Δευτέρα 17 Μαΐου 2010


Κυρίες και κύριοι, επειδή ακούσατε δυο μακρές  ομιλίες για το σύνολο των διεθνοπολιτικών προβλημάτων, θα επιδιώξω να είμαι πιο σύντομος και πιο εστιασμένος, ξεκινώντας από τη θεμελιώδη αντίφαση που βιώνει ο Σταύρος Λυγερός, ο συγγραφέας του βιβλίου.
Ο Σταύρος είναι δημοσιογράφος. Άρα βρίσκεται μέσα στην καθημερινή περιπέτεια του πληθωρισμού της πληροφόρησης. Τα γεγονότα τρέχουν, οι ειδήσεις τρέχουν με πολλαπλάσια ταχύτητα και σε πολύ  μεγαλύτερο όγκο. Αυτός ο καταιγισμός της πληροφόρησης παρεμποδίζει τη σύνθεση, παρεμποδίζει τη γνώση. Ζούμε σ’ έναν κόσμο της πληροφορίας και της πληροφόρησης, αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ζούμε σ’ έναν κόσμο της βαθύτερης γνώσης και της ιστορικής συνείδησης.



Ο άλλος του εαυτός, είναι αυτός του διανοουμένου, του συγγραφέα, του ανθρώπου που επιχειρεί να κατανοήσει βαθύτερα και να συνθέσει πληροφορίες, προκειμένου να θέσει υπό δοκιμασία μεγάλες θεωρητικές υποθέσεις εργασίας. Οι διανοούμενοι μπορεί ν’ αφήνουν μια συμπαθητική αίσθηση όταν ασχολούνται με την πολιτική ή και τη δημοσιογραφία, συνήθως όμως στο σινάφι τους, δημιουργούν αμφιβολίες για το αν έχουν τον αναγκαίο εμπειρισμό ή αν παρασύρονται από αυτή τη θεωρητική τους προδιάθεση.

Ξέρω ότι ο Σταύρος έχει την ικανότητα να ανθίσταται απέναντι σ’ αυτό το ψευδές και εκβιαστικό δίλημμα. Λιγότεροι έχουν την ικανότητα να το κάνουν αυτό στο πεδίο της μαχόμενης πολιτικής. Και το λέω αυτό γιατί χωρίς θεωρία δεν υπάρχει πράξη, και γιατί χωρίς ικανότητα σύνθεσης δεν υπάρχει ικανότητα πληροφόρησης. Δε μπορείς ούτε να πληροφορείς ούτε να πληροφορείσαι.

Γι’ αυτό ο άνθρωπος του ρεπορτάζ και της καθημερινής ή έστω της εβδομαδιαίας ανάλυσης, νιώθει την ανάγκη να παρουσιάζει κατά καιρούς μεγάλες συνθέσεις που απευθύνονται στο ευρύ κοινό αλλά που εξίσου καλά και εξίσου στοχευμένα απευθύνονται και στο κοινό των ειδικών, προσπαθώντας ν’ ανοίξει δυο μεγάλες δημόσιες συζητήσεις. Μια συζήτηση επιστημονική, μια συζήτηση που αφορά την ακαδημαϊκή κοινότητα και τους παρεπιδημούντες και μια συζήτηση στο μεγάλο δημόσιο φόρουμ, η οποία δυστυχώς δεν διεξάγεται στη χώρα μας, γιατί η χώρα μας, δηλαδή η κοινωνία των πολιτών και το σύστημα ενημέρωσης, ενοχλείται βαθύτατα κάθε φορά που κάποιος επιχειρεί ν’ ανοίξει για συζήτηση και ιδίως για αναψηλάφηση οποιοδήποτε μεγάλο θέμα.

Πρέπει να συμβεί κάτι εξαιρετικά πιεστικό, όπως μια ακραία δημοσιονομική κρίση, για να ξανασυζητήσουμε θέματα όπως το μοντέλο ανάπτυξης ή το δημοσιονομικό σύστημα ή το πολιτικό σύστημα της χώρας. Και μόνον σε περιόδους μεγάλης έντασης, για να μην πω κρίσης, ξανασυζητούμε θέματα που τ’ αντιμετωπίζουμε ως στερεότυπα, με αδράνεια διανοητική και πολιτική, 10ετίες τώρα, όπως είναι τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, της πολιτικής ασφάλειας και της αμυντικής πολιτικής.

Ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας είχε την καλοσύνη να παρουσιάσει συστηματικά το βιβλίο. Και ο Νίκος Κοτζιάς νομίζω ότι θεμιτά αξιοποίησε την ευκαιρία για να παρουσιάσει τις σκέψεις του με αφορμή το βιβλίο. Το βιβλίο του Σταύρου θέτει τα κλασικά ζητήματα της μεγάλης διεθνούς πολιτικής σκηνής. Τη μετάβαση από την πολιτική Μπους, από τον «Μπουσισμό», στην πολιτική Ομπάμα. Θέτει το ερώτημα πώς μπορεί να υπάρξει πράγματι μια πολυπολική αμερικανική εξωτερική πολιτική, θέτει όλα αυτά τα μεγάλα ερωτήματα τα οποία όλοι αντιλαμβάνεστε και τα οποία  επαναλαμβάνονται συνεχώς.

Ασχολείται, όπως τονίστηκε, πράγματι με τον περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας και με τη θεωρία του νεοοθωμανισμού –υπάρχει κι αυτό το σπάνιο σχετικά φαινόμενο, ο Υπουργός Εξωτερικών της γειτονικής μας χώρας να είναι ένας Καθηγητής των Διεθνών Σχέσεων που έχει διατυπώσει τις απόψεις του, οι απόψεις του αυτές εκλαμβάνονται ως δόγμα εξωτερικής πολιτικής και ακόμα πιο πολύ ως εφαρμοσμένη πολιτική. Τα πράγματα βεβαίως δεν είναι τόσο απλά και ευθύγραμμα.  Και βέβαια, υφέρπει στο βιβλίο ένα ερώτημα: Πώς τοποθετείται η Ελλάδα;

Οι τελευταίες οικονομικές εξελίξεις οι οποίες είναι ταυτόχρονα και βαθύτατα πολιτικές, γεωπολιτικές και γεωοοικονομικές, δεν περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Σταύρου γιατί είχε γραφεί πριν. Δεν περιλαμβάνεται ούτε το καταλυτικό ερώτημα της συγκυρίας που είναι αν η Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα της κοινωνικής μεμψιμοιρίας, η Ελλάδα της απογοήτευσης, η Ελλάδα της οργής, η Ελλάδα της κρίσης, είναι μια Ελλάδα διεθνοπολιτικά αποδυναμωμένη, μια Ελλάδα που κάμπτεται στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, πολιτικής ασφάλειας και πολιτικής άμυνας.

Θέλω λοιπόν ν’ απαντήσω ευθέως σε αυτό το ερώτημα, πως η οικονομική κρίση, ο αναγκαστικός διεθνής δανεισμός μας, η προσχώρησή μας, γιατί περί αυτού πρόκειται, στη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πιο συγκεκριμένα των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και η αδυναμία μας να αντλήσουμε τα αναγκαία κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές, σε καμία περίπτωση δεν κάμπτει τους άξονες της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας της χώρας.

Αυτή η δύσκολη οικονομική, κοινωνική και πολιτική συγκυρία, μέσα στην οποία βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, δεν αναστέλλει όμως και δεν πρέπει ν’ αναστέλλει τις πρωτοβουλίες μας στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και άμυνας. Ούτε το ένα επιτρέπεται ούτε το άλλο. Εάν αναστείλουμε την παρουσία μας και τις πρωτοβουλίες μας θα έχουμε διαδηλώσει και διατυμπανίσει την αδυναμία μας. Και αν προσλάβουμε στο πλαίσιο μιας πολιτικής και διεθνοπολιτικής αυτοσυνειδησίας ως αδυναμία την οικονομική και κοινωνική μας κατάσταση, τότε θα έχουμε βλάψει πολλαπλά τη χώρα.

Αυτό σημαίνει ότι όλα γίνονται πιο κρίσιμα, όλα είναι πιο λεπτά στη διαχείρισή τους, πιο επικίνδυνα. Αλλά όλα μπορεί να είναι και πιο προκλητικά και πιο αποδοτικά, εάν διαχειριστούμε τη συγκυρία με τον τρόπο που επιβάλλεται. Υπάρχουν αυξημένοι κίνδυνοι, υπάρχουν αυξημένες υποχρεώσεις προσοχής και στρατηγικής θεώρησης των πραγμάτων, αυξημένες υποχρεώσεις ψυχραιμίας και ετοιμότητας, δε μπορούμε όμως ούτε να καμπτώμεθα ούτε να κρυβόμαστε...

Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτό, για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο κληθήκαμε ν’ αντιμετωπίσουμε την πρόσφατη επίσκεψη του Τούρκου Πρωθυπουργού, του κ. Ερντογάν και της πολυμελούς συνοδείας του την προηγούμενη εβδομάδα. Και αυτή η ιδιότυπη δημόσια διπλωματία που διεξήχθη την προηγούμενη Παρασκευή και το προηγούμενο Σάββατο, μας επιβάλλει να κάνουμε μια πολύ προσεκτική αποκωδικοποίηση: να δούμε ποια είναι τα θέματα που τέθηκαν, ποιες είναι οι απαντήσεις που δόθηκαν, να δούμε αν έχει διαμορφωθεί κάποιος νέος συσχετισμός επιχειρημάτων.

Γιατί μέσα από το συσχετισμό των επιχειρημάτων, προκύπτει αργά ή γρήγορα και ο πραγματικός συσχετισμός των δυνάμεων επί του πεδίου. Διότι τα επιχειρήματα έρχονται είτε να προδικάσουν είτε να δικαιολογήσουν πραγματικές καταστάσεις. Δηλαδή καταστάσεις που αφορούν το συσχετισμό της στρατιωτικοπολιτικής ισχύος. Και αυτό αφορά και το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο αλλά και τη θέση μας μέσα στο ευρωπαϊκό φαινόμενο, τη θέση μας μέσα στο δυτικό φαινόμενο.

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι η επίσκεψη του κ. Ερντογάν που ήρθε την παραμονή της επίσκεψής του στην Τεχεράνη και της σημερινής  αναγγελίας ότι επετεύχθη συμφωνία ώστε οι ποσότητες του ελαφρώς εμπλουτισμένου ουρανίου να παραδίδονται στην Τουρκία προκειμένου να εμπλουτισθούν σε άλλες χώρες, στη Βραζιλία και τη Ρωσία κατά πάσα πιθανότητα, και να επιστρέφονται  στο Ιράν, έρχεται την επομένη μιας άλλης πιο σημαντικής κατά τη γνώμη μου εξέλιξης που αφορά την  ευρωπαϊκή περιφερειακή ταυτότητας της Ελλάδας:

Επειδή μας έχει  σοκάρει το γεγονός ότι η Ελλάδα αναγκάστηκε να προχωρήσει σ’ έναν μηχανισμό στήριξης στον οποίο υπάρχει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα, θέλω να θυμίσω ότι αμέσως μετά ελήφθη κατά τη γνώμη μου η κολοσσιαίας ιστορικής σημασίας απόφαση, η Ευρωζώνη ως τέτοια να καταφύγει στη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Και για να μην έχει κανείς απορία για το τι  σημαίνει αυτή η απόφαση και για το πόσο κοινά εμφανίζονται να είναι αυτή τη στιγμή τα μεγάλα οικονομικά και, γιατί όχι, και γεωπολιτικά συμφέροντα των δυο μεγάλων πόλων της ατλαντικής συμμαχίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ, θα ήθελα να μου επιτρέψετε να παραλληλίσω την απόφαση που έχει πάρει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε σχέση με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με μια άλλη πολύ σημαντική απόφαση που έχει πάρει 10ετίες τώρα και που την επιβεβαίωσε πανηγυρικά με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, που είναι η αναγνώριση της πρωταρχίας του ΝΑΤΟ στα θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.

Μπορεί να λέμε ό,τι θέλουμε για τη σημασία που έχει η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας, οι κοινές  πρωτοβουλίες και δράσεις, ο νέος ρόλος της Υπάτης Εκπροσώπου και Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αλήθεια όμως είναι ότι ρητά από πλευράς νομικών κειμένων και κυρίως στην πράξη, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει την πρωταρχία του ΝΑΤΟ. Γιατί το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας από τα μέσα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από τότε που ακόμη ο Πρόεδρος Ουίλσον δεν είχε αναπτύξει τις θεωρητικές του ανησυχίες οι οποίες κατέληξαν στους 14 όρους του, μέχρι σήμερα, είτε αυτή η περίοδος είναι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είτε είναι η ψυχροπολεμική περίοδος, είτε είναι η περίοδος της πτώσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, είτε είναι η περίοδος των ασύμμετρων απειλών, εμφανίζεται ως πρόβλημα όχι αμιγώς ευρωπαϊκό, αλλά ευρωατλαντικό.

Και τώρα, το ισχυρότερο αποθεματικό νόμισμα του κόσμου, το ευρώ, εμφανίζεται να καταφεύγει σ’ έναν μηχανισμό η ενεργοποίηση του οποίου προϋποθέτει τη λήψη αποφάσεων που δεν είναι εφικτό να ληφθούν ή έστω να ληφθούν με ευκολία, ως αυτονόητες, χωρίς τις ΗΠΑ και τη συμμετοχή δυνάμεων όπως είναι οι δυνάμεις της Ομάδας BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα), χωρίς τη συμμετοχή ακόμη και χωρών όπως η Τουρκία που μετέχουν στα όργανα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Έχει λοιπόν πολύ  μεγάλη σημασία να δούμε ποιο είναι το περιβάλλον και τα συμφραζόμενα μέσα στα οποία βρισκόμαστε. Και δεν πρέπει μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο το οποίο είναι τόσο ρευστό και τόσο πιεστικό, να τοποθετούμαστε με έναν τρόπο εξαρτημένο, εξ αντιδιαστολής και με μεθόδους οι οποίες είναι έντονα φοβικές. Η Τουρκία είναι μια χώρα που, όπως συνηθίζω να λέω,  έχει τώρα 80 εκατομμύρια πληθυσμό. Όταν έγινε η μικρασιατική εκστρατεία το 1919, μια εκστρατεία που τώρα αναψηλαφείται πολλαπλώς, όταν  ελήφθη η θεμελιώδεης κρίσιμη απόφαση, όταν έγινε αποδεκτή η εντολή σε σχέση με τη Σμύρνη, ο ελληνικός πληθυσμός ήταν 7,5 εκατομμύρια και ο τουρκικός 13.

Που πάει να πει ότι έχουν αλλάξει ριζικά οι πληθυσμιακοί συσχετισμοί. Η Τουρκία δικαιούται συνεπώς όπως και κάθε χώρα, να έχει μια θεωρία για τον εαυτό της. Δικαιούται ν’ αντιλαμβάνεται τη γεωγραφική της θέση, τα προβλήματα εθνοτικής συνοχής που έχει, τις ιστορικές, πολιτιστικές και γλωσσικές αναφορές όπως αυτή νομίζει ή  μάλλον όπως διάφοροι μέσα στην Τουρκία νομίζουν επιχειρώντας να συγκροτήσουν έναν λόγο περί εξωτερικής πολιτικής και πολλαπλών περιφερειακών ταυτοτήτων.

Αυτό δικαιούμεθα να το κάνουμε κι εμείς. Δε μας παρακωλύει κανείς να διατυπώσουμε κι εμείς το δικό μας λόγο για τις πολλαπλές περιφερειακές ιστορικές, πολιτιστικές και άλλες ταυτότητές μας. Άρα δεν πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα πάντοτε με έναν τρόπο ο οποίος είναι φοβικός ή εξαρτημένος από πρωτοβουλίες ή θεωρίες άλλων. Σημασία έχει, οι ίδιοι ν’ αντιληφθούμε ότι πρέπει να διαμορφώνουμε συσχετισμούς οι οποίοι μας επιτρέπουν να απαντήσουμε την κρίσιμη στιγμή με αποφασιστικό και ωφέλιμο τρόπο στα προτάγματα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας που έχουμε, που εμείς θεωρούμε, επειδή έτσι το έχουμε βιώσει ιστορικά, πως είναι προτάγματα που συνδέονται πρωτίστως με το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο.

Άρα, πρέπει όλα τα άλλα που κάνουμε, ανεξάρτητα από το γεωγραφικό τους εύρος και τη διεθνοπολιτική τους φιλοδοξία, να μπορούν να βελτιώσουν την αποδοτικότητα των χειρισμών μας, την κρίσιμη στιγμή στα κρίσιμα σημεία. Από κει και πέρα όλες οι πρωτοβουλίες είναι ευπρόσδεκτες, όλες οι ιδέες είναι καλοδεχούμενες, δε χρειάζεται κανένας πνευματικός ή πολιτικός επαρχιωτισμός. Απλώς υπάρχει πάντα η πίεση της πραγματικότητας που αναδεικνύει τις δικές της προτεραιότητες και τις δικές της ανάγκες.

Πιστεύω λοιπόν ότι στο επόμενο βιβλίο που θα γράψει ο Σταύρος Λυγερός, γιατί γράφει μ’ έναν ρυθμό ο οποίος είναι όχι απλώς και μόνο εντυπωσιακός, αλλά είναι κυρίως συστηματικός και πειθαρχημένος, θα θέσει και όλα αυτά τα ζητήματα τα οποία συνδέονται με την οικονομική διάσταση της κρίσης και με την οικονομική διάσταση των διεθνοπολιτικών και τελικά στρατιωτικών συσχετισμών.

Άλλωστε η πληροφόρηση εξακολουθεί να είναι καθημερινά πολύ πλούσια. Πριν από μερικά χρόνια, π.χ. το μεγάλο ζήτημα της αντιπυραυλικής ασπίδας στην Ευρώπη ετίθετο μ’ έναν τρόπο ο οποίος ήταν έντονα ψυχροπολεμικός. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ αρθρογραφεί, όχι ερήμην των ΗΠΑ, υπέρ της ανάγκης να συγκροτηθεί μια κοινή ευρωπαϊκή, αμερικανική και ρωσική αντιπυραυλική ασπίδα.

Το ΝΑΤΟ διαμορφώνει τώρα τους σχεδιασμούς του σε σχέση με το Αφγανιστάν σε απόλυτη συνάρτηση με τη Ρωσία γιατί η παρουσία της και η υποστήριξή της στα θέματα διοικητική μέριμνας, είναι απολύτως αναγκαία για να εφαρμοστεί με επιτυχία η στρατηγική εξόδου που διακηρύσσει ο Πρόεδρος Ομπάμα σε σχέση με το Αφγανιστάν. Βλέπουμε λοιπόν ότι οι εξελίξεις αποκτούν έναν ρυθμό ο οποίος είναι ταχύτερος, θέτουν θέματα τα οποία είναι πιο πρωτότυπα, πιο ανατρεπτικά και οποιαδήποτε θεωρητική βεβαιότητα ή οποιαδήποτε εμμονή σε σχήματα, σε στερεότυπα, σε υποθέσεις που είχαν κάποια ισχύ πριν από δύο, τρία, πέντε χρόνια, όχι παραπάνω,  αρχίζει να τίθεται εν αμφιβόλω.

Με αυτές λοιπόν τις σκέψεις, θεωρώ ότι το βιβλίο του Σταύρου Λυγερού μας επιτρέπει να κάνουμε, χωρίς να έχω την ελπίδα ότι πράγματι θα γίνει αυτό, μια συζήτηση για τα μεγάλα, η οποία συνήθως κρύβεται πίσω από το καθημερινό άγχος για τα μικρά.

Έχουμε ανάγκη από μια νέα μεγάλη εθνική αφήγηση που να τα περιλαμβάνει όλα αυτά. Να περιλαμβάνει την αποκατάσταση των προσδοκιών σε σχέση με την οικονομική ανάπτυξη και το επίπεδο ευημερίας, να περιλαμβάνει το αίσθημα της εθνικής ασφάλειας, να περιλαμβάνει τα στοιχεία της εθνικής αξιοπρέπειας, να περιλαμβάνει τα στοιχεία της διεθνοπολιτικής αξιοπιστίας. Να περιλαμβάνει τα στοιχεία της κοινωνική συνοχής και της λειτουργίας  του κράτους.  Να περιλαμβάνει μια απάντηση στην αδυσώπητη σύγκρουση που διεξάγεται διεθνώς, μεταξύ πολιτικών συστημάτων και αγορών, όπου τα πολιτικά συστήματα μπορεί να έχουν άπειρες παθογένειες, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι αυτά που προσφέρουν δημοκρατία και κράτος δικαίου, ενώ η άλλη πλευρά οδηγεί από μόνη της στον εκβαρβαρισμό και στο αδιέξοδο.

Αν λοιπόν ο Σταύρος Λυγερός πετύχει με το βιβλίο του αυτό, να προβληματίσει τους παρόντες, να προβληματίσει τους δυνητικούς αναγνώστες του, να προβληματίσει τους συναδέλφους του και τους ομοτέχνους του, θα έχει καταφέρει κάτι πάρα πολύ σημαντικό και του  εύχομαι να το καταφέρει. Όπως του εύχομαι να συνεχίσει απτόητος το δημόσιο λόγο του και σε καθημερινή και εβδομαδιαία βάση, αλλά κυρίως με τα βιβλία, που είμαι βέβαιος ότι έχει προγραμματίσει να γράψει στο μέλλον