Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου
«Το δικό μας 2ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης» που επιμελήθηκε ο Γιώργος Μουμουζιάς

Χαίρομαι πάρα πολύ που μου δίνεται σήμερα η ευκαιρία, χάρη στο Γιώργο Μουμουζιά, να δω καλούς φίλους, παλιούς συμμαθητές και να αντιληφθώ πόσο μεγάλη είναι η οικογένεια του 2ου Γυμνασίου Αρένων Θεσσαλονίκης, καθώς εμείς όλοι έχουμε την αίσθηση της δικής μας σειράς, των δικών μας κλάσεων, ενώ φυσικά υπάρχει μια μεγάλη ιστορική συνέχεια. Η έννοια του συμμαθητή είναι πολύ ευρύτερη. Τώρα βλέπουμε τα πράγματα από μια απόσταση, σε μια άλλη ηλικία. Σίγουρα ο καθένας ή η καθεμιά από εμάς κρύβει μέσα του ένα παιδί, όλοι είμαστε κατά βάθος το παιδί που ήμασταν κάποτε. “Το παιδί είναι ο πατέρας του ανθρώπου”, λέει μια πολύ γνωστή έκφραση, και γι’ αυτό είναι πολύ ωφέλιμο και παιδαγωγικό να κάνουμε τέτοιου είδους εκδηλώσεις για να αναζωογονούμε τη μνήμη της παιδικής και της εφηβικής μας ηλικίας.


Όταν έμπαινα στην αίθουσα με υποδέχθηκε η δασκάλα μου της Α’ Δημοτικού, η κ. Μεσημέρη, η οποία είναι πίσω στην αίθουσα. Πριν φοιτήσω στο 2ο Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης είχα κάνει τα χρόνια του Δημοτικού δίπλα, μέσα στην ίδια αυλή, στο ίδιο σχολικό συγκρότημα, στο 41ο Δημοτικό Σχολείο. Και ήταν η πιο ωραία εισαγωγή αυτή που έγινε, να συναντήσω τη δασκάλα μου, να μου δώσει το αντίγραφο ενός σχολικού ελέγχου που είχε διατηρήσει και έτσι να θυμηθώ ότι τελείωσα το δημοτικό και μπήκα στο 2ο Γυμνάσιο -το διπλανό- το 1968, λίγο μετά από το πρώτο «δημοψήφισμα» που είχε οργανώσει η χούντα.

Μας υποδέχθηκε ο τότε γυμνασιάρχης χωρίς να μπορούμε να τον δούμε. Μας μιλούσε μέσα από το γραφείο, από τη μεγαφωνική εγκατάσταση και νιώσαμε ότι στην πραγματικότητα μπαίνουμε σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μας υποδέχθηκε στη συνέχεια ο Λαπαβίτσας, ως φιλόλογος στην Α΄ τάξη του Γυμνασίου, και άρχισε μια πολύ ωραία περιπέτεια. Ήταν στην πραγματικότητα μια μεσαιωνικού χαρακτήρα περιπέτεια. Ζούσαμε το Μεσαίωνα της εφηβικής μας ηλικίας, δεν είχαμε προσανατολιστεί, δεν είχαμε διαμορφώσει τις ταυτότητές μας και ζούσαμε και ένα Μεσαίωνα πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό, λόγω της χούντας. Αλλά παρ’ όλα αυτά, το 2ο Γυμνάσιο στο κέντρο της πόλης, στην οδό Ικτίνου ή Σχολείων -ανάλογα με το πώς το βλέπει κανείς- ήταν η γειτονιά μας, ήταν μια φωλιά για μας και είχε και εστίες φωτισμένες και φωτεινές. Δεν μπορούμε να λησμονήσουμε τους δασκάλους της εποχής εκείνης που μας άνοιξαν άλλους ορίζοντες.

Σκέφτομαι ότι πολλά πράγματα ακόμα και τώρα φαίνονται παράδοξα: το να διαβάσει κανείς ένα ολόκληρο βιβλίο λογοτεχνικό, ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, μια ολόκληρη νουβέλα και όχι τα αποσπάσματα του αναγνωστικού, ακόμα και τώρα είναι παράδοξο για το σχολικό πρόγραμμα. Ο μακαρίτης ο Μιχαηλίδης, που πέθανε όταν τον είχαμε καθηγητή στην Δ΄ τάξη του κλασικού γυμνασίου, μας είχε διδάξει και Ροΐδη και Παπαδιαμάντη από τα αυτούσια και πλήρη κείμενα. Για να μνημονεύσω -και συγνώμη που δεν μπορώ να μνημονεύσω όλα τα ονόματα που έχουν μείνει χαραγμένα στη μνήμη μου- τους φιλολόγους μας, τον Πραπαβέση, τον Παπαναούμ, στον Σαράντη Παυλέα, τον τελευταίο γυμνασιάρχη -λυκειάρχη με τα σημερινά δεδομένα, τον λυκειάρχη της αποφοίτησης- έναν γνωστό και ευαίσθητο ποιητή, έναν πραγματικό διανοούμενο που κατά τρόπο παράδοξο την εποχή εκείνη δίδασκε αρχαία τραγωδία, συγκρίνοντάς την με τις τραγωδίες του Σαίξπηρ, κάτι που αμφιβάλω αν γίνεται οργανωμένα και σε πολλά τμήματα των φιλοσοφικών σχολών σήμερα.

Πολλά χρόνια πριν, το 1996 ως Υπουργός Δικαιοσύνης, είχα την τύχη -τα έφερε έτσι η μοίρα, η οικονομία της τύχης- να έχω Γενικό Γραμματέα τον αδελφό του Παυλέα, τον Γεώργιο Παυλέα, επίτιμο Αρεοπαγίτη, και έτσι να αναζωπυρώσω τους δεσμούς μου με τον αδελφό του και την οικογένεια.

Και βέβαια, όλα αυτά μη νομίζετε ότι είχανε εκείνη την εποχή την ενοχή που έχουν στη σημερινή εποχή. Ήταν μια πολιτικά βαριά και κοινωνικά και αισθητικά παράλογη εποχή, αλλά υπήρχε στο  υπόβαθρο η δική μας παιδική αθωότητα, υπήρχε αυτός ο αντιφατικός συνδυασμός που τότε δεν τον γνωρίζαμε και που αν τον γνωρίζαμε δύσκολα θα μπορούσαμε να τον διαχειριστούμε.

Τότε, έπρεπε να διαχειριστούμε πιο απλά πράγματα. Για παράδειγμα τις αποβολές γιατί ήμασταν άτακτοι. Ήταν πολύ συχνά τα νυχτερινά επεισόδια την έκτη ώρα που πάντα περιείχε πάρα πολύ μεγάλη κούραση όταν πηγαίναμε απόγευμα στο σχολείο. Ορισμένοι καθηγητές έπρεπε να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της τάξης, ιδίως όταν μέσα υπήρχαν πολλά στοιχεία έτοιμα να δημιουργήσουν ταραχή. Υπήρχε πάντα αυτό το κλίμα της έντασης και της σύγκρουσης της παιδαγωγικής. Δεν ήταν εύκολες οι συνθήκες. Μερικές φορές θύμιζε αυτό που βλέπουμε στις τηλεοπτικές ταινίες: ένα δημόσιο σχολείο στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης. Και όλα αυτά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Η πρώτη μας αποβολή ήταν στο μάθημα της τρυφερής Φυσικού μας Βασιλικής Παπαδοπούλου, επειδή είχαμε πετάξει από το παράθυρο τα πρόχειρα διαγωνίσματα, στα οποία δεν είχαμε πάει καλά. Και η τελευταία αποβολή ήταν επειδή σύσσωμο το τμήμα δεν είχε παραστεί στην εκδήλωση για την 21η Απριλίου, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες του Παυλέα να μας δικαιολογήσει όλους με δικαιολογίες του τύπου “επισκέφτηκαν την άρρωστη γιαγιά τους”.

Αυτή είναι η αλήθεια για εμάς και για τη δική μας εποχή. Μεγαλύτερη σημασία έχει να κάνουμε προσκλητήριο αυτών που απουσιάζουν οριστικά από τη δική μας γενιά, κάπως πρόωρα ίσως. Μέσα στους συγγραφείς συγκαταλέγεται ένας συνάδελφός μου, κάπως μεγαλύτερος. Ήταν διπλά συνάδελφός μου -συνάδελφος στο πανεπιστήμιο και στην επιστήμη, συνάδελφος στη Βουλή ως βουλευτής Επικρατείας στα τελευταία χρόνια της ζωής του- ο Γιώργος Παπαδημητρίου και αναρωτιέμαι πόσοι άλλοι δε χάθηκαν καθ’ οδόν. Με τελευταίο έναν ωραίο τύπο που πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα, τον Ανέστη Χαριτάντη, με τον οποίο περάσαμε μαζί όλα μας τα χρόνια στο Γυμνάσιο, στο φροντιστήριο “Παιδεία” και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο, στη Νομική Σχολή, όπου περιμέναμε να μπούμε σαν να μπαίναμε σε μια όαση Δημοκρατίας, αλλά μας πρόλαβε καθ’ οδόν η Μεταπολίτευση.

Πήραμε απολυτήριο του εξαταξίου γυμνασίου επί δικτατορίας και τότε οι εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο γινόντουσαν το Σεπτέμβριο. Μεταξύ Ιουλίου, που πήραμε απολυτήριο, και Σεπτεμβρίου ζήσαμε τον πρώτο Αττίλα, το πραξικόπημα που έγινε επί Μακαρίου, τον δεύτερο Αττίλα, τη Μεταπολίτευση και δώσαμε εξετάσεις επί δημοκρατίας. Ήταν λοιπόν το πιο σημαντικό και το πιο δύσκολο καλοκαίρι της ζωής μας, υπό “συνθήκες γενικής επιστράτευσης”, θα έλεγα σήμερα ως υπουργός Εθνικής Άμυνας.

Χαίρομαι γιατί η συνάντησή μας αυτή μας επιτρέπει να ανασυγκροτήσουμε την παράδοση του σχολείου. Έχει πολύ μεγάλη σημασία για μένα και για όλους σας φαντάζομαι τα δημόσια σχολεία να είναι επώνυμα, να έχουν παράδοση, να έχουν έναν κύκλο αποφοίτων με δεσμούς αλληλεγγύης και αλληλοεκτίμησης, να έχουν όλα τα στοιχεία που έχουν πολλά καλά ιδιωτικά σχολεία. Είναι κρίμα και είναι και άδικο να μην έχουν τα ίδια ακριβώς στοιχεία και τα δημόσια σχολεία που πρέπει να τα προστατεύσουμε ως κόρη οφθαλμού. Γιατί το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα είναι αυτό που αναθρέφει τα παιδιά κάθε γενιάς και τώρα όλοι καταλαβαίνουμε με την οικονομική κρίση και τις δυσκολίες πως το κοινωνικό κράτος, άρα και το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, είναι αυτό που θα μας δώσει τους προσοντούχους Έλληνες άνδρες και γυναίκες της επόμενης γενιάς και πρέπει αυτή η γενιά που τώρα φοιτά στο σχολείο να βρει το δρόμο της να έχει ελπίδα και αισιοδοξία και προοπτική.

Αυτό πρέπει να διασφαλίσουμε. Αυτό είναι για εμάς όλους το μεγάλο άγχος και η μεγάλη αγωνία: να δώσουμε στα παιδιά αυτά, στα παιδιά μας δηλαδή και στα εγγόνια μας, τουλάχιστον τις ίδιες ευκαιρίες μ’ αυτές που είχαμε εμείς. Θα ήταν καταστροφή εθνικού χαρακτήρα, η νέα γενιά, τα παιδιά που είναι τώρα στο Λύκειο και στο Πανεπιστήμιο να μην έχουν τουλάχιστον τις ίδιες ευκαιρίες, αν και κανονικά και φυσιολογικά θα έπρεπε να έχουν περισσότερες ευκαιρίες, μέσα από την έννοια της προόδου που υπηρετούμε όλοι μας από το διαφωτισμό και μετά.

 

* Η παρουσίαση έγινε στην Αίθουσα Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, στη Θεσσαλονίκη

Tags: Θεσσαλονίκη