24 Δεκεμβρίου 2004

Τα όσα έγιναν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 16ης/17ης Δεκεμβρίου 2004 στις Βρυξέλλες αποκαλύπτουν το στρατηγικό κενό της κυβέρνησης και ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ως προς το κυπριακό.

Είναι σαφώς καλύτερο η Κυπριακή Δημοκρατία να αντιμετωπίζει την προοπτική ένταξης της Τουρκίας ευρισκόμενη στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πλήρες μέλος παρά από έξω. Είναι επίσης ορθή η βασική μας επιλογή πως μία ευρωπαϊκή Τουρκία είναι προτιμότερη ως γείτονας και συνομιλητής από μία Τουρκία κοινωνικά και εθνοτικά διαλυμένη, οικονομικά υπανάπτυκτη, πολιτικά αυταρχική και ιδεολογικά φονταμενταλιστική. Στα σημεία όμως αυτά είχαμε φτάσει πριν τις εκλογές της 7.3.2004. Πρέπει συνεπώς να δούμε και να πούμε με ειλικρίνεια τι είναι αυτό που πραγματικά συνέβη στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Να δούμε αν έγινε κάποιο πρόσθετο βήμα ή αν υπήρξε υποχώρηση.

 

Η Τουρκία έλαβε την πολυπόθητη ημερομηνία έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων που σηματοδοτεί στο εσωτερικό της την επιβεβαίωση και την ενίσχυση μιας καθόλου εύκολης και ανώδυνης στρατηγικής, αυτής της προσαρμογής της στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Στις 17 Δεκεμβρίου ο κ. Ερντογάν και η κυβέρνηση του κέρδισαν συνεπώς ένα μεγάλο και κρίσιμο, αλλά όχι τελικό και οριστικό στοίχημα στο εσωτερικό του τουρκικού  συστήματος ισχύος.

Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό έπρεπε να καμφθούν οι αντιρρήσεις πολλών ευρωπαϊκών κοινωνιών αλλά και κυβερνήσεων που δεν διστάζουν να θέτουν σκληρούς όρους ως προς την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Στο πλαίσιο συνεπώς αυτό η Τουρκία αποδέχθηκε μια διαδικασία χωρίς προσδιορισμένο τέλος, μια διαδικασία που έχει ορίζοντα σαφώς μεγαλύτερο της δεκαετίας καθώς το δημοσιονομικό πλαίσιο μπορεί να προσδιοριστεί μόνο μετά το 2014, μια διαδικασία που μπορεί ανά πάσα στιγμή να διακοπεί για λόγους σχετιζόμενους με τις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών και τους κράτους δικαίου, μια διαδικασία που βασίζεται στον διαρκή έλεγχο της σταδιακής προσαρμογής της Τουρκίας στο κοινοτικό κεκτημένο. Και βέβαια μια διαδικασία που θα ολοκληρωθεί μέσω μιας διακυβερνητικής διάσκεψης και μέσω της κύρωσης της συνθήκης ένταξης από όλα τα κράτη-μέλη σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες, πράγμα που σημαίνει μέσω δημοψηφισμάτων σε όσες χώρες αυτό θα απαιτείται τότε.

Ο διακανονισμός συνεπώς μεταξύ του κ. Ερντογάν και των ευρωπαίων ομολόγων του είναι σαφής, σκληρός και αμοιβαία ικανοποιητικός με βάση τις εσωτερικές (και όχι τις αόριστα «ευρωπαϊκές») ανάγκες του καθενός.

Σε αντίθεση με αυτόν τον διακανονισμό, η αντιμετώπιση των θεμάτων που αφορούν την Κύπρο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, γίνεται με πολύ πιο χαλαρό και ήπιο τρόπο. Με τρόπο που σίγουρα δεν προκαλεί καμία εσωτερική δυσχέρεια στον κ. Ερντογάν, αλλά και δεν προσφέρει καμία ιδιαίτερη εγγύηση στην Κυπριακή Δημοκρατία και στην Ελλάδα για θέματα που δεν είναι στενά «εθνικά» τους, αλλά βρίσκονται στον πυρήνα των αξιών και των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν συγκρίνουμε, λοιπόν,  τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 16ης/17ης Δεκεμβρίου 2004  με αυτά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι της 10ης/11ης Δεκεμβρίου 1999, βλέπουμε τα εξής:

Ως προς την Κύπρο τα συμπεράσματα του Ελσίνκι (σημείο 9) αναφέρονταν ρητά στην πολιτική λύση του κυπριακού και συνδέουν ευθέως στο ζήτημα αυτό με τα κριτήρια της διεύρυνσης. Προφανώς όχι μόνον με την ένταξη της Κύπρου που συντελέστηκε, αλλά και με την ένταξη της Τουρκίας που εκκρεμούσε και τότε και τώρα.

Τα συμπεράσματα των Βρυξελλών (σημείο 19) καλωσορίζουν τη δήλωση της Τουρκίας ότι είναι έτοιμη να υπογράψει την επέκταση της συμφωνίας της Άγκυρας (για την τελωνειακή της ένωση και με τα 10 νέα κράτη-μέλη) πριν από την πραγματική έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και αφού γίνουν προηγουμένως «όλες οι προσαρμογές που είναι αναγκαίες».

Αυτή είναι όλη και όλη η αναφορά στην Κύπρο. Ορισμένοι θεωρούν ότι η υπογραφή της τελωνειακής ένωσης και με την Κυπριακή Δημοκρατία συνιστά έμμεση ή de facto αναγνώριση της από την Τουρκία. Η αλήθεια είναι ότι κατά το διεθνές δίκαιο, όταν ένα κράτος (η Τουρκία) προβαίνει σε μία ενέργεια (τελωνειακή ένωση με την Κυπριακή Δημοκρατία) με ρητή δήλωση επιφύλαξης ότι αυτή της η ενέργεια δεν συνιστά αναγνώριση του άλλου κράτους, αυτή δεν επέρχεται. Άλλωστε θα έπρεπε να αναρωτηθούμε μήπως μία «εκβιασμένη» αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία, θα μπορούσε να ενταχθεί από αυτήν  σε μία τουρκική στρατηγική που στοχεύει στη διεθνή αναγνώριση της τουρκοκυπριακής οντότητας και κατά συνέπεια στη νομιμοποίηση της διχοτόμησης. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αν –όπως πιθανολογείται έντονα- πριν την ουσιαστική έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, επαναληφθεί η πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του Ο.Η.Ε. και επανέλθει στο προσκήνιο, έστω ως βάση συζήτησης, το σχέδιο Ανάν, το οποίο βεβαίως έχει γίνει ήδη δεκτό ως έχει από την τουρκοκυπριακή πλευρά. Πρέπει με άλλα λόγια να σκεφθούμε τι επιπτώσεις θα έχει μια επανάληψη της πρωτοβουλίας Ανάν που θα οδηγήσει και πάλι στην απόρριψη του σχεδίου από την ελληνοκυπριακή πλευρά επειδή δεν θα έχουν επέλθει οι ζητούμενες από αυτήν βελτιώσεις.

Ακόμη πιο προβληματικά είναι τα πράγματα ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Στα συμπεράσματα του Ελσίνκι το σχετικό ζήτημα  περιλαμβανόταν στο σημείο 4 που αφορούσε το σύνολο των υποψηφίων τότε χωρών. Άρα οι γενικές αναφορές και μάλιστα στον πληθυντικό (π.χ. «συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή ζητήματα») είχαν μία προφανή εξήγηση καθώς αφορούσαν τη σχέση πολλών υποψηφίων χωρών με πολλές χώρες μέλη.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ήταν και τότε αλλά και μετεκλογικά (κατά την τελευταία εμφάνιση του κ. Μολυβιάτη στην Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής) ιδιαίτερα επικριτική για το Ελσίνκι. Διετύπωσε μάλιστα τη θέση ότι η αναφορά σε διαφορές στον πληθυντικό μπορεί να ερμηνευθεί ως μεταβολή της πάγιας ελληνικής θέσης πως αναγνωρίζουμε την ύπαρξη μίας και μόνης διαφοράς, αυτή της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας. Διέκοψα τότε στην Επιτροπή τον κ. Μολυβιάτη, παρακαλώντας τον να μην προβεί σε τέτοιου είδους δηλώσεις στα πρακτικά της Βουλής, δηλώσεις που μπορεί να παρερμηνευθούν αλλά και γιατί μπορεί να μεταβάλλει σύντομα γνώμη και να ζητήσει επαναφορά των διατυπώσεων αυτών στο επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Αυτό και έγινε. Η κυβέρνηση μετά από μία περιπλάνηση δίχως στρατηγική επί 10 μήνες, ξαναγύρισε στο Ελσίνκι (σημείο 20 των συμπερασμάτων των Βρυξελλών) και μάλιστα ο Πρωθυπουργός επαίρεται γι’ αυτό. Ξαναγύρισε όμως στο Ελσίνκι αποδυναμώνοντας το. Αποδέχθηκε την αφαίρεση του χρονικού ορόσημου του τέλους του 2004 χωρίς αντικατάσταση του και την πρόταξη των διερευνητικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών σε σχέση με την προσφυγή στη Χάγη. Αυτές όμως οι διατυπώσεις είναι προφανώς πολύ πιο κοντά στις πάγιες τουρκικές θέσεις για τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και αποφορτίζουν την πίεση προς την τουρκική πλευρά. Αυτό δυστυχώς εναρμονίζεται με την δεδηλωμένη επιλογή της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης, όλα αυτά τα ζητήματα να κινούνται με πολύ πιο χαλαρό και αργό ρυθμό, χωρίς επιταχύνσεις και χωρίς πυκνώσεις του πολιτικοδιπλωματικού χρόνου καθώς, όπως δήλωσε ο κ. Καραμανλής, μία υπόθεση που διαρκεί τριάντα χρόνια δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σε λίγους μήνες.

Η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας ήταν σύμφωνα με την λογική του Ελσίνκι ένα κρίσιμο ορόσημο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Τώρα ποιο είναι το κρίσιμο ορόσημο; Πώς συγκροτείται η στρατηγική μας για το θέμα αυτό, όχι μόνον ή κυρίως σε διμερή βάση, αλλά στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Ίσως κάποιοι να σπεύσουν να πουν ότι τα κρίσιμα σημεία των συμπερασμάτων των Βρυξελλών για την Κύπρο και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις διατυπώθηκαν έτσι  γιατί αυτό μπορούσε να προκύψει από τον συσχετισμό των δυνάμεων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβανομένης υπόψη και της έντονης πίεσης των Η.Π.Α.

Η δική μου άποψη είναι ότι αυτά περιλήφθηκαν στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου γιατί αυτά κατά βάση επιδιώχθηκαν από την δική μας πλευρά. Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν είναι προφανές ότι έχει περιορίσει τις πολιτικές δυνατότητες αντίδρασης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που ζητήθηκε και αυτό που λήφθηκε τελικά (ακόμη και αν ερμηνευθεί και εφαρμοστεί με τον πιο σαφή και σκληρό τρόπο για την Τουρκία) ήταν το λιγότερο δυνατό. Ή μάλλον κάτι σαφώς λιγότερο από το θεσμικά αυτονόητο, ότι δεν γίνεται να ζητάς την ένταξη σου σε μία περιφερειακή ένωση, χωρίς να αναγνωρίζεις όλα τα κράτη-μέλη αυτής της ένωσης.

Το ίδιο όμως συμβαίνει και σε ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η ελληνική κυβέρνηση δεν ήθελε – όπως είδαμε - ούτε επιτακτικά χρονοδιαγράμματα, ούτε σαφέστερη αναφορά στη Χάγη. Το θέμα συνεπώς που θέτουν τα συμπεράσματα των Βρυξελλών δεν είναι η στάση της Ευρώπης απέναντι στην Τουρκία, αλλά η αδυναμία της Ελλάδας να διατυπώσει με ευκρίνεια ένα πλήρες στοχοδιάγραμμα, δηλαδή μία πλήρη στρατηγική.

Στον τόπο μας η συναίνεση ως προς τα εθνικά θέματα είναι δεδομένη και ευρεία. Είναι όμως φανερό ότι αυτή δεν φτάνει. Χρειάζεται να ξέρουμε τι θέλουμε, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο να διαμορφωθεί  και κυρίως να λεχθεί. Είναι όμως αναγκαίο να γίνει, αν δεν θέλουμε να τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις.     

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ, 24 Δεκεμβρίου 2004

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΆρθρα 2004