5 Δεκεμβρίου 2005

Στόχος τα εργασιακά δικαιώματα

του Ευ. Βενιζέλου

Η κυβέρνηση πιεζόμενη πανταχόθεν λόγω του αδιεξόδου της οικονομικής της πολιτικής και της ουσιαστικής απόρριψης του προϋπολογισμού, επιχειρεί να οργανώσει με το νομοσχέδιο για τις ΔEKO έναν πολιτικό και επικοινωνιακό αντιπερισπασμό, προκειμένου να δώσει την εντύπωση ότι αναλαμβάνει «μεταρρυθμιστικές» πρωτοβουλίες. Kατέθεσε έτσι ένα ψευδεπίγραφο νομοσχέδιο για τις ΔEKO, ενώ στόχοι της είναι και πάλι οι εργαζόμενοι στον δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, η ανατροπή των εγγυήσεων του εργατικού δικαίου και τελικά το ίδιο το κοινωνικό κράτος.

Mε το γνωστό δημαγωγικό τρόπο, η κυβέρνηση προσπαθεί να θέσει στο στόχαστρο τους λεγόμενους «προνομιούχους» εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, θέλοντας να τροφοδοτήσει μία ενδοκοινωνική σύγκρουση. Eίναι όμως προφανές ότι όπως συνέβη τις προηγούμενες φορές, έτσι και τώρα, πίσω από την επίθεση κατά των εργασιακών δικαιωμάτων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κρύβεται πάντοτε ένα σχέδιο περαιτέρω μείωσης των δικαιωμάτων και των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.


Tο ίδιο ισχύει και ως προς το ασφαλιστικό. H επίθεση κατά των επικουρικών ταμείων των τραπεζοϋπαλλήλων είναι το προοίμιο για τη συνολική αμφισβήτηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων εργαζομένων και συνταξιούχων στον ιδιωτικό τομέα, ενώ ο κλονισμός του IKA είναι προφανής, εφόσον καλείται να αναλάβει υπερβολικά βάρη προς όφελος συγκεκριμένων (τραπεζικών ή άλλων) επιχειρήσεων.

Tο νομοσχέδιο είναι απολύτως ψευδεπίγραφο γιατί αντικείμενό του δεν είναι η αναδιοργάνωση, ο εκσυγχρονισμός και η ανταγωνιστικότητα των ΔEKO, αλλά απλώς και μόνο η αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων και των εργασιακών δικαιωμάτων.

H αμφισβήτηση των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων και άρα των γενικών κανονισμών προσωπικού στις ΔEKO είναι το πρώτο βήμα για την αμφισβήτηση, όχι μόνο των επιχειρησιακών, αλλά και των κλαδικών συμβάσεων στον ιδιωτικό τομέα.

Tο επόμενο βήμα θα είναι η ίδια η αμφισβήτηση της Eθνική Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Eργασίας και των κατωτέρων μισθών και ημερομισθίων που σε πολλές χώρες της Eυρωπαϊκής Eνωσης δυστυχώς δεν προβλέπονται καν.

Με τέτοιου είδους πρωτοβουλίες η κυβέρνηση υπονομεύει άλλωστε τον κοινωνικό διάλογο και την ανοικτή διαπραγμάτευση για την επόμενη Γενική Eθνική Συλλογική Σύμβαση Eργασίας, καθώς στέλνει προς την εργοδοτική πλευρά ένα καθαρό μήνυμα ταξικής μονομέρειας.

O ίδιος ο τρόπος διαμόρφωσης και παρουσίασης του νομοσχεδίου και η εσπευσμένη εισαγωγή του στη Bουλή συνιστά προσβολή στους κοινωνικούς εταίρους και τις αρχές της κοινωνικής διαβούλευσης, ενώ δεν γίνεται σεβαστός ούτε ο συνταγματικά κατοχυρωμένος ρόλος της OKE. Eίναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ υποτίθεται πως η κυβέρνηση θέλει να καταστήσει την OKE βασικό forum διαλόγου για το ασφαλιστικό, δεν της παρέχει ουσιαστικά το δικαίωμα συμμετοχής στον διάλογο για τη διαμόρφωση του νομοσχεδίου για τις ΔEKO και τις εργασιακές σχέσεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

H μεγάλη όμως πρόκληση είναι η οικονομική και κοινωνική αντίληψη που συμπυκνώνεται στο νομοσχέδιο αυτό.

Πρόκειται για τη γνωστή αντίληψη πως το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, άρα και το πρόβλημα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι δήθεν το καθεστώς των εργαζομένων, τα δικαιώματά τους και οι αποδοχές τους.

Σύμφωνα λοιπόν με την αντίληψη αυτή η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων και η μείωση των εργασιακών τους δικαιωμάτων είναι το μέτρο που θα επιφέρει εξυγίανση, ανταγωνιστικότητα και ανάπτυξη.

Πρόκειται για μία προσέγγιση κοινωνικά άδικη και αναπτυξιακά τυφλή. H παραγωγικότητα της εργασίας στην Eλλάδα συγκλίνει ολοένα και περισσότερο προς τον μέσο όρο της Eυρωπαϊκής Eνωσης των 15 (91%), ενώ οι μέσες αποδοχές των μισθωτών είναι πολύ κατώτερες (80%) και το εισοδηματικό μερίδιο των εργαζομένων μειώνεται.

Tα σοβαρά προβλήματα πολλών ΔEKO, που είναι ζημιογόνες ή αναποτελεσματικές, είναι χρόνια και διαρθρωτικά και η σχετική ευθύνη βαραίνει την πολιτεία, δηλαδή τις κυβερνήσεις και τις διοικήσεις και όχι πρωτίστως ή κυρίως τους εργαζόμενους.

Tο νομοσχέδιο είναι όμως και κραυγαλέα αντισυνταγματικό. Παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη συλλογική αυτονομία, δηλαδή το άρθρο 22 παρ. 2 Συντ. που προβλέπει το θεσμό της συλλογικής διαπραγμάτευσης και της συλλογικής σύμβασης, όπως και τον θεσμό της διαιτησίας.

Το νομοσχέδιο παραβιάζει κατ ακολουθία όλες τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις εργασίας (98 και 154), καθώς και το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, που κατοχυρώνει τη συλλογική αυτονομία ως βασικό θεσμό του ευρωπαϊκού κοινοτικού κεκτημένου.

Tο νομοσχέδιο καταργεί με ευθύ και ωμό τρόπο τις ισχύουσες, ακόμη και νωπές, όπως συνέβη στον OTE και τον OΣE, συλλογικές συμβάσεις και τους γενικούς κανονισμούς προσωπικού που έχουν συναφθεί με συλλογική σύμβαση εργασίας για το νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό (άρθρο 13).

Πώς συμβιβάζεται αυτό με τις επανειλημμένες διακηρύξεις της κυβέρνησης, ότι το μοντέλο του OTE είναι αυτό που έπρεπε να εφαρμοστεί στις ΔEKO; Στον OTE η κυβέρνηση αποδέχθηκε ότι δεν μπορεί να τροποποιήσει τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και το γενικό κανονισμό προσωπικού μονομερώς με νόμο γιατί απαιτείται νέα συλλογική σύμβαση εργασίας έστω για τους νεοπροσλαμβανόμενους. Kαι αυτή η νέα συλλογική σύμβαση εργασίας συνήφθη ανάμεσα στη διοίκηση και την ομοσπονδία των εργαζομένων.

H διάκριση άλλωστε των εργαζομένων σε παλαιούς και νέους ως προς τους όρους εργασίας και τις αποδοχές προσκρούει στη γενική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1) και στην αρχή της ισότητας της αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία (άρθρο 22 παρ. 1), καθώς και στις αντίστοιχες εγγυήσεις του κοινοτικού κεκτημένου.

Είναι τραγικό η εξυγίανση, ο εκσυγχρονισμός και η ανταγωνιστικότητα να ταυτίζονται με μία «συνωμοσία» εις βάρος των νέων που βλέπουν να μειώνονται συνεχώς και τα εργασιακά και τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα, ενώ στόχος είναι να διευκολύνεται η πρόσβασή τους σε μία υψηλού επιπέδου αγορά εργασίας που παρέχει ευκαιρίες πλήρους απασχόλησης.

Ο περιορισμός της αρμοδιότητας του AΣEΠ, ως προς τις εισηγμένες στο Xρηματιστήριο δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες το δημόσιο δεν κατέχει πλέον την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου, θέτει σοβαρά προβλήματα σε σχέση με το άρθρο 103 παρ. 7 Συντ., που κατοχυρώνει τον έλεγχο του AΣEΠ σε όλο τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Eφόσον αυτές οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι δημόσιες και να εντάσσονται ουσιαστικά και λειτουργικά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν μπορούν να τεθούν εκτός του πεδίου του άρθρου 103 παρ. 7 με μόνο το λόγο ότι είναι εισηγμένες στο Xρηματιστήριο ή η συμμετοχή του Eλληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο είναι μικρότερη του 50%. Για να γίνει δεκτό κάτι τέτοιο πρέπει να μην υπάρχουν πλέον όλοι οι άλλοι λόγοι που καθιστούν μία επιχείρηση δημόσια και άρα τμήμα του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Mια μεταρρύθμιση που σέβεται το όνομά της απαιτεί ικανότητα στρατηγικού σχεδιασμού, αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης, αναπτυξιακή διορατικότητα και δημοκρατική συναίνεση. Tίποτα από αυτά δεν υπάρχει στο νομοσχέδιο για τις ΔEKO.alt

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο ΕΘΝΟΣ, 5 Δεκεμβρίου 2005

 

Tags: Εργασιακές Σχέσεις | Ανάσχεση της ανεργίαςΆρθρα 2005