Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου

«Προχωρώντας και Αναθεωρώντας» του Νίκου Μπίστη

Τον Μάιο του 1975 στο πιο επίσημο και καλοφτιαγμένο αμφιθέατρο της Παντείου Σχολής τότε, Παντείου Πανεπιστημίου τώρα -νομίζω ότι λέγεται “Αμφιθέατρο Καποδίστρια” το καταστρέψανε στη συνέχεια- συνήλθε το Εθνικό Συμβούλιο της ΕΦΕΕ, το όργανο που ανασυγκρότησε την ΕΦΕΕ μετά τη δικτατορία. Εκεί μετείχαν οι “πρίγκιπες” των συνδικαλιστικών παρατάξεων όλων των πολιτικών αποχρώσεων, αρχής γενομένης από την Πανσπουδαστική, δηλαδή τη φοιτητική παράταξη του ΚΚΕ. Μετείχαν φυσικά οι άνθρωποι του Δημοκρατικού Αγώνα, του Ρήγα, το διασπασμένο ΠΑΣΟΚ, η ΠΑΣΠ κομμένη στη μέση με μια πολύ πρόσφατη διάσπαση λίγων ημερών μόλις πριν, όλα τα αριστερίστικα σχήματα και διάφορες μικρές ομάδες, οι οποίες δεν είχαν σαφή ταυτότητα και δεν ανήκαν στην κομμουνιστική αριστερά.


Τις πρώτες είκοσι μέρες το αντικείμενο ήταν η νομιμοποίηση των συνέδρων, το ποιοι έχουν εκλεγεί νομίμως. Έπρεπε να λύσουμε διάφορα προβλήματα της παγκόσμιας σκηνής, γιατί από αυτό εξαρτιόταν το ποιοι έχουν εκλεγεί νομίμως. Τότε είχαν  ξεχωρίσει διάφορα πρόσωπα τα οποία ανήκαν σε άλλα πολιτιστικά περιβάλλοντα, ήταν -θα έλεγα- μιας άλλης αισθητικής αντίληψης. Ένα από τα πρόσωπα αυτά, με μια φήμη, έναν μύθο που τον ακολουθούσε λόγω της δράσης του της αντιδικτατορικής ήταν ο Νίκος Μπίστης, μέλος του προεδρείου των συνεδριάσεων του Εθνικού Συμβουλίου εκ μέρους της Πανσπουδαστικής Συνδικαλιστικής Κίνησης –τότε την λέγανε ΠΣΚ. Ο άλλος νομίζω ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος δεν είναι μαζί μας τώρα, ο Νικήτας Δεϊμέζης, αν δεν κάνω λάθος. 

Εν πάση περιπτώσει, από τότε έχω τη φιγούρα ενός ανθρώπου που απορούσα πώς είναι δυνατόν να ανήκει στην Πανσπουδαστική, στην ΚΝΕ και στο ΚΚΕ. Δηλαδή, πώς ο τρόπος με τον οποίο σκέπτεται, η διανοητική του συγκρότηση, η ελευθεριότητα με την οποία στοχάζεται, του επιτρέπει ταυτόχρονα να εντάσσεται σε μια πολιτική και διανοητική πειθαρχία που προϋποτίθεται ως όρος για την ένταξη σε ένα κόμμα όπως το ΚΚΕ και στις παρατάξεις που συγκροτεί μετωπικά.

Η διαδρομή του Νίκου είναι γνωστή. Έχει πολλές φορές επαναξιολογήσει τις επιλογές του, έχει κάνει ρίξεις. Το 2007 έκανε μια επιλογή την οποία δεν ξέρω αν την έχει αξιολογήσει οριστικά ακόμη. Μπορεί να θεώρησε προσωρινά ότι ήταν λάθος, μπορεί να αποδειχθεί ότι ήταν σωστή. Θα δούμε. Και  πράγματι συναντηθήκαμε επί των ημερών της Κυβέρνησης Σημίτη στα υπουργικά έδρανα, κάτι το οποίο δεν ξέρω αν το φανταζόμασταν το 1974-75, πάντως συνέβη, γιατί κλήθηκε να διαχειριστεί ένα σημαντικό τμήμα των πολιτικών του υπουργείου Εσωτερικών τότε.

Και αυτή δεν ήταν μια τυχαία ή τυπική επιλογή που έκανε ο κ. Σημίτης. Στην πραγματικότητα, ήθελε να αναδείξει το Νίκο ως μια εμβληματική φυσιογνωμία μιας ολόκληρης αντίληψης, μιας τάσης αριθμητικά μικρής, αλλά σίγουρα με σημαντικά χαρακτηριστικά, με ένα ειδικό πολιτικό βάρος που έπρεπε να κληθεί να συμβάλει στο λεγόμενο εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της χώρας.

Δεν συμφωνούμε σε όλα, ίσως να είναι μεγάλος ο κατάλογος των διαφωνιών μας στις αποχρώσεις, αλλά μας ενώνει βαθιά η αίσθηση της Ιστορίας πιστεύω και η παραδοχή πως η πολιτική δεν είναι μια διαχειριστική υπόθεση, αλλά είναι η ιστορία εν τω γίγνεσθαι. Άρα έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, είναι γοητευτικό, προκλητικό, να μετέχει κανείς σ’ αυτήν την πιο ολοκληρωμένη, την πιο ολιστική δραστηριότητα μέσα στην κοινωνία. Μια δραστηριότητα που είναι οργανωτική, που είναι πρακτική, που είναι θεωρητική.

Του ευχήθηκε προηγουμένως ο Γιώργος Καριπίδης να μην ασχολείται με την πολιτική, αλλά να ασχολείται μόνο με το γράψιμο. Ο Ν. Μπίστης προφανώς ξέρει ότι ο Λένιν έχει γράψει τα σημαντικότερα κείμενά του στο μέσον της επανάστασης, δηλαδή κατά τη ροή των γεγονότων. Ο δε Γιάννης Μπουτάρης χάρηκε γιατί δεν βρέθηκε στη Βουλή ο Νίκος το 2009. Δεν μπορώ να πω ότι μοιράζεται τέτοια αισθήματα ο Νίκος, αλλά αυτό το είχανε πει για τον Winston Churchill όταν έχασε τις εκλογές το 1945, παρότι ήταν ο “Πατέρας της Νίκης”, διότι μετά πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η αλήθεια είναι ότι βιάστηκε ο Νίκος να εκφραστεί αυτοβιογραφικά. Δεν ξέρω αν υπάρχει μια λανθάνουσα παραίτηση. Εγώ αυτό ήθελα να θέσω ως πρώτο θέμα. Θέλω να τον παρακαλέσω να αντέξει. Έχει πολύ μεγάλη σημασία, έχουμε πολλά μπροστά μας. Όλοι έχουμε μια διάθεση φυγής. Όλοι αντιλαμβανόμαστε πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση. Όλοι θεωρούμε ότι μπορεί να έχουν αδικηθεί οι απόψεις μας και να έχει αδικηθεί και η προσωπική μας διαδρομή.

Ο καθένας κατά βάθος κρύβει μέσα του ένα παιδί –όπως έλεγα προηγουμένως που παρουσίαζα το βιβλίο του σχολείου μου του Β’ Γυμνασίου Αρένων Θεσσαλονίκης- και ο καθένας κρύβει και μια παραγνωρισμένη εν πολλοίς προσωπικότητα σε σχέση με την αυτοσυνειδησία που έχει. Και το αξίζει ο κάθε άνθρωπος αυτό και ιδίως μια πολιτική προσωπικότητα, θα έλεγα καλύτερα, και πιο φιλολογικά: ένα πρόσωπο όπως ο Νίκος Μπίστης που έχει διαμορφώσει πολλές σχέσεις και έχει διατρέξει μια διαδρομή όχι αζημίως, αλλά με κόστος. Γιατί πάντα άνοιγε μέτωπα, πάντα διατύπωνε και διατυπώνει τις απόψεις του και αυτό που έχει καταγράψει ως δημόσια παρουσία και ως προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και έχει αντίκρισμα. Δεν είναι μια σταδιοδρομία ενός στελέχους που προκύπτει μέσα από το μηχανισμό ενός κόμματος -κατά προτίμηση ενός κόμματος εξουσίας ή ενός κόμματος που έχει τους δικούς του επαγγελματικούς κανόνες. Ο Νίκος έφευγε από αυτές τις ασφαλείς κοινότητες, που είναι σκληρές, αλλά είναι συγκροτημένες, και ήθελε πάντα να κινείται μέσα στο χώρο της κοινωνίας και να αναμετριέται με πολύ μεγαλύτερα μεγέθη, άρα να διαμορφώνει περισσότερες σχέσεις. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να αντέξει και να αντέξουμε. “Είναι πολύ  νωρίς για μια γεροντική σοφία”, λέει ο ποιητής.

Αυτό από την άλλη δεν μας απαλλάσσει από την υποχρέωση του αναστοχασμού. Άκουσα προηγουμένως να λέει ο φίλος μας ο Γιώργος ότι μια ολόκληρη παραδοχή ότι η δημοσιονομική κρίση, η έκπτωση του επιπέδου των περιουσιών και των εισοδημάτων, η άρση των αβεβαιοτήτων, το γεγονός ότι η πολύ σημαντική γραμμική παραδοχή που ξεκινά από το διαφωτισμό ότι θα προοδεύουμε, τώρα τίθεται εν αμφιβόλω γιατί τουλάχιστον από πλευράς εγχώριου προϊόντος και κατά κεφαλή εισοδήματος πηγαίνουμε πίσω, είμαστε ήδη σχεδόν μια δεκαετία πίσω. Άρα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Μήπως αυτό σημαίνει ότι έχουμε κάνει ένα πολύ μεγάλο ιστορικό λάθος και αυτό είναι το λάθος της Δημοκρατίας, το λάθος της μεταπολίτευσης;

Δεν μπήκαμε στην πολιτική για το σκοπό αυτό, ούτε είχαμε ποτέ συνείδηση ότι βλάπτουμε τον κόσμο, τον τόπο και τον κόσμο ή ότι μετέχουμε στη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Την κρίσιμη περίοδο ο Νίκος μας παρακολουθούσε κάπως πιο απόμακρος, αλλά το 1993, για παράδειγμα, που έγινε η μεγάλη επιστροφή του Ανδρέα Παπανδρέου παραλάβαμε τη χώρα με πληθωρισμό 14,5% και επιτόκιο 25% και τέθηκε ένας στόχος η ένταξη στην ΟΝΕ που στη συνέχεια εκπληρώθηκε από την κυβέρνηση Σημίτη. Ο στόχος είχε τεθεί νωρίτερα. Είχε τεθεί το 1993-94 μαζί με το στόχο της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαζί με το νέο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων με μοχλό την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, εάν γίνονταν αποδεκτά τα κριτήρια του ευρωπαϊκού νομικού, πολιτικού και θεσμικού πολιτισμού.

Τότε τέθηκαν όλοι αυτοί οι στόχοι, οι οποίοι στη συνέχεια κωδικοποιήθηκαν στο κίνημα του εκσυγχρονισμού, δηλαδή στην οριστική επιλογή μιας δυτικότροπης Ελλάδας, μιας ευρωπαϊκής Ελλάδας που δεν αποκλίνει από τα ευρωπαϊκά standards, που ανήκει στο κεντρικό ρεύμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Και όταν παραδώσαμε τη χώρα, έστω μετά από μια δημοσιονομικά πιο “χαλαρή” δεύτερη τετραετία από το 2001 έως το 2004, που ταυτίστηκε όμως με την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, την παραδώσαμε υπό συνθήκες οι οποίες ήταν απολύτως διαχειρίσιμες.

Αλλά ξέρετε ότι οι εξελίξεις δεν είναι αριθμητικές ούτε καν αλγεβρικές. Οι εξελίξεις οι ιστορικές, οι οικονομικές, οι δημοσιονομικές είναι γεωμετρικές. Το κριτήριο δεν είναι πόσο χρόνο διαχειρίζεσαι τα πράγματα, αλλά πόσες κρίσεις διαχειρίζεσαι οι οποίες μπορεί να είναι και στιγμιαίες και μπορεί λανθασμένες επιλογές να γίνονται με καταλυτικές συνέπειες σε μια μέρα, σε έξι μήνες ή σε έξι χρόνια. Ή μπορεί να είσαι τυχερός και να έχεις διαχειριστεί μια περίοδο η οποία δεν σε θέτει μπροστά σε ιστορικού χαρακτήρα διλήμματα.

Παρ’ όλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί πιο συγκεκριμένα το κομματικό σύστημα και το κομματικό φαινόμενο, ο πρωθυπουργοκεντρικός χαρακτήρας του πολιτεύματος και η έλλειψη κυβερνητικής συλλογικότητας στα χρόνια της μεταπολίτευσης -ένα μοντέλο που ξεκίνησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ανύψωσε σε περιωπή δόγματος ο Ανδρέας Παπανδρέου- δεν επιτρέπουν να αντιληφθούν όλοι όσοι πρέπει να αντιληφθούν τα δεδομένα, ούτε καν να τα μάθουν.

Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα από το οποίο πρέπει να ξεκινούμε πάντα τις αναλύσεις μας. Η πρώτη αναθεώρηση που πρέπει να γίνει δεν είναι η εύκολη αναθεώρηση των θεσμών και του Συντάγματος, όπως πολλοί πιστεύουν -αν το αγγίξουμε αυτό το κείμενο υπό συνθήκες κρίσης και πανικού θα το καταστρέψουμε- αλλά είναι η αναθεώρηση των κομμάτων και της αντίληψης του κομματικού πατριωτισμού. Ο κομματικός πατριωτισμός και η αδυναμία του να συλλαμβάνεις συνολικά τους ανθρώπους, τις σχέσεις, τα προβλήματα, τις καταστάσεις σε ευρωπαϊκό και σε διεθνές επίπεδο είναι αυτό που πρέπει να ανατραπεί, να αναποδογυριστεί. Πρέπει να φύγουν τα κόμματα από το Πανεπιστήμιο, πρέπει να ξαναοργανωθούμε εσωτερικά, πρέπει να ξαναμιλήσουμε στον πολίτη, πρέπει να αλλάξει η αισθητική του δημοσίου λόγου, πρέπει η ειλικρίνεια να μη θεωρείται γραφικότητα ή έλλειψη καλών αντανακλαστικών.

Πρέπει, δηλαδή, όλοι τελικά να παρασυρθούμε από το Νίκο Μπίστη σε μια άσκηση αναστοχαστική, αναθεωρητική με την έννοια αυτή. Πρέπει να ανάψουμε το φως και να οργανωθούμε. Υπάρχει μια συζήτηση περί αληθείας στα μέσα ενημέρωσης και ίσως είναι οιωνός το γεγονός ότι η παρουσίαση αυτή στη Θεσσαλονίκη που δεν έχει το glamour στοιχείο της Αθήνας. Ήδη το γεγονός ότι η παρουσίαση αυτή στη Θεσσαλονίκη γίνεται σε μια μεγάλη απεργία των μέσων ενημέρωσης θεωρώ ότι είναι καλός οιωνός, γιατί μπορούμε με μεγαλύτερη ηρεμία να σκεφτούμε ορισμένα πράγματα. Να φύγουμε από τη συγκυρία, από αυτή τη δημοσιογραφική και αγχώδη αντίληψη των πραγμάτων, από την πολιτική των γεγονότων, και να ανυψωθούμε στην πολιτική των καταστάσεων.

Άρα δύο θα έλεγα ότι είναι οι μεγάλες συμβολές και συνεισφορές του Νίκου με το βιβλίο αυτό:
- η πρόσκληση να ξανασκεφτούμε συνολικά την πορεία μας και την πορεία του τόπου, άρα να αξιολογήσουμε και τη μεταπολίτευση υπό την έννοια αυτή, και
- η πρόσκληση να ανυψωθούμε στο επίπεδο της πολιτικής των καταστάσεων για να μπορέσουμε να έχουμε και μια αίσθηση της ιστορίας, αλλιώς θα έχουμε μια αίσθηση των στιγμών η οποία μπορεί να είναι διαλυτική.

Καθένας έχει μια εκδοχή για την αλήθεια. Να πούμε την αλήθεια στο λαό είναι το εύκολο, το δύσκολο είναι να την καταλάβουμε. Πρέπει να καταλάβουμε την αλήθεια και να την πούμε στον εαυτό μας και στον κόσμο. Ποια αλήθεια; Αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει αλήθεια, υπάρχει διαψευσιμότητα -το λέω με την επιστημολογική έννοια του όρου. Διαψεύδονται διάφορες παραδοχές που τις πιστεύεις, ως αλήθεια. Έχεις πει την αλήθεια, η οποία αποδεικνύεται ότι δεν ήταν η αλήθεια. Άρα πρέπει να διαμορφώσεις μια σχέση που ο άλλος να αποδέχεται ως πλαίσιο αναφοράς να σου αναγνωρίζει το δικαίωμα να μην καταλαβαίνεις τα πάντα, γιατί δεν τα ξέρεις, γιατί σου λείπουν πληροφορίες, ή ακόμη γιατί δεν έχουν διαμορφωθεί τα στοιχεία, αλλά να υπάρχει βεβαιότητα ότι μόλις αυτό συμβεί θα το πεις, θα καταλάβεις τι έχει συμβεί και θα κάνεις τις κινήσεις που πρέπει να γίνουν. Δεν μας λείπει η ειλικρίνεια. Δεν μας λείπει η αποφασιστικότητα. Δεν μας λείπει και η αποτελεσματικότητα. Αλλά δεν αρκεί να είσαι ειλικρινής. Πρέπει να ξέρεις όλα τα δεδομένα. Τα δεδομένα σε ξεπερνούν γιατί διαμορφώνονται συσχετισμοί σε επίπεδα που δεν ελέγχεις.

Αν είσαι αποτελεσματικός ενδέχεται να κάνεις χειρότερο λάθος, δηλαδή η δευτέρα πλάνη σου να είναι χείρον της πρώτης γιατί θα έχεις εφαρμόσει μετά πάθους την εσφαλμένη λύση και άρα υπάρχει και ένα πρόβλημα που δεν είναι καν πρόβλημα σχεδίου, είναι πρόβλημα διαδικασίας, μέσα από την οποία παράγονται τα σχέδια, τα οποία πρέπει να προσαρμόζονται σε ένα συσχετισμό που μεταβάλλεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και με τρόπους που δεν είναι διαφανείς, διότι δεν υπάρχουν εγγυήσεις ευρωπαϊκού και διεθνούς επιπέδου για τη διαφάνεια των διεργασιών αυτών.

Εδώ βρισκόμαστε τώρα. Άρα ο τίτλος του βιβλίου του Ν. Μπίστη, το «Προχωρώντας και Αναθεωρώντας», είναι κάτι παραπάνω από ένας τίτλος, είναι μια ολόκληρη μέθοδος, είναι μια πολιτική μεθοδολογία. Θα πρέπει να πηγαίνεις ψηλαφητά και ταυτόχρονα να έχεις μια υπόθεση εργασίας για το ποιος είναι ο ορίζοντας μέσα στον οποίο κινείσαι.

Θυμάμαι κάτι παλιές συζητήσεις που κάναμε την εποχή που ήμασταν αμέριμνοι, την εποχή της αμεριμνησίας –κι αυτό είναι το μεγάλο λάθος της μεταπολίτευσης: η μεταπολιτευτική αμεριμνησία. Την περίοδο που ήμασταν αμέριμνοι, λοιπόν, κάναμε διάφορες συζητήσεις. Μια από τις συζητήσεις αυτές ήταν το εάν υπάρχει μια μαρξιστική θεωρία για το κράτος. Έχει η αριστερά θεωρία για το κράτος; Έχει η αριστερά θεωρία για την πολιτική; Αυτό ήταν εξαιρετικής σημασίας για το πώς θα χαραχθεί μια στρατηγική η οποία δε θα είναι τραγικά εσφαλμένη, όπως η στρατηγική του Εμφυλίου Πολέμου.

Τώρα το ερώτημα είναι τι σημαίνει αριστερά -ευρωπαϊκή αριστερά μάλιστα- και αν αυτή έχει μια θεωρία για το δημόσιο χρέος, έχει μια θεωρία για τα δημοσιονομικά ελλείμματα, έχει μια θεωρία για το πώς θα διαχειριστούμε το ΕΣΠΑ, για τη ρευστότητα των τραπεζών, για το πώς θα διακυμανθεί το επιτόκιο το ευρωπαϊκό σε σχέση με το αμερικανικό, πώς επηρεάζει η αντιπληθωριστική πολιτική της Κίνας την κατάσταση στην Αμερική και πώς η κατάσταση στην Αμερική επηρεάζει την κατάσταση στην Ευρώπη;

Ποιες είναι οι απαντήσεις που πρέπει να δώσουμε. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε καν το μέγεθος του προβλήματος. Ο σχετικισμός δεν οδηγεί συνήθως πουθενά στην πολιτική. Όταν είσαι όμως ειλικρινής και διανοούμενος είσαι και σχετικιστής. Αυτό έχει πάθει ο Ν. Μπίστης. Αυτή είναι η ζωή του. Αυτό τώρα πώς το τοποθετείς στα μεγάλα μεγέθη; Και πώς το εντάσσεις μπροστά στα διλήμματα της εξουσίας;

Πρακτικά προβλήματα. Η πολιτική είναι πρακτική υπόθεση. Και εκεί βεβαίως υπάρχει το κατά συνθήκην ψεύδος που αναπτύσσεται. Πρέπει να εμφανίζεσαι πιο σίγουρος, πιο σταθερός, πιο απόλυτος, ενώ μέσα σου ξέρεις ότι η αβεβαιότητα είναι αυτή η οποία τελικώς θα σου θέσει τα στοιχήματα. Και επειδή όλα κρίνονται εκ του αποτελέσματος, ο θρίαμβος από τη καταστροφή εξαρτάται από μία τρίχα. Τόση είναι η διαφορά. Και αυτό είναι μια πρόκληση,  έτσι ή αλλιώς θα εκληφθεί, έτσι ή αλλιώς θα το αντιληφθεί ο λαός, έτσι ή αλλιώς θα το παρουσιάσουν τα μέσα ενημέρωσης, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Και πότε; Στιγμιαία και μετά αναδρομικά.

Δηλαδή το θέμα σου είναι να κερδίσεις τις επόμενες εκλογές ή να κερδίσεις την κρίση της ιστορίας; Και ποιας ιστορίας; Της ιστορίας της “σχολικής” ή της ιστορίας της “πανεπιστημιακής” γιατί είναι δύο διαφορετικές ιστορίες και αυτές. Της ιστορίας η οποία εμφανίζεται ως δόγμα εθνικό ή της ιστορίας που εμφανίζεται ως ένα πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Πουθενά δηλαδή, ούτε στον τάφο δεν μπορείς να βρεις ησυχία, ακόμη και εάν θέλεις να επιμεληθείς, όχι την αυτοβιογραφία σου την πολιτική, όπως κάνει ο Νίκος, αλλά το αρχείο σου και το ίδρυμά σου, όπως έκανε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Δεν υπάρχει έλεος. Είναι δίχως έλεος η υπόθεση αυτή.

Γι’ αυτό τον αγαπώ το Νίκο. Και με τίμησε πάρα πολύ το γεγονός ότι στάθηκε στο πλευρό μου σε μια πολύ δύσκολη περίσταση, όπου προτείναμε μια πρόταση διαφορετικής προσέγγισης πολλών πραγμάτων. Θα δούμε πως θα γραφεί εν τέλει η ιστορία και από ποιους. Σημασία έχει ότι ειπώθηκαν τότε κάποια πράγματα -τα είπαμε παρέα και με άλλους φίλους- τα οποία ενώ δεν διεπόντουσαν από την πλήρη συνείδηση της διεθνούς οικονομικής κρίσης, την οποία δεν ξέραμε τότε (γιατί η διαφορά μεταξύ 2007 και 2008 με το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης είναι τεράστια, είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι), εντούτοις υπήρχε το ίχνος, είχαν ανιχνευθεί πάρα πολλά πράγματα που εάν είχαν τότε καταστεί κεντρικό αντικείμενο του δημοσίου λόγου θα μπορούσαν να μας έχουν κάνει προμηθείς και όχι επιμηθείς.

Χαίρομαι, λοιπόν, γιατί ο Νίκος εμφανίζεται με αυτήν την εξομολογητική διάθεση, με μια λαμπρή αίσθηση χιούμορ που είναι κατά τη γνώμη μου επίσης ανυπέρβλητη προϋπόθεση για να ασχολείται κανείς σοβαρά με τα μεγάλα πράγματα. Και χαίρομαι γιατί έχει τη διάθεση αυτά να τα συζητά, να αναθεωρεί τις απόψεις του, να κλείνει παλιά και να ανοίγει νέα μέτωπα. Βεβαίως, όπως ξέρετε, δια της τριβής των ιδεών παράγεται ο σπινθήρ της αληθείας. Έτσι θα προχωρήσουμε και εύχομαι Νίκο να είσαι γερός, δυνατός και μετά από χρόνια να μπορέσουμε να ξανακάνουμε τη συζήτηση αυτή, να δούμε αν θα έχουμε βελτιώσει κάπως τις επιδόσεις μας.

* Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης