22 Ιανουαρίου 1999


[Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΥΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ]

Η σχέση της Αριστεράς με το κοινωνικό κράτος έχει υποστεί ισχυρά δημοσιονομικά πλήγματα, που έδειξαν τα όρια και τις παρενέργειες του συστήματος των μεταβιβαστικών πληρωμών, ενός συστήματος επιδοματικού χαρακτήρα με τεράστιες εσωτερικές διαφοροποιήσεις και αντιφάσεις, ανοικτό στην καταχρηστική άσκηση δραστηριοτήτων και στην κακή εφαρμογή κριτηρίων για την αναγνώριση και την απονομή ποικίλων, μικρών ή μεγάλων, προνομίων.


Όλα αυτά οφείλονται αφενός μεν στα προβλήματα που έχει κάθε μηχανισμός διαχείρισης και διανομής πόρων, αφετέρου δε στο γεγονός ότι εδώ και πολύ καιρό πια καμία κοινωνική κατηγορία δεν είναι ενιαία και απλή στη σύλληψή της: ούτε ο πολύτεκνος ούτε ο ανάπηρος ούτε ο συνταξιούχος κ.λπ.

Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί όμως να ανατρέψει τη σημασία των μηχανισμών της κοινωνικής αλληλεγγύης και των εγγυήσεων του κράτους πρόνοιας ως προς τη λειτουργία της κοινωνίας και τη διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής.

Ορισμένοι συζητούν για το μέλλον του κοινωνικού κράτους με όρους του 18ου αιώνα: ξαναγυρίζουν στις βάσεις του κοινωνικού συμβολαίου, στις απλές δομές της σχέσης του ατόμου με το κοινωνικό σύνολο, στα όρια της ετερόνομης κρατικής ρύθμισης με την οποία επιβάλλονται υποχρεώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης. Ο συλλογισμός τους καταλήγει βέβαια στην ανάγκη δραστικού περιορισμού του κοινωνικού κράτους και στην πρόταση για την ανάπτυξη μηχανισμών ιδιωτικής ασφάλισης με την ευρύτερη έννοια του όρου.Άλλοι αντιμετωπίζουν το κράτος από μία ηθικολογικού χαρακτήρα οπτική γωνία, που τείνει στη διατήρηση θεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης, οι οποίοι θα εφαρμόζονται όμως επιλεκτικά, κατά βάση για τις ευπαθείς ομάδες.

Η αφετηρία των θέσεών μας όμως για το κοινωνικό κράτος δεν μπορεί να είναι ούτε ηθικολογική και φιλανθρωπική ούτε νεοφιλελεύθερη. Οφείλει να είναι ιστορική και πολιτική. Πρέπει συνεπώς να θυμόμαστε πάντοτε ότι το κοινωνικό κράτος είναι η πιο τυπική ίσως εκδοχή του βιομηχανικού κράτους.

Στην ιστορική μήτρα του κοινωνικού κράτους βρίσκεται άλλωστε το εργατικό ζήτημα, και το ζήτημα των πόλεων. Αυτή η κοινωνική πίεση ήταν που διαμόρφωσε άλλους συσχετισμούς και άλλες αντιλήψεις ήδη από το τέλος του περασμένου αιώνα και μετέτρεψε τα γηρατειά, την ασθένεια, την ανεργία, το πρόβλημα της στέγης από «ατομικό» ατύχημα σε πολιτικό ζήτημα. Σε ζήτημα κρατικής πολιτικής, σε πολιτικό διακύβευμα που τέθηκε στο πεδίο της καθολικής ψηφοφορίας. Δεν είναι μάλιστα καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι κοινωνικό κράτος και καθολικό εκλογικό δικαίωμα βαδίζουν παράλληλα.

Εφόσον λοιπόν στη μεταβιομηχανική εποχή δεν θίγονται τα θεσμικά χαρακτηριστικά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, δεν μεταβάλλονται και οι πολιτικοί λόγοι ­ σχετικά με τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας ­ που γέννησαν το κοινωνικό κράτος. Από την άλλη πλευρά είναι εξίσου προφανές ότι, όπως γίνεται εξαιρετικά πολύπλοκη η ίδια η κοινωνία και η ίδια η πολιτική, έτσι γίνεται εξαιρετικά περίπλοκο και το ζήτημα των επιμέρους ρυθμίσεων και ισορροπιών που συγκροτούν το σύγχρονο κοινωνικό κράτος. Αυτό περιλαμβάνει έναν μεγάλο αριθμό παραγόντων: από τα δημογραφικά δεδομένα μέχρι τον βαθμό ανάπτυξης του ιδιωτικού ασφαλιστικού συστήματος.

Ένα ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα οφείλει σε κάθε περίπτωση να προβάλλει τη βαθύτατη και αδιατάρακτη σχέση του με το κοινωνικό κράτος. Και αυτό ανεξάρτητα από όλες τις εκλογικεύσεις, τις επεμβάσεις και τις αποσαφηνίσεις, που είναι αναγκαίες και οδηγούν στην πολύ καλύτερη και δικαιότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Στο πλαίσιο άλλωστε της αναλογικής και διαφοροποιητικής ισότητας στόχος ήταν πάντοτε η ίση ρύθμιση ίδιων καταστάσεων και η «άνιση», δηλαδή ευνοϊκότερη αντιμετώπιση ανόμοιων, δηλαδή δυσμενέστερων καταστάσεων. Μοχλός της ιστορικής διαμόρφωσης του κοινωνικού κράτους, πριν καν αυτό διακηρυχθεί ως έννοια, ήταν ο σεβασμός και η εφαρμογή της αρχής της ισότητας, της ισότητας όχι μόνον «ενώπιον» αλλά και «εντός» του νόμου ­ δηλαδή όχι μόνο κατά την εφαρμογή του νόμου, αλλά και ως προς αυτήν καθεαυτή τη ρύθμιση ­ με το ουσιαστικό περιεχόμενο της ενίσχυσης όσων βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Έναευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα οφείλει άλλωστε να αποσαφηνίσει τις σχέσεις του συνολικότερα με το ζήτημα των οικονομικών λειτουργιών του κράτους και των μηχανισμών κατανομής του κοινωνικού πλεονάσματος.

Υπό αυτή την έννοια, η λειτουργία του φορολογικού συστήματος είναι ένα εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα για την ιδεολογική ταυτότητα κάθε πολιτικού χώρου. Όλα τα ερωτήματα για τη σχέση κράτους - κεφαλαίου - εργασίας συνοψίζονται τελικώς στη φορολογική πολιτική, που κρίνει και το σύνολο σχεδόν των υπολοίπων.

Τώρα όμως γενικόλογες αναφορές στα χαρακτηριστικά ενός φορολογικού συστήματος, που πρέπει να είναι «δίκαιο, κοινωνικά ευαίσθητο και να συλλαμβάνει όλη τη φορολογική ύλη», δεν αρκούν. Δεν αρκούν οι αναφορές στην ορθή αναλογία άμεσων και έμμεσων φόρων ούτε στη δίκαιη κατανομή των βαρών ανάμεσα στη φορολογία του κεφαλαίου, τη φορολογία μισθωτών υπηρεσιών και τη φορολογία των αυτοαπασχολουμένων. Δεν αρκεί ούτε η διαμόρφωση μιας λύσης ως προς τη σχέση του φορολογικού συστήματος με τα ποικίλα επενδυτικά κίνητρα που παίρνουν τη μορφή προβληματικών και πολλές φορές άδικων φοροαπαλλαγών.

Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι ένα φορολογικό σύστημα που θα αντιστοιχεί, πρώτον, στην οικονομική και παραγωγική πραγματικότητα της χώρας και, δεύτερον, στη σημερινή κοινωνική διαστρωμάτωση, η οποία εμφανίζει κραυγαλέες αντιθέσεις και διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της ίδιας επαγγελματικής ή εισοδηματικής κατηγορίας. Είναι βέβαια αυτονόητο ότι όλα αυτά πρέπει να κινούνται στο πλαίσιο της κοινοτικής νομιμότητας, που αφήνει όμως ευρύτατα περιθώρια στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη, στον βαθμό που αυτή δεν οδηγεί σε ενδοκοινοτικές μετακινήσεις κεφαλαίων.

Το βασικό άρα στοιχείο ενός φορολογικού συστήματος νέου τύπου είναι, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνον ο συνολικός του χαρακτήρας αλλά και η πολιτική και κοινωνική ευκρίνεια όλων του των ρυθμίσεων. Ένα φορολογικό σύστημα νέου τύπου πρέπει να είναι πολιτικά υποστηρίξιμο στο σύνολό του και άρα συνδέεται με την κοινωνική αντιπροσωπευτικότητα των πολιτικών κομμάτων και την ικανότητά τους να συνθέτουν το γενικό συμφέρον ­ να πείθουν δηλαδή για την πολιτική αιτιολόγηση, τον οικονομικό ορθολογισμό, την πρακτική αξία, την απλότητα, την εφαρμοσιμότητα και την κοινωνική ευαισθησία των φορολογικών επιλογών που συνθέτουν ένα σύστημα με αρχή, μέση και στόχο.

Αυτό σημαίνει ότι το φορολογικό σύστημα πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο δημοσιονομικά ­ αυτό είναι και αυτονόητο και καθοριστικό ­ αλλά οικονομικά, με την πληρέστερη δυνατή σημασία του όρου.

Ο ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΥΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ

Το κοινωνικά και πολιτικά κρισιμότερο ζήτημα εξακολουθεί όμως να είναι το ζήτημα της πλήρους απασχόλησης, ιδίως εκείνες τις περιόδους κατά τις οποίες η ανάγκη διαμόρφωσης ή διαφύλαξης μακροοικονομικών ισορροπιών οδηγεί σε περιοριστικές πολιτικές με επίπτωση στον αριθμό των θέσεων εργασίας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Το πρόβλημα αυτό θα εξακολουθεί να υπάρχει έως ότου η απασχόληση καταστεί ισότιμος και καθοριστικός δείκτης μιας ισορροπίας που δεν είναι μόνον μακροοικονομική αλλά και κοινωνική. Η πλήρης απασχόληση είναι ελάχιστη προϋπόθεση για τη λειτουργία μιας κοινωνίας που βασίζεται στην έννοια της εργασίας και της απασχόλησης. Πρώτος συνεπώς πολιτικός και κοινωνικός στόχος είναι αυτός.

Παράλληλος και ισοδύναμος στόχος είναι αυτός που σχετίζεται με την κοινωνική αντίληψη για την εργασία και τον ελεύθερο χρόνο. Διαμορφώνεται έτσι ένα πολύ σημαντικό πεδίο για την άσκηση μιας πολιτικής απασχόλησης που συναρθρώνει το εκπαιδευτικό σύστημα με τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την αρχική και τη συνεχιζόμενη κατάρτιση των εργαζομένων, την κοινωνική προβολή και καταξίωση νέων επαγγελμάτων, την ενθάρρυνση νέων οικονομικών δράσεων μεταβιομηχανικού χαρακτήρα κ.ο.κ.

Πρόκειται για παρεμβάσεις που ανάγονται ευθέως στο συνολικό μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας και στην ανάγκη να επαναπροσεγγίσουμε μέσα από μία νεωτερική γωνία τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας τοποθετημένα μέσα στα διεθνή συμφραζόμενα της ψηφιακής εποχής.

Όλα αυτά απαιτούν βέβαια τη μέγιστη δυνατή εξειδίκευση, τη μετατροπή τους σε μία αλληλουχία μέτρων. Αυτό όμως μπορεί να γίνει πολύ ευκολότερα από ό,τι υποθέτει κανείς, καθώς σε όλους τους τομείς εμφανίζονται διαρκώς νέες δυνατότητες και νέες ευκαιρίες που δείχνουν πόσο μεγάλη σημασία έχει τώρα η υλική δύναμη των ιδεών. Τίποτα δεν έχει την επενδυτική και οικονομική γενικότερα αξία μιας νέας, ευέλικτης ιδέας που ανταποκρίνεται σε ανάγκες ή δυνατότητες της αγοράς και γενικότερα της οικονομίας ­ ανάγκες και δυνατότητες που μπορεί να μην φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού.

Είναι συνεπώς προφανές ότι αυτές οι ιδέες δεν έχουν κάποια θεωρητική σημασία αλλά μία τελείως πρακτική και οικονομική αξία. Νέες υπηρεσίες, νέα προϊόντα, νέες εξειδικεύσεις, μικρές σε κεφάλαιο και πλούσιες σε πρωτοτυπία επενδύσεις και, άρα, νέες πλήρεις θέσεις εργασίας συνθέτουν το τοπίο, που κάποτε λεγόταν ευέλικτη εξειδίκευση, αργότερα ονομάστηκε κοινωνία της πληροφορίας, σήμερα μπορεί να λέγεται ψηφιακή εποχή και αύριο κάπως αλλιώς, κατά βάθος όμως πρόκειται για την ικανότητα να παρακολουθούμε τις εξελίξεις και τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας.

Όλα αυτά απαιτούν βεβαίως υψηλή ικανότητα οργάνωσης συνδυασμένων δράσεων ανάμεσα σε υπουργεία και οργανισμούς, επιχειρήσεις, νέους επιστήμονες, επενδυτές, εξειδικευμένους τεχνικούς, νέου τύπου αγρότες, πρόθυμους καταναλωτές που έχουν συνειδητοποιήσει τις ανάγκες τους και ξέρουν να εκτιμούν την πρωτοτυπία και τη νέα αισθητική ως προς τα αγαθά και τις υπηρεσίες κ.ο.κ.

Αυτά δεν αφορούν μόνον ή κυρίως τομείς υψηλής τεχνολογίας, όπως οι τηλεπικοινωνίες, η πληροφορική, η συντήρηση αρχαιοτήτων, οι οικολογικές καλλιέργειες, ούτε τομείς ιδιαίτερα soft, όπως τα μέσα ενημέρωσης, η προβολή ή η οργάνωση πολιτιστικών δραστηριοτήτων, αλλά και τομείς χαμηλής τεχνολογίας και απολύτως κλασικούς, όπως η τροφοδοσία, η καθαριότητα, τα ταχυδρομεία κ.ο.κ. Νέα και ενδιαφέροντα πόστα υπάρχουν πάντοτε.

 

* Άρθρο του Υπουργού Πολιτισμού, Ευ. Βενιζέλου, στα ΝΕΑ, 22 Ιανουαρίου 1999 .Το άρθρο αυτό είναι απόσπασμα από το βιβλίο του υπουργού Πολιτισμού Ευάγγελου Βενιζέλου «Πολιτική αναφορά - συμβολή στο διάλογο που διεξάγεται στο γύρισμα του αιώνα», που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις «Παρατηρητής».

 

Tags: Φορολογικό Σύστημα | Δημοσιονομική ΠολιτικήΆρθρα 1999