάθε ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα που ασκεί ή επιδιώκει να ασκήσει την εξουσία.

Το ΠΑΣΟΚ, μετά από είκοσι χρόνια κυβερνητικής εμπειρίας, μέσα σε ριζικά διαφορετικές διεθνείς, ευρωπαϊκές αλλά και εσωτερικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές συνθήκες και μετά από την ήττα του στις εκλογές του 2004, έχει την ωριμότητα να απαντήσει με σαφή, απλό και οριστικό τρόπο στο δίλημμα αυτό, χωρίς αμφιταλαντεύσεις και δισταγμούς:

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλη χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή θα εφαρμοστεί ένα σύνθετο μοντέλο μεταβιομηχανικής ανάπτυξης που θα είναι ταυτόχρονα οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό βασισμένο δηλαδή στις αρχές και τις αξίες του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους δικαίου, ή τα πράγματα θα οδηγηθούν σε οικονομική, κοινωνική, πολιτική και αξιακή κρίση με ανεξέλεγκτες επιπτώσεις. Μπορεί αυτό να ηχεί περίεργο ή ακόμη και απειλητικό μέσα σε ένα ευρωπαϊκό δημόσιο λόγο που ασχολείται συνήθως με ειδικότερα και συγκυριακά προβλήματα (από την ερμηνεία του συμφώνου σταθερότητας μέχρι το νέο πλαίσιο της κοινής αγροτικής πολιτικής και από την αποδοχή της νέας συνθήκης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα μέχρι τον προβληματισμό για την εξέλιξη της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας σε σχέση με τους στρατηγικούς στόχους του ΝΑΤΟ), είναι όμως το ουσιώδες ζήτημα των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Όλα αυτά έχουν την προφανή σημασία τους, ακόμη όμως μεγαλύτερη σημασία έχει η τοποθέτηση τους μέσα σε ένα ενιαίο οικονομικό, κοινωνικό πολιτικό και ιδεολογικό ορίζοντα. Το πολιτικό στοίχημα που αγωνίζονται να κερδίσουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, ιδίως οι προοδευτικές, σε κάθε χώρα είναι η παράλληλη προώθηση:

  • της μακροοικονομικής και δημοσιονομικής σταθερότητας
  • των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης
  • της πλήρους απασχόλησης
  • της ολοκληρωμένης και αποτελεσματικής λειτουργίας του κοινωνικού κράτους ως μηχανισμού ανακατανομής του πλεονάσματος και διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής.

Πρόκειται προφανώς για ένα πολύπλοκο σύστημα, πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών εξισώσεων, στο οποίο όμως η λύση είναι πολιτικά και κοινωνικά επιβεβλημένη. Αυτή πάντως είναι η αντίληψη που επαγγέλλεται το ΠΑΣΟΚ του 21ου αιώνα, μετά λόγου γνώσης.

Η εξάλειψη της απόλυτης φτώχειας και ο δραστικός περιορισμός της σχετικής φτώχειας, δηλαδή των μεγάλων εισοδηματικών ανισοτήτων, μέσα από την λειτουργία ενός συστήματος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για όλους έτσι ώστε να καλύπτονται τα κενά και οι αντιφάσεις των επιμέρους ρυθμίσεων και των επιμέρους παροχών και επιδομάτων του κοινωνικού κράτους που ήδη προβλέπονται, είναι τώρα ένα συγκεκριμένο και επιβεβλημένο δείγμα γραφής που πρέπει να δώσει το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής προς την κατεύθυνση αυτή.


  1. Τα συναισθηματικά και ιστορικά ερείσματα του ΠΑΣΟΚ- Το ΠΑΣΟΚ ως ανοικτό κόμμα- Μία νέα λέξη, ένα νέο όραμα.
  1. Καμιά όμως αναγωγή σε ιδεολογικές αξίες και αρχές, κανένας πολιτικός σχεδιασμός και καμιά προγραμματική επαγγελία δεν μπορούν να αναπληρώσουν το ηθικό και συναισθηματικό κενό που δημιουργείται όταν τίθενται υπό αμφισβήτηση οι προσωπικοί δεσμοί ενός λαϊκού κινήματος, όπως το ΠΑΣΟΚ, με τμήματα της κοινωνίας, με σημαντικές κατηγορίες πολιτών, με ανθρώπους που πίστεψαν σε αυτό και ένοιωσαν να διαψεύδονται ή να εγκαταλείπονται.

Έχει συνεπώς καθοριστική σημασία η αναζωπύρωση των δεσμών αυτών, όχι με μηχανιστικό και οργανωτικό τρόπο ή για λόγους πολιτικής και εκλογικής σκοπιμότητας, αλλά με τρόπους αυθεντικούς. Μέσα από μία ειλικρινή παραδοχή λαθών και παραλείψεων που δεν οδηγεί μόνο στην αυτοκριτική, αλλά και στην αυτοεκτίμηση ενός μεγάλου πολιτικού χώρου που προσέφερε πολλά στον λαό και στην κοινωνία. Θα μπορούσε βέβαια να προσφέρει περισσότερα, θα μπορούσε να αποφύγει σφάλματα και ήττες. Είναι όμως πάντα παρόν, έτοιμο να αναλάβει νέες πρωτοβουλίες και να διαμορφώσει ξανά ισχυρούς δεσμούς με τους πολίτες. Με πολίτες που δυσανασχετούν απέναντι στην παρελθοντολογία και στην επίκληση έργων, τα οποία ήταν ούτως ή άλλως αναγκαία και έχουν ήδη ενσωματωθεί στα κεκτημένα και στα αυτονόητα της ελληνικής κοινωνίας.

Η μελέτη της ιστορίας και η αξιολόγηση της διαδρομής του ΠΑΣΟΚ και της χώρας συνολικά έχει μεγάλη σημασία. Ακόμη όμως μεγαλύτερη σημασία και κρισιμότητα έχει βέβαια η στροφή προς το μέλλον, η διατύπωση ενός τεκμηριωμένου, υπεύθυνου και ταυτόχρονα ευαίσθητού προγραμματικού λόγου που μιλάει στο μυαλό και την ψυχή των πολιτών.

 

  1. Ένας τέτοιος πολιτικός και κοινωνικός λόγος μπορεί να διατυπωθεί μόνον από ένα ριζικά ανανεωμένο και φερέγγυο πολιτικό υποκείμενο. Από ένα συλλογικό και πολιτικό φορέα άλλου τύπου.

Το 1974 το ΠΑΣΟΚ κατήγγειλε τα παραδοσιακά προδικτατορικά πολιτικά σχήματα που βασιζόντουσαν στην βουλευτοκρατία και τον παλαιοκομματικό παραγοντισμό και επαγγέλθηκε ένα νέο μοντέλο πολιτικής και κομματικής οργάνωσης, ένα μοντέλο βασισμένο στην απόλυτη εσωτερική δημοκρατία, στην ισοτιμία των μελών, στη συμμετοχή όλων στη λήψη των μεγάλων πολιτικών αποφάσεων.

Σήμερα, μέσα σε συνθήκες κρίσης της πολιτικής, κρίσης των κομμάτων και της κομματικής στράτευσης, τα κόμματα απευθύνονται -όπως είδαμε- σε πολίτες απογοητευμένους και δύσπιστους που αρνούνται την μονομερή και οριστική κομματική στράτευση και θέλουν να διατηρήσουν υψηλούς βαθμούς ευελιξίας και διακριτικής ευχέρειας. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει συνεπώς να προτείνει όχι ένα νέο μοντέλο κομματικής ένταξης αλλά ένα νέο μοντέλο ουσιαστικής πολιτικής συμμετοχής, βασισμένο στις ευαισθησίες και την προσωπικότητα του κάθε πολίτη.

Αυτό είναι το μοντέλο του ανοικτού κόμματος. Το ανοικτό κόμμα είναι ένα νέου τύπου πολιτικός φορέας που σέβεται την πολυπλοκότητα της κοινωνίας και των πολιτών, που σέβεται την κοινωνία των πολιτών και τις οργανώσεις της και συνεργάζεται μαζί τους με αμοιβαίο σεβασμό και ειλικρίνεια. Ένα πολιτικός φορέα γνήσια δημοκρατικός, πλήρως αποκεντρωμένος, συλλογικός, που διασφαλίζει την συμμετοχή των πολιτών όχι μόνον στη φάση των συζητήσεων αλλά και στην λήψη των τελικών κρίσιμων αποφάσεων για μικρά και μεγάλα θέματα.

Το ανοικτό κόμμα είναι ένα κόμμα-δίκτυο οργανώσεων, σε συνάρτηση με την διοικητική οργάνωση του κράτους, την οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης και την οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών, σε τοπικό περιφερειακό και εθνικό επίπεδο.

Είναι ένα κόμμα ψηφιακό, που αξιοποιεί πλήρως τις νέες τηλεπικοινωνιακές και τεχνολογικές δυνατότητες, χωρίς να ταυτίζει την τεχνολογική υποδομή με την θεσμική συγκρότηση, χωρίς να ταυτίζει την μέθοδο με την ουσία. Ένα κόμμα λαϊκό, μαζικό, με μεγάλο αριθμό μελών, φίλων και στελεχών, ικανών να διατυπώσουν σύγχρονο και αρθρωμένο πολιτικό λόγο, απευθυνόμενοι προς την κοινωνία είτε απευθείας είτε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Το ανοικτό κόμμα είναι ένας πολιτικός φορέας που εφάπτεται με την κοινωνία και την κοινή γνώμη, που δεν λειτουργεί υπό εχεμύθεια, που δεν καταλαμβάνει εξ απήνης τα μέλη του, τους φίλους του και τα στελέχη του, που δεν βασίζεται στον αιφνιδιασμό αλλά στην καλή προετοιμασία και την ουσιαστική τεκμηρίωση.

Το ανοικτό κόμμα είναι ένας πολιτικός φορέας με ταυτότητα, με στίγμα ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό, με θέση, με άποψη, με όραμα και αξιακές ευαισθησίες, με καθαρότητα στόχων, ικανότητα πολιτικού σχεδιασμού και χειρισμού. Σε ένα τέτοιο ανοικτό, δημοκρατικό, αποκεντρωμένο, συλλογικό κόμμα δεν έχουν θέση ούτε οι μηχανισμοί, ούτε οι  παραγοντισμοί, ούτε οι επετηρίδες. Η αξιοκρατία λειτουργεί μέσα από την διαφάνεια και την συνεχή σχέση με τους πολίτες και την κοινωνία. Σε ένα τέτοιο ανοικτό κόμμα, οι οργανώσεις όλων των επιπέδων λειτουργούν ως συλλογικά, πολιτικά υποκείμενα μέσα στην αντίστοιχη κοινωνία και καταξιώνονται μέσα από τις πολιτικές τους πρωτοβουλίες και δράσεις.

Η μετατροπή του ΠΑΣΟΚ σε ανοικτό κόμμα είναι συνεπώς μια μεγάλη άσκηση αυτογνωσία και αυτοσυνειδησίας για τα στελέχη και τα μέλη του αλλά ταυτόχρονα και μία μεγάλη πρόσκληση συμμετοχής και αυτοοργάνωσης για όλους τους πολίτες που θέλουν να συμπράξουν στον σχεδιασμό του μέλλοντος της χώρας.

 

  1. Το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε ως κίνημα εθνικού, κοινωνικού και πολιτικού ριζοσπαστισμού. Επαγγέλθηκε την αλλαγή και πέτυχε να συσπειρώσει μέσα σε διάστημα επτά μόλις ετών την μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Μετά την αρνητική εμπειρία της περιόδου 1989-1993, το ΠΑΣΟΚ διατύπωσε με σαφήνεια και θάρρος τον στόχο του εκσυγχρονισμού που πρέπει να γίνει αντιληπτός όχι ως στόχος τεχνοκρατικός και ουδέτερος αλλά ως στόχος  βαθύτατα προοδευτικός, συνώνυμος της ανάπτυξης με δικαιοσύνη και ασφάλεια για όλους.

Τέτοια μεγάλα ιστορικά εγχειρήματα έχουν πάντοτε τις απώλειες τους, δηλαδή τα λάθη, τις αντιφάσεις και τις παλινδρομήσεις τους. Το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται συνεπώς και πάλι ένα στρατηγικό στόχο, μία λέξη που να οδηγεί και αυτό που τη χώρα πέρα από τα όρια της αλλαγής της περιόδου 1981-1989 και του εκσυγχρονισμού της περιόδου 1996-2004. Μία λέξη που να εμπεριέχει την δύναμη της συνέχειας αλλά να εκφράζει τη ροπή κάθε κοινωνίας προς το νέο και το καλύτερο.

Εάν το σύνθημα του 1974 ήταν «για μια Ελλάδα που να ανήκει στους Έλληνες», το σύνθημα του 2004 πρέπει να είναι «για μια Ελλάδα που να αξίζει στους Έλληνες». Εάν το 1981 το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε την πλειοψηφία του ελληνικού λαού με το όραμα της αλλαγής και το 1996 εξέφρασε ξανά την πλειοψηφία του ελληνικού λαού με το όραμα του εκσυγχρονισμού, τώρα πρέπει να εκφράσει την πλειοψηφία του ελληνικού λαού με το όραμα μιας Ελλάδας των υψηλών προσδοκιών, μιας Ελλάδας της ανάπτυξης και της ευημερίας, με δικαιοσύνη και σιγουριά για όλους. Άρα με διασφαλισμένη την οικονομική, κοινωνική και πολιτική συμμετοχή όλων των πολιτών. Η δυναμική της αλλαγής πρέπει συνεπώς να επανέλθει στην επικαιρότητά. Αυτό αφορά πρωτίστως το ΠΑΣΟΚ και τη σχέση του πολίτη με το κράτος και τις διάφορες εκφάνσεις του. Η δυναμική του εκσυγχρονισμού πρέπει να διατηρηθεί, δίνοντας όμως έμφαση στην κοινωνική και συμμετοχική της διάσταση. Αυτή δηλαδή που αφορά προσωπικά τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Το κύριο όμως ζήτημα της νέας εποχής είναι η δυναμική της συμμετοχής.

Η συμμετοχή με ισονομία, δικαιοσύνη και ασφάλεια στο μέλλον της χώρας, της οικονομίας, της απασχόλησης, της γνώσης της τεχνολογίας, της ανάπτυξης και της ευημερίας είναι, κατά τη γνώμη μου, το σημερινό όραμα μιας κοινωνίας όπως η ελληνική.

Ένας τέτοιος στόχος πρέπει βέβαια να συγκροτηθεί με τη μορφή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής ανάπτυξης της χώρας, ενός ολοκληρωμένου μεταβιομηχανικού και μεταολυμπιακού μοντέλου ανάπτυξης. Αυτό πιστεύω ότι είναι το επόμενο στοίχημα της χώρας και άρα το νέο στοίχημα του ΠΑΣΟΚ.

Tags: ΠΑ.ΣΟ.Κ