9 Μαρτίου 2001

1. Η αναθεωρητική διαδικασία που ολοκληρώθηκε στις 6.4.2001 ήταν εκτεταμένη και ολική. Προέβη σε μία συνολική αξιολόγηση της συνταγματικής ύλης, μετέβαλε μεγάλο αριθμό διατάξεων αλλά και επιβεβαίωσε ένα επίσης μεγάλο αριθμό ρυθμίσεων διευρύνοντας και ισχυροποιώντας, σε πρωτοφανή βαθμό, την βάση πολιτικής νομιμοποίησης του Συντάγματος της χώρας.

Η αναθεωρητική διαδικασία είχε επίσης το σπάνιο ιστορικό προσόν να είναι απολύτως νόμιμη καθώς σεβάστηκε πλήρως τα διαδικαστικά και ουσιαστικά όρια της αναθεώρησης, όπως αυτά καθορίζονται με το άρθρο 110 του συντάγματος με το οποίο συγκροτείται ο σκληρός πυρήνας των μη υποκείμενων σε αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος.

Η αναθεωρητική διαδικασία ήταν, ακόμη, μια διαδικασία συλλογική και κοινοβουλευτική. Το τελικό προϊόν της αναθεωρητικής διαδικασίας είναι αποτέλεσμα συζητήσεων, συνθέσεων, συγκλίσεων και συμβιβασμών. Οπως πρέπει να είναι ένα σύγχρονο σύνταγμα που πρέπει να είναι σαφές και αυστηρό ως προς το πλαίσιο και τις εγγυήσεις που θεσπίζει αλλά και ευρύχωρο και προνοητικό ως προς την πορεία των πολιτικών, κοινωνικών, επιστημονικών και τεχνολογικών εξελίξεων. Μόνον έτσι το Σύνταγμα σέβεται την Ιστορία και καθίσταται Σύνταγμα όλων των Ελλήνων, όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.

Η διαδικασία αυτή ανέδειξε πρωτίστως τη Βουλή των Ελλήνων αφ' ενός μεν ως Βουλή των κομμάτων που οφείλουν να έχουν συγκροτημένες προγραμματικές θέσεις αλλά και ως Βουλή των βουλευτών, ο καθένας από τους οποίους έχει τη δική του προσωπικότητα, ευαισθησία και ευθύνη.

Η αναθεωρητική διαδικασία ήταν, τέλος, συναινετική, όχι γιατί αυτό ήταν ένα επινόημα ή ένα πρόσχημα αλλά γιατί αυτό απορρέει από μια διπλή ανάγκη. Πρώτον, επιβάλλεται από το ίδιο το σύνταγμα που αξιώνει αυξημένες πλειοψηφίες για την αναθεώρησή του. Δεύτερον, επιβάλλεται από την ίδια τη μακροχρόνια και στρατηγική φύση του συντάγματος. Στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος φορέας πολιτικής εξουσίας είναι τόσο η πλειοψηφία όσο και η αντιπολίτευση.

2. Η Αναθεώρηση του Συντάγματος είναι βέβαια το μείζον νομικό εγχείρημα. Συνιστά έκφραση της συντακτικής εξουσίας, δηλαδή της κρατικής εξουσίας στην υπέρτατη μορφή της, εντάσσεται όμως ταυτοχρόνως στα συμφραζόμενα της έννομης τάξης όχι μόνο της εθνικής αλλά και της κοινοτικής και της διεθνούς. Οι αναθεωρούμενες διατάξεις πρέπει συνεπώς να εναρμονίζονται συστηματικά με τις διατηρούμενες σε ισχύ διατάξεις και να λαμβάνουν υπόψη τη στάση της θεωρίας και της νομολογίας καθώς και όλες τις παράλληλες διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις.

Αυτό αφορά τη γλώσσα της αναθεώρησης, την επιλογή ως προς το βαθμό της αοριστίας των εννοιών, την απόφαση για το αν ένα ζήτημα πρέπει να ρυθμιστεί με συνταγματικά ή νομοθετικά προσδιορισμένες έννοιες. Ολα αυτά ανάγονται τελικά στο σταυρικό πρόβλημα των ορίων του δικαστικού ελέγχου καθώς ό,τι ρυθμίζεται συνταγματικά τελικώς ελέγχεται δικαστικά. Τα δε προβλήματα της νομοτεχνικής κατάστρωσης είναι σχεδόν όλα βαθύτατα πολιτικά καθώς το κανονιστικό περιεχόμενο εδρεύει στη διατύπωση αλλά και στο ύφος του Συντάγματος.

Ολα αυτά έχουν ληφθεί υπόψη στο μέτρο του δυνατού, γιατί δεν αρκεί η διάθεση να κάνει κανείς τις αρτιότερες και σαφέστερες επιλογές. Πρέπει αυτές να μπορούν να συγκεντρώσουν και τον αναγκαίο αριθμό ψήφων. Ενα καλό νομοτεχνικό σχεδίασμα, όταν δεν ψηφίζεται, έχει θεωρητική αξία, αλλά είναι πρακτικά, πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά αδιάφορο. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ συνταγματικής πολιτικής και συνταγματικής επιστήμης.

3. δηλαδή ως τη μείζονα πολιτική πρωτοβουλία. Ως μία μεγάλη δέσμη κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων, η λήψη των οποίων άνοιξε όλα τα κρίσιμα μέτωπα και θέτει όλα τα κρίσιμα διλήμματα. Μέσα από τις απαντήσεις σ' αυτά συγκροτείται μια συνταγματική πολιτική, δηλαδή μια στρατηγική αντίληψη για το κράτος, τη σχέση του με την κοινωνία των πολιτών, τη σχέση του με την οικονομία, τη σχέση του με το διεθνές σύστημα και την ευρωπαϊκή προοπτική σε συνθήκες ψηφιακής οικονομίας και παγκοσμιοποίησης.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος διέπεται, λοιπόν, από μια σαφή και συστηματική συνταγματική πολιτική που επιμερίζεται σε πέντε αλληλένδετες αρχές.

α. Η πρώτη αρχή είναι η αρχή της ασφάλειας του ατόμου.

Η αρχή της ασφάλειας εκδηλώνεται με την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους δικαίου, με την εισαγωγή νέων δικαιωμάτων τέταρτης γενιάς και νέων εγγυήσεων που επικαιροποιούν κλασικά συνταγματικά δικαιώματα. Η νέα διάταξη του άρθρου 25 από μόνη της θα αρκούσε για να δικαιώσει το αναθεωρητικό διάβημα καθώς θεσπίζει τις αρχές ερμηνείας και εφαρμογής όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων.

Οι δε διατάξεις για τα άτομα με αναπηρίες, την ισότημα των δύο φύλων, τους βιοϊατρικούς πειραματισμούς, τα προσωπικά δεδομένα, τα όρια της προφυλάκισης και τόσα άλλα, συγκροτούν ένα νέο σύγχρονο θώρακα υπέρ του πολίτη. Στην ίδια λογική εντάσσονται και οι νέες ρυθμίσεις για τη λειτουργία του δικαστή ως εγγυητή των δικαιωμάτων του ατόμου και του πολίτη.

β. Η δεύτερη αρχή είναι η αρχή της συμμετοχής του πολίτη.

Οι νέες ρυθμίσεις για την αποκέντρωση και την τοπική αυτοδιοίκηση, για την ψήφο των αποδήμων, για την ουσιαστικοποίηση του δικαιώματος του αναφέρεσθαι, για την θέση των δημοσίων υπαλλήλων, για τη χειραφέτηση ολόκληρων δικαστικών κλάδων, συγκροτούν νέες δυνατότητες συμμετοχής για κάθε πολίτη ή για κρίσιμες κατηγορίες πολιτών που σχετίζονται ως δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι με τη λειτουργία του κράτους.

γ. Η τρίτη αρχή είναι η αρχή της διαφάνειας στη λειτουργία του κράτους και στις σχέσεις κράτους και οικονομίας.

Το συνταγματικό καθεστώς των μέσων ενημέρωσης, η συνταγματική τυποποίηση των ανεξαρτήτων αρχών, οι ρυθμίσεις για τα οικονομικά των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών, οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η κατοχύρωση του πυρήνα και της φιλοσοφίας του ν. 2190/94, τα νέα συνταγματικά ασυμβίβαστα συγκροτούν μια δέσμη εγγυήσεων διαφάνειας που οφείλει να εξειδικεύσει ταχύτατα ο νομοθέτης και να σέβονται οι πάντες:―η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση, η διοίκηση, η δικαιοσύνη, η κοινωνία, τα μέσα ενημέρωσης.

δ. Η υπέρβαση της αρχής της πλειοψηφίας και η εφαρμογή της αρχής της συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων είναι ο τέταρτος άξονας που διέπει την αναθεώρηση.

Αυτό αφορά όλα τα κομβικά σημεία στα οποία κρίνεται η ίδια η αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος. Αναφέρομαι στην ισχύ νέου εκλογικού συστήματος από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός και αν αποφασιστεί διαφορετικά από την αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Αναφέρομαι στην ανάγκη ο νόμος για την ψήφο των αποδήμων να ψηφίζεται επίσης με την αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Το ίδιο φυσικά ισχύει για την κύρωση διεθνών συνθηκών που αναγνωρίζουν κατά το Σύνταγμα αρμοδιότητες σε διεθνείς οργανισμούς, για τον τρόπο ανάδειξης των ανεξάρτητων αρχών, για τα νέα συμβουλευτικά όργανα: την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής.

ε. Η πέμπτη, τέλος, αρχή είναι η αρχή της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας που τώρα αποτυπώνεται και συνταγματικά στα άρθρα 28, 80 και 70 παρ. 7.

4. Οφείλουμε, άρα, να συνειδητοποιήσουμε και να προβάλουμε το εύρος και το βάθος της αναθεωρητικής παρέμβασης. Η χώρα αποκτά ουσιαστικά ένα νέο Σύνταγμα καθώς εισάγονται 84 καινοτομίες στην έννομη τάξη της χώρας.

Το έργο της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής πρέπει συνεπώς να γίνει αντικείμενο μιας συνολικής αξιολόγησης.

Η αναθεώρηση ως επικοινωνιακό γεγονός είχε να αντιμετωπίσει μια σειρά από ανυπέρβλητα, πολλές φορές, προβλήματα: η αποσπασματική ή συγκυριακή προσέγγιση των θεμάτων της αναθεώρησης προσανατολίστηκε -κακώς- στις ανάγκες του ίδιου του πολιτικού και επικοινωνιακού συστήματος και όχι στις ανάγκες και τις προτεραιότητες των πολιτών. Εγινε πολύς λόγος για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας ή τις ανεξάρτητες αρχές και τα ασυμβίβαστα των βουλευτών ή τη θέση των μέσων ενημέρωσης, αλλά λίγος ή καθόλου λόγος για τα νέα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, για τα θετικά μέτρα υπέρ των γυναικών, για την υποχρέωση της διοίκησης να απαντά αμέσως στον πολίτη, για τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων σε βάρος του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ κ.ο.κ.

Το εύρος και το βάθος της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας είχε επίσης να αντιμετωπίσει την προκρούστεια κλίνη κάποιων απλουστευτικών και δημαγωγικών προσεγγίσεων που μιλούσαν για «επικίνδυνη αναθεώρηση» ή για μια «χαμένη ευκαιρία». Τώρα που ψηφίσθηκε και αρχίζει να ισχύει το αναθεωρημένο Σύνταγμα της χώρας ελπίζω όλοι όσοι επιδόθηκαν σε αυτές τις προσεγγίσεις να αντιληφθούν την επικίνδυνη ερμηνευτική τους απρονοησία. Τώρα φοβούμαι ή μάλλον ελπίζω ότι θα αναγκαστούν να αντιστρέψουν τα επιχειρήματά τους προκειμένου να προσδώσουν στις νέες συνταγματικές διατάξεις το αληθινό τους περιεχόμενο. Αυτό που συνιστά και τη βούληση του αναθεωρητικού νομοθέτη και αυτό που κάποιοι συστηματικά διέστρεφαν τους προηγούμενους μήνες.

5. Συνεπώς, η συνολική πολιτική αξιολόγηση της αναθεώρησης πρέπει να γίνει με κριτήριο τις βασικές λειτουργίες που επιτελεί κάθε σύγχρονο Σύνταγμα.

Τα μηνύματα

Το ερώτημα συνεπώς είναι αν η αναθεώρηση ενισχύει ή όχι την εγγυητική, την οργανωτική, τη συμβολική και την ενοποιητική λειτουργία του Συντάγματος:

*Η αναθεώρηση ενισχύει καταφανώς την εγγυητική λειτουργία του Συντάγματος, καθώς ενισχύει το κράτος δικαίου και το κοινωνικό κράτος, εισάγοντας νέα δικαιώματα, νέες εγγυήσεις και νέες αρχές ερμηνείας. Ενισχύει επίσης τις εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας και τη θέση του συνόλου των δικαστικών λειτουργών.

*Η αναθεώρηση εκσυγχρονίζει την οργανωτική λειτουργία του Συντάγματος, καθώς σταθεροποιεί το εκλογικό σύστημα, αναβαθμίζει το ρόλο της Βουλής και του βουλευτή, επιβάλλει κανόνες διαφάνειας, εισάγει το θεσμό των ανεξάρτητων αρχών, επιβάλλει την αρχή της συναίνεσης σε κρίσιμα και οριακά ζητήματα.

*Η αναθεώρηση ενισχύει και αποσαφηνίζει την ενοποιητική λειτουργία του Συντάγματος, καθώς αντιλαμβάνεται το εθνικό συνταγματικό κράτος ως ενεργό και ισότιμο εταίρο μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης, που οφείλει να βρει τα δικά της δημοκρατικά, δικαιοκρατικά, κοινωνικά και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά.

*Η αναθεώρηση, τέλος, αναβαθμίζει τη συμβολική και ιδεολογική λειτουργία του Συντάγματος, καθώς στέλνει πολύ ευκρινή μηνύματα στον πολίτη. Το μήνυμα της συναίνεσης, της διαφάνειας, της ασφάλειας, του ευρωπαϊκού προσανατολισμού. Κυρίως, όμως, στέλνει δύο θεμελιώδη μηνύματα.

Πρώτον, το μήνυμα της ανάγκης υπεράσπισης της πολιτικής και της αυτονομίας της, δηλαδή υπεράσπισης της Δημοκρατίας.

Δεύτερον, το μήνυμα της κοινωνικής συνοχής και ασφάλειας, το μήνυμα του μη αποκλεισμού που τώρα είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένος στόχος της Ελλάδος του 21ου αιώνα.

 


* Υπουργός Πολιτισμού, εισηγητής της πλειοψηφίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
**Άρθρο του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ στην Ελευθεροτυπία 09 Μαρτίου 2001


 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΆρθρα 2001