Ένα από τα πιο αρνητικά χαρακτηριστικά του δημόσιου βίου μας είναι η σταδιακή επικράτηση του εμπειρισμού στο δημόσιο λόγο. Υπό το πρόσχημα της ανάγκης για απλές, πρακτικές και συγκεκριμένες προτάσεις εφαρμοσμένης πολιτικής στα τριανταπέντε χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου εξουδετερώθηκε ή μάλλον ευτελίστηκε σχεδόν κάθε προσπάθεια να διατυπωθεί ένας πολιτικός  λόγος περισσότερο στοχαστικός. Ένας πολιτικός λόγος αντισυμβατικός και καινοτόμος, που δεν αρκείται στα στερεότυπα, τις δημαγωγίες, τις απλουστεύσεις και δεν προσχωρεί στο δημοσιογραφικό, κομματικό ή συνδικαλιστικό συρμό.


Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης το νηφάλιο ταυτίστηκε με το άνευρο και το μετριοπαθές με το μέτριο. Στον ελληνικό δημόσιο λόγο καταδιώκεται η απόχρωση, η επιφύλαξη, η αμφισβήτηση των δήθεν αυτονοήτων.

Αυτό οδήγησε στην ουσιαστική ακύρωση της έννοιας και της λειτουργίας του διανοουμένου αλλά και του θεσμού που έχει ως καταστατική αποστολή να λειτουργεί ως συλλογικός διανοούμενος που είναι το κόμμα.

Τώρα που η οικονομική κρίση (χρηματοοικονομική, παραγωγική και δημοσιονομική)  εγκαταστάθηκε για τα καλά στην Ευρώπη, φυσικά και στη χώρα μας, ο εμπειρισμός με τα στερεότυπα και τις συμβάσεις του δημοσίου λόγου του (δημοσιογραφικού, κομματικού, συνδικαλιστικού, αλλά σε μεγάλο βαθμό και επιστημονικού) επιτείνει τα προβλήματα.

Δημιουργείται έτσι η αίσθηση ότι υπάρχει αδυναμία κατανόησης των χαρακτηριστικών, του βάθους και της πιθανής εξέλιξης της κρίσης. Κάτι που δεν επιτρέπει να διατυπωθούν προτάσεις πιο πρωτότυπες και ριζοσπαστικές για την διαχείριση και την υπέρβαση της. Τώρα λοιπόν που όλοι καταλαβαίνουν ότι η οικονομία χρειάζεται πρωτίστως πολιτικό βολονταρισμό, αυτός ο πολιτικός βολονταρισμός μένει διανοητικά αβοήθητος γιατί δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόστρωμα δημοσίου λόγου.

Αυτή η γενική εικόνα διασπάται από διάφορες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις σε όλα τα επίπεδα του δημοσίου λόγου. Πρόκειται όμως για εξαιρέσεις αξιοσημείωτες, αλλά συνήθως μοναχικές. Μια από αυτές είναι και η δημόσια φωνή του Νίκου Δόικου: επίμονη, καθαρή, μεγάλης διάρκειας και αντοχής. Ο Νίκος Δόικος, καθώς κινείται στο τρίγωνο : Καστοριά – Θεσσαλονίκη – Αθήνα έχει μια πιο καθαρή και σφαιρική αίσθηση του πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού ορίζοντα. Γι΄ αυτό διατυπώνει με σαφήνεια τα προτάγματα του. Την ανάγκη να συγκροτηθεί επιτέλους μια μεγάλη κεντροαριστερά, σύγχρονη, ικανή να διαχειρίζεται κρίσεις, κοινωνικά ευαίσθητη, πολιτικά αξιόπιστη, οικονομικά αποτελεσματική. Ο Νίκος Δόικος αγωνιά. Αναζητά μια κεντροαριστερά με δημοκρατική και δικαιοκρατική συνείδηση, με ισχυρή αίσθηση της ιστορίας, ικανή να διαμορφώσει τις αναγκαίες εθνικές, πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις, να υπερβεί την κρίση αντιπροσωπευτικότητας και νομιμοποίησης που βασανίζει το πολιτικό σύστημα.

Αυτή η κεντροαριστερά οφείλει να κινείται με την ίδια άνεση στο επίπεδο της πολιτικής των ιδεών, των αξιών και των εμπνεύσεων, αλλά και στο επίπεδο της πολιτικής του συγκεκριμένου σε σχέση με το κράτος, την οικονομία, την παιδεία, το μοντέλο ανάπτυξης, αρχής γενομένης από τον χωροταξικό σχεδιασμό και από τις πολιτικές γης που βρίσκονται στο πυρήνα κάθε σοβαρής πρότασης για ένα «πράσινο» μοντέλο ανάπτυξης.

Τώρα που όλοι αποδέχονται ξανά το καθοριστικό ρόλο του κράτους και άρα της πολιτικής, τώρα που το σόφισμα της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς εξαντλήθηκε, τώρα που έγινε ξανά επίκαιρη μαζί με όλο τον αστερισμό των ιδεών της  η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, έχει πολύ μεγάλη σημασία να θέσουμε όσο γίνεται πιο επιτακτικά το ζήτημα της κεντροαριστεράς  ως πολιτικής έκφρασης μιας προοδευτικής κοινωνικής πλειοψηφίας που έχει προ πολλού συγκροτηθεί μέσα από τις ανάγκες και τις περιστάσεις.

Αυτό που φαίνεται σχεδόν προφανές το 2009 δεν ήταν καθόλου προφανές πριν από μερικά χρόνια ή μόλις πριν από μερικούς μήνες. Ο Νίκος Δόικος έχει συγκροτήσει το περίγραμμα της πολιτικής του παρέμβασης εδώ και πάρα πολύ καιρό με μια αλυσίδα κειμένων  δημοσιευμένων σε εφημερίδες και περιοδικά παρουσιασμένων με την μορφή εισηγήσεων σε συνέδρια. Τώρα αποδεικνύεται ότι υπάρχει ένα ενιαίο διανοητικό, ιδεολογικό και πολιτικό νήμα που συνδέει τα κείμενα αυτά. Πρόκειται για το αίτημα πολιτικοποίησης της κοινωνίας και κοινωνικοποίησης της πολιτικής. Με άλλα λόγια πρόκειται για την επιτακτική ανάγκη η κοινωνία των πολιτών να διεκδικήσει το μετασχηματισμό της σε πολιτική κοινωνία και την εξίσου επιτακτική ανάγκη η πολιτική να αποκτήσει ξανά συμμετοχικό και ηθικό περιεχόμενο.

Το κοινό υπόστρωμα της αναπτυξιακής, χρηματοοικονομικής, δημοσιονομικής, θεσμικής και πολιτικής κρίσης είναι η βαθιά κρίση της δημόσιας ηθικής που είναι φυσικά κάτι τελείως διαφορετικό από την υπερβολή της δημόσιας ηθικολογίας και του δήθεν πολιτικού πουριτανισμού. Η κρίση της δημόσιας ηθικής μπορεί να ξεπεραστεί μόνο μέσα από ένα νέο πλεόνασμα πολιτικής εμπιστοσύνης, δηλαδή συγκροτημένων και αποτελεσματικών πολιτικών πρωτοβουλιών που θα διαμορφώσουν ένα νέο πλαίσιο αναφοράς και για την οικονομία.

Με αφορμή την πρόσφατη τελετή της Ορκωμοσίας του νέου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών είδαμε πως λειτουργεί η αμερικανική πολιτική θεολογία ως κινητήρια δύναμη για ένα ολόκληρο έθνος. Η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική στην γηραιά ήπειρο και στην ακόμη πιο γερασμένη Ελλάδα που δεν έχει φυσικά ανάγκη να συγκροτήσει μία δική της πολιτική θεολογία, αλλά οφείλει να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις του πολιτικού εμπειρισμού καταλαβαίνοντας - όπως ο Νίκος Δόικος - πόσο μεγάλη πρακτική σημασία έχει η πολιτική των ιδεών και των αξιών.

 


* Εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη, 2008