2 Ιουνίου 2001


Το να είναι κανείς ευρωπαίος σοσιαλιστής εν έτει 2001 είναι πολύ δυσκολότερο από ότι ήταν πριν μερικές δεκαετίες. Η μεγάλη και συχνά ανυπέρβλητη αντίφαση που καλούνται να υπερβούν τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα είναι ο συνδυασμός της μακροοικονομικής σταθερότητας με μία κοινωνική και εισοδηματική πολιτική που κατανέμει δικαιότερα το κοινωνικό πλεόνασμα, που διατηρεί και εκσυγχρονίζει τις λειτουργίες του κοινωνικού κράτους.
Το ζήτημα είναι η ταυτόχρονη επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας, της σταθερότητας της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Με άλλα λόγια η ευρωπαϊκή αριστερά καλείται να διαχειριστεί μεγάλες έννοιες, δηλαδή μεγάλους στόχους που είναι όχι μόνον σοσιαλιστικής αλλά και συντηρητικής και φιλελεύθερης καταγωγής.


Βέβαια η γαλλική, η βρετανική, η γερμανική , η πορτογαλική, η ελληνική , η σκανδιναβική κ.ο.κ. , εκδοχή κινούνται η καθεμία μέσα στα δικά της θεσμικά και πολιτικά συμφραζόμενα Η διάρθρωση του κομματικού συστήματος, το εκλογικό σύστημα, οι παραδοσιακές πολιτικές συμπεριφορές και οι τοπικές ιδιομορφίες έχουν τεράστια σημασία. Η σχετική αυτονομία της πολιτικής δεν μπορεί ούτε να αγνοηθεί ούτε να υποβαθμιστεί. Ο πρωθυπουργικόκεντρικός βρετανικός κοινοβουλευτισμός είναι διαφορετικό πλαίσιο αναφοράς από το γαλλικό ημιπροεδρικό σύστημα . Σε κάθε πάντως περίπτωση μέσα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος πρώτος ίσως στόχος της ευρωπαϊκής σοσιαλιστικής αριστεράς είναι να είναι πλειοψηφική και κατά προτίμηση κυβερνητική. Η κατάκτηση και η άσκηση της εξουσίας είναι άλλωστε ο στόχος κάθε σοβαρής πολιτικής στρατηγικής, ενώ η διεκδίκηση της πλειοψηφίας απορρέει μέσα από την ίδια τη λογική της δημοκρατικής αρχής. Η ευρωπαϊκή αριστερά και στον 21ο αιώνα οφείλει, πριν από οτιδήποτε, να διαθέτει ένστικτο αυτοσυντήρησης και κοινή λογική. Αυτός είναι ο βασικός κοινός τόπος του Μπλέρ , του Ζοσπέν, του Σρέντερ, του Γκουτέρες, και όλων των άλλων ευρωπαίων σοσιαλιστών ηγετών.

Τα σοσιαλιστικά κόμματα κλήθηκαν, άλλωστε τα τελευταία χρόνια, στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διαχειριστούν την προσαρμογή στα νέα δεδομένα της παγκόσμιας οικονομίας και τη  συγκρότηση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, ενώ βρίσκονται εκ των πραγμάτων αντιμέτωπα με τα κλασσικά προβλήματα της πολιτικής νομιμοποίησης, δηλαδή με την αντοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών που διχοτομούνται ανάμεσα σε ένα ημισφαίριο που νοιώθει ασφαλές και ένα ημισφαίριο που νοιώθει ανασφαλές σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες.

Στο ευρύτερο αυτό πλαίσιο η ευρωπαϊκή αριστερά προβληματίζεται, δοκιμάζει , υπαναχωρεί, επανακάμπτει μέσα από μία ποικιλία ύφους και χειρισμών : ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός του Μπλέρ, ο όγκος της γερμανικής οικονομίας και οι προνομιακές σχέσεις του καγκελαρίου Σρέντερ με την γερμανική βιομηχανία, οι καταναγκασμοί που επιβάλλει στο Ζοσπέν η συγκατοίκηση του με τον Πρόεδρο Σιράκ, είναι επιμέρους εκδοχές της ίδια λίγο ή πολύ  στρατηγικής που οφείλει εκ των πραγμάτων να είναι πολυσυλλεκτική, πλειοψηφική, αποτελεσματική, δημοκρατικά και κοινωνικά ευαίσθητη. Η εξίσωση είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη. Τ ο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο – ότι και αν εννοεί κανείς υπό τον όρο αυτό- ήταν πάντοτε συνυφασμένο τόσο με το ευρωπαϊκό πολιτικό μοντέλο όσο και με το ευρωπαϊκό αναπτυξιακό μοντέλο. Η Ευρώπη παρακολούθησε ιστορικά την εξέλιξη, την συνύπαρξη και την εξισορρόπηση των τριών αυτών παραμέτρων στην τελευταία φάση της βιομηχανικής εποχής κυρίως χάρη στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Το στοίχημα για την σημερινή ευρωπαϊκή αριστερά είναι να επιδιώξει και να πετύχει το ίδιο μέσα σε ένα μεταβιομηχανικό και μετανεωτερικό οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό παράδειγμα.

Το στοίχημα αυτό ούτε θα τεθεί ούτε θα κερδιθεί μέσα από ένα δίπολο του τύπου Μπλέρ – Ζοσπέν. Μπορεί να τεθεί μέσα από τη διαμόρφωση του πραγματικά άλλου πόλου. Μέσα από την ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής δεξιάς που επιδιώκει να διατυπώσει το δικό της λόγο και τη δικής της εκδοχή για το οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό μέλλον της Ευρώπης και των κρατών μελών της. Από την οπτική αυτή γωνία η στάση του Αθναρ ή τώρα του Μπερλουσκόνι είναι εξ αντιδιαστολής κρισιμότερη για τη διαμόρφωση μιας αριστερής «ευρωπαϊκής» γραμμής. Είναι κρισιμότερη γιατί μπορεί να αναδείξει και πάλι τον κλασικό αστερισμό των ιδεών και των πολιτικών παραδοχών της ευρωπαϊκής αριστεράς : την εμμονή στο κράτος δικαίου και στο κοινωνικό κράτος, την πίστη στη δημοκρατία, την επιδίωξη της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης. Μόνο μέσα από αυτήν την αντίθεση με την ευρωπαϊκή δεξιά η ευρωπαϊκή αριστερά μπορεί να αποκτήσει ίσως συνείδηση του εαυτού της έτσι ώστε να διαχειριστεί ταυτοχρόνως : πρώτον, μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές πλειοψηφίες˙ δεύτερον, κυβερνητικές ευθύνες˙ τρίτον, οικονομικούς και αναπτυξιακούς στόχους μέσα στο νέο διεθνή καταμερισμό˙ τέταρτον, κοινωνικές ευαισθησίες, με προέχουσα αυτήν που αφορά την απασχόληση δηλαδή το φαινόμενο της εργασίας και τη θεμελιώδη σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και ελεύθερου χρόνου.  Ήδη το γεγονός πως το πρωταρχικό ζητούμενο για την κοινωνική συνοχή είναι η αύξηση της απασχόλησης και όχι ευθέως η ανακατανομή του κοινωνικού πλεονάσματος είναι ενδεικτικό της μετατόπισης που έχει συντελεστεί. Μια τόσο «πολύπλοκη» πολιτική και κοινωνική κατάσταση απαιτεί μια «πολύπλοκη» αριστερή αντίληψη για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και την Ευρώπη και το μέλλον της συνολικά.

Η αντίθεση δεξιάς – αριστεράς έχει πλήρως σχεδόν αντικατασταθεί από την αντίθεση ανάμεσα στην εκάστοτε κυβέρνηση και στην εκάστοτε αντιπολίτευση. Είναι προφανές ότι αυτό είναι πάρα πολύ σχηματικό και δεν μπορεί να εκφράσει πολιτικά τις ευρωπαϊκές κοινότητες.

Ταυτοχρόνως, το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποδεικνύεται ότι είναι έλλειμμα όχι μόνο θεσμικό αλλά και πολιτικό και ιδεολογικό. Οι ευρωπαϊκές κοινότητες θυμίζουν ολοένα και περισσότερο την ύπαρξη τους. Το πρώτο πρόταγμα της ευρωπαϊκής σοσιαλιστικής αριστεράς είναι όντως η διατήρησή της στην εξουσία ή η επάνοδος της σε αυτήν. Φαίνεται όμως ότι αυτό – από ένα σημείο τουλάχιστον και μετά – δεν μπορεί να γίνετε με ουδέτερο τρόπο. Καμία εκδοχή της σύγχρονης σοσιαλιστικής αριστεράς δεν μπορεί να εξοικειωθεί οριστικά με τη θεωρία μίας κολοβής κοινωνίας των δύο τρίτων.

Όχι μόνο για λόγους ηθικούς και ιδεολογικούς, αλλά γιατί πρωτίστως κάτι τέτοιο θα ήταν μεσοπρόθεσμα αρνητικό για τη διαμόρφωση του συσχετισμού των πολιτικών και κοινοβουλευτικών δυνάμεων.

Οι κοινωνίες ψηφίζουν και αυτές σε τελική ανάλυση όλο και κάτι ξέρουν.


* Άρθρο του Υπουργού Πολιτισμού, Ευάγγελου Βενιζέλου

Tags: Κομματικό Φαινόμενο | Κομματικό ΣύστημαΆρθρα 2001