10 Ιουλίου 1999


Η μείωση της εκλογικής δύναμης του ΠΑΣΟΚ στις ευρωεκλογές, παρά τις διακυμάνσεις που εμφανίζει κατά κοινωνικές κατηγορίες και γεωγραφικές περιοχές, είναι σε γενικές γραμμές ομοιόμορφη και άρα πρωτίστως πολιτική. Οι απώλειες του ΠΑΣΟΚ διοχετεύθηκαν άλλωστε ­ λίγο ή πολύ ­ σε όλους τους άλλους κομματικούς χώρους και στον χώρο της πολιτικής διαμαρτυρίας (αποχή, άκυρο / λευκό, λοιπά κόμματα).

Αν συνεκτιμήσει κανείς: α) τις απώλειες του ΠΑΣΟΚ σε σχέση με τους παραδοσιακούς προνομιακούς του χώρους, β) τις αντίστοιχες επιδόσεις της Ν.Δ., γ) τη σχετική ενίσχυση της δύναμης του ΔΗΚΚΙ, δ) την αυτοτοποθέτηση των ψηφοφόρων στον άξονα Δεξιάς - Αριστεράς (με βάση τα στοιχεία των exit polls) και ε) τις προτεραιότητες του εκλογικού σώματος, δηλαδή τον κατάλογο των ζητημάτων και των αντιλήψεων που επηρεάζουν τις εκλογικές συμπεριφορές, τότε προκύπτουν δύο βασικά συμπεράσματα:

Πρώτον, η διχοτόμηση της ελληνικής κοινωνίας και το χάσμα ανάμεσα σε μία κοινωνία της ασφάλειας που συγκροτείται κατά βάση από τους μισθωτούς τού δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και όσους θεωρούν ότι τους αφορά με θετικό τρόπο η υπόθεση της ένταξης στην ΟΝΕ και μία κοινωνία της ανασφάλειας που συγκροτείται κατά βάση από σημαντικό τμήμα του αγροτικού πληθυσμού, των συνταξιούχων, των ανέργων και των νοικοκυρών.

Δεύτερον, η συντηρητική στροφή της ελληνικής κοινωνίας απαιτεί μία δευτεροβάθμια ανάλυση τόσο της ψήφου διαμαρτυρίας όσο και της ψήφου που δόθηκε υπέρ του ΚΚΕ και του ΔΗΚΚΙ, τόσο για λόγους κοινωνικούς όσο και για λόγους αναγόμενους στη συγκυρία του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία.

Αν όσα σημειώθηκαν προηγουμένως αληθεύουν, τότε η πολιτική ηγεμονία (με την έννοια που έχει ο όρος στην πολιτική επιστήμη και ιδίως στο έργο του Α. Γκράμσι) ενός κόμματος εξουσίας που δεν αρκεί να είναι πολυσυλλεκτικό αλλά πρέπει να είναι και πλειοψηφικό, προϋποθέτει την ικανότητά του να εκπροσωπεί και να συνθέτει την ελληνική κοινωνία στο μεγαλύτερο δυνατό φάσμα της και πάντως να υπερβαίνει τη διχοτόμηση μεταξύ της «κοινωνίας της ασφάλειας» και της «κοινωνίας της ανασφάλειας».

Από την άποψη αυτή είναι προφανές ότι πρόβλημα πολιτικής ηγεμονίας αντιμετωπίζουν και το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ., παρότι ο δικομματισμός δείχνει να αντέχει εκλογικά και να αντιστέκεται. Η πολυσυλλεκτικότητα, χωρίς προνομιακές σχέσεις πολιτικής αντιπροσώπευσης και χωρίς πολιτική ηγεμονία, μπορεί το πολύ-πολύ να διασφαλίσει τη νίκη στις εκλογές. Δεν διασφαλίζει όμως την αποτελεσματική εφαρμογή μιας πολιτικής. Από την άλλη μεριά, η αποτελεσματική, αξιόπιστη και κοινωνικά ισορροπημένη πολιτική επιτρέπει σε όποιον έχει την κυβερνητική πλειοψηφία να επανασυγκροτήσει τις προνομιακές του σχέσεις με κοινωνικούς χώρους και να αναδιοργανώσει την πολιτική του ηγεμονία. Αυτό το πλεονέκτημα εξακολουθεί να ανήκει στο ΠΑΣΟΚ και στην κυβέρνησή του.

Οι ευρωεκλογές θέτουν επί τάπητος και το ζήτημα της οργανωτικής φυσιογνωμίας του ΠΑΣΟΚ, όπως και των άλλων κομμάτων. Ζήτημα, που είναι βεβαίως πολύ βαθύτερο και αφορά τις δυνατότητες και τους τρόπους πολιτικής οργάνωσης της μεταβιομηχανικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας πολυδιασπασμένης, μιας κοινωνίας των πολλών αποχρώσεων που δεν διαθέτει τις αδρές και σε μεγάλο βαθμό σαφείς διαστρωματώσεις της βιομηχανικής κοινωνίας. Της κοινωνίας που γέννησε και ανέπτυξε το μαζικό κόμμα ως συλλογικό πολιτικό υποκείμενο, μέσω του οποίου συντίθεται γύρω από ένα πολιτικό πρόγραμμα και έναν πολιτικό στόχο μια συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων με τις αναπόφευκτες αντιφάσεις της.

Είναι, κατά τη γνώμη μου, προφανές ότι από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και τα συμφραζόμενά του δεν τίθεται ζήτημα κατεύθυνσης, αλλά ισορροπίας και πληρότητας της κυβερνητικής πολιτικής. Ισορροπία και πληρότητα που δεν αφορά μόνον ή κυρίως την ουσία, αλλά και την εκφορά της κυβερνητικής πολιτικής.

Το πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι για μεγάλα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας οι εντυπωσιακά θετικές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας στο επίπεδο των μακροοικονομικών μεγεθών θεωρούνται μακρινές και άσχετες με το ατομικό και οικογενειακό συμφέρον των πολιτών.

Το γεγονός ότι η ΟΝΕ είναι ­ πρέπει να είναι ­ μια μεγάλη λαϊκή υπόθεση που αφορά όλους τους Έλληνες και ιδίως τα πιο αδύνατα κοινωνικά στρώματα και όχι μόνο τις Τράπεζες, το Χρηματιστήριο και τις μεγάλες επιχειρήσεις, δεν έχει γίνει, σε μεγάλο βαθμό, δεκτό.

Αυτό είναι άδικο κατ' εξοχήν για μια κυβέρνηση που έθεσε εξαρχής και έχει πάντοτε ως ισότιμους στόχους την μακροοικονομική σταθεροποίηση, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή. Για μια κυβέρνηση που έχει εξασφαλίσει μέσα σε συνθήκες σταθεροποίησης την σταδιακή αύξηση των κοινωνικών δαπανών του προϋπολογισμού όλα τα χρόνια από το 1994 μέχρι σήμερα.

Τίθενται έτσι τρεις κατά βάση κατηγορίες προβλημάτων, που καλείται να αντιμετωπίσει άμεσα το ΠΑΣΟΚ, διαφορετικής φύσης η καθεμία:

Πρώτον, προβλήματα σχετικά με την ανάδειξη του ισορροπημένου και δίκαιου χαρακτήρα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Δεύτερον, προβλήματα σχετικά με την ανάδειξη της κυβερνητικής και κυρίως της κρατικής αποτελεσματικότητας σε μία σειρά από τομείς στους οποίους υπάρχει ιδιαίτερη ευαισθησία της κοινής γνώμης, όπως η εγκληματικότητα και το Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Τρίτον, προβλήματα σχετικά με την ανάδειξη και την προβολή των ιδεολογικών και κοινωνικών λόγων που δικαιολογούν ή μάλλον επιβάλλουν την εφαρμογή μιας νέας πολιτικής ή μιας θεσμικής μεταρρύθμισης.

Το ΠΑΣΟΚ είναι προφανές ότι δεν καλείται να αρχίσει από μηδενική βάση, αλλά να προβεί ­ γρήγορα και αποτελεσματικά ­ σε εκείνες τις ενέργειες που ολοκληρώνουν τις παρεμβάσεις του σε διάφορους κρίσιμους τομείς και δίνουν στις παρεμβάσεις αυτές την προστιθέμενη πολιτική αξία που είναι αναγκαία για να αντιδράσει θετικά η κοινή γνώμη στην ευρύτερη δυνατή πλειοψηφία της.

Ο ελληνικός λαός θέλει να κατανοήσουμε τη σημασία του αποτελέσματος των ευρωεκλογών, αλλά δεν θέλει να αποδυθούμε σε μία μακρά ομφαλοσκόπηση.

Η κομματική εσωστρέφεια είναι από αδιάφορη έως αντιπαθητική για την ευρύτερη κοινή γνώμη. Ο εσωκομματικός προβληματισμός είναι αναγκαίος, εφ' όσον οδηγεί στην ανάληψη εξωστρεφών πολιτικών πρωτοβουλιών, για την υποστήριξη των οποίων είναι πάντοτε καθοριστικός ο ρόλος ενός κόμματος που μπορεί να λειτουργεί ως συλλογικό πολιτικό υποκείμενο.

Ο κατάλογος των προτεραιοτήτων που αφορούν κάθε ευαίσθητο κοινωνικό χώρο και κάθε περιφέρεια είναι, σε μεγάλο βαθμό, δεδομένος και προφανής. Σημασία έχει να εντάσσουμε όλες αυτές τις παρεμβάσεις που αφορούν προβλήματα αιχμής ή προβλήματα με ιδιαίτερο τοπικό ή κοινωνικό βάρος σε μεγάλες «οριζόντιες» πρωτοβουλίες αναγόμενες στη συνολική εικόνα της οικονομικής και κοινωνικής μας πολιτικής. Εξίσου μεγάλη σημασία έχει όλα αυτά να αναδεικνύουν τελικώς την ικανότητα της κυβέρνησης να έχει υπό έλεγχο και να θέτει σε λειτουργία τον κρατικό μηχανισμό. Είναι, τέλος, σε κάθε περίπτωση αναγκαίο όλες αυτές οι πρωτοβουλίες να συνοψίζονται διαρκώς στον πολιτικό λόγο της κυβέρνησης, ο οποίος πρέπει με τη σειρά του να παραπέμπει στη σημασία που έχει και σήμερα η πολιτική και η ιδεολογία. Να συγκροτεί έναν σαφή στόχο, να δίνει μία ανοικτή προοπτική.

Βρισκόμαστε στην τελευταία φάση της συλλογικής μας προσπάθειας για την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ. Τίποτε δεν είναι αυτονόητο και δεδομένο χωρίς προσπάθεια. Όλες μας όμως οι προσπάθειες και οι πρωτοβουλίες πρέπει να συνδέονται και με την προοπτική τής μετά την ΟΝΕ εποχής. Μιας εποχής, που συνεπάγεται πολύ συγκεκριμένα οφέλη για κάθε πολίτη, μέσα από τις διαδικασίες κατανομής ενός πλεονάσματος, για το οποίο αγωνίστηκε επί χρόνια ο ελληνικός λαός.

Η μετά την ΟΝΕ εποχή εκ των πραγμάτων έχει ήδη φθάσει για την Ελλάδα και αυτό το ζήτημα πρέπει να αγγίζει κάθε πολίτη, γιατί αφορά κάθε πολίτη, κάθε ελληνική οικογένεια.

Κατά τον τρόπο αυτό το δυσμενές πράγματι αποτέλεσμα των ευρωεκλογών μπορεί να μετατραπεί σε μία συγκροτημένη και ενσυνείδητη στρατηγική νίκης του ΠΑΣΟΚ στις βουλευτικές εκλογές του 2000.

Αυτό απαιτεί τη συσπείρωση και την αξιοποίηση όλων των δυνάμεών μας. Την κινητοποίηση τού όλου και μεγάλου ΠΑΣΟΚ που ξέρει να αγωνίζεται και να κερδίζει.

 

* Άρθρο του Υπουργού Ανάπτυξης, Ευ. Βενιζέλου, στα ΝΕΑ,10 Ιουλίου 1999

Tags: ΠΑ.ΣΟ.ΚΆρθρα 1999