Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 2016

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου για το Capital.gr και την εφημερίδα Κεφάλαιο

Η Ελληνική οικονομία το 2016 - το ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτικό

Καλούμαστε καθημερινά να απαντήσουμε στην ερώτηση «πού πηγαίνουμε», πώς θα πορευτεί η οικονομία και συνολικά η χώρα το 2016, αν μπορούν οι Ελληνίδες και οι Έλληνες να είναι πιο αισιόδοξοι για το μέλλον ή αν εξακολουθούν να είναι ενεργοί υπαρξιακού χαρακτήρα κίνδυνοι για τη χώρα.

Δεν με εκφράζει καμιά χαιρέκακη αντιπολιτευτική αντίληψη που επενδύει στο σενάριο της αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής και του οικονομικού και πολιτικού αδιεξόδου. Δεν αγωνίστηκα με όλες μου τις δυνάμεις και χωρίς διακοπή ή παλινδρόμηση αυτά τα έξι πέτρινα χρόνια για να περιμένω τώρα να στήσω χορό στα ερείπια μιας χώρας που ζει την εμπειρία της έκπτωσης από το ευρωπαϊκό της status ή στην αυλή μιας χώρας που σέρνεται υπό συνθήκες στασιμοχρεοκοπίας και αθεράπευτης συλλογικής αβεβαιότητας και απαισιοδοξίας.

Επιθυμώ να πετύχει μια πολιτική για την οποία αγωνιστήκαμε και στην οποία προσχώρησε τελικά και ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να το πιστεύει και χωρίς να το παραδέχεται λυτρωτικά και δημιουργικά. Επιθυμώ να πετύχει μια πολιτική που προϊόντος του χρόνου εφαρμόζεται φυσικά με αυξανόμενη δυσκολία από μια κοινωνία βαθειά κουρασμένη και μια οικονομία με εξαντλημένη τη φοροδοτική της ικανότητα. Μέχρι τις εκλογές του 2012 είχε επιτευχθεί το 80% της δημοσιονομικής προσαρμογής. Μέχρι το Δεκέμβριο του 2014 είχε επιτευχθεί το 95%. Επιθυμώ να πετύχει μια πολιτική που συνάντησε δυσανάλογα εμπόδια μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές και διακόπηκε βίαια με την εκλογική του νίκη τον Ιανουάριο του 2015, λίγο πριν η χώρα περάσει στη φάση της προληπτικής πιστωτικής γραμμής με όσα θα σήμαινε  αυτό.

Παρά την τραγική οπισθοχώρηση του 2015 και παρά την ιστορικά άδικη για το λαό μας παράταση της προσπάθειας που επέβαλαν οι επιλογές του 2015, η πολιτική αυτή είναι αποδεδειγμένα η μόνη πρακτικά προσφερόμενη και η μόνη ασφαλής. Εξαιρετικά επώδυνη,  αλλά η λιγότερο επώδυνη μέσα στο δεδομένο ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο.

Το ζήτημα συνεπώς είναι απολύτως πολιτικό. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να ολοκληρωθεί αυτή η εθνική προσπάθεια, με τις απώλειες και τις μεγάλες πρόσθετες επιβαρύνσεις που προκάλεσε το 2015, υπό συνθήκες πολιτικής αμφιθυμίας της κυβέρνησης και υπό συνθήκες πολιτικής αβεβαιότητας που η ίδια δημιουργεί όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας, αλλά των θεσμών, της δικαιοσύνης, της παιδείας, της διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης, της  ασφάλειας και άμυνας κοκ. Εν τέλει, της ίδιας της  δημοκρατίας.

Η σκόπιμη σύγχυση που προκάλεσε η ίδια η κυβέρνηση μεταξύ της αναζήτησης συναίνεσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και τη δημοκρατική ευρωπαϊστική αντιπολίτευση και της αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων ως προς αυτήν καθεαυτήν την κυβερνητική πλειοψηφία επιβάρυνε αντί να ελαφρύνει το πολιτικό κλίμα. Η ποιότητα της καθημερινής κυβερνητικής διαχείρισης όλων των θεμάτων, μικρών και  μεγάλων, παράγει πρόσθετη ανασφάλεια. Ο πολιτικός λόγος της κυβέρνησης  που παλινωδεί μεταξύ απειλητικής αυταρέσκειας και υποκριτικής διαλλακτικότητας δημιουργεί ένα στείρο κλίμα.

Η κυβέρνηση έχει καθιερώσει πλέον την πρακτική μιας ρητορικά δήθεν σκληρής διαπραγμάτευσης με την τρόικα που αφού εξαντλήσει το χρόνο και διογκώσει τα προβλήματα λήγει με την πλήρη αποδοχή των θέσεων των «κακών» εταίρων και δανειστών που επιβάλλουν την εχθρική αντίληψη τους :

- Ολοκληρώθηκε η ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών, με χρηματιστηριακή απαξίωση, με τους χειρότερους δυνατούς όρους για τους μικρότερους μετόχους και με τεράστιες απώλειες για το δημόσιο.  Δηλαδή με τρόπο ούτε καν συγκρίσιμο με τις προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις.

-  Η κυβέρνηση εκούσα άκουσα, με «πόνο και θλίψη» κάνει βήματα στις ιδιωτικοποιήσεις που συκοφάντησε, απείλησε με ακύρωση και καθυστέρησε. Δεν μπορεί όμως να εντάξει τις ιδιωτικοποιήσεις σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανάταξης της οικονομίας ή να τις συνδυάσει με ένα γενικότερο φιλοεπενδυτικό κλίμα ελκυστικό για άμεσες ξένες επενδύσεις.

- Η νομοθέτηση φορολογικών μέτρων προχωρά μέσα σε μια ατέρμονη δημόσια συζήτηση για φόρους, ρυθμίσεις, ελέγχους, αλλαγές, διακανονισμούς κοκ που τροφοδοτείται καθημερινά από το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών και επιβάλλει την αίσθηση της φορολογικής ανασφάλειας.

- Η ρύθμιση των κόκκινων δανείων αφορούσε τελικά τους δανειστές και όχι τους δανειολήπτες προς τους οποίους οι τράπεζες μπορούν να προσφέρουν λύσεις πιο φιλικές από τις προβλέψεις του νόμου που θέτει από την 15η Φεβρουαρίου 2016 υπό αμφισβήτηση ακόμη και την προστασία της πρώτης κατοικίας.

- Το ΕΣΠΑ βγήκε στην επιφάνεια μετά από έναν ολόκληρο χρόνο ουσιαστικής αδράνειας χωρίς πραγματικά τραπεζικά εργαλεία, χωρίς πραγματικούς δημόσιους εθνικούς πόρους και με αμήχανο τον ιδιωτικό τομέα.

Η κυβερνητική πρόταση για το ασφαλιστικό - αντίγραφο της οποίας έδωσε ο αρμόδιος υπουργός στα κόμματα της αντιπολίτευσης και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας  λίγη ώρα πριν αυτή υποβληθεί στην τρόικα - είναι ένα  κείμενο νομικό, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αφορά τη διοικητική και εν μέρει τη λειτουργική ενοποίηση των ταμείων σε ένα ταμείο κύριας και ένα ταμείο επικουρικής  ασφάλισης. Μία πρόταση που - όπως τουλάχιστον δημοσιοποιήθηκε - δεν συνοδεύεται από την αναλογιστική και γενικότερα την οικονομική ανάλυση που αξιώνει η νομολογία του ΣτΕ και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Νομολογία για την οποία πανηγύριζαν με αντιμνημονιακό οίστρο τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της ευρύτερης αντιμνημονιακής δεξιάς. Θέτει σοβαρότατα προβλήματα συνταγματικότητας πχ από την σκοπιά της αναλογικής ισότητας ως προς τη σχέση αποδοχών / εισφορών / ποσοστού αναπλήρωσης και εν γένει παροχών. Αλλά και από τη σκοπιά της ασφάλειας δικαίου και άρα του διαχωρισμού των συνταξιούχων σε υφιστάμενους σήμερα και μελλοντικούς, όταν έχουν προηγηθεί αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις που παγιώνουν ως χρονικό σημείο τομής τους ασφαλισμένους πριν και μετά το 1993. Το σοβαρότερο όμως είναι πως πρόκειται για μία πρόταση που δεν ασχολείται καν με τον πυλώνα της επαγγελματικής ασφάλισης. Δεν ασχολείται καν με τη σχέση φορολογικού και ασφαλιστικού συστήματος τουλάχιστον για τις επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου. Δεν επεξεργάζεται καν σοβαρές ιδέες για πηγές πρόσθετης χρηματοδότησης εκτός ασφαλιστικού συστήματος. Και όλα αυτά στην αφετηρία της δήθεν διαπραγμάτευσης με την τρόικα. Χωρίς να έχουμε υπόψη μας τη «συμφωνία» στην οποία θα καταλήξει η κυβέρνηση.

Η πρόσθετη παρέμβαση στο χρέος έχει συμφωνηθεί το 2012 ως συμπλήρωμα  στη μεγάλη παρέμβαση που έγινε τότε με ονομαστική μείωση και αναδιάρθρωση που σήμαινε ακόμη μεγαλύτερη μείωση σε παρούσα αξία  και δραστική μείωση κατά 60 %  του ετησίου κόστους εξυπηρέτησης. Αυτή η πρόσθετη παρέμβαση περιμένουμε να γίνει και πρέπει να γίνει. Τότε όμως θα φανεί ότι δεν είναι το  χρέος ο παράγοντας που εμποδίζει την ανάκαμψη  ή ο παράγοντας  που μας πήγε το 2015 τρία τουλάχιστον χρόνια πίσω με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Τότε απλώς θα επισημοποιηθεί μια ακόμη ακραία ψευδολογία του ΣΥΡΙΖΑ και των δεξιών εταίρων του. Μια χυδαία δημαγωγία που στόχευε στην υπονόμευση της παρέμβασης του 2012 .

Τα capital controls δυστυχώς εξακολουθούν να ισχύουν. Οι όροι υπό τους οποίους αξιολογήθηκαν τα στοιχεία ενεργητικού για την πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση   των τραπεζών δυσκολεύουν την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε τραπεζικό δανεισμό. Η επικείμενη αναδιάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων δεν έχει ενταχθεί σε ένα ευρύτερο αναπτυξιακό πλαίσιο που να υπηρετείται από τον κρατικό μηχανισμό. Τα ζητήματα, πρώτον, του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και των χρήσεων γης και, δεύτερον, του τρόπου απονομής της δικαιοσύνης και ιδίως των καθυστερήσεων, του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, των μεταστροφών της νομολογίας και της υπερποινικοποίησης της οικονομικής δραστηριότητας, παράγουν συνεχώς ανασφάλεια δικαίου.

Η ελληνική οικονομία δεν έχει συνεπώς  αυτό που πρωτίστως χρειάζεται: Ένα κλίμα πραγματικής στρατηγικής συναίνεσης και σταθερότητας μέσα στο οποίο να μπορούν να κινητοποιηθούν οι δημιουργικές δυνάμεις του τόπου και να αξιοποιηθούν οι ενδογενείς αναπτυξιακές δυνατότητες. Από την πιο απλή που είναι η επιστροφή καταθέσεων μέχρι την πιο σύνθετη που είναι η παραγωγή υπεραξίας μέσω καινοτομίας.

Το δίλημμα των κυβερνώντων είναι απλό αλλά υπαρξιακό. Για να προσφέρουν στην οικονομία το πολιτικό πλαίσιο που χρειάζεται πρέπει να συνομολογήσουν την πλήρη και πανηγυρική προσχώρησή τους στην πολιτική που είχαν αναγορεύσει σε  εσωτερικό εχθρό με αδίστακτα και επίμονα ψέμματα. Μόνο έτσι μπορούν να εργαστούν αποτελεσματικά χωρίς αμφιταλαντεύσεις και με γνώμονα το εθνικό συμφέρον. Στην ουσία το δίλημμα εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ επώδυνης αλήθειας και εύκολης άλλα επικίνδυνης ψευδολογίας.

 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΚοινωνική ΑσφάλισηΆρθρα 2016