29 Δεκεμβρίου 2012

Άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου για το βιβλίο του καθ. Peter Bofinger
«Επιστροφή στο Μάρκο; Η Γερμανία χρειάζεται το Ευρώ»

Για την Ελλάδα της κρίσης, ίσως το εκδοτικό γεγονός του 2012 να είναι η  έκδοση του βιβλίου του καθηγητή Peter Bofinger «Επιστροφή στο Μάρκο; Η Γερμανία χρειάζεται το Ευρώ» (στην  ελληνικη γλώσσα: Εκδόσεις Πόλις, μετάφραση Ελίζας Παπαδάκη).

Ο καθηγητής Bofinger, μέλος του Συμβουλίου Εμπειρογνωμώνων της γερμανικής κυβέρνησης από το 2004, καθίσταται ο καλύτερος ίσως συνήγορος των ελληνικών επιχειρημάτων προς το γερμανικό και γενικότερα το ευρωπαϊκό κοινό, καθώς αφενός ανατρέπει πλήρως όλα τα αρνητικά στερεότυπα που επί μήνες καλλιεργήθηκαν σε βάρος της Ελλάδας, αφετέρου δε παρουσιάζει με ενάργεια τη δύσκολη πραγματικότητα των ευρωπαϊκών συσχετισμών και των βαθειά ριζομένων οικονομικών εθνικισμών που υπάρχουν ακόμη στην καρδιά της Ευρώπης.

Είναι σημαντικό να δει κανείς την απλότητα και ως εκ τούτου τη πειστικότητα  με την οποία ο καθηγητής Bofinger ανατρέπει το βασικό στερεότυπο μιας Ελλάδας που δεν θέλει ή δεν μπορεί να εφαρμόσει την πολιτική της δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής. Επικαλούμενος τα ίδια τα επίσημα στοιχεία του ΔΝΤ (IMF, Fiscal Monitor Update, July 2012), ο Bofinger λέει αυτό που με θαυμασμό είχε πει  πρώτη η σχετική έκθεση της ιρλανδικής Κεντρικής Τράπεζας: ότι για την περίοδο 2009-2012, από τις χώρες που είναι εντεταγμένες σε πρόγραμμα προσαρμογής, η Ελλάδα είναι αυτή που έχει κάνει την εντυπωσιακότερη δημοσιονομική προσαρμογή, τη μεγαλύτερη μείωση του ελλείμματος που φτάνει τις 8,6 ποσοστιαίες μονάδες , όταν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία βρίσκονται αρκετά πίσω, στη δεύτερη και τρίτη θέση, με 5,7 ποσοστιαίες μονάδες μείωσης.

 

Σε όρους μάλιστα κυκλικά διαρθωμένου ελλείμματος, η μείωση που πέτυχε η Ελλάδα φτάνει το εντυπωσιακό μέγεθος των 14 ποσοστιαίων μονάδων, όταν η Πορτογαλία που είναι δεύτερη φτάνει τις 6,7 και η Ισπανία που είναι τρίτη τις 4,7 μονάδες. Το ίδιο συμβαίνει και με την εντυπωσιακή μείωση των δημοσίων δαπανών, πλην τόκων, κατά τουλάχιστον 22%. Ακόμη εντυπωσιακότερο είναι το γεγονός ότι ο Γερμανός καθηγητής υιοθετεί την έκθεση του ΟΟΣΑ του 2012, σύμφωνα με την οποία, η Ελλάδα, για την ίδια περίοδο, σημείωσε τα καλύτερα επιτεύγματα μεταξύ των χωρών -μελών του οργανισμού και στον τομέα των διαρθωτικών αλλαγών για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Το δεύτερο μεγάλο στερεότυπο είναι ο «καπάτσος και τεμπέλης Έλληνας, ο φυγόπονος και μη παραγωγικός». Ο Bofinger πληροφορεί τους Γερμανούς αναγνώστες του ότι ο Έλληνας εργαζόμενος απασχολείται 2119 ώρες το χρόνο, 50% περισσότερο από τον Γερμανό που απασχολείται μόνο 1390 ώρες.  Και  πριν από την τελευταία αλλαγή στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς, η μέση πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης ήταν 61,9 έτη στην Ελλάδα, έναντι 61,8 ετών στην Γερμανία. Ακόμα και για την φοροδιαφυγή, την προσφιλή ελληνική συζήτηση, ο Bofinger έχει την ευαισθησία να τονίσει ότι αυτή είναι μια συζήτηση που διεξάγεται με τους ίδιους σχεδόν όρους και στη Γερμανία.

Είναι, αν μη τι άλλο, μια ηθική ικανοποίηση να βλέπει κανείς έναν τέτοιο Γερμανό αναλυτή να δίνει απάντηση στην θεωρία της Ελλάδας - «κομπιναδόρου επιδοματία». Στην αφετηρία της περιόδου  προσαρμογής, ο Bofinger θυμίζει ότι η Ελλάδα δεν είχε πρόβλημα δημοσίων δαπανών, καθώς αυτές βρισκόντουσαν σχετικά κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (45,8% προς 48% του ΑΕΠ), αλλά περισσότερο πρόβλημα δημοσίων εσόδων (40,2% προς 45,1% του ΑΕΠ). Αν και από  πλευράς δημοσίων εσόδων η Ελλάδα βρισκόταν πιο πάνω από χώρες, όπως η Ιαπωνία, οι ΗΠΑ, η Ελβετία και η Ιρλανδία για την περίοδο 2000-2007.

Ακόμη σημαντικότερη και πολλαπλά διδακτική για την αντιφατικότητα, τη δυσκολία, αλλά και την προοπτική των ευρωπαϊκών συσχετισμών είναι η ανάλυση που κάνει ο Bofinger για το πόσο έβλαψε, όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά την Ευρωζώνη συνολικά, η διεθνής συζήτηση για την παραμονή ή μη της Ελλάδας στο ευρώ. Η συζήτηση για την περιβόητη Grexit, που προκάλεσε  νομισματική ανασφάλεια όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλες τις χώρες της περιφέρειας της ΟΝΕ.

Δεν διστάζει μάλιστα να εντοπίσει το μεγάλο πρόβλημα της κυρίαρχης ευρωπαϊκής αντίληψης, που φυσικά επιβάλλεται στις χώρες με προγράμματα προσαρμογής, στην εφαρμογή προκυκλικών πολιτικών, δηλαδή, πολιτικών που επιδιώκουν την άμεση δημοσιονομική προσαρμογή υπό συνθήκες ύφεσης που έτσι τροφοδοτείται και βαθαίνει. Είναι από την άποψη αυτή εξαιρετικά χρήσιμη η αναφορά που κάνει ο Bofinger σε μελέτη (Batini και άλλοι, 2012) του ίδιου του  ΔΝΤ που εξηγεί ότι η πιθανότητα μια εξυγίανση που ξεκινά με ύφεση να  βαθύνει και να  παρατείνει την ύφεση ανοίγοντας ένα φαύλο  κύκλο, είναι διπλάσια από την πιθανότητα μια εξυγίναση που εισάγεται σε φάση ανάκαμψης να οδηγήσει σε ύφεση.

Όλα αυτα τα έχουμε πει άπειρες φορές στις συζητήσεις με την τρόικα, σε όλα τα επίπεδα, σε αλυσίδα συνεδριασεων του Eurogroup, σε αμέτρητες διμερείς συναντήσεις, σε εκατονταδες ξένους δημοσιογράφους και αναλυτές τα τελευταία τρία χρόνια. Η συζήτηση όμως αυτή διεξάγεται, δυστυχώς για εμάς, με εντελώς ετεροβαρείς και άνισους  όρους, με βάση κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές αντιλήψεις, συγκυρίακες πολιτικές ανάγκες και σκοπιμότητες σε διάφορες χώρες, απλά και αυτοαναφορικά αναλυτικά σχήματα. Πρόκειται πολύ απλά για τη στάση αυτού που δανείζει έναντι αυτού που δανείζεται, όταν δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι δεν πρόκειται για σχέση χρηματοοικονομική, αλλα θεσμική, πολιτική και τελικά ιστορική.

Είναι άρα σημαντικό αυτά να λέγονται από Γερμανό σε Γερμανούς, έστω τώρα που το κλίμα είναι αναμφίβολα πιο δεκτικό χάρη στις μεγάλες θυσίες του ελληνικου λαού. 

Η  προσφιλής μάλιστα στην ελληνική δημόσια συζήτηση αναφορά στην σύγκριση με την Βαϊμάρη γίνεται από τον Bofinger πολύ πιο συγκεκριμένη, καθώς η προκυκλική πολιτική συνδέεται με την περίοδο του Γερμανού Καγκελαρίου Brüning το 1931.

Έχει συνεπώς πολύ μεγάλη σημασία, με αφορμή την ανάλυση του Bofinger, να εξοπλιστούμε με επιχειρήματα για μια συζήτηση στην οποία πρέπει να πρωτοστατήσουν οι ευρωπαϊκές προοδευτικές δυνάμεις και πιο συγκεκριμένα οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές & Δημοκράτες, καθώς είναι προφανές ότι η δημοσιονομική κρίση στην Ευρωζώνη δεν είναι μια κρίση του κράτους, ούτε απλά και μόνο μια χρήση του δημοσίου χρέους, αλλά είναι μία κρίση που βασίζεται στην ασυμμετρία ανάμεσα στον υψηλό βαθμό νομισματικής ενοποίησης και τον πολύ χαμηλό βαθμό πολιτικής ολοκλήρωσης.

Το αποτέλεσμα είναι δυσμενές όχι απλώς για μικρές και μεσαίες, αλλά και για μεγάλες χώρες της Ευρωζώνης:  η συμμετοχή στη νομισματική ένωση της Ιταλίας λειτουργεί ως βαρύ μειονέκτημα ως προς το κόστος του δημοσίου δανεισμού, σε σύγκριση με χώρες που έχουν ίδια ή χειρότερη δημοσιονομική εικόνα, αλλά έχουν διατηρήσει τη νομισματική τους αυτονομία, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο.

Το κεντρικό βέβαια επιχείρημα του βιβλίου είναι τα οφέλη της Γερμανίας από ένα ευρώ «μαλακότερο» και ως εκ τούτου πολύ περισσότερο φιλικό για τις γερμανικές εξαγωγές και την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας απ’ ό,τι το μάρκο. Αναδεικνύεται από την ανάλυση του Bofinger, η εικόνα μιας Γερμανίας που αναπλήρωσε ένα πολύ μεγάλο μέρος του κόστους της γερμανικής ενοποίησης μέσα από την συγκρότηση της ΟΝΕ, παράλληλα βεβαίως με την εφαρμογή σκληρών μεταρρυθμίσεων και μιας πάρα πολύ σκληρής εισοδηματικής πολιτικής πριν και μετά την συγκρότηση  της ΟΝΕ. Αυτό όμως, από την άλλη μεριά, λειτούργησε και λειτουργεί ως ένας μηχανισμός μεταφοράς πλεονασμάτων από άλλες χώρες της Ευρωζώνης στη Γερμανία. Άρα, στην πραγματικότητα ξαναγυρίζουμε  στο μεγάλο ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που δεν μπορεί να είναι ετεροβαρής και ασύμμετρη.

Συνεπώς, όλα όσα συζητούνται την περίοδο αυτή, ακόμα και στην πιο φιλική για τις χώρες με προβλήματα εκδοχή τους, δεν είναι παρά προσωρινές και βραχυπρόθεσμες λύσεις για τη διαχείριση της ύστερης φάσης της κρίσης στη ζώνη του ευρώ. Εδώ ανήκουν οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ στην αγορά κρατικών ομολόγων, η συζήτηση για διάφορους τύπους ευρωομολόγων, το δημοσιονομικό σύμφωνο, η συζήτηση για την Τραπεζική Ένωση και  τον κοινό μηχανισμό εποπτείας σε συνδυασμό βεβαίως με την ανάγκη να υπάρχει ένας πανευρωπαϊκός μηχανισμός εγγύησης καταθέσεων, κ.ο.κ.

Όλα αυτά, κυριαρχούν και θα κυριαρχούν το επόμενο διάστημα στην ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική συζήτηση. Στην πραγματικότητα αφορούν την ικανότητα του ευρωπαϊκού μοντέλου ανάπτυξης και του ίδιου του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους να αντέξει την πίεση και να διασφαλίσει τα βασικά του τουλάχιστον χαρακτηριστικά.

Όμως, η υπέρβαση, η εκτίναξη, η διαμόρφωση μιας ιστορικής ευρωπαϊκής προοπτικής, μπορεί να γίνει όταν ανοίξει ξανά η συζήτηση για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Και αυτό προϋποθέτει άλλου είδους πρωτοβουλίες, οι οποίες ευτυχώς δεν μπορεί παρά να είναι πρωτοβουλίες πολιτικού και δημοκρατικού χαρακτήρα.

Αυτό είναι άλλωστε κατά βάθος το μεγάλο ερώτημα: Ποιος καθοδηγεί και εν τέλει ορίζει τις εξελίξεις; Η αγορά ή το δημοκρατικό φόρουμ; Τα κράτη της Ευρωζώνης και γενικότερα της ΕΕ είναι έτοιμα να παραδώσουν μεγάλα τμήματα της κυριαρχίας τους σε μια πολιτική οντότητα, όπως η ΕΕ, που διέπεται από ευρωπαϊκούς κανόνες και δικαιοκρατικές εγγυήσεις. Θα ήταν όμως  ιστορικά ασύγγνωστο η πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση να γίνει η λεωφόρος της κατίσχυσης των αγορών απέναντι στην Δημοκρατία.

Tags: Άρθρα 2012