12 Ιουνίου 1998


Oι μεγάλες συνθέσεις για την ερμηνεία της ιστορίας και των διεθνών σχέσεων διατρέχουν πάντοτε τον κίνδυνο της υπεραπλούστευσης: Δύσκολα ένα θεωρητικό σχήμα μπορεί να υποδεχθεί και να ερμηνεύσει άπειρες και ποικίλες καταστάσεις και ακόμα περισσότερα γεγονότα. Η ιστορική εξέλιξη –άρα και η εξέλιξη της πραγματικότητας στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων– ποτέ δεν υπήρξε ευθύγραμμη. Αντιθέτως, είναι γεμάτη από αντιφάσεις, παλινδρομήσεις και εξαιρέσεις. Η ιστορική πραγματικότητα είναι πιο πολύπλοκη και πιο ευφάνταστη από οποιαδήποτε θεωρητική υπόθεση εργασίας.

Η προσέγγιση του Σάμιουελ Χάντινγκτον έχει ένα γενετικό πρόβλημα που αφορά στην ίδια την κεντρική του έννοια.  Κατά τη λογική του Χάντινγκτον, οι πολιτισμικές-θρησκευτικές αντιθέσεις έρχονται να υποκαταστήσουν ως αιτία συγκρούσεων τις ιδεολογικές-πολιτικές αντιθέσεις. O καθένας προσδιορίζει σε τελική ανάλυση συμβατικά τις έννοιες που χρησιμοποιεί, αρκεί αυτό να μην προκαλεί ασάφειες και παρεξηγήσεις σε σχέση με ευρύτατα αποδεκτές εννοιολογικές διακρίσεις: Eίναι, ελπίζω, αυτονόητο ότι, εις πείσμα κάθε οικονομικής και πολύ περισσότερο οικονομίστικης αναζήτησης της ιστορικής αιτιότητας, η γλώσσα, η θρησκεία, οι νοοτροπίες, η παράδοση, η εθνική ή φυλετική μυθολογία, η γνώση αλλά και η ιδεολογική χρήση της Iστορίας είναι κρίσιμα πολιτικά μεγέθη. Ιδεολογικά ζητήματα δεν είναι μόνο τα «πολιτικά» ζητήματα και πολιτικό δεν είναι μόνον ό,τι σχετίζεται με τη θεσμική λειτουργία ενός πολιτικού συστήματος. Πολιτικό είναι οτιδήποτε σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με την οργάνωση και την άσκηση της εξουσίας, άρα με την οργάνωση και τη λειτουργία κάθε κοινωνίας (αρχαϊκής ή σύγχρονης), κάθε οικονομίας, κάθε πολιτικού σχηματισμού. Kαι αυτό ανεξάρτητα από το αν θεωρούμε την προσέγγισή μας πρωτίστως ιστορική.

Aν αυτά αληθεύουν, τότε η μετακίνηση από το πεδίο των ιδεολογικών και πολιτικών στο πεδίο των πολιτισμικών και θρησκευτικών αντιθέσεων είναι αδύνατη, γιατί είναι αδιανόητη. Τα δύο πεδία παντού και πάντοτε ταυτίζονται. Oυδέποτε η ιδεολογία και η πολιτική υπήρξαν «κοσμικά» μόνο μεγέθη και ουδέποτε ο πολιτισμός υπήρξε ένα θρησκευτικό μόνο μέγεθος. Η ευρωπαϊκή χριστιανοδημοκρατία βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές, αντί για πάμπολλα άλλα παραδείγματα που μπορεί να επικαλεσθεί κανείς. Το κρισιμότερο, όμως, είναι ότι στην ίδια τη μήτρα της θεωρίας περί κράτους και δικαίου που κυριαρχεί τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη και οδηγεί στο συνταγματικό κράτος, στη μετάβαση από την απόλυτη μοναρχία στο φιλελεύθερο συνταγματικό κράτος δικαίου, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό το κανονικό δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας.

O λόγος βέβαια του Σ. Χάντινγκτον είναι κατά βάθος πολύ πιο επεξεργασμένος από το απλό θεωρητικό σχήμα που προβάλλει. Μία δευτερεύουσα αλλά καθοριστική διάσταση του λόγου του είναι η διάθεσή του να δείξει ότι η δική του –μία αμερικανική δηλαδή– προσέγγιση για το διεθνές σύστημα και τη λειτουργία του είναι πολύ πιο φιλελεύθερη και πλουραλιστική από την αντίληψη που επικρατεί στην Ευρώπη. Αυτό του επιτρέπει με ευκολία να αποδέχεται και να διαχειρίζεται ιδεολογικά και πολιτικά το αυτονόητο: τη διαπίστωση, για παράδειγμα, ότι η αντίληψη για την «οικουμενικότητα του δυτικού πολιτισμού (culture)» είναι λανθασμένη, ανήθικη και επικίνδυνη· ή ακόμη την παραδοχή ότι η λεγόμενη «κουλτούρα Νταβός» είναι η κωδικοποίηση των απόψεων μιας οικονομικής και κοινωνικής ελίτ.

Aν αυτά είναι κοινότοπα και αυτονόητα, τότε άλλες διαπιστώσεις του φαίνονται ακόμη πιο απλοϊκές ή μάλλον πάσχουν από διαφορά φάσης. Eννοώ κυρίως τη θέση του πως ο εκσυγχρονισμός μιας μη δυτικής κοινωνίας δεν ταυτίζεται με τον εκδυτικισμό της. Mόνο που αυτό τοποθετείται πλέον μέσα σε άλλα επικοινωνιακά και τεχνολογικά συμφραζόμενα – αυτά της κοινωνίας της πληροφορίας και της ψηφιακής εποχής, που μικραίνει τις αποστάσεις ανάμεσα στα διάφορα στάδια της τεχνολογικής ανάπτυξης και εκμηδενίζει τις αποστάσεις ως προς τη ροή της πληροφορίας αλλά και ως προς τις κλίμακες του γούστου και της αισθητικής ταυτότητας.

Η λογικά επόμενη παρεξήγηση στην οποία πιστεύω ότι οδηγείται ο Χάντινγκτον είναι η μονοδιάστατη και γραμμική προσέγγιση των ίδιων των τυπικών δυτικών κοινωνιών: των κοινωνιών του διαφωτισμού, του καθολικισμού και του προτεσταντισμού (από κοινού ως προς τα θέματα αυτά), της φιλελεύθερης ανεκτικότητας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης κ.ο.κ.  Τα φαινόμενα που απασχολούν τον Σ. Χάντινγκτον σε σχέση με τις μη δυτικές κοινωνίες, όπως, για παράδειγμα, η αναβίωση των παραδοσιακών αξιών ως αντίδραση στην επιβολή ενός δυτικού πολιτισμικού προτύπου, αναπτύσσονται στο εσωτερικό των σύγχρονων μεταβιομηχανικών και μεταμοντέρνων δυτικών κοινωνιών, που αναζητούν τον νέο τους  εαυτό στην πολυπολιτισμικότητα.

O μουσουλμανικός φονταμενταλισμός, για παράδειγμα, ανιχνεύεται στο εσωτερικό του γαλλικού σχολικού συστήματος και τα συνθήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας θέτουν σε δοκιμασία τη φιλελεύθερη ευαισθησία πολλών ευρωπαϊκών συντηρητικών κομμάτων. O γαλλικός εθνικισμός του Λεπέν ή ο ριζοσπαστισμός της ιταλικής Λίγκας του Bορρά είναι δύο απλά και γνωστά παραδείγματα.

Τα πράγματα είναι, όμως, πιο πολύπλοκα από όποια πλευρά και αν τα κοιτάξει κανείς: Δεν είναι, για παράδειγμα, καθόλου προφανές ότι ο φονταμενταλισμός στη Μέση Ανατολή (για να πάρω ένα παράδειγμα) είναι ένα θρησκευτικό κατά βάση φαινόμενο· ότι είναι μία ακραία καταφυγή στις ρίζες, στις παραδοσιακές αξίες. Η ερμηνεία του φονταμενταλισμού μπορεί να είναι (όπως πολλοί υποστηρίζουν) πολύ περισσότερο οικονομική και κοινωνική και πολύ λιγότερο δογματική ή νοοτροπιακή.

Πάνω σε αυτό το θεωρητικό και ιδεολογικό υπόβαθρο είναι σχεδόν αναπόφευκτο να υποπέσει κάποιος στο διανοητικό ολίσθημα της θεωρητικοποίησης μιας φευγαλέας και αποσπασματικής εικόνας για τη συγκυρία του πολέμου στη Βοσνία.
Ποιων πραγμάτων το όριο βρίσκεται άραγε στη Βοσνία; O Σ. Χάντινγκτον επιμένει στην τριγωνική οριοθέτηση ανάμεσα στον Καθολικισμό, την Oρθοδοξία και το Ισλάμ. Εμείς θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πολύ περισσότερες εκδοχές: Το όριο ανάμεσα στο λατινικό και το κυριλλικό αλφάβητο για τα ίδια φωνήματα της ίδιας γλώσσας. Το όριο ανάμεσα στην Αυστροουγγρική και την Oθωμανική Αυτοκρατορία. Θα μπορούσαμε δε να προσθέσουμε ότι η πιο κλασική βαλκανική σύγκρουση, το Μακεδονικό ζήτημα, αφορούσε ορθόδοξους σε κάθε περίπτωση πληθυσμούς και όχι αντιθέσεις μεταξύ διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων κ.ο.κ.

Φτάνουμε έτσι στο οικείο για μας ζήτημα: τη σχέση της Ελλάδας με τη Δύση. Η Ελλάδα που φαίνεται να έχει υπόψη του ο Σ. Χάντινγκτον είναι μία πολιτισμικά ισχνή και μονοδιάστατη χώρα με ευανάγνωστες και σαφείς φάσεις στην ιστορική της εξέλιξη· φάσεις που υπακούουν σε μία αυστηρή περιοδολόγηση και σε μία τυπολογία συλλογικών, κοινωνικών και πολιτικών συμπεριφορών που περιλαμβάνει τα πάντα: από τα θεολογικά ζητήματα μέχρι την εξωτερική πολιτική και από την ιδεολογική χρήση της Iστορίας μέχρι το μοντέλο ανάπτυξης των υποδομών.

O Χάντινγκτον δηλώνει σε πολλά κείμενά του με άνεση και απλότητα τα κριτήρια της ιστορικής και της πολιτισμικής του περιοδολόγησης: «Η γραμμή αυτή του διαχωρισμού πηγαίνει πίσω στο διαχωρισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 4ο αιώνα και στη δημιουργία της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 14ο αιώνα» . Σε αυτή τη summa divisio του Χάντινγκτον η Ελλάδα μένει στην Ανατολή.

Τι να πρωτοπεί κανείς αναφερόμενος σε μία τόσο «σχολική» προσέγγιση; Πώς να εξηγήσει ότι η Ελλάδα έχει ακόμα το μεγάλο –για τη Δύση– προνόμιο να είναι η Δύση της Ανατολής και η Ανατολή της Δύσης; Πώς να εξηγήσει ότι η σύγκρουση ανάμεσα στο διαφωτισμό και τον αντιδιαφωτισμό, τον ορθολογισμό και τη νηπτική θεολογία, την κλασική Ελλάδα και τη βυζαντινή κληρονομιά είναι ζητήματα πάντοτε ανοιχτά για την ελληνικότητα; Όπως αντίστοιχα (μικρότερου ίσως βάθους αλλά πάντως αντίστοιχα) προβλήματα συλλογικής αυτοσυνειδησίας υπάρχουν στη  Γαλλία, την Αγγλία, το Βέλγιο (ναι, το Βέλγιο) κ.ο.κ. Πώς να εξηγήσει κανείς τη μετάβαση από το λατινόγλωσσο στο ελληνόγλωσσο Βυζάντιο, τη μετάβαση από τα Ηλύσια Πεδία στον χριστιανικό Παράδεισο μέσω της ίδιας γλώσσας, που έγινε από γλώσσα του αρχαίου κόσμου γλώσσα των Eυαγγελίων και ιδεολογικό θεμέλιο της χριστιανικής Ευρώπης· πολύ πριν η ιδεολογική ταυτότητα της χριστιανικής Ευρώπης δοκιμαστεί λόγω της σύγκρουσης ανάμεσα στη Mεταρρύθμιση και την Aντιμεταρρύθμιση.

Σε αυτό το πλαίσιο δεν ξέρω αν έχει νόημα να αναφέρει κανείς τις σχέσεις αντίθεσης και συναλληλίας, τις «υπαρξιακές» σχέσεις ανάμεσα στο Βυζάντιο και στη Δύση, τόσο πριν όσο και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Πώς να διατυπώσει κανείς το λόγο του κάνοντας έναν μόνο υπαινιγμό για τις Σταυροφορίες, για τη σχέση Βυζαντίου και Βενετίας κ.ο.κ.; Πώς, με άλλα λόγια, να μιλήσει κανείς για τον πλούτο των αντιφάσεων της Ιστορίας;

Επιλέγω έναν τρόπο κάπως παράδοξο. Το θεωρητικό σχήμα του Σ. Χάντινγκτον ίσως να είχε κάποια ερμηνευτική αξία στην εποχή της βιομηχανικής κοινωνίας και των μεγάλων και αδρών τυπολογιών τόσο στο εσωτερικό των κοινωνιών όσο και στις μεταξύ τους σχέσεις. Τώρα όμως, στη μεταβιομηχανική εποχή της ευελιξίας και των αποχρώσεων, θα άξιζε ίσως τον κόπο να αναρωτηθεί κανείς μήπως ένας πολιτισμός που εμπεριέχει και την ορθόδοξη διάσταση διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, καθώς ο κώδικάς του είναι λιγότερο ασφυκτικός, περισσότερο επιεικής, λιγότερο συντηρητικός και πειθαρχικός, περισσότερο ανθρώπινος και συγχωρητικός, δηλαδή περισσότερο φιλελεύθερος.

Αφήνω για το τέλος τα πραγματολογικά σφάλματα. O Σ. Χάντινγκτον είναι πεπεισμένος ότι «η εξωτερική πολιτική της χώρας (της Ελλάδας) μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου έπαιρνε μια συνεχώς πιο έντονα ορθόδοξη χροιά, καθώς βάθαιναν οι σχέσεις με την ομόδοξη Ρωσία και Σερβία, με στόχο την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού, της Τουρκίας». Διαπιστώνει ακόμη ότι «μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου οι δεσμοί της Ελλάδας (και της Τουρκίας) με το ΝΑΤO έχουν εξασθενήσει, καθώς η Ελλάδα μπορεί σήμερα να θεωρηθεί εξίσου σύμμαχος της Ρωσίας όσο και του ΝΑΤO». Κατά την ίδια λογική ο Σ. Χάντινγκτον θεωρεί ότι χαλαρώνουν οι δεσμοί της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Νομίζω ότι όλα αυτά δεν είναι παρά προϊόντα μιας ελλιπούς και επιφανειακής ενημέρωσης. Είναι κακής ποιότητας έρευνα και καταγραφή για το ποια είναι πράγματι η σχέση της Ελλάδας με το ΝΑΤO και την Ευρωπαϊκή Ένωση και γενικότερα για το ποια θέση κατέχει στην κοινή αντίληψη της σημερινής ελληνικής κοινωνίας η σχέση της με τη Δύση.

Θα μπορούσε να θυμίσει κανείς ότι η σχέση της Ελλάδας με το ΝΑΤO σε καμία φάση δεν υπήρξε χαλαρότερη από τη σχέση της Γαλλίας με το ΝΑΤO. Ότι ο βαθμός εμμονής στην προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που δείχνει η ελληνική κοινή γνώμη είναι από τους υψηλότερους μεταξύ των  κρατών-μελών. Ότι, εν πάση περιπτώσει, η Νορβηγία είναι αυτή που απέρριψε δύο φορές, με δημοψήφισμα, τη συνθήκη ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Δανία χρειάστηκε επαναληπτικό δημοψήφισμα για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία εγκρίθηκε οριακά στη Γαλλία, κ.ο.κ.

Αναρωτιέμαι όμως και πάλι αν έχει νόημα να εξηγήσει κανείς τι σήμαινε ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τι σήμαινε η τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο, που προκάλεσε την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤO με απόφαση του Κ. Καραμανλή κ.ο.κ.

Σε αντίθεση πάντως με την εικόνα που έχει ο Σ. Χάντινγκτον, αυτό που διαφοροποιεί την Ελλάδα από όλες τις άλλες χώρες της Βαλκανικής είναι η αδιατάρακτη «δυτικότροπη» πορεία της σε όλη τη μακρά μεταπολεμική περίοδο. Εκτός και αν η Ελλάδα οφείλει να έχει έναντι της μετασοβιετικής Ρωσίας στάση σκληρότερη από αυτήν που έχουν οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες και όλες οι άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γιατί βαρύνεται με τεκμήριο ορθόδοξης ενοχής.

Όλα αυτά ανάγονται τελικά στα μεγάλα και πάντοτε εκκρεμή προβλήματα της φιλοσοφίας και της θεωρίας της Iστορίας. Όποιος προσπαθεί (και αυτό γίνεται συχνά) να εντάξει ή να υποτάξει τα πάντα σε απλά και εντυπωσιακά σχήματα συνήθως αδικεί και τα γεγονότα και τις καταστάσεις. Αδικεί πρωτίστως τη βαθύτερη γοητεία της Ιστορίας, που οφείλεται στην πολυπλοκότητα και την αντιφατικότητά της. Η Ελλάδα, η ελληνικότητα, η σχέση του νεοελληνικού κράτους και της νεοελληνικής κοινωνίας με τον κλασικό αλλά και με τον βυζαντινό πολιτισμό, τα ζητήματα της συνέχειας, της διαχρονίας, της τομής, της ιδεολογικής ή ιδεοληπτικής περιοδολόγησης της Iστορίας είναι ζητήματα που έρχονται και επανέρχονται στο προσκήνιο. Είναι όμως διαφορετικό αυτά όλα να εντάσσονται σε μία διαδικασία επιστημονικής έρευνας, γνώσης και αυτογνωσίας και διαφορετικό να μεταπίπτουν σε ένα απλό και εντυπωσιακό στερεότυπο για άμεση πολιτική ή δημοσιογραφική χρήση. O μακρύς ιστορικός χρόνος έχει άλλες αξιώσεις. 




* Άρθρο του Ευ. Βενιζέλου στην Ελευθεροτυπία.
Tags: Άρθρα 1998