Αθήνα 14 Μαΐου 2017

 Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο ΒΗΜΑ της Κυριακής

Η έξοδος από το μνημόνιο ως είσοδος στο επόμενο

 

Βασικό στερεότυπο των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ  ήταν η καταγγελία των «προηγούμενων» γιατί είχαν αποδεχθεί την επιδίωξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Η μείωση των επιδιωκόμενων πλεονασμάτων στο 2% του ΑΕΠ υποστηρίχθηκε τόσο από την ΤτΕ, όσο και από την αντιπολίτευση. Άλλωστε το ζήτημα αυτό το είχα θέσει κατ´ επανάληψη, πολύ πριν τις εκλογές του 2015, καθώς μετά τη ριζική αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους το 2012, είναι εφικτή η περαιτέρω μείωση των ήδη δραστικά μειωμένων, σε σχέση με το 2011, ετήσιων τόκων και η εξομάλυνση της καμπύλης τους. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται δημοσιονομικό χώρο (fiscal space). Η μείωση του στόχου για  πρωτογενές πλεόνασμα μπορεί να υπεραναπληρωθεί από υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης. Σε συνδυασμό με ένα επίπεδο πληθωρισμού αποδεκτό στο πλαίσιο της ευρωζώνης, αυτό θα οδηγούσε σε  ονομαστική διόγκωση του ΑΕΠ που θα βελτίωνε σημαντικά το κλάσμα «δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ» μέσω της αύξησης του παρονομαστή.

Η προσέγγιση αυτή ήταν αποτέλεσμα μιας συγκροτημένης και επίπονης στρατηγικής για το δημόσιο χρέος και τη δημοσιονομική προσαρμογή. Η στρατηγική αυτή απέδιδε καρπούς και επέτρεπε περαιτέρω βελτιώσεις μέσω των πρόσθετων παραμετρικών αλλαγών στο χρέος που είχαν συμφωνηθεί ήδη από το 2012.

 

Από την καταγγελία στη λατρεία του πρωτογενούς πλεονάσματος

Για τους συμμετόχους της σημερινής κυβέρνησης το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος ήταν βασικό κεφάλαιο του δημοσιονομικού εθνικολαϊκισμού τους. Αντιμετώπιζαν τους σχετικούς αριθμούς εμβληματικά, ως καταγγελία μιας «ανάλγητης», «αντιλαϊκής» και «αιμοβόρας» πολιτικής. Πολιτικής   «φορομπηχτικής» που απομυζά τη ρευστότητα και πλήττει το διαθέσιμο εισόδημα των  πολιτών. Ταυτοχρόνως τα μικρά πρωτογενή πλεονάσματα που επιτεύχθηκαν μέχρι το 2015 καταγγέλθηκαν ως αποτέλεσμα λογιστικών τεχνασμάτων και το  κοινωνικό μέρισμα που διατέθηκε τότε  ως  «ψίχουλο».

Η «σκληρή» διαπραγμάτευση είχε ως κύριους στόχους - σύμφωνα με το  κυβερνητικό αφήγημα - τη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στην επίτευξη του οποίου θα δεσμευόταν η ελληνική πλευρά και τη «λύση» στο ζήτημα του χρέους στο πλαίσιο του κουρέματος και της αναδιάρθρωσης του 2012 που έχει  πλέον  υιοθετηθεί  από τη σημερινή κυβέρνηση ως νέο πολιτικό ιδεώδες.  

Ξαφνικά η αφήγηση για το πρωτογενές πλεόνασμα αντιστρέφεται πλήρως. Η κυβέρνηση ανακοινώνει περιχαρής και υπερήφανη ότι το 2016 αντί για το προβλεπόμενο  0,5%  επιτεύχθηκε πρωτογενές πλεόνασμα 3,9% και σύμφωνα με τα κριτήρια του προγράμματος 4,1% του ΑΕΠ! Το γεγονός ότι το 2016 ήταν ένα ακόμη έτος ύφεσης την άφησε παντελώς ασυγκίνητη. Όπως και το γεγονός ότι το τεχνητά υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 βασίζεται εν πολλοίς σε συγκυριακά και μη επαναλαμβανόμενα αποτελέσματα στο σκέλος των εσόδων. Αυτό όμως είχε ως συνέπεια την ανεπίγνωστη αποδοχή εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης της θέσης ότι ένα πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% είναι επιτεύξιμο τα επόμενα χρόνια ανεξαρτήτως ρυθμού ανάπτυξης.

 

Πρωτογενές πλεόνασμα και ρυθμός ανάπτυξης

Οι ανάλγητοι «προηγούμενοι» ποτέ δεν είχαν δεχθεί πρωτογενή πλεονάσματα αποσυνδεδεμένα από θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Οι «ευαίσθητοι» της σημερινής κυβέρνησης είχαν έτοιμο το τέχνασμα: τα περιβόητα αντίμετρα, δηλαδή την πρόβλεψη για δυνατότητα χρηματοδότησης ορισμένων δράσεων από το υπερβάλλον, εάν το πρωτογενές πλεόνασμα υπερβεί το στόχο που είναι 3,5% ( προς το παρόν μέχρι το 2023). Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να πιστοποιήσει την επίτευξη  πλεονάσματος το ΔΝΤ και να συμφωνηθεί ο τρόπος διάθεσης με την τρόικα. Είναι νωπή η ταπεινωτική επιστολή του Υπουργού Οικονομικών που αποδέχεται τον έλεγχο της τρόικας μετά τη μονομερή εξαγγελία του εφάπαξ βοηθήματος σε κατηγορίες συνταξιούχων.

 

Δεν υπάρχουν αντίμετρα

Δεν υπάρχουν συνεπώς αντίμετρα. Υπάρχουν μόνο σκληρά μέτρα υπερφορολόγησης καθενός που κινείται σε ένα στοιχειώδες επίπεδο ετήσιου  εισοδήματος. Το πρωτογενές πλεόνασμα που επιτεύχθηκε βίαια το 2016 δεν προέρχεται από τη μείωση των δημοσίων δαπανών, ούτε από τη δήθεν πάταξη της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου, όπως επαναλαμβάνει ψευδόμενος εν ψυχρώ ο κ. Τσίπρας. 

Τα λεγόμενα αντίμετρα είναι η νέα επικοινωνιακή απάτη της κυβέρνησης που εμπορεύεται πολιτικά την αναδιανομή της μιζέριας υποσχόμενη φιλοδωρήματα και συσσίτια σε αυτούς που τους μειώνει συντάξεις, τους κόβει το ΕΚΑΣ και τα προνοιακά επιδόματα, τους αυξάνει τις ασφαλιστικές  εισφορές ή τους μειώνει το αφορολόγητο.

 

Υπάρχει όμως πάντα ο  κόφτης

Κάποιοι θεωρούν ότι η πρόταση να ισχύσουν αμέσως κάποια από τα αντίμετρα  υπονομεύει την αξιοπιστία την κυβέρνησης που αρνείται κάτι τέτοιο. Αυτό όμως λειτουργεί ως πλειοδοσία παροχολογίας και ως αποδοχή επί της αρχής της παραπειστικής  λογικής των δήθεν αντίμετρων. Τα αντίμετρα είναι παροχές χωρίς απτό αντίκρυσμα αν δεν υπάρξει ξανά υπερεπίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, ενώ  ο λεγόμενος κόφτης με τη μορφή  πρόσθετων  δημοσιονομικών  μέτρων  είναι απολύτως ισχυρός και απτός εάν δεν επιτευχθεί πλήρως το συμφωνημένο πρωτογενές πλεόνασμα. 

Το μόνο συνεπώς που πλεονάζει αναμφίβολα είναι ο πολιτικός κυνισμός που αποπειράται να συσκευάσει επικοινωνιακά τον εγκλωβισμό της χώρας σε ένα καφκικό σχήμα, όπου ως έξοδος από το μνημόνιο εμφανίζεται η είσοδος στο επόμενο.