Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω εκφράζοντας τον θαυμασμό και τα συγχαρητήριά μου στο «ΒΗΜΑ» που ανέλαβε αυτή την πολύ μεγάλη εκδοτική πρωτοβουλία. Η επανέκδοση, με τη μορφή αυτή, της «ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» του Παναγιώτη Κανελλόπουλου δείχνει ότι μπορεί στον τόπο αυτό να υπάρχει μνήμη, να υπάρχει παράδοση, να υπάρχουν σημεία αναφοράς και να υπάρχουν και μέτρα αξιών σε μία εποχή ιδιαίτερα δύσκολη, σε μια εποχή απαισιόδοξη, μεμψίμοιρη, επιθετική, μια εποχή ασταθή και ως εκ τούτου επικίνδυνη.

Είναι, λοιπόν, μια πολύ σημαντική πρωτοβουλία αυτή, όχι μόνο εκδοτικά, αλλά και συμβολικά, άρα και πολιτικά, θα μου επιτρέψτε δε  να πω, και από πλευράς κοινωνικής ηθικής.


Ο Πρόεδρος  της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και ο Κοινοβουλευτικός  Εκπρόσωπος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ανέδειξαν την διπλή ιδιότητα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου ως πολιτικού και διανοούμενου. Η αχνή φιγούρα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου έχει μείνει με πάρα πολύ αγαθό τρόπο στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων επειδή, κυρίως μεταπολιτευτικά και εν τέλει μεταθανατίως, έχει θεωρηθεί ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος της μετριοπάθειας, της συνεννόησης και άρα της εθνικής ενότητας. Αυτή, λοιπόν, η φιγούρα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου είναι αναμφίβολα ταυτισμένη με μια συγκεκριμένη αντίληψη για το λεγόμενο πολιτικό ήθος. Μόνο που η αντίληψη αυτή είναι μια αντίληψη αρκετά επώδυνη, γιατί ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος εκφράζει κατ’ εξοχήν το ήθος της ήττας και το ήθος του αδικημένου πολιτικού, της χαμένης ευκαιρίας ή της χαμένης εμπειρίας.

Αυτός όμως ο άνθρωπος που εκπέμπει από πολύ νωρίς και τώρα ακόμη μία αίσθηση μελαγχολίας που πρέπει να μας προβληματίζει, γιατί το ακραίο, το απώτατο σημείο του στοχασμού και της αυτοσυνειδησίας είναι η μελαγχολία, μας φέρνει αντιμέτωπους με τρία πολύ μεγάλα διλήμματα:

Εάν ο πολιτικός δικαιούται να είναι διανοούμενος, εάν ο πολιτικός δικαιούται να είναι σχετικιστικής, δηλαδή να παραδέχεται τα λάθη του, να αναγνωρίζει τους αντιπάλους του και να θέτει σε αμφιβολία τις βασικές ιδεολογικές του αναφορές. Και τρίτο, ίσως κρισιμότερο, εάν ο πολιτικός δικαιούται να είναι μακρόβιος, δηλαδή αν μπορεί πράγματι ένας πολιτικός να είναι άνθρωπος πολλών εποχών, να καλύπτει ενεργά  έξι δεκαετίας, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Εάν αυτό τελικά είναι καλό ή κακό, γιατί από ένα σημείο και μετά δεν είναι απλώς και μόνον ο πρωταγωνιστής κάποιων στιγμών, αλλά είναι και ο αξιολογητής και ο ιστορικός και ο χρονογράφος αυτών των στιγμών.

Και επειδή ο Αντώνης Σαμαράς θυμήθηκε τον Antonio Gramsci, ίσως λόγω συνωνυμίας, θέλω να θυμίσω, ότι ο Gramsci έγραψε  το κρισιμότερο έργο του στη φυλακή και ο Λένιν έγραψε τα πιο περισπούδαστα κείμενά του τη στιγμή που διεξαγόντουσαν οι επαναστατικές πράξεις στους δρόμους.

Αυτός είναι ένας άλλος τύπος διανοουμένου από τον τύπο του διανοουμένου του εργαστηρίου, του σπουδαστηρίου, του γραφείου, της συστηματικής και πειθαρχημένης δουλειάς πάνω στο χειρόγραφο.

Ποιος ήταν ο πολιτικός της δεκαετίας του ’50 και της δεκαετίας του ’60; Ο ιδεώδης τύπος του πολιτικού ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής; Ποιον θεωρούν ηγετική, ιστορική προσωπικότητα που σφράγισε τις εξελίξεις και μέχρι ποιου σημείου μπορεί να φτάσει ο διανοούμενος και σχετικιστής πολιτικός; Μπορεί να φτάσει μέχρις ενός σημείου, αλλά δεν μπορεί να θέσει υπό έλεγχο την εποχή και άρα την ιστορία «εν τω γίγνεσθαι». Αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα για τον πολιτικό που θέλει να είναι διανοούμενος, θέλει να είναι αυτοκριτικός, θέλει να σέβεται τους αντιπάλους του, όπως μας θύμισε ο Φώτης Κουβέλης πάρα πολύ ωραία πριν από λίγο.

Αυτός ο πολιτικός καταβάλει κόστος, εκτός και αν έχει το πλεονέκτημα της μακροβιότητας, γιατί όπως έχει πει ο Ιταλός ομόλογος του Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ο Νorberto Bobbio σε ένα δοκίμιό του εξομολογητικό που επιγράφεται «Γερνώντας», από ένα σημείο και μετά εάν καταφέρεις να γεράσεις επιτυχώς και τελικώς να μετάσχεις στις διεργασίες αξιολόγησης και αφομοίωσης των περιόδων στις οποίες έχεις μετάσχει και οι οποίες είναι πάντα υπό αναψηλάφηση. Βεβαίως έχεις τη δυνατότητα να επανεξετάσεις και τη δική σου συμμετοχή. Να αναστοχαστείς γύρω από τα γεγονότα και βεβαίως να «επανεκδόσεις» τη συνεισφορά του σε μία οριστική και αμετάκλητη έκδοση, που νομίζω ότι είναι η καλύτερη δυνατή από πλευράς Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Γιατί πράγματι έχει αφήσει στη συλλογική ψυχή του έθνους μας μία σφραγίδα, η οποία είναι σφραγίδα ηπιότητας, επιείκειας, αθωότητας από πλευράς πολιτικών ενοχών. Γιατί βλέπετε ότι από ένα σημείο και μετά όλα μπορούν να συγχωρεθούν και όλα εξαγνίζονται, αρκεί να μπορέσεις να μιλήσεις με εξομολογητικό και ειλικρινή τρόπο σε μια κοινωνία, σε έναν λαό και σε ένα έθνος που θέλει να σ’ ακούσει.

Αυτός, λοιπόν, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αυτή η εντυπωσιακή, μελαγχολική διανοούμενη, σχετικιστική περίπτωση μέσα στον ελληνικό πολιτικό βίο που διέσχισε με υπερήφανο και αξιοπρεπή τρόπο το μεγαλύτερο μέρος του κρίσιμου 20ού αιώνα, μας έχει αφήσει αυτό το μνημειώδες έργο στο οποίο κωδικοποιούνται τα βασικά ιδεολογικά και θεωρητικά του χαρακτηριστικά.

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ήταν πάντα δυτικοκεντρικός και εκλεκτικιστής. Και αυτή η πολύτομη «ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» είναι ένα έργο δυτικοκεντρικό και εκλεκτικιστικό, ακόμη και στην επανεπεξεργασμένη μορφή, δηλαδή όταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος τελικώς αποφασίζει να ανοίξει το διάλογο μ’ αυτό που λέγεται Βυζάντιο. Όταν αποφασίζει να τοποθετηθεί με έναν ολοκληρωμένο  και συστηματικό τρόπο απέναντι στο ερώτημα, αν μπορεί να συλλάβει κανείς την ευρωπαϊκή ταυτότητα -που είναι πρωτίστως ευρωπαϊκή- πνευματική και πολιτιστική ταυτότητα, γιατί σ’ αυτό κρύβεται και η οικονομία και η κοινωνία και ο πολιτισμός και οι θεσμοί και οι συγκρούσεις, χωρίς αναφορά στον ανατολικό μεσαίωνα. Χωρίς αναφορά στην ανατολική χριστιανοσύνη, την ορθοδοξία, χωρίς αναφορά στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Εάν δηλαδή κλείνει ο κύκλος του ευρωπαϊκού πνεύματος χωρίς  τη Δύση της Ανατολής, που είναι η ελληνικότητα και ο ελληνισμός, που είναι ταυτόχρονα και η Ανατολή της Δύσης. Αυτά τα δύο συναντώνται στις 360 μοίρες, ταυτίζονται και συμπίπτουν.

Στις μέρες μας, λοιπόν, όπου πράγματι, όπως είπε ορθά  ο συντονιστής μας προηγουμένως, ο κ. Μαλούχος, τίθεται μείζον θέμα ευρωπαϊκής ταυτότητας και ευρωπαïκής μοίρας, ευρωπαϊκής ασφάλειας και ευρωπαϊκής συνοχής, μέλλοντος της Ευρώπης, μέλλοντος του ευρωπαϊκού οικονομικού, δηλαδή αναπτυξιακού, πολιτικού και πολιτιστικού παραδείγματος, εμείς νιώθουμε και πάλι παρίες, σε αμφισβήτηση, στην περιφέρεια της Ευρώπης. Μα, συγκροτούμε τελικά το όριο της Ευρώπης, που είναι κυκλικό, γιατί από δω ξεκινούν και καταλήγουν τα πάντα, όχι επειδή εμείς είμαστε μεγαλομανείς ή μικρομέγαλοι, αλλά επειδή η ιστορία  μας επιβάλει να συνεισφέρουμε στον ορισμό της ευρωπαϊκής ταυτότητας και τις δικές μας παραμέτρους.

Παρουσίασα πέρυσι στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη ένα δοκίμιο το οποίο έχει κυκλοφορήσει σε πάρα πολλές γλώσσες  του κόσμου, του Nemo, ενός Γάλλου καθηγητή και διανοούμενου στην Οικονομική Σχολή των Παρισίων, ο οποίος προσπαθεί να προσδιορίσει τώρα, εν έτει 2009, την ευρωπαϊκή ταυτότητα με έναν αμιγώς δυτικοκεντρικό τρόπο. 

Προτείνει η δυτική ταυτότητα να ανοίξει τα ατλαντικά της φτερά που, εκ των πραγμάτων, αυτό γίνεται εδώ και πολλές δεκαετίες. Η Ευρώπη δεν προσδιορίζεται, δεν αυτοπροσδιορίζεται, χωρίς αναφορές στην Αμερική.  Αλλά αποκλείει και πάλι την Ελλάδα και αυτό που λέγεται ανατολική εκδοχή της Ευρώπης. Αρκείται στη συμβολή του ρωμαϊκού δικαίου και της ρωμαϊκής πολιτείας, στη συμβολή της δυτικής χριστιανοσύνης, στον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό, στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση όπως αυτή τελικά μετατρέπεται σε μια ηθική αντίληψη και όχι σε μια αντίληψη εσχατολογική, σωτηριολογική που είναι μια άλλη αντίληψη περί θρησκείας όπως την προσλαμβάνουμε εμείς.

Και βεβαίως αυτό είναι κάτι το οποίο το βλέπει κανείς σε όλες τις εκδοχές του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι.  Υπάρχει πάντα μια αμφισβήτηση που και εμείς την έχουμε ενσωματώσει: αν είμαστε μέσα σε αυτό ή δεν είμαστε. Και έχει πολύ μεγάλη σημασία τώρα που αυτό ξανατίθεται με οξύ τρόπο, η «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» του Παναγιώτη Κανελλόπουλου να γίνει ξανά σημείο αναφοράς και αντικείμενο συζήτησης.

Και ως εκ τούτου είναι πάρα πολύ μεγάλη η συνεισφορά του «ΒΗΜΑΤΟΣ» για όσους τα βιβλία τα προσεγγίζουν ως αντικείμενα μελέτης και τέτοιοι είναι οι αναγνώστες κατά τεκμήριο του «ΒΗΜΑΤΟΣ», προκειμένου να μπορέσουμε να ενισχύσουμε με έναν λελογισμένο ορθολογικό, μετριοπαθή και υπεύθυνο τρόπο την αυτοσυνειδησία μας. Γιατί είναι αναγκαίο να αποκτήσουμε και πάλι μια στοιχειώδη αυτοπεποίθηση, είναι αναγκαίο να αποκτήσουμε και πάλι μια εθνική αφήγηση η οποία αφορά και εμάς και την Ευρώπη και τον κόσμο. Γιατί αν δεν αποκτήσουμε μια τέτοια ιστορία η οποία να μας συμπεριλαμβάνει, δεν θα μπορέσουμε να ανατάξουμε την κατάσταση. Δεν θα μπορέσουμε να πετύχουμε την αυτοανόρθωση μας.

Και ως εκ τούτου έρχεται με έναν τρόπο ίσως κάπως υπερβατικό ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος με το κύρος του, με τη φιγούρα του, με την προσωπικότητα του, πατρικός όπως ήταν την τελευταία περίοδο στη Βουλή, πατρικός αλλά όχι πατερναλιστής, μια φωνή από την ιστορία αυτού του τόπου, να μας αναγκάσει να ξανασκεφτούμε, για να μας αναγκάσει να ξανασταθούμε στα πόδια μας.

Και γι' αυτό πιστεύω ότι οι συμπαραδηλώσεις και τα μηνύματα αυτής της έκδοσης είναι πολύ περισσότερα και πολύ μεγαλύτερα από ότι  μπορεί να διαπιστώσει κανείς δια γυμνού οφθαλμού.


Σας ευχαριστώ πολύ
.