4 Οκτωβρίου 2000


Οι δημόσιοι υπάλληλοι - αλλά σε πολλά σημεία και οι υπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα - είναι μία μεγάλη κατηγορία πολιτών για την οποία η υπό εξέλιξη αναθεώρηση του Συντάγματος έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία. Η επικέντρωση της προσοχής σε θέματα όπως η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας ή οι εγγυήσεις διαφάνειας δεν επέτρεψαν να αναδειχθούν ως τώρα οι τομές που επιφέρει η συζητούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος στο νομικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων.


Η δέσμη των διατάξεων που τελούν υπό αναθεώρηση και αναφέρονται στους δημοσίους υπαλλήλους περιλαμβάνει τα άρθρα 12 παρ. 4 (για το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι), 22 παρ. 3 (για τη συλλογική αυτονομία και το δικαίωμα σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας), 29 παρ. 3 (για την κομματική δράση των δημοσίων υπαλλήλων), 56 παρ. 1 και 3 (για τα κωλύματα εκλογιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων ως βουλευτών) και 103 παρ. 3 (για τη συνταγματική κατοχύρωση της φιλοσοφίας και του πυρήνα του Ν. 2190/94 ως προς τις διαδικασίες και τα κριτήρια πρόσληψης στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα).

Η απαρίθμηση και μόνο των διατάξεων αυτών δείχνει το εύρος και τη σημασία των μεταβολών που επιφέρει η αναθεώρηση στο καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου. Κοινός δε παρονομαστής των νέων ρυθμίσεων είναι η επίταση της συνταγματικής προστασίας της θέσης του δημοσίου υπαλλήλου καθώς ενισχύονται τα δικαιώματά του για ομαδική δράση (άρθρο 12 παρ. 4), τα πολιτικά του δικαιώματα (άρθρα 29 παρ. 3 και 56 παρ. 1 και 3) αλλά και τα κοινωνικά του δικαιώματα και ιδίως το δικαίωμά του στη λεγόμενη συλλογική αυτονομία (άρθρο 22 παρ. 3). Απολύτως συναφής είναι και η θεσμική εγγύηση του άρθρου 103 παρ. 7 για την αξιοκρατική πρόσβαση στη δημόσια διοίκηση και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα που περιβάλλει το δικαίωμα κάθε πολίτη (με τις διευρύνσεις που κάνει το κοινοτικό δίκαιο) να προσλαμβάνεται - εφόσον έχει τα νόμιμα προσόντα - ως δημόσιος υπάλληλος.

Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι

Η ισχύουσα παράγραφος 4 του άρθρου 12 του Συντάγματος επιτρέπει στο νόμο να επιβάλλει - χωρίς άλλες προϋποθέσεις - περιορισμούς στο δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων να συνεταιρίζονται. Με την αναθεώρηση και τη νέα νομοτεχνική κατάστρωση ο νόμος έχει απλώς την ευχέρεια να προβλέψει ειδικούς όρους άσκησης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι από τους δημοσίους υπαλλήλους (και τους υπαλλήλους ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και δημοσίων επιχειρήσεων) και αυτό μόνον για λόγους σχετικούς με την εθνική άμυνα και εθνική ασφάλεια της χώρας.

Το πόσο σημαντική είναι η διαφορά φαίνεται αν σκεφτεί κανείς πώς μπορούν να λειτουργήσουν οι συνταγματικές διατάξεις σε οριακές περιπτώσεις, όταν δηλαδή ο κοινός νομοθέτης επιδιώκει να παραβιάσει ή να καταστρατηγήσει το Σύνταγμα.

Η συλλογική αυτονομία

Με τη νέα παράγραφο 3 του άρθρου 22 προβλέπεται ότι με νόμο καθορίζονται τα σχετικά με τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας από τους δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή από τις νόμιμα συνεστημένες οργανώσεις τους. Το ζήτημα έχει βέβαια ήδη ρυθμισθεί σε επίπεδο διεθνών συμβάσεων εργασίας (154 και 151) που κυρώθηκαν νομοθετικά (Ν. 2403 και 2405/96 αντίστοιχα) και σε επίπεδο κοινού νόμου (Ν. 2738/99), η ρύθμιση όμως αυτή συναντά ορισμένους σημαντικούς φραγμούς (σε σχέση π.χ. με το άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος που διέπει τα της εγγραφής μισθολογικών ρυθμίσεων στον προϋπολογισμό ή σε σχέση με την ανάγκη νομοθετικής κύρωσης των συλλογικών «συμφωνιών» - και όχι συμβάσεων - που συνάπτονται).

Με τη νέα λιτή αλλά σαφή ρύθμιση, που είναι ειδικότερη σε σχέση με το άρθρο 80 παρ. 1, αίρονται όλες αυτές οι ερμηνευτικές αμφιβολίες και τριβές και αποκτά πλήρη συνταγματική βάση το δικαίωμα της συλλογικής αυτονομίας των δημοσίων υπαλλήλων.

Η κομματική δραστηριότητα

Η παράγραφος 3 του άρθρου 29, όπως ισχύει, θέτει εκτός νόμιμης κομματικής δράσης μία μεγάλη ομάδα πολιτών που απασχολούνται στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί σε εικονική διάταξη που δεν εφαρμόζεται στην πράξη. Ο Υπαλληλικός Κώδικας επιχείρησε να ρυθμίσει το ζήτημα, δεν παύει όμως να είναι κοινός νόμος.

Με τη νέα διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 29 η απαγόρευση κάθε δράσης υπέρ ή κατά κόμματος περιορίζεται στους δικαστικούς λειτουργούς και στους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας.

Για όλους τους άλλους, δηλαδή για τους δημοσίους υπαλλήλους, τους υπαλλήλους των ΟΤΑ, των άλλων ΝΠΔΔ, των δημοσίων ΝΠΙΔ, των δημοσίων επιχειρήσεων κ.λπ., η δραστηριότητα υπέρ ή κατά κόμματος απαγορεύεται μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και όχι εκτός αυτών. Σκοπός συνεπώς της διάταξης είναι να διαφυλαχθεί η αμεροληψία και η αντικειμενικότητα της δημόσιας διοίκησης σε σχέση με τον πολίτη και όχι ο περιορισμός των πολιτικών δικαιωμάτων του υπαλλήλου.

Τα κωλύματα


Η ισχύουσα παράγραφος 1 του άρθρου 56 επιβάλλει - σε περίπτωση παραίτησης δημοσίου υπαλλήλου κ.λπ. προκειμένου αυτός να μετάσχει στις εκλογές ως υποψήφιος βουλευτής - την παραμονή του εκτός υπηρεσίας επί ένα τουλάχιστον έτος πριν αυτός επανέλθει.

Η διάταξη αυτή λειτούργησε ως έμμεση τιμωρία των οικογενειών των υπαλλήλων που στερούνται του εισοδήματός τους και των υπαλλήλων που ωθούνται σε αμφίβολες δραστηριότητες. Με την αναθεωρημένη διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 56 ο περιορισμός αυτός καταργείται.

Η ευρύτερα γνωστή παράγραφος 3 του άρθρου 56, όπως ισχύει, επιβάλλει κώλυμα εκλογιμότητας στους δημοσίους υπαλλήλους και στους υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα σ' όποια εκλογική περιφέρεια υπηρέτησαν για περισσότερο από τρεις μήνες την τριετία πριν από τις εκλογές.

Για όσους, μάλιστα, κατέχουν θέσεις ευρύτερης τοπικής αρμοδιότητας (π.χ. υπάλληλοι κεντρικών υπηρεσιών υπουργείων), το κώλυμα εκτείνεται σ' όσες περιφέρειες εκτεινόταν και η αρμοδιότητα της αντίστοιχης υπηρεσίας, με εξαίρεση τους κατώτερους υπαλλήλους των κεντρικών υπηρεσιών και τους υποψήφιους βουλευτές επικρατείας.

Με τη νέα διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 56 το τοπικό κώλυμα περιορίζεται μόνο στους υπαλλήλους που κατέχουν θέση προϊσταμένου διεύθυνσης, όπως αυτή θα ορίζεται ειδικότερα στο νόμο, προκειμένου να υπαχθούν στον περιορισμό οι θέσεις με αποφασιστικές αρμοδιότητες και δυνατότητες πραγματικής επιρροής επί των εκλογέων.

Αυτοί δε που έχουν ευρύτερη τοπική αρμοδιότητα εμπίπτουν στο κώλυμα μόνον εφόσον κατέχουν θέση προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης (και πάλι όπως ειδικότερα ο νόμος ορίζει).

Σημασία όμως έχει και ο σαφής καθορισμός του κρίσιμου χρόνου. Με την αναθεωρημένη μορφή του άρθρου 56 παρ. 3 το κώλυμα ισχύει όταν ο υπάλληλος υπηρέτησε στην κρίσιμη θέση τους δεκαοκτώ μήνες πριν από τη λήξη της τετραετούς βουλευτικής περιόδου.

Είναι συνεπώς σαφές και σταθερό το χρονικό σημείο έναρξης του κωλύματος και δεν εξαρτάται από τυχόν πρόωρη διεξαγωγή των εκλογών.

Ο Ν. 2190/94


Ιδιαίτερη σημασία έχει και η νέα παράγραφος 7 του άρθρου 103 με την οποία αποκτά συνταγματική ισχύ ο πυρήνας του Ν. 2190/94 ως προς τις διαδικασίες πρόσληψης (με διαγωνισμό ή αξιοκρατική επιλογή υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ) των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Πρόκειται για τη συνταγματική κατοχύρωση και την οριστικοποίηση μίας εγγύησης διαφάνειας και αξιοκρατίας που έχει πλέον δεχθεί και στηρίζει η ελληνική κοινωνία.

Με τη νέα ρύθμιση μια μελλοντική κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν μπορεί να ανατρέψει το σημαντικό θεσμικό κεκτημένο του Ν. 2190/94.

Ευρύτερη συναίνεση


Έχει τέλος μεγάλη σημασία το γεγονός πως όσες από τις διατάξεις αυτές συζητήθηκαν ήδη στην Επιτροπή Αναθεώρησης (άρθρα 12, 21, 29, 56) συγκέντρωσαν ευρύτερη αποδοχή και συναίνεση. Αυτό πιστεύω ότι δείχνει την πρακτική σημασία, αλλά και το κοινωνικό και πολιτικό εύρος της         αναθεώρησης.


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ, 4 Οκτωβρίου 2000

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΔημόσια ΔιοίκησηΆρθρα 2000