3 Απριλίου 2004


Ι.   Στη συνείδηση των πολιτών ο πολιτικός χρόνος δεν σταμάτησε τη νύχτα των εκλογών, γιατί μερικές φορές δίνουμε την εντύπωση πως στη δική μας συνείδηση σταμάτησε εκείνη τη στιγμή. Ο πολιτικός χρόνος τρέχει, διαμορφώνεται μια άλλη πραγματικότητα στη χώρα. Ο δημόσιος λόγος κυριαρχείται από τα θέματα που επιβάλλει η εσωτερική και η διεθνής συγκυρία και άρα η κατανόηση του εκλογικού αποτελέσματος, δηλαδή η κατανόηση και η αφομοίωση των αιτίων της ήττας του ΠΑΣΟΚ, δεν είναι ούτε μία θεωρητική αναζήτηση, ούτε μία εσωκομματική τριβή.


Είναι, δηλαδή πρέπει να είναι, μία πολύ σαφής πολιτική πράξη. Μία πράξη σεβασμού προς τους πολίτες, μία πράξη ανασύστασης των δεσμών του ΠΑΣΟΚ με την κοινωνία, δεσμών που έχουν διαταραχθεί βαθύτατα λόγω του εκλογικού αποτελέσματος ή μάλλον η διαταραχή οδήγησε στο εκλογικό αυτό αποτέλεσμα. Και βέβαια μία πράξη που πρέπει να σηματοδοτεί την αντιπολιτευτική μας στάση σε όλα τα θέματα που προκύπτουν καταρχάς στα τρέχοντα θέματα, τα θέματα της εσωτερικής συγκυρίας, όπως για παράδειγμα η στάση της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στα οικονομικά δεδομένα της χώρας ή το ζήτημα των συμβασιούχων.

Το ίδιο όμως πρέπι να συμβαίνει και με τις μεγάλες ιστορικές τομές, όπως είναι το Κυπριακό. Και βεβαίως αυτή η κατανόηση του εκλογικού αποτελέσματοςπρέπει να καθοδηγεί τις επιλογές μας στις μεγάλες μάχες που είναι μπροστά μας, με πρώτη και κύρια τη μάχη των ευρωεκλογών.

Πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας ευτυχή πραγματικά, γιατί λίγες μόλις εβδομάδες μετά την ήττα στις εθνικές εκλογές καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε, ως αντιπολίτευση πλέον τη μεγάλη πρόκληση του Κυπριακού και τη μεγάλη πρόκληση των ευρωεκλογών.

ΙΙ.   Είμαστε ευτυχείς γιατί αντιμετωπίζουμε την πρόκληση του Κυπριακού καθώς έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να δώσουμε ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής της νεωτερικής αντιπολίτευσης, που δεν είναι μία αντιπολίτευση εξαρτημένων αντανακλαστικών, μία αντιπολίτευση αιχμαλωτισμένη στο βραχυπρόθεσμο κόστος και σε τεχνάσματα και στερεότυπα παλαιοκομματικού χαρακτήρα, αλλά μία αντιπολίτευση υπεύθυνη, που κινείται με βάση την ιστορική της συνείδηση και που ξέρει πάρα πολύ καλά και πάντως καλύτερα από την κυβέρνηση και τον κ. Καραμανλή, ότι η περίοδος των σιβυλλικών δηλώσεων και των διαδικαστικών υπεκφυγών τελειώνει, έχει πολύ σύντομη ημερομηνία λήξεως. Δεν μπορεί να κρύβεται ο ένας πίσω από τον άλλον, ούτε στην Κύπρο, ούτε στην Ελλάδα.

Είμαστε υποχρεωμένοι να τοποθετηθούμε επί της ουσίας και πρέπει αυτό να το κάνουμε με ιστορική συνείδηση, δηλαδή με αίσθημα πατριωτισμού, αλλά αυτού του νέου πατριωτισμού που βασίζεται στη βαθιά κατανόηση του συσχετισμού των δυνάμεων και στην πολύ καλή μελέτη της ιστορίας.

Το «σύνδρομο της Ζυρίχης», εκδηλώνεται με πολλούς και διάφορους τρόπους και πολλές φορές εκδηλώνεται αντιφατικά και στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Εμείς πρέπει να το υπερβούμε, εάν θέλουμε να διατυπώσουμε μία θέση ως αντιπολίτευση, τη στιγμή που πρέπει να μιλήσει, η αντιπολίτευση και με τον υπεύθυνο τρόπο που οφείλει να μιλήσει, ώστε να διασφαλίσουμε όχι μόνο το μέλλον της Κύπρου, αλλά και το μέλλον, την προοπτική και την αξιοπιστία του συνόλου της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Και το λέω αυτό γιατί βλέπω πολλοί να εγκλωβίζονται σ' αυτό που θα χαρακτηρίσω 'ασύμμετρη αξιολόγηση' των δεδομένων επί των οποίων καλείται να αποφασίσει ο Ελληνοκυπριακός λαός στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου.

Ασύμμετρη αξιολόγηση σημαίνει ότι ασχολούμαστε με την ανάλυση των θετικών και των αρνητικών στοιχείων ενός σχεδίου με κριτήριο το optimum, με κριτήριο αυτό που θα ήταν το επιθυμητό για μας, ενώ το αντικείμενο του δημοψηφίσματος είναι κατ' ουσίαν οι αρνητικές και θετικές επιπτώσεις της αποδοχής του σχεδίου και οι αρνητικές και θετικές επιπτώσεις της απόρριψης. Ζήτημα αισθητά διαφορετικό από το ζήτημα εάν το σχέδιο Ανάν είναι καλό ή κακό, αν είναι χειρότερο ή καλύτερο.

Επειδή στο βάθος του μυαλού όλων το ερώτημα είναι 'λύση Ανάν ή απλώς ένταξη', πρέπει κάποια στιγμή να πούμε με σαφήνεια ότι η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα πολύ σημαντικό νέο δεδομένο που αυξάνει εντυπωσιακά τον συντελεστή ασφάλειας για το νησί και ιδίως για την Ελληνοκυπριακή Κοινότητα, αλλά δεν είναι από μόνη της η λύση, για πολλούς και διάφορους λόγους. Κυρίως για τους ίδιους λόγους για τους οποίους η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδος εδώ και 23 χρόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ήδη οδηγήσει στην  υπέρβαση των Ελληνοτουρκικών θεμάτων.

ΙΙΙ.   Είναι επίσης θετικό το γεγονός ότι καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τη μάχη των ευρωεκλογών. Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό είναι επαχθές για το ΠΑΣΟΚ, γιατί μετά από μία ήττα, που δεν ήταν μόνο εκλογική και πολιτική, αλλά έχει και έντονα, κοινωνικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά, καλούμαστε να δώσουμε μια μάχη με δυσμενείς όρους.

Πιστεύω ότι οι ευρωεκλογές είναι μια εξαιρετική ευκαιρία, ανασυγκρότησης, μια εξαιρετική ευκαιρία να παρουσιάσουμε το πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ του μέλλοντος, μια εξαιρετική ευκαιρία να ξαναβρούμε τη σχέση μας με τους πολίτες, με την κοινωνία, με τις κοινωνικές δυνάμεις, που έχουμε την υποχρέωση να εκφράσουμε.

Οι ευρωεκλογές βέβαια, παρότι διεξάγονται λίγους μόλις μήνες μετά τις εθνικές εκλογές, δεν είναι ένα αποκομμένο ευρωπαϊκό γεγονός, δεν είναι μια αυτόνομη διαδικασία δευτερεύουσας κάλπης, αλλά θα εξελιχθούν εκ των πραγμάτων σε ένα σημαντικό, εθνικό, πολιτικό γεγονός.

Δεν υπάρχουν εκλογές χωρίς κρίσιμο αντικείμενο, δεν υπάρχουν εκλογές χωρίς διακύβευμα. Εμείς πρέπει αυτό να το επινοήσουμε και να το επιβάλλουμε. Πρέπει να διαμορφώσουμε και να επιβάλλουμε στο δημόσιο λόγο πρώτοι, το πολιτικό αντικείμενο των ευρωεκλογών.

Κατ' αρχάς το ΠΑΣΟΚ δεν αντιλαμβάνεται τις ευρωεκλογές, ως μια βιαστική και επιπόλαιη ευκαιρία για ρεβάνς, σε σχέση με τις εκλογές του Μαρτίου. Η εντολή προς τη Νέα Δημοκρατία είναι νωπή, ο κοινοβουλευτικός συσχετισμός δυνάμεων είναι δεδομένος, αλλά από την άλλη μεριά το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί την επιβεβαίωση και την ενίσχυση του ρόλου του και ο ρόλος του είναι να λειτουργεί ως αντίβαρο, να λειτουργεί ως εγγυητής κοινωνικών δικαιωμάτων και πολιτικών και κοινωνικών κατακτήσεων. Ο ρόλος του δεν είναι να υπερασπίζεται απλώς τη μνήμη του κυβερνητικού του έργου, αλλά να επικοινωνεί με το μέλλον, να αντιπροτείνει με τη δική του πρωτοβουλία, το σχέδιο ανάπτυξης της χώρας, να παρακολουθεί δηλαδή τη σημερινή φάση των προβλημάτων, χωρίς αίσθημα ενοχής για όσα δεν μπόρεσε να κάνει.

Δεν μπορούμε να κάνουμε ευρωεκλογές με αίσθημα ενοχής, πρέπει να κάνουμε ευρωεκλογές κοιτάζοντας αξιόπιστα και πειστικά το μέλλον. Έτσι θα διεκδικήσουμε και το ρόλο του εγγυητή και το ρόλο του αντίβαρου, αλλά φυσικά και το ρόλο ενός κόμματος που έχει συνείδηση της υποχρέωσής του να διατυπώσει μια ολοκληρωμένη πρόταση για τη χώρα. Στόχος μας είναι συνεπώς το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Βέβαια, όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά θέματα, το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, ο νέος ενισχυμένος ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η διεύρυνση, οι ίδιοι πόροι, το Σύμφωνο Σταθερότητας, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, η Λισσαβόνα, είναι εκ των πραγμάτων αντικείμενο αυτού του δημόσιου διαλόγου. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, είναι αντικείμενο συμπληρωματικό.

Φυσικά και θα μιλήσουμε για τα επιτεύγματα της προεδρίας. Φυσικά και θα αναδείξουμε την αξιοπιστία και την ικανότητα του στελεχιακού μας δυναμικού, την ευρωπαϊκή εμπειρία του ΠΑΣΟΚ. Αλλά κυρίως θα αντλήσουμε από την ευρωπαϊκή διάσταση των ευρωεκλογών, το ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα που είναι υποχρεωμένο να δώσει το ΠΑΣΟΚ.Οι διαφορές που υπάρχουν, ιδίως στα θέματα της κοινωνικής Ευρώπης, ανάμεσα στους Ευρωπαίους σοσιαλιστές και στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, είναι τεράστιες και είναι μια ευκαιρία από εκεί να αντλήσουμε επιχειρήματα και στοιχεία που αναδεικνύουν το δικό μας κοινωνικό, πολιτικό και  ιδεολογικό πρόταγμα.

Οι ευρωεκλογές είναι καθοριστικές, προκειμένου να ξαναβρούμε τη σχέση μας με τους προνομιακούς κοινωνικούς μας εταίρους και προκειμένου να επιβεβαιώσουμε την αμφισβητούμενη θέση μας στο κέντρο του πολιτικού και ιδεολογικού φάσματος. Το πρώτο ζητούμενο των ευρωεκλογών είναι να μην επιτρέψουμε στη Νέα Δημοκρατία και στον αυτοελεγχόμενο ακόμα επικοινωνιακά Κώστα Καραμανλή, να διεκδικεί τη θέση στο κέντρο του ιδεολογικού και πολιτικού φάσματος. Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να επιβεβαιώσει και να οριοθετήσει τη θέση του ως εκφραστής της μεγάλης δημοκρατικής, προοδευτικής παράταξης, όχι όμως γενικά και αόριστα αλλά ως εκφραστής της κεντροαριστεράς, που είναι η μεγάλη  δημοκρατική, προοδευτική παράταξη.

Βεβαίως αυτό το πρόταγμα, πρέπει να επιβεβαιώνεται και όταν διασταυρώνεται με τα εσωτερικά θέματα και όταν διασταυρώνεται με τη διεθνή συγκυρία, με το ζήτημα της τρομοκρατίας, με το Ιράκ, με το Αφγανιστάν, με τη Μέση Ανατολή, με τα Βαλκάνια, φυσικά με το κυπριακό,  με το ζήτημα της ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων.

Έχουμε μπροστά μας και άλλες πολύ ενδιαφέρουσες και γοητευτικές διασταυρώσεις. Έχουμε την ολοκλήρωση της Ολυμπιακής Προετοιμασίας, που θα αναδείξει το έργο μας. Έχουμε τη συζήτηση για το Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, που θα αναδείξει όλο το έργο των κυβερνήσεών μας, είτε το θέλουμε είτε όχι. Και βεβαίως έχουμε αυτό που κυρίως κρίνει τη στάση των πολιτών, την αξιολόγηση της εμπειρίας του πρώτου τριμήνου της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του Κώστα Καραμανλή και του πρώτου τριμήνου του νέου ρόλου του ΠΑΣΟΚ στην αντιπολίτευση, υπό την καθοδήγηση του Γιώργου Παπανδρέου που δίνει και τον τόνο αυτού του νέου ΠΑΣΟΚ.

Είναι απολύτως αναγκαίο να διαμορφώνουμε από τώρα, καθημερινά, κάθε στιγμή το πλαίσιο των ευρωεκλογών με τις τοποθετήσεις μας, τις απόψεις μας και τις πρωτοβουλίες μας σε όλα τα θέματα. Στο κυπριακό, στους συμβασιούχους, στην οικονομία, στους Ολυμπιακούς Αγώνες, σε όλα όσα τίθενται. Γιατί έτσι ουσιαστικά ανοίγουμε το πεδίο, εκεί που θέλουμε και όπως θέλουμε. Διαμορφώνουμε την ατζέντα του πολιτικού διαλόγου, παίρνουμε μια πολιτική πρωτοβουλία, δεν έχουμε εξαρτημένα αντανακλαστικά.

IV.  Βέβαια, αυτή η υπεύθυνη, συγκροτημένη, νεωτερική αντιπολίτευση, συναντιέται και με ένα άλλο πολύ μεγάλο θέμα που μας απασχολεί, μας απασχολεί γιατί είναι όρος ύπαρξης για μας. Συναντιέται με την κρίσιμη υπόθεση του ανοιχτού κόμματος, για το οποίο και εγώ έχω μιλήσει εδώ και καιρό πολύ, αλλά το ανοιχτό κόμμα είναι για μας προϋπόθεση πολιτικής επιβίωσης. Αν δεν αναλάβουμε όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες, με ειλικρίνεια και σε βάθος, δεν πρόκειται να ξανασυναντηθούμε με εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις που είναι αναγκαίες για να μας προσδίδουν, όχι μόνο τον πολυσυλλεκτικό, αλλά και τον πλειοψηφικό μας χαρακτήρα.

Αν το ΠΑΣΟΚ δε μετασχηματιστεί ειλικρινά, γρήγορα και σε βάθος σε ανοιχτό κόμμα, κινδυνεύει να χάσει τα γενετικά του χαρακτηριστικά, που είναι πολυσυλλεκτικά και πλειοψηφικά. Και βεβαίως κεντροαριστερά, προοδευτικά. Άρα είναι απολύτως αναγκαίο, να συγκρατήσουμε μέσα στη συνείδησή μας, ορισμένες βασικές θέσεις που και χθες τόνισε ο Γιώργος Παπανδρέου.

Το ανοιχτό κόμμα δεν είναι κόμμα διαμπερές, δεν είναι κόμμα διάχυτο, δεν είναι ένα κόμμα χωρίς ιστό και χωρίς στίγμα. Και για να διατυπώσω με ένα διαφορετικό όρο, μια πολύ σημαντική θέση που διατύπωσε με άλλες λέξεις ο Πρόεδρος του Κόμματος, το ανοιχτό κόμμα δεν είναι ένα νέου τύπου κόμμα στελεχών και μάλιστα λίγων στελεχών, που διαμορφώνουν μέσα από τα μέσα ενημέρωσης μια αδιαμεσολάβητη σχέση με το εκλογικό σώμα. Δεν είναι το ανοιχτό κόμμα ένα μεταμοντέρνο αρχηγικό κόμμα, δεν είναι η μεταμοντέρνα Ένωση Κέντρου της δεκαετίας του '60.

Άρα τι είναι το ανοιχτό κόμμα; Το ανοιχτό κόμμα, προσδιορίζεται όχι οργανωτικά, αλλά πολιτικά πρώτα απ' όλα. Κανένα οργανωτικό ζήτημα δεν είναι κατά βάθος οργανωτικό. Είναι πάντα πολιτικό. Για να μην πω ιδεολογικό. To ανοιχτό Κόμμα είναι εκείνο που μπορεί να απαντήσει στις απαιτήσεις των πολιτών για μια πολιτική «à la carte», όπως έχω πει άλλη φορά, δηλαδή να απαντήσει σε πολίτες που δεν στρατεύονται με τον παραδοσιακό τρόπο, θέλουν να έχουν πολύ μεγάλο ποσοστό ανεξαρτησίας απέναντι σε πολιτικούς φορείς, πολιτικά πρόσωπα και πολιτικές θέσεις. Επιλέγουν κάθε στιγμή κατά το δοκούν. Έχουν μεγάλο περιθώριο επιλογής.

Άρα το ανοιχτό Κόμμα πρέπει να μπορεί να υπερασπίζεται την δημοκρατία. Θέλουμε ένα Κόμμα ικανό να υπερασπίζεται τη σύγχρονη δημοκρατία απέναντι στις βασικές απειλές που δέχεται, που είναι η «στιγμιαία δημοκρατία» των μέσων ενημέρωσης και η κακώς νοούμενη «μονοθεματική δημοκρατία» ορισμένων κοινωνικών οργανώσεων, που ουσιαστικά μετατρέπουν την δημοκρατία ως διαδικασία σύνθεσης σε μια διαδικασία παράθεσης μονοθεματικών εμμονών. Είναι άλλο πράγμα η κοινωνία των πολιτών και άλλο πράγμα η μονοδιάστατη σκέψη αυτού του τύπου. Άρα το ανοιχτό Κόμμα υπερασπίζεται τη δημοκρατία.

Δεύτερον, το ανοιχτό Κόμμα υπερασπίζεται το κύρος και την χρησιμότητα της πολιτικής. Το πρώτο καθήκον της Αριστεράς, το πρώτο καθήκον το δικό μας, είναι να υπερασπιζόμαστε την κρισιμότητα, άρα ουσιαστικά τη χρησιμότητα της πολιτικής απέναντι σε πολίτες που είναι έτοιμοι να κατακεραυνώσουν κάθε πολιτική θέση και κάθε πολιτική δραστηριότητα.

Και βέβαια το ανοιχτό Κόμμα πρέπει να είναι ένα Κόμμα ικανό να διαμορφώνει την ατζέντα του δημοσίου διαλόγου και όχι να τρέχει πίσω από άλλους παράγοντες που λειτουργούν ως διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Πρέπει να έχει ικανά στελέχη, αλλά όχι σκόρπια. Πρέπει να έχει διανοητικό πλούτο, πρέπει να έχει ικανότητα χειρισμού των νέων πεδίων της πολιτικής, γιατί πολιτική είναι ό,τι έχει δημόσιο ενδιαφέρον και πρέπει να διευρύνουμε το φάσμα της πολιτικής, γιατί εμείς σκεφτόμαστε με στερεότυπο και συγκεντρωτικό τρόπο και αρνούμαστε να θεωρήσουμε ως πολιτικά ζητήματα τα οποία αφορούν την κοινωνική ζωή, αφορούν την εξέλιξη της οικονομίας, αφορούν την εξέλιξη της διεθνούς κατάστασης γιατί δεν μπορούμε να τα διαχειριστούμε διανοητικά.

Χρειάζεται λοιπόν διανοητικό πλούτο και ικανότητα διαχείρισης πολλών άλλων θεμάτων που είναι πολιτικά, αλλά δεν τα ανιχνεύουμε ως πολιτικά. Άρα χρειαζόμαστε ένα Κόμμα χωρίς κλειστούς μηχανισμούς, χωρίς περιττή στρατιωτική διάταξη και περιττές πειθαρχίες και περιττές εχεμύθειες, ένα Κόμμα που δεν εκπλήσσει με πρωτοβουλίες τον ίδιο του τον εαυτό.

Άρα χρειαζόμαστε ένα Κόμμα ουσιαστικά αποκεντρωμένο και γεωγραφικά και θεματικά, ένα Κόμμα το οποίο να είναι αδιαμεσολάβητο, αλλά από την άλλη μεριά να μπορεί και να κινητοποιήσει τις αναγκαίες πολιτικές δυνάμεις, ένα Κόμμα δηλαδή το οποίο να λειτουργεί γοητευτικά σε σχέση με τους πολίτες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν με τεράστια απαξίωση όλα όσα κάνουμε, γιατί όλα όσα κάνουμε κυριαρχούνται όχι μόνο από τα παλιά στερεότυπα, αλλά δυστυχώς και από ορισμένα νέα στερεότυπα πίσω από τα οποία οχυρωνόμαστε, όταν δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε την ουσία των θεμάτων.

Πιστεύω λοιπόν,  ότι ορθώς έχουμε ανοίξει όλα τα μέτωπα. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά. Είναι όμως ευτύχημα αυτό και πρέπει η διαχείριση των τρεχόντων θεμάτων μικρών και μεγάλων, η διαχείριση των Ευρωεκλογών και η διαχείριση του αυτομετασχηματισμού του ΠΑΣΟΚ να είναι τρεις παράλληλες διαδικασίες που η μία στηρίζει και επικυρώνει την άλλη, γιατί το λάθος σε μια από αυτές μπορεί να υπονομεύσει και τις υπόλοιπες και δεν έχουμε την πολυτέλεια για τέτοια λάθη.

Tags: ΠΑ.ΣΟ.Κ