Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 3 Ιουνίου 2010



Μακαριότατε,
Κύριε πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι πρέσβεις,
Κύριοι συνάδελφοι,
Κυρίες και κύριοι,

Ένας από τους μεγαλύτερους ιστορικούς της εποχής μας, ο Hobsbawm, προβάλλει τη γνωστή σε πολλούς θεωρία ότι την παράδοση την επινοούν, ότι οι μεγάλες εθνικές και σε πολύ μεγάλο βαθμό και θρησκευτικές παραδόσεις είναι κατασκευασμένες.

Είναι όμως προφανές ότι πετυχαίνουν και ριζώνουν οι παραδόσεις που έχουν βιωματικά στοιχεία και κανένα στοιχείο δεν είναι εντονότερα βιωματικό από την συγγένεια. Άρα, όταν μπορείς να μετρήσεις εκατό χρόνια συνεχούς λειτουργίας ενός δικηγορικού γραφείου και να νιώσεις ότι είσαι η τρίτη γενιά μετά τον παππού σου και τον πατέρα σου, έχεις ένα σπάνιο προνόμιο να νιώθεις ότι ανήκεις με ένα ισχυρό φυσικό δικαίωμα στον δημόσιο χώρο γιατί ο δικηγόρος είναι πρωτίστως ένας δημόσιος λειτουργός, ένας λειτουργός χωρίς τον οποίο δεν υπάρχει κράτος δικαίου. Αν μάλιστα η γενιά σου ακολουθεί μια προηγούμενη και μια προ-προηγούμενη γενιά δικηγόρων και πολιτικών, τότε έχεις διπλό συνειδησιακό και ιστορικό βάρος γιατί χωρίς δικηγόρους δεν υπάρχει κράτος δικαίου και χωρίς πολιτικούς δεν υπάρχει Δημοκρατία. Άρα ένας μαχόμενος δικηγόρος που είναι ταυτόχρονα ενεργός πολιτικός είτε με επίσημο είτε με ανεπίσημο ή ουσιαστικό τρόπο συνδέεται με τους δύο κορυφαίους πυλώνες του πολιτικού και νομικού μας πολιτισμού, με τη Δημοκρατία και με το κράτος δικαίου.

Αυτό επιτρέπει στον Αλέξανδρο Λυκουρέζο να ανήκει σήμερα στην βεντάλια ενός ολόκληρου αιώνα, από το 1910, από τη στιγμή δηλαδή που ο παππούς του Κωνσταντίνος απολύθηκε από την θέση του τότε μη ισόβιου εισαγγελέα εφετών Λαρίσης και άρα ανέλαβε καθήκοντα ενεργού δικηγόρου, μέχρι το 2010. 1910 - 2010 είναι κι αυτό ένας σχεδόν μοιραίος συμβολισμός γιατί το 1910 ήταν το όριο ανάμεσα στην κατάπτωση του παλιού καθεστώτος και την ανόρθωση που έφερε το κίνημα στο Γουδί και ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το 2010 είναι κι αυτό ένα έτος στο μεταίχμιο, ανάμεσα σε μία βαθιά πολυετή κρίση, κοινωνική, αναπτυξιακή και την ανάγκη για μια νέα ανόρθωση. Δεν ξέρω εάν το έχει υπολογίσει αυτό ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος αλλά σίγουρα άφησε να διαφανεί και αυτός ο συμβολισμός.

Το βιβλίο που με υποδειγματικό τρόπο και μεγάλο ταλέντο συνέθεσε ο Γιώργος Μαλούχος είναι μία εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στην δημόσια και την ιδιωτική ιστορία, ανάμεσα στη μεγάλη και τη μικρή ιστορία. Και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όλα αυτά εν τέλει συνενώνονται. Πολλές φορές δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την δημόσια ιστορία χωρίς την ιδιωτική, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη μεγάλη ιστορία χωρίς τη μικρή. Όλα δε αυτά συνιστούν –και δεν το λέω αυτό καθ’ υπερβολή ή ως φιλοφρόνηση- μία ουσιαστική συμβολή στην ιστορία του νομικού και πολιτικού πολιτισμού της χώρας μας. Εις πείσμα της κοινής πεποίθησης που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία έχουμε και νομικό και πολιτικό πολιτισμό και παράδοση γιατί παρά τις μεγάλες αντιξοότητες και τις μεγάλες κρίσεις είμαστε ένα κράτος που έχει μακρά εμπειρία κοινοβουλευτισμού και έχει ζήσει και καλές εποχές κράτος δικαίου. Η δε μεταπολίτευση που έχει οδηγηθεί στο έσχατο όριό της και πολλού κηρύσσουμε τη λήξη της είναι αναμφίβολα η καλύτερη 35ετία της χώρας από κάθε άποψη.

Το γεγονός ότι παρακολουθούμε με την επέτειο αυτή και με το βιβλίο που την τεκμηριώνει τρία πρόσωπα, τρεις γενιές και τρεις ασύμμετρες εποχές –ο Κωνσταντίνος Λυκουρέζος κινείται αρκετά πριν και αρκετά μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Παυσανίας Λυκουρέζος αρκετά πριν και αρκετά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος αρκετά πριν και αρκετά μετά τη μεταπολίτευση και του ευχόμαστε και ακόμα περισσότερο, όσο γίνεται περισσότερο μετά τη μεταπολίτευση- μας επιτρέπει να δούμε και τις επίμονες δομές της ιστορίας μας, της ιστορίας των πολιτικών και νομικών μας θεσμών. Γιατί η ιστορία εξελίσσεται αλλά υπάρχουν επίμονες βασανιστικές ομοιότητες. Ζητήματα που αφορούν το δημόσιο ήθος, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τη λειτουργία του κοινοβουλίου, τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος εμφανίζονται λίγο ή πολύ με τα ίδια χαρακτηριστικά σε όλες αυτές τις εποχές, που για τον Κωνσταντίνο μάλιστα, τον γενάρχη, δεν αρχίζουν πριν από 100 χρόνια αλλά αρχίζουν πριν από 150 χρόνια σχεδόν, το 1860 ήταν γεννημένος.

Άρα λοιπόν από την άποψη αυτή είναι και διδακτικού χαρακτήρα το βιβλίο αυτό. Και βεβαίως αυτή η σχέση μεταξύ νομικής και πολιτικής δραστηριότητας, μεταξύ του μαχόμενου δικηγόρου και του μαχόμενου πολιτικού, πιστεύω ότι εμφανίζεται με βελτιωμένα χαρακτηριστικά από γενιά σε γενιά. Πιστεύω ότι με τον πιο πλήρη τρόπο εμφανίζεται αυτή η σύζευξη στο πρόσωπο της τρίτης γενιάς, στο πρόσωπο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου. Γιατί ο παππούς του ήταν φυσικά ένας βασιλόφρων αστός που εξέφραζε την εποχή του, αλλά τη μία εκδοχή της εποχής του. Ο πατέρας του διέγραψε την καμπύλη που παρουσίασε προηγουμένως η κ. Μπενάκη από τον χώρο της έντονα συντηρητικής παράδοσης και ως τις παρυφές της κεντροαριστεράς.

Ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος γεννήθηκε και είναι έως σήμερα –κάτι το οποίο θα το πω και μη με παρεξηγήσετε, είναι πολύ μεγάλο αυτό που λέω- ένας γνήσιος κοσμοπολίτης φιλελεύθερος αστός. Αυτό, ξέρετε, μπορεί να αποβεί σχεδόν επαναστατικό για την εποχή. Γιατί όταν κάποιος είναι πράγματι κοσμοπολίτης φιλελεύθερος αστός έχει μία ανεπτυγμένη αίσθηση ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας και αυτό από μόνο του είναι εξαιρετικά προοδευτικό και ανατρεπτικό. Μπορεί να είναι και ό,τι πιο αριστερό υπάρχει στην εποχή μας το να διασφαλίζει κανείς την ανεξαρτησία του και την αξιοπρέπειά του. Βεβαίως, όπως κάθε γοητευτικός άνθρωπος, είναι εξαιρετικά αντιφατικός γιατί είναι κοσμοπολίτης αλλά και έχει έντονα πατριωτικά χαρακτηριστικά. Δεν έκρυψε ποτέ τη συμπάθειά του στην τέως βασιλική οικογένεια αλλά είχε μία έντονα και αυθόρμητα αντιδικτατορική δράση και είναι ο άνθρωπος που κατέθεσε την πρώτη μήνυση με βάση την οποία κινήθηκε η ποινική δίωξη κατά των πρωταιτίων της δικτατορίας.

Πρέπει δε να σας πω ότι εμάς μας συνδέει μια πολύ έντονη φιλία παρότι μου επεφύλαξε μια μικρή βόμβα όταν ανέλαβα στις 19 Ιανουαρίου του 1996 τα καθήκοντα του Υπουργού Δικαιοσύνης διότι είχε επινοήσει, κατά το προηγούμενο της παράδοσης, ένα ολόκληρο δικονομικό τέχνασμα προκειμένου ένας εντολέας του γιουγκοσλαβικής καταγωγής, ο Darko Ašanin, να μην εκδοθεί στο Βέλγιο που τον ζητούσε σύμφωνα με την αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά να τον διεκδικήσει ως εκζητούμενο και το Βέλγιο –τόπος τέλεσης του εγκλήματος- και τελικά να έχουμε δύο αντιφατικές αμετάκλητες αποφάσεις, μία για την έκδοσή του στο Βέλγιο και μία για την έκδοσή του στη Γιουγκοσλαβία -τα είπα αντίστροφα, είχε αποφασιστεί από τον Άρειο Πάγο η έκδοσή στο Βέλγιο και μετά επινοήθηκε η έκδοση στη Γιουγκοσλαβία- και ο προκάτοχός μου τη στιγμή που μου παρέδιδε το Υπουργείο μου παρέδωσε και υπογεγραμμένη την απόφασή του για έκδοση στη Γιουγκοσλαβία και όχι στο Βέλγιο, με αποτέλεσμα να προκληθεί ένα πολύ μεγάλο διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδος και Βελγίου, το οποίο κλήθηκα να διαχειριστώ την ημέρα που ανέλαβα τα καθήκοντά του Υπουργού Δικαιοσύνης. Ήταν το «δώρο» του Αλέξανδρου επί τη αναλήψη των καθηκόντων μου και ταυτοχρόνως ανέλαβα να διαχειριστώ και την κατάληψη όλων των φυλακών της χώρας από τους κρατουμένους τους που ήταν σε εξέλιξη τη στιγμή της ανάληψης των καθηκόντων μου.

Αυτό δείχνει και το πώς αντιλαμβάνεται την διαχείριση των δικονομικών ευκαιριών ως δικηγόρος, κάτι το οποίο πρέπει να το ζήσει κανείς έντονα μέσα στην δικηγορική πρακτική για να το αντιληφθεί. Βεβαίως, του έδωσα κι εγώ μια μικρή έκπληξη με το ασυμβίβαστο που τον οδήγησε εκτός Βουλής, αλλά νομίζω ότι αυτό ενίσχυσε εν τέλει την εικόνα του ανεξάρτητου και απροκατάληπτου ανθρώπου διότι με καταπληκτική άνεση και γενναιοδωρία απεδέχθη το νέο καθεστώς και τελικά θα δούμε πού θα ισορροπήσει όλη αυτή η κατάσταση γιατί η τελευταία πράξη του δράματος –του δράματος με την θεατρική έννοια του όρου, του δράματος Αλέξανδρος Λυκουρέζος το οποίο εξακολουθεί να ανεβαίνει στη σκηνή- δεν έχει παιχτεί.

Και έρχομαι στην τελευταία μου παρατήρηση, διότι ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος έχοντας το βάρος του παππού του και του πατέρα του είναι προφανές ότι ήθελε να λειτουργήσει στη μεγάλη δημόσια σκηνή ως μία μεγάλη θεατρική σκηνή. Είναι αναμφίβολα ένας ταλαντούχος ηθοποιός, ένας ταλαντούχος σκηνοθέτης, σκηνοθετεί τον εαυτό του, τον έχει επινοήσει, υπάρχει μια persona η οποία είναι απολύτως διακριτή, μοναδική και ανεπανάληπτη. Και βεβαίως αντιλαμβάνεται, ιδίως την ποινική δίκη ως μία παράσταση η οποία έχει έντονα δραματικά χαρακτηριστικά –δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς εύκολα να βρει στο θέατρο την ένταση που μπορεί να βρει σε μια καλή ποινική δίκη στο ακροατήριο. Και αυτό το απολαμβάνει με όσο μπορεί καλύτερο τρόπο γιατί γνωρίζει τι σημαίνει ρόλος, τι σημαίνει σκηνοθεσία, τι σημαίνουν τα συμφραζόμενα, οι παύσεις, η χρήση του λόγου, η χρήση των χειρονομιών, το βλέμμα, η σχέση με το ακροατήριο.

Όλη αυτή η θεατρικότητα δεν έχει καμία σχέση με τον θεατρινισμό αλλά έχει σχέση με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, το σώμα μας και το λόγο μας μέσα στον χώρο, είναι ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα ακαταγώνιστο, μαζί με ένα άλλο στοιχείο που πάντα με εντυπωσίαζε στον Αλέξανδρο Λυκουρέζο -πέρα από την ευγένειά του, τη φινέτσα του, την καλλιέργειά του, το πολυσχιδές της προσωπικότητός του- η εντυπωσιακή πειθαρχία και επιμέλεια, δηλαδή ο εντυπωσιακός τρόπος με τον οποίο οργανώνει το υλικό του. Είναι ο επιμελέστερος των διαδίκων και όπως έχει πολύ έξυπνα λεχθεί, τις δίκες τις κερδίζει τελικά ο επιμελέστερος των διαδίκων, αυτός που μπορεί να οργανώσει το υλικό του, να προετοιμαστεί, να συγκροτήσει τα επιχειρήματα, γιατί όπως έχει πει ο μεγαλύτερος ίσως φιλόσοφος της ερμηνευτικής, ο Ricœur, η εικόνα της δίκης είναι η εικόνα της ερμηνείας του δικαίου. Ο ένας λέει τη μία άποψη, ο άλλος λέει την απολύτως αντίθετη και κρίνει κάποιος όχι επειδή αυτό είναι η αλήθεια αλλά επειδή ατό είναι η εξουσία του (auctoritas non veritas facit legem) και αυτό το γνωρίζει πάρα πολύ καλά ο Αλέξανδρος χρησιμοποιώντας τη δική του εξουσία, που είναι η εξουσία της γοητείας του.

Ευχαριστώ πάρα πολύ.