Δευτέρα 3 Μαΐου 2010


Χαίρομαι πάρα πολύ που βρίσκομαι στον Πειραιά και σε αυτή την ωραιότατη αίθουσα την οποία δεν είχα ξαναεπισκεφθεί, τη Δημοτική Πινακοθήκη, το Παλιό Ταχυδρομείο, όπως φαίνεται από την αρχιτεκτονική του χώρου. Ευχαριστούμε πάρα πολύ τους οργανωτές, το «ΚΑΝΑΛΙ-1», τον Δήμαρχο Πειραιά, που παρότι απών είναι πάντα φιλόξενος και είμαι βέβαιος πως λυπάται που δεν είναι σήμερα εδώ μαζί μας.

Ξεκινάω θυμίζοντας την μακροχρόνια αδιατάρακτη και στενή μου φιλία με τον Αντώνη Βγόντζα. Τον Αντώνη Βγόντζα τον τιμώ ως συνάδελφο, τον αναγνωρίζω ως μεγάλη δημόσια προσωπικότητα και τον αγαπώ ως φίλο. Έχουμε περάσει μαζί πολλές γοητευτικές και κρίσιμες στιγμές. Έχουμε περάσει μαζί και όλη την περίοδο της δίκης των δικών, της μητέρας όλων των δικών και όλων των μαχών, που ήταν η δίκη του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο.



Μετείχαμε και οι δυο στη μικρή επιτελική ομάδα υπεράσπισης στην πραγματικότητα του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, υπεράσπισης του κύρους της μεγάλης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης, υπεράσπισης του κύρους και της υπόστασης της πολιτικής.

Τα γεγονότα που περιγράφει ο Αντώνης Βγόντζας στο βιβλίο του τα έχουμε ζήσει, τα έχουμε ζήσει στιγμή-στιγμή, έχουμε επεξεργαστεί τα έγγραφα, έχουμε αξιολογήσει το υλικό. Χαίρομαι γιατί ανταποκρίθηκε σε μία υποχρέωση που είχε να καταστεί ο χρονογράφος αυτής της μεγάλης υπόθεσης, αυτής της πολύ μεγάλης δοκιμασίας των δημοκρατικών και δικαιοκρατικών θεσμών της χώρας.

Γιατί στη δίκη αυτή, στη μεγάλη περίοδο του 1989, δοκιμάστηκε το πολιτικό σύστημα, δοκιμάστηκαν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, δοκιμάστηκαν οι πολιτικές και ιδεολογικές ταυτότητες, υπερέβησαν πολλοί τα εσκαμμένα, κινήθηκαν με διάθεση ριζοσπαστική ή δήθεν ριζοσπαστική με στόχο την εξουσία.  Αυτό ήταν πάντα το μεγάλο ζητούμενο, η εξυπηρέτηση ενός πολιτικού στόχου την περίοδο εκείνη.
Ετέθησαν υπό αμφισβήτηση οι ηθικές βάσεις της συμμετοχής στην πολιτική και μάλιστα της συμμετοχής στην πολιτική στο ύπατο επίπεδο του Πρωθυπουργού, του αρχηγού της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και του επικεφαλής της μιας απ’ τις δύο μεγάλες παρατάξεις που κυβέρνησαν και κυβερνούν τον τόπο αυτό. Άρα στην πραγματικότητα έπρεπε να δούμε την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών της μεταπολίτευσης, την αντοχή της δικαιοσύνης σε μια σειρά από μεγάλες πολιτικές προκλήσεις.

Και βέβαια έπρεπε να δούμε και το πώς συμπεριφέρονται οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας, όλο το πολιτικό φάσμα. Αλλά πιστεύω ότι η μεγαλύτερη ηθική δοκιμασία την περίοδο εκείνη ήταν η ηθική δοκιμασία της εν ευρεία εννοία Αριστεράς,

Στο όνομα, υποτίθεται, της συνταγματικής νομιμότητας έγιναν όλα αυτά, για αν μην παραγραφούν τα «εγκλήματα». Και δεν έγιναν για να καταλογιστούν πολιτικές ευθύνες, έγιναν για να καταλογιστούν ποινικές ευθύνες του ελαχίστου επιπέδου. Ποινικές ευθύνες για παθητική δωροδοκία. Το ερώτημα ήταν αν ήταν ή όχι δωρολήπτης ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Πρωθυπουργός της χώρας και ο αρχηγός της μιας από τις δύο μεγάλες παρατάξεις εξουσίας της χώρας μας.

Επρόκειτο δηλαδή για μία θεμελιώδη αμφισβήτηση της ηθικής υπόστασης του πολιτικού κόσμου. Και άρα, αυτό το οποίο διακυβευόταν στις μεγάλες αυτές υποθέσεις και στη δίκη των δικών το 1989 ήταν, όχι το ηθικό κύρος της πολιτικής, αλλά το ηθικό κύρος ανθρώπων συγκεκριμένων. Η υπόστασή τους, όχι η υπόστασή τους ως πολιτικών αλλά η υπόστασή τους ως προσώπων. Αμφισβητήθηκε η βιολογική τους ύπαρξη στην πραγματικότητα, διότι ετέθη εν αμφιβόλω η δυνατότητά τους να υπάρχουν μέσα στην κοινωνία.

Και όλα αυτά είχαν εγγραφεί σε μία πολιτική στρατηγική. Έγιναν εν ψυχρώ ως πολιτικές επιλογές. Δεν έγιναν με ένα αίσθημα δικαίου, δικαιοκρατικά. Γι’ αυτό τραβήχτηκε η μεγάλη γραμμή στις 31 Δεκεμβρίου του 1994 με τον Ανδρέα Παπανδρέου ξανά Πρωθυπουργό, όταν με το μήνυμά του της Πρωτοχρονιάς του 1995 είπε ότι πρέπει να υπερβούμε αυτή την αντιπαράθεση, να τραβήξουμε μια γραμμή, να αναστείλουμε ποινικές διώξεις κατά του τότε νωπού ακόμη πρώην Πρωθυπουργού του κ. Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και στελεχών της παράταξής του. Και να κινήσουμε τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.
της παραδοσιακής και της ανανεωτικής Αριστεράς που ενωμένη συνέπραξε μαζί με την τότε Νέα Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του κ. Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στην παραπομπή του αντιπάλου αρχηγού στο Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτήθηκε υπό την προεδρία του τότε Προέδρου του Αρείου Πάγου. Αυτό ήταν το μεγάλο θέμα.
Η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος κινήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 1995 και κατέληξε να ολοκληρωθεί τον Απρίλιο του 2001, γι’ αυτό πρέπει να αξιολογούμε τη συναινετική αναθεώρηση του 2001, που υπερψηφίστηκε από τα δύο μεγάλα κόμματα και σε πολλά σημεία του και από την τότε αριστερή αντιπολίτευση, με βάση τα συμφραζόμενά της.

Διότι η αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, του άρθρου δηλαδή που ρυθμίζει την ποινική ευθύνη των Υπουργών, το 2001, ήταν στην πραγματικότητα το κλείσιμο του κύκλου του 1989. Γιατί αυτή η διαδικασία ενεργοποιήθηκε προκειμένου να υπερβούμε αυτό το δραματικό και επιζήμιο κύκλο τον Ιανουάριο του 1995.

Και ιστορικά αυτά όλα που ζήσαμε και ο Μιλτιάδης Παπαϊωάννου φυσικά -που είναι σήμερα παρών εδώ-  τότε στο ίδιο γραφείο με τον Αντώνη Βγόντζα, ένα επιτελικό γραφείο το οποίο στέγασε πολλές συσκέψεις και πολλές πολιτικές πρωτοβουλίες. Αλλά φυσικά και άλλοι απόντες σήμερα εδώ αλλά παρόντες στο βιβλίο.

***


Αυτά που ζήσαμε βεβαίως πρέπει να καταγραφούν και να αξιολογηθούν, αλλά κυρίως πρέπει να πούμε μερικές αλήθειες ενόψει και της παρούσας συγκυρίας. Η ευθύνη των Υπουργών, η ευθύνη των πολιτικών προσώπων στην πραγματικότητα, ξεκινάει με μία αντιπαράθεση ανάμεσα στον μονάρχη και την ανερχόμενη αστική τάξη, ανάμεσα στον μονάρχη και το κοινοβούλιο.

Η ποινική ευθύνη των Υπουργών προηγείται της πολιτικής ευθύνης. Αν δεν υπήρχε ποινική ευθύνη δε θα κινιόταν και η πολιτική ευθύνη, όσο και αν κάποιοι πιστεύουν ότι η ποινική ευθύνη έπεται τις πολιτικής, είναι κάτι θα έλεγα βαρύτερο της πολιτικής ευθύνης. Ιστορικά τα πράγματα είναι αντίστροφα.

Όταν ζούσαμε το 1989 και όταν φτάσαμε στο 2001, με πολλές και μεγάλες βελτιώσεις του συστήματος, το πρόβλημά μας ήταν η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας να μην προσλαμβάνει αφύσικα δικαστικές διαστάσεις. Να μην ποινικοποιούνται πολιτικές διαφορές για να τιμωρηθεί η πρώην κυβέρνηση ή για να ανακοπεί η λειτουργία της νυν κυβέρνησης. Συνήθως ο μηχανισμός λειτουργούσε ως τιμωρία της αντιπολίτευσης για όσα έκανε ως κυβέρνηση.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση πολύ σημαντική: είναι η σχέση μεταξύ πολιτικής εξουσίας και δικαστικής εξουσίας. Ποιους εμπιστεύεσαι να κρίνουν και υπό ποιες προϋποθέσεις και για ποιο σκοπό. Δεν υπάρχει κανένα κράτος στον κόσμο θεσμικά συγκροτημένο και ώριμο που να μην αναθέτει τη λήψη της καθοριστικής απόφασης στο κοινοβούλιό του, είτε με την μορφή της απλής άρσης της ασυλίας, ώστε να λειτουργήσουν τα κοινά δικαστήρια, είτε με τη συγκρότηση Ειδικού Δικαστηρίου που σχηματίζεται από δικαστές, είτε με τη συγκρότηση Ειδικού Δικαστηρίου που σχηματίζεται από πολιτικούς. Και στη Γαλλία συμβαίνει αυτό και κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Γερουσία δικάζει ως δικαστήριο υπό την προεδρία του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο Πρόεδρος απλώς αλλάζει. Άλλωστε Πρόεδρος της Γερουσίας είναι ο Αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Υπάρχει και μια άλλη διάσταση πολύ σημαντική. Είναι η σχέση πολιτικού συστήματος - και όταν λέω πολιτικό σύστημα δεν εννοώ μόνο το κομματικό σύστημα εννοώ όλο το σύστημα εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής εξουσίας-  και κοινωνίας, γιατί η κοινωνία ενοχλείται από τον τρόπο με τον οποίο η δικαστική εξουσία και η πολιτική εξουσία και όλοι όσοι συγκροτούν κάθε είδους εξουσία, διαφεύγουν του ελέγχου σε σχέση με τον απλό, μη επώνυμο πολίτη.

Και το παραδικαστικό κύκλωμα ενοχλεί και η ευνοϊκή μεταχείριση πλουσίων και ισχυρών ενοχλεί. Όπως και η ειδική μεταχείριση των πολιτικών προσώπων, όταν είναι αδικαιολόγητη. Πρέπει να καταλάβουν οι πολίτες πράγματα τα οποία είναι δύσκολα, ότι αν δεν υπάρχει ένα ειδικό καθεστώς, θα δούμε ποιο, κάθε πολιτική απόφαση και κάθε πράξη της κυβέρνησης, θα μετατρέπεται σε μία ποινική δίκη.

Γιατί αν μη τι άλλο, όποιος διαφωνεί, όποιος θίγεται, όποιος θέλει να προστατεύσει τα συμφέροντά του, θα υποβάλει μια μήνυση για παράβαση καθήκοντος. Κάθε διοικητική υπόθεση θα γίνει και ποινική υπόθεση. Αυτό δεν επιτρέπει σε κανέναν να αποφασίζει, δεν επιτρέπει στο κράτος να λειτουργεί. Δεν μπορεί να ληφθούν αποφάσεις υπέρ των πολιτών.

Από την άλλη μεριά, ας πούμε και μια άλλη αλήθεια.  Η κοινωνία είναι οργισμένη. Νιώθει ότι αδικείται, νιώθει ότι ταπεινώνεται, νιώθει ότι προσβάλλεται. Η οργισμένη κοινωνία δεν μπορεί να απονέμει το δίκαιο, δεν μπορεί να δικάζει. Δεν μπορεί να δικάσει ούτε το δολοφόνο, ούτε τον βιαστή, ούτε τον ληστή, ούτε τον πολιτικό.

Τον πολιτικό μπορεί να τον καταψηφίσει. Μπορεί να τον διώξει. Αλλά όπως δεν έχει την ψυχραιμία η οργισμένη κοινωνία να δικάσει -και μάλιστα άμεσα- κάποιον που κατηγορείται γιατί προέβη σε ένα ειδεχθές έγκλημα εναντίον για παράδειγμα ενός μικρού παιδιού, έτσι δεν έχει και την ψυχραιμία  και τη δικανική ικανότητα να δικάσει οποιαδήποτε υπόθεση.

Ούτε ο Τύπος, ούτε τα πλήθη, κανείς δεν μπορεί να δικάσει κανέναν, γιατί τότε δεν θα είχαμε τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου. Δεν θα είχε καταργηθεί η θανατική ποινή, δεν θα είχαν γίνει σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα ανήκουν και σ' αυτόν που έχει αδικήσει. Ανήκουν και σ' αυτόν που είναι προδήλως ένοχος, αλλά που δικαιούται μιας δίκαιης δίκης. Αυτό είναι το επίτευγμα του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού, αυτό είναι το επίτευγμα του κράτους δικαίου.

Ο ολοφάνερα ένοχος, αυτός ο οποίος αυταπόδεικτα πρέπει να καταδικαστεί, έχει το δικαίωμα να προβάλει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς, έχει το δικαίωμα να έχει υπερασπιστή, έχει το δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα, έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι μπορεί και κυρίως να σιωπήσει, ακόμη και να πει και ψέματα, λέει η Ποινική μας Δικονομία. Μόνο όποιος βρίσκεται στη θέση του κατηγορουμένου και νιώθει ότι αδικείται, νιώθει ότι έχει εμπλακεί άδικα, καταλαβαίνει πόσο μεγάλη σημασία έχουν αυτά. Μόνον όποιος βρεθεί στη θέση αυτή και στη θέση αυτή μπορεί να βρεθεί ο καθένας μας πάρα- πάρα πολύ εύκολα, εκεί που δεν το περιμένει. Άρα χρειάζεται ωριμότητα, ψυχραιμία και υπομονή.

Εγώ σέβομαι την οργή της κοινωνίας, αλλά από την οργή και την απλούστευση και το σύνθημα και το αίτημα και την πολιτική αντίδραση μέχρι την καταδικαστική απόφαση πρέπει να μεσολαβούν διαδικασίες και εγγυήσεις. Αλλιώς θα μετατραπούμε σε μια πολιτική και κοινωνική ζούγκλα, η οποία μόνο δεινά τελικά θα προσφέρει στο λαό. Άρα χρειάζεται να αντισταθούμε στις απλές και εύκολες λύσεις.

Από την άλλη μεριά είναι προφανές ότι το πολιτικό σύστημα δεν έχει την αξιοπιστία και το ηθικό κύρος να χειρίζεται μόνο του πλέον τα ζητήματα της δικής του ευθύνης. Έχω προτείνει εδώ και πάρα πολύ καιρό και είχα την ευκαιρία και ως μέλος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας να αναπτύξω στην προηγούμενη Βουλή ως εκπρόσωπος της αντιπολίτευσης τη θέση αυτή, πως πλέον το Κοινοβούλιο πρέπει να αλλάξει ρόλο στο σύστημα της ευθύνης των πολιτικών προσώπων.

Ο ρόλος του πρέπει να περιοριστεί στην ανάδειξη με αυξημένη πλειοψηφία 2/3, ενός ολιγομελούς δικαστικού οργάνου, συγκροτούμενο από δικαστικές προσωπικότητες ήθους και κύρους και ευρυτάτης πολιτικής αποδοχής, γι' αυτό η πλειοψηφία των 2/3, που θα αναλάβουν την αρμοδιότητα να κρίνουν ότι πρέπει να κινηθεί η διαδικασία του νόμου Περί Ευθύνης Υπουργών και άρα πρέπει να διεξαχθεί προανάκριση σε βάρος Υπουργού.

Και στη συνέχεια, με βάση το πόρισμα, άρα με βάση ένα έγγραφο δικανικά οργανωμένο, να ληφθεί η απόφαση. Και η πλειοψηφία καλείται να αναλάβει την ευθύνη της επί τη βάσει ενός δικαστικού πορίσματος από το οποίο είναι σχεδόν αδύνατον να αποκλίνει. Και μετά έχουμε πάλι το Ειδικό Δικαστήριο δικαστικής σύνθεσης, αλλά την ουσιαστική απόφαση περί του αν πρέπει ή όχι να κινηθεί η διαδικασία και να διεξαχθεί προανάκριση και αυτή καθεαυτή την προανάκριση πρέπει να την αναλάβει δικαστικό όργανο, το οποίο απλώς θα επιλέγεται με αυξημένη πλειοψηφία, για να έχει τα εχέγγυα που πρέπει να έχει ένα δικαστικό όργανο που αναλαμβάνει αυτό το τεράστιο βάρος, το οποίο είναι βάρος και δικαστικό και πολιτικό και κοινωνικό και ιστορικό.

Ξέρετε, τους τελευταίους μήνες τίθεται ζήτημα αναψηλάφησης της «Δίκης των εξ» και αναψηλαφείται και δημοσιογραφικά και επιστημονικά η απόφαση του Ελευθερίου Βενιζέλου να ξεκινήσει την Μικρασιατική εκστρατεία, στο τέλος της οποίας λόγω Μικρασιατικής Καταστροφής βρίσκεται η δίκη και η καταδίκη και η εκτέλεση των εξι. Ένα έκτακτο δικαστικό όργανο τους καταδίκασε για μία απόφαση εξωτερικής πολιτικής και άμυνας.

Τώρα στις μέρες μας, η κυριαρχία της χώρας, δηλαδή η εξωτερική της πολιτική και η ουσιαστική της άμυνα συνδέονται και με ζητήματα δημοσιονομικής κυριαρχίας. Αποφάσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα που ο ελληνικός λαός κατά καιρούς μπορεί να τις ψηφίζει ή μπορεί και να επωφελείται από την εφαρμογή τους, μπορεί να δημιουργούν θέματα στην πραγματικότητα αξιοπρέπειας και άμυνας της χώρας και αναμφίβολα υπάρχουν τεράστιες ιστορικές ευθύνες, πολιτικές ευθύνες.

Πρέπει ο καθένας να σκεφτεί ψύχραιμα και μέσα στην ψυχή του αν πρέπει αυτά να αντιμετωπίζονται με έναν δικανικό, δηλαδή δικαστικό, ποινικό τρόπο. Είναι πολύ μεγάλα θέματα για να τα αντιμετωπίσουμε ως απλές ποινικές υποθέσεις και έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η μεταπολίτευση δύο φορές δοκιμάστηκε.

Δύο φορές τέθηκε το ερώτημα εάν κλείνει πράγματι ο κύκλος της μεταπολίτευσης. Η πρώτη στιγμή ήταν το 1989. Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι το 1989 έκλεινε η μεταπολίτευση και πράγματι υπήρξε μια μεγάλη τομή. Άλλαξε το επίπεδο στο οποίο κινούμαστε, το επίπεδο αναφοράς. 

Η δεύτερη μεγάλη στιγμή πιστεύω ότι είναι τώρα, ο Μάρτιος – Απρίλιος του 2010, αυτό που υφίσταται ο ελληνικός λαός, αυτό που υφίσταται η ελληνική κοινωνία, η εσωτερική υποτίμηση, η μείωση των εισοδημάτων, η μείωση του επιπέδου ζωής. Το γεγονός ότι πρέπει να υποστούν θυσίες σε πολύ μεγάλο βαθμό άδικες πάρα πολλοί άνθρωποι, γιατί μέτρα που αφορούν μισθωτούς και συνταξιούχους εφαρμόζονται άμεσα, ενώ μέτρα φορολογικού χαρακτήρα αποδίδουν μεσοπρόθεσμα και άρα πρέπει να είμαστε όλοι - και είμαστε όσο μπορούμε- ιδιαίτερα προσεκτικοί στην εσωτερική δικαιοσύνη και την ισορροπία όλης αυτής της μεγάλης εθνικής προσπάθειας που πρέπει να αποδώσει καρπούς. Και αυτό θέτει ένα πολύ μεγάλο ζήτημα κατανομής ευθυνών, πολιτικών ευθυνών. Ένα πολύ μεγάλο ζήτημα επαναπροσδιορισμού της σχέσης μεταξύ πολιτικού συστήματος και κοινωνίας και ελληνικού λαού.

Αλλά πρέπει να σκεφτεί και ο Έλληνας πολίτης: έχει αναθέσει μήπως την εκπροσώπησή του, σε ποιους; Σε κάποιους επιχειρηματίες, σε κάποιους δημοσιογράφους; Μήπως ο καθένας πρέπει να δίνει λόγο στο δικό του επίπεδο για το ποια ήταν τα αποτελέσματα και της επιχειρηματικής διαχείρισης και για το ποια ήταν και τα αποτελέσματα της διαχείρισης του δημοσίου λόγου; Γιατί ο καθένας έχει και ένα είδος εξουσίας και πρέπει να τη χειρίζεται όσο γίνεται καλύτερα την εξουσία αυτή.

Το λέω αυτό γιατί είναι μια περίοδος μεγάλης ευθύνης για όλους μας και πολύ μεγάλης πίεσης για όλους μας και πολύ μεγάλης δυσπιστίας, αλλά η χώρα αυτή πρέπει να βρει κουράγιο, πρέπει να βρει αισιοδοξία, πρέπει να βρει τα εθνικά αποθέματα που είναι αναγκαία, γιατί δεν έπαψε να είναι, λόγω της προσφυγής στο μηχανισμό στήριξης, μια πλούσια χώρα με τεράστιες δυνατότητες, μια οικονομία με μεγάλο όγκο, μια οικονομία η οποία έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τεράστια συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Άρα πρέπει αυτή η δημοκρατία της ευθύνης που όλοι ζητάμε να είναι ένα πολιτικό σύστημα ευθύνης και μια κοινωνία ευθύνης. Να είναι και μία αγορά και οικονομία ευθύνης. Να είναι και μία διανόηση ευθύνης και ένα πανεπιστήμιο ευθύνης.

Χρειαζόμαστε λοιπόν όλοι να ξαναδούμε τους ρόλους μας. Δεν χρειάζεται να έχουμε πάντα όλοι τους ίδιους ρόλους, αλλά ο καθένας πρέπει να ξέρει ότι υπάρχουν ρόλοι ευκολότεροι και ρόλοι δυσκολότεροι, ότι υπάρχουν αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται μετά φόβου λαού και μετά φόβου Θεού, με την έννοια πως ο Θεός τελικά βρίσκεται μέσα στην ιστορία – ας μιλήσω λίγο πιο υπερβατικά – και ως εκ τούτου έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία τώρα, μετά από τόσα χρόνια, να δούμε τι είχε συμβεί το 1989. Ένας εκβαρβαρισμός  του πολιτικού ήθους και των πολιτικών πρακτικών είχε συμβεί το 1989.

Όταν λοιπόν εκβαρβαρίζονται οι πολιτικές συμπεριφορές και πολύ χειρότερα όταν εκβαρβαρίζονται οι κοινωνικές συμπεριφορές, τίποτα καλό δεν προκύπτει. Πρέπει λοιπόν να διατηρούμε τη συνοχή της κοινωνίας μας, ένα επίπεδο συνύπαρξης και διαλόγου για να μπορέσουμε να πορευθούμε. Ο καθένας πρέπει να κάνει στο δικό του πεδίο ό,τι μπορεί καλύτερα και εάν δεν μπορεί, είναι λογικό να δίνει τη θέση του σε κάποιον άλλον. Αυτή η προθυμία του να δίνουμε τη θέση μας σε κάποιον άλλον, που είναι και αναγκαστική δημοκρατικά, βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατικής αρχής και ενός ολοκληρωμένου σύγχρονου πολιτικού συστήματος.

Αυτό προφανώς το έχουμε υπόψη μας ή πάντως πρέπει να το έχουμε υπόψη μας όλοι, υπάρχει όμως η στιγμή για να συζητήσουμε για όλα αυτά. Τώρα είναι η στιγμή να ξαναβρούμε την εθνική μας αυτοπεποίθηση υπό πολύ άσχημες συνθήκες, γιατί μόνο μέσα από τη διαφύλαξη της αξιοπρέπειας και της αυτοπεποίθησής μας θα βρούμε αυτά τα εθνικά αποθέματα που είναι από κάθε άποψη αναγκαία προκειμένου να σταθούμε στα πόδια μας και να βγούμε όρθιοι και δυνατοί μέσα από αυτήν την πολύ σκληρή περιπέτεια στην οποία έχουμε μπει.