Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011


Ομιλία Ευ. Βενιζέλου κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Κολιόπουλου «Δυτικά της Εδέμ»



Κυρίες και κύριοι,

Mε το Γιάννη Κολιόπουλο μας συνδέει μια συναδελφική σχέση. Μας συνδέει η κοινή μας θητεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εδώ και χρόνια εκτιμώ την επιστημονική του παρουσία και για την ακρίβεια την ασυνήθιστη ακαδημαϊκή του αξιοπρέπεια, γιατί ο Γιάννης Κολιόπουλος έχει μια ευανάγνωστη πολιτική - θα έλεγα - και ιδεολογική ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα είναι ερευνητικά απροκατάληπτος. Είναι, όπως αποδεικνύεται από τα μείζονα έργα του, αλλά και από τα μικρότερα κείμενά του όπως αυτά που βρίσκονται στο βιβλίο αυτό, έτοιμος να συγκρουστεί με τα βιώματά του και επίσης είναι έτοιμος να θέσει υπό δοκιμασία τις υποθέσεις εργασίας από τις οποίες εκκινεί η ερεύνα του και κυρίως η έρευνα του επί του πεδίου.

Βεβαίως, το ανώτερο στάδιο της ιστορικής έρευνας και της ιστορικής αφήγησης είναι η φιλοσοφία της ιστορίας.  Ο ώριμος ιστορικός είτε το θέλει είτε δεν το θέλει, είτε το γνωρίζει είτε το αγνοεί είναι ένας φιλόσοφος της ιστορίας, διότι ακόμη και αν έχει αφιερώσει το έργο του σε μια ιστορία των γεγονότων ή σε μια ιστορία των μερικότερων καταστάσεων, εν τέλει είναι υποχρεωμένος να τοποθετηθεί για τη «μεγάλη κατάσταση», εν προκειμένω για την ελληνική κατάσταση. Και μάλιστα μέσα σε συμφραζόμενα ευρύτερα, συμφραζόμενα ευρωπαϊκά, δυτικά και εν τέλει παγκόσμια.

 

Γιατί ο ιστορικός είναι υποχρεωμένος να αναμετρηθεί (και αυτό έχει κάνει και το κάνει σε όλη του την επιστημονική διαδρομή ο Γιάννης Κολιόπουλος) με ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες όπως είναι οι ταυτότητες, οι στρατηγικές, τα μεγέθη ημών και των άλλων, δηλαδή οι συσχετισμοί των δυνάμεων. Και βέβαια, ακριβώς επειδή είμαστε συνηθισμένοι να εκφραζόμαστε μέσα σε κώδικες οι οποίοι έχουν επικρατήσει διεθνώς, όπως είναι για παράδειγμα οι ευρωπαϊκοί κώδικες, είναι υποχρεωμένος πάντοτε να εκτιμά και τις ιδιοτυπίες, τις ιδιοσυστασίες μέσα σε μια πολυμορφία ευρωπαϊκή και γενικότερα δυτική.

Ούτως ή άλλως ο Γιάννης Κολιόπουλος γνωρίζει πάρα πολύ καλά (γιατί αυτό προέκυψε μέσα από τη μακροχρόνια ερευνητική και διδακτική του εμπειρία) ότι στην ιστορία δεν υπάρχει τίποτα το οποίο να είναι τυπολογικά καθαρό, τίποτα το οποίο να είναι γραμμικό στην εξέλιξή του, τίποτα το οποίο να είναι οριστικό. Όλα εξελίσσονται και όταν ασχολείται κανείς με τα ελληνικά προβλήματα, δηλαδή με την ελληνική κατάσταση είναι υποχρεωμένος να διαχειριστεί μια ακατάβλητη αντίφαση μεταξύ ανατολής και δύσης. Αλλά και αυτό δεν πρέπει να  μας κάνει να νιώθουμε ιδιαίτεροι. Πάρα πολλές κοινότητες, έθνη, κράτη, λαοί, πολιτιστικές ενότητες, γλωσσικές οικογένειες, όπως και να το ορίσει κανείς, έχουν τέτοιου είδους αντιφάσεις.

Επίσης ο Γιάννης Κολιόπουλος γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι ακόμη και όταν είναι θωρακισμένος απέναντι στην πολιτική προκατάληψη ο ιστορικός ως επιστήμονας, πρέπει να λαμβάνει υπ΄όψη του και τη δημόσια χρήση της ιστορίας. Η δημόσια χρήση της ιστορίας συνδέεται με τη δημοκρατία, με την ελευθερία του λόγου, δηλαδή με μεγάλες αξίες και κατακτήσεις των 2,5 τελευταίων αιώνων της νεοτερικής εποχής που δυστυχώς τίθονται εν αμφιβόλω τώρα μέσα σε ένα μετανεοτερικό πλαίσιο. Εφόσον συνεπώς υπάρχει δημόσια χρήση της ιστορίας υπάρχει μια πολιτική χρήση της ιστορίας σε όλες τις χώρες είτε αυτή η χώρα λέγεται Ελλάδα, είτε λέγεται Γερμανία, είτε λέγεται Ιαπωνία για να πάρω μερικά μόνο παραδείγματα. Ακόμη και χώρες με ελάχιστο ιστορικό βάθος όπως είναι για παράδειγμα η Αυστραλία, αναζητούν τα στοιχεία της εθνικής και αξιακής τους ταυτότητας μέσα από την ιστορία.

Άρα αυτά δεν μπορεί κανείς να τα αποφύγει ως προβλήματα και ως κινδύνους. Η ποιότητα του επιστημονικού λόγου του Γιάννη Κολιόπουλου έγκειται στο ότι όλα αυτά τα γνωρίζει και τα διαχειρίζεται και τα τοποθετεί στη θέση που πρέπει καθώς διαμορφώνει αυτή τη μεγάλη σύνθεση στην οποία επιδιώκει να καταλήξει κάθε ερευνητής και δάσκαλος του επιπέδου του.

Το γεγονός μάλιστα ότι τώρα εκδίδονται κείμενά του δοκιμιακά, σύντομα διευκολύνει πάρα πολύ και τον ίδιο και τον αναγνώστη, γιατί όταν θέλεις να πεις την άποψή σου μέσα σε λίγες σελίδες δυσκολεύεσαι πολύ περισσότερο καθώς τυχόν αντιφάσεις αναδεικνύονται πολύ πιο εύκολα από ό,τι σε ένα μεγάλο ερευνητικού μονογραφικού χαρακτήρα σύγγραμμα. Και ξέρει ο Γιάννης Κουκιάδης, που είναι εδώ μαζί μας, ότι εμείς στη νομική σχολή κρίνοντας τους νεότερους συναδέλφους μας πάντα λέμε ότι και μέσα από μια δικαστική απόφαση, από ένα σύντομο σχόλιο σε μια δικαστική απόφαση λίγων αράδων, μπορείς να κρίνεις την ποιότητα του επιστημονικού λόγου ενός επιστήμονα.

Ας δούμε τώρα τι είναι αυτό που διατρέχει το έργο του Γιάννη Κολιόπουλου και στα δοκίμιά του αυτά και στα μεγάλα του έργα - αναφέρθηκαν προηγουμένως και ο Νίκος Μέρτζος και ο Βασίλης Γούναρης - στη «Λεηλασία των Φρονημάτων» που θεωρώ και εγώ ότι είναι μνημειώδες έργο, αλλά φυσικά  και σε όλες τις άλλες μεγάλες εργασίες του Γιάννη Κολιόπουλου.

Αυτό λοιπόν που διαπερνά το έργο του Γιάννη Κολιόπουλου είναι η αντίφαση που ξεκινάει κατά έναν περίεργο τρόπο από τη βασική διαίρεση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε ανατολική και δυτική και φτάνει στη σύγκρουση για το «μνημόνιο». Φτάνει στη σύγκρουση για το ποια πρέπει να είναι η εθνική μας στρατηγική τώρα, ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημα που έχουμε και πού στοχεύουμε, εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει μια εθνική στρατηγική εξόδου από την κρίση.

Υπάρχει ευτυχώς ή δυστυχώς η αίσθηση ότι εμείς έχουμε τη φοβερή ικανότητα να διαχειριζόμαστε όλο το φάσμα της γεωγραφίας και της ιστορίας, να είμαστε η ανατολή της δύσης και η δύση της ανατολής. Να χαιρόμαστε επειδή η ανατολή με τη δύση συμπίπτει όταν ο κύκλος κλείσει στις 360 μοίρες.

Αυτό βεβαίως σηματοδοτεί όλες τις μεγάλες στιγμές της ιστορίας του έθνους την συλλογική μνήμη για τις σταυροφορίες, τη ζωντανή μνήμη της εκκλησίας που είναι και η μνήμη της γλώσσας, η μνήμη της σύγκρουσης μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών, μεταξύ του Βησσαρίωνος από τη μια μεριά και Μάρκου του Ευγενικού από την άλλη.

Είχε προηγηθεί η σύγκρουση για το εάν πρέπει να είμαστε προνομιούχο γένος της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή κάτοικοι και διαχειριστές ενός εθνικού κράτους. Συνεχίστηκε αυτό αργότερα την εποχή του εθνικού διχασμού. Στην πραγματικότητα το διακύβευμα ήταν ένα εκσυγχρονιστικό εγχείρημα και ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τη δύση. Αυτό συνέβη λόγω Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τον εθνικό διχασμό.  Συνεχίστηκε η ίδια σύγκρουση την περίοδο του εμφυλίου πολέμου που ήταν κατά βάθος μια σύγκρουση μεταξύ ανατολής και δύσης, μια κάποια εκδοχή της ανατολής και μια κάποια εκδοχή της δύσης. Όλα αυτά συνεχίστηκαν και συνεχίζονται εν πολλοίς μέχρι τις ημέρες μας. Στην πραγματικότητα υπάρχει η εμμονή στην διατήρηση της ιδιοσυγκρασίας μας, δηλαδή της «ευελιξίας» μας, ενώ γνωρίζαμε πάντα ότι η εθνική ολοκλήρωση ήταν συνάρτηση της στρατηγικής μας σχέσης με τη δύση.

Όλες οι μεγάλες στιγμές της εθνικής ολοκλήρωσης συνδέονται με επιλογές οι οποίες είναι στρατηγικά δυτικότροπες. Αλλά από την άλλη μεριά το κράτος που έτσι συγκροτείται και ολοκληρώνεται αποκτά μια σχέση με την κοινωνία η οποία βασίζεται σε μια άλλη σύγκρουση, εφάμιλλη της σύγκρουσης ανατολής και δύσης, που είναι η σύγκρουση μεταξύ ατυπίας και τυπικότητας. Που είναι μια πιο υποδόρια και κρίσιμη σύγκρουση από τη σύγκρουση ανατολής και δύσης.

Δεν χρησιμοποιεί αναγκαστικά ο Γιάννης Κολιόπουλος τους ίδιους όρους, αλλά πάντως αναμετριέται με τις ίδιες αντιφάσεις. Διότι στην πραγματικότητα και τώρα διαχειριζόμαστε αυτή τη σύγκρουση που είναι η σύγκρουση μεταξύ ενός μη αυτόχθονος κράτους και μιας κοινωνίας που προσπαθεί να αξιοποιήσει αυτό το τεχνητό κράτος. Και αυτό φτάνει μέχρι τις ημέρες μας ως σύγκρουση μεταξύ άτυπων πολιτικών ή κοινωνικών σχέσεων και τυπικότητας. Είναι μια σύγκρουση σε σχέση με το νόμο. Η απαγόρευση του καπνίσματος και ο τρόπος με τον οποίο τοποθετείται η πολιτεία και η κοινωνία των πολιτών απέναντι στο ζήτημα αυτό θα μπορούσε να είναι η επιτομή αυτής της αντίφασης, στην ήπια εκδοχή της. Στην πιο σκληρή εκδοχή η επιτομή του προβλήματος είναι ο προβληματισμός που έχουμε για το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας και βέβαια για τις ανισότητες και τις αδικίες και τα αδιέξοδα που αυτό εμπεριέχει. Γιατί δεν έχουμε την άνεση που απαιτείται να συζητούμε με την ειλικρίνεια και την αμεσότητα που πρέπει γύρω από τα θέματα αυτά, τα οποία ούτως ή άλλως όταν τα θέτει κανείς επάνω στο τραπέζι με καθαρό τρόπο είναι σοκαριστικά.

Τι επιχειρεί λοιπόν να κάνει ο Γιάννης Κολιόπουλος; Επιχειρεί να μιλήσει για τα μεγάλα θέματα σε πανεπιστημιακό επίπεδο. Αυτό μπορεί να είναι εξαιρετικά σοκαριστικό. Γιατί η κοινή γνώμη είναι συνηθισμένη να αντιμετωπίζει τα θέματα αυτά σε ένα επίπεδο δημοτικού ή το πολύ γυμνασίου ούτε καν λυκείου.

Η Βουλή των Ελλήνων εξέδωσε πριν από δύο χρόνια τους δύο τόμους την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Φίνλευ, σε μετάφραση Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μετάφραση, που χρηματοδοτήθηκε ο Βλαχογιάννης εκ του υστερήματος του και την έκανε ο Παπαδιαμάντης χωρίς βοηθήματα στη Σκιάθο. Δεν εκδόθηκε ποτέ ως τώρα αυτή η μετάφραση. Ήταν ανέκδοτη, μέχρι που την εξέδωσε τώρα η Βουλή των Ελλήνων. Είχε εκδοθεί μια άλλη μορφή του έργου σε μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά και μια άλλη μορφή του έργου σε μετάφραση Αλίκης Γεωργούλη. Ποτέ η μετάφραση του Παπαδιαμάντη. Η ανάγκη λοιπόν του έργου αυτού του Φίνλεϊ, σίγουρα ανατρέπει όλα τα στερεότυπα της σχολικής ιστορίας που έχουν μείνει στη μνήμη μας.

Πιστεύω λοιπόν ότι αυτό κομίζει ο επιστήμονας ιστορικός υψηλής ποιότητας που ονομάζεται Γιάννης Κολιόπουλος και έχοντας κάνει την αναγκαία άσκηση αυτογνωσίας, εκδίδει και παραδίδει  το βιβλίο αυτό. Αυτές οι συζητήσεις  γίνονται συνήθως υπό συνθήκες «δωματίου» δεν είναι συζητήσεις που μπορεί να γίνουν εύκολα στη Βουλή, δεν είναι εύκολο να κυριαρχήσουν στο δημόσιο λόγο.

Εντούτοις είναι πάρα πολύ σημαντικό να εμβολιάζεται ο δημόσιος λόγος με αυτά τα στοιχεία ορθολογισμού και αυτογνωσίας. Δεν χρειάζεται να χάσουμε κανένα από τα στοιχεία του εθνικού μας πλούτου, καμία πολιτιστική μας αναφορά,  δεν χρειάζεται να χάσουμε τίποτα από τον πλούτο της ιδιοσυστασίας και της ιδιομορφίας.

Πρέπει όμως να έχουμε συνείδηση του συσχετισμού των δυνάμεων, των κινδύνων και της ανάγκης να είμαστε ως έθνος ενωμένοι και ως κοινωνία συνεκτική για να διαχειριστούμε το μέλλον και η μεγάλη εισφορά της ιστορικής έρευνας, της ιστορικής επιστήμης, του ιστορικού είναι ότι μας επιτρέπει να κάνουμε μια όσο γίνεται πιο καθαρή μελέτη του παρελθόντος. Γιατί πάντοτε διατρέχουμε τον κίνδυνο που έχει εντοπίσει ο Χέγκελ, ο Μαρξ, οι πάντες όσοι έχουν μιλήσει για τον κίνδυνο της επανάληψης της ιστορίας ως φάρσας, χειρότερος είναι ο κίνδυνος τα λάθη τα επαναλαμβανόμενα να οδηγήσουν σε ένα εθισμό, ο οποίος τελικά δεν επιτρέπει την κοινωνία να καταλάβει ότι κάνει λανθασμένες επιλογές.  Προφανώς κίνδυνος είναι και το να αποκτήσουμε ως έθνος, ως λαός και ως κοινωνία την ανεξέλεγκτη αυτοπεποίθηση ότι δεν κάνουμε εσφαλμένες επιλογές. Γι’ αυτό υπάρχει και η ανάγκη ετοιμότητας για την αναγνώριση των λαθών μας.

Με αυτές τις απόψεις θέλω να χαιρετήσω και να ευχαριστήσω το Γιάννη Κολιόπουλο και να τον προτρέψω να συνεχίσει τώρα στην ωριμότητά του με ένα λόγο κυρίως δοκιμιακό ο οποίος είναι πάρα πολύ χρήσιμος και για την ακαδημαϊκή κοινότητα, αλλά και για  τον  ελληνισμό.