30 Δεκεμβρίου 2005

Αναθεώρηση με μνήμη και γνώση

του Ευ. Βενιζέλου

1.    Η αναθεώρηση του Συντάγματος σε όλες τις θεσμικά ώριμες χώρες είναι ένα συνηθισμένο και φυσιολογικό φαινόμενο καθώς η ανάγκη εναρμόνισης των συνταγματικών θεσμών με τα δεδομένα της εποχής επιβάλλει προσαρμογές πολύ ταχύτερες από ότι στο παρελθόν. Η αναθεώρηση δεν είναι ούτε πολιτική υπεκφυγή ούτε πεδίο δόξης για κάθε είδους θεσμικό ερασιτεχνισμό ή πολιτική επιπολαιότητα. Απαιτείται σοβαρότητα, ιστορική μνήμη και καλή γνώση των θεμάτων, αλλιώς δεν μπορούν να αξιολογηθούν ούτε τα εγχώρια θεσμικά δεδομένα ούτε ενδιαφέροντα συγκριτικά στοιχεία  από άλλες χώρες.

2.    Η αναθεώρηση είναι μια πολιτική διαδικασία και όχι ένα επιστημονικό σεμινάριο. Εξαρτάται από τον κοινοβουλευτικό συσχετισμό δυνάμεων. Δεν αρκεί μάλιστα η απλή πλειοψηφία των 151 βουλευτών, αλλά απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία τουλάχιστον 180 επί 300 βουλευτών. Άρα απαιτείται συμφωνία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Η αναθεώρηση δεν είναι ζαριά που ρίχνεις και κερδίζεις ή χάνεις ανάλογα με την έκβαση των βουλευτικών εκλογών που μεσολαβούν.

Άρα η εγγύηση της αυξημένης πλειοψηφίας των 180 βουλευτών πρέπει να διατηρείται για την δεύτερη, δηλαδή την αναθεωρητική Βουλή, γιατί μπορεί φαινομενικά να διαμορφώνεται ευρύτατη συμφωνία ως προς την ανάγκη αναθεώρησης, αλλά να υποκρύπτονται σοβαρότατες διαφωνίες ως προς την διατύπωση και το κανονιστικό περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση διατάξεων.

3.    Η αναθεώρηση απαιτεί, πριν από οτιδήποτε άλλο, σεβασμό του ισχύοντος Συντάγματος και διαφύλαξη του κεκτημένου που έχει διαμορφωθεί και από το αρχικό Σύνταγμα του 1975 και από την αναθεώρηση του 1986 και από την άκρως συναινετική αναθεώρηση του 2001. Αυτό αφορά πρωτίστως το κράτος δικαίου και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, το κοινωνικό κράτος και την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, την αρχή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και τις αρχές της συναίνεσης και της διαφάνειας που περιλαμβάνονται στο ελληνικό Σύνταγμα. Εδώ ανήκουν θεσμοί όπως οι Ανεξάρτητες Αρχές, το συνταγματικά κατοχυρωμένο ΑΣΕΠ, η απαγόρευση αιφνιδιαστικής αλλαγής του εκλογικού συστήματος κ.ο.κ. Ευτυχώς κανείς έως τώρα δεν πρότεινε να θιγούν αυτά τα κεκτημένα, που είναι και η κύρια εισφορά  της αναθεώρησης του 2001.

4.    Η αναθεώρηση απαιτεί συνεπώς μνήμη. Απαιτεί να θυμόμαστε ότι στις αρχικές προτάσεις του ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1995-2001 περιλαμβανόντουσαν κρίσιμα σημεία που τελικά δεν έγιναν αντικείμενο της αναθεώρησης γιατί δεν συμφώνησε η Ν.Δ. Αυτά αφορούν τις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας, την αποσύνδεση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από την απειλή διάλυσης της Βουλής και την ανάδειξη της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από ειδικό, ευρύ εκλεκτορικό σώμα με τη συμμετοχή σημαντικών νομικών, εξωδικαστικών προσωπικοτήτων. Τα τρία αυτά σημεία κατ’ ανάγκην επανέρχονται, εφόσον αρχίσει μία νέα συζήτηση, λαμβανομένης υπόψη και της τω μεταξύ εμπειρίας.

5.    Μνήμη απαιτείται και για το πώς διαμορφώθηκε η περιβόητη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 περί «βασικού μετόχου». Η αναλυτικότερη και αυστηρότερη διατύπωση, που τελικά έγινε δεκτή, δεν περιλαμβανόταν στις αρχικές προτάσεις του ΠΑΣΟΚ και προστέθηκε προκειμένου η τότε κυβέρνηση να διαφυλάξει την δεδηλωμένη πλειοψηφία των 156 βουλευτών της στη σχετική ψηφοφορία. Παρόλα αυτά επτά βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ψήφισαν τις αυστηρότερες και απολύτως αδιέξοδες προτάσεις της Ν.Δ., ενώ άλλοι επτά βουλευτές του ΠΑΣΟΚ απείχαν από αυτήν την ψηφοφορία. Είχα ευθύς εξαρχής τη ευκαιρία να τονίσω στην αναθεωρητική Βουλή του 2001 ότι το άρθρο 14 παρ. 9 πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολο του σε αρμονία προς το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο. Τώρα είναι μία ευκαιρία και η γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής να εναρμονιστεί με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, αρκεί όσοι υστερικά πολλές φορές επέμεναν σε αυστηρότερες διατυπώσεις να δηλώσουν ότι συμφωνούν με αυτήν την επιβεβλημένη εξέλιξη. Πολλοί από αυτούς – ελπίζω λόγω έλλειψης μνήμης – πρωτοστάτησαν  την τελευταία περίοδο στην άσκηση κριτικής σε μία διάταξη που όχι μόνο την ψήφισαν, αλλά την ήθελαν και πολύ αναλυτικότερη και αυστηρότερη!

6.    Η αναθεώρηση απαιτεί ικανότητα διαχωρισμού των θεμάτων σε ουσιώδη και λιγότερο σημαντικά. Το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών είναι δευτερεύον ζήτημα σε σύγκριση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων, την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του ΑΣΕΠ ή την απαγόρευση  της κατά το δοκούν αλλαγής του εκλογικού συστήματος. Άλλωστε ούτως ή άλλως το μεγαλύτερο μέρος της Βουλής (για παράδειγμα όλοι οι υφυπουργοί και υφυπουργοί και οι βουλευτείς που δεν είναι ελεύθεροι επαγγελματίες ή επιχειρηματίες) είχαν πάντοτε και εξακολουθούν να έχουν επαγγελματικό ασυμβίβαστο. Ως προς του άλλους  είναι περιττό να αγωνίζεται κάποιος να διατηρηθεί ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας της πολιτικής και των πολιτικών. Ας καταργηθεί λοιπόν το επαγγελματικό ασυμβίβαστο και ας περιμένουμε την εξέλιξη των αντιδράσεων της κοινής γνώμης μπροστά σε φαινόμενα βουλευτών που υπό τα σημερινά κοινωνικά και επικοινωνιακά δεδομένα αναπτύσσουν επαγγελματική δραστηριότητα π.χ. ως δικηγόροι ή γιατροί.

7.    Θέματα που φαίνονται απλά και ώριμα μπορεί να αποδεικνύονται  εξαιρετικά πολύπλοκα στις λεπτομέρειες τους.

Παράδειγμα πρώτον: τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Θέση μου είναι ότι αυτά μπορεί να ιδρυθούν και τώρα δια νόμου, εφόσον βρεθεί ο δωρητής και ευεργέτης που θα τα χρηματοδοτήσει ως μη κερδοσκοπικά και αξιοκρατικά ιδρύματα με διασφαλισμένη την ελεύθερη και ισότιμη πρόσβαση σε όλους τους φοιτητές κατά το λόγο της βαθμολογίας τους και όχι με βάση την εισοδηματική ικανότητα καταβολής διδάκτρων. Θα ήταν όμως κοινωνικά και δημοκρατικά απαράδεκτο να υπάρξει αλλού τύπου συνταγματικό δικαίωμα για τους έχοντες και άλλου τύπου συνταγματικό δικαίωμα για τους μη έχοντες.

Παράδειγμα δεύτερο:  οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας. Αυτό είναι ζήτημα συναφές, αλλά καθόλου ταυτόσημο με την ανάγκη απόλυτου σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας. Είναι επίσης άλλο πράγμα οι σχέσεις κράτους και θρησκευτικών ενώσεων γενικά, άλλο πράγμα οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος, άλλο πράγμα οι σχέσεις κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου και άλλο πράγμα οι σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος. Όλα αυτά όμως εν πολλοίς συνυπάρχουν στη σημερινή διατύπωση του άρθρου 3.

Χρειάζονται συνεπώς λεπτές διακρίσεις και κυρίως σοβαρός διάλογος. Σε καμία χώρα τα ζητήματα αυτά δεν λύθηκαν με απλοϊκό τρόπο. Θέση μου είναι ο σαφής διαχωρισμός των ρόλων κράτους και Εκκλησίας μέσα σε ένα σύγχρονο θεσμικό περιβάλλον με απόλυτο σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας. Αυτή όμως η γενική θέση χρειάζεται πολύ δουλειά για να μετατραπεί σε συγκεκριμένη και πλήρη ρύθμιση, χωρίς δημαγωγίες, απλουστεύσεις, κραυγές και κατάρες.

8.    Το μείζον ζήτημα είναι βέβαια το πώς αντιλαμβάνεται  και εφαρμόζει το Σύνταγμα η δικαστική εξουσία που έχει τον τελευταίο λόγο για τα πιο κρίσιμα ζητήματα. Άρα το μείζον ζήτημα είναι η διάρθρωση της λεγόμενης συνταγματικής δικαιοσύνης, δηλαδή το σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Μέσα στο σύστημα του διάχυτου παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου της συνταγματικότητας που ισχύει στην χώρα μας από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι σήμερα και σύμφωνα με το οποίο όλα τα δικαστήρια όλων των βαθμών και όλων των δικαιοδοσιών μπορούν και πρέπει να προβαίνουν σε έλεγχο της συνταγματικότητας, πρέπει το υφιστάμενο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 να μετασχηματιστεί πλέον σε ένα κανονικό Συνταγματικό Δικαστήριο με μέλη εκλεγόμενα από την Βουλή με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 για μία εφάπαξ μη ανανεώσιμη θητεία. Σε αυτό το Συνταγματικό Δικαστήριο πρέπει να μπορούν να τεθούν και ευθέως ζητήματα αφηρημένου προληπτικού ή καταστατικού έλεγχου της συνταγματικότητας με πρωτοβουλία της κυβέρνησης ή 120 βουλευτών. Στο δικαστήριο αυτό πρέπει να παραπέμπονται όλα τα ζητήματα της συνταγματικότητας που ανακύπτουν ενώπιον των κοινών δικαστηρίων μέσω όμως του ανωτάτου δικαστηρίου κάθε κλάδου προκείμενου να αποφεύγεται η υπερφόρτωση του συνταγματικού δικαστηρίου με υπερβολικό αριθμό υποθέσεων.

9.    Βλέπω αρκετοί να προχειρολογούν για τα δάση ή τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό χωρίς να θυμούνται ή να γνωρίζουν πως εξελίχθηκε η αναθεωρητική διαδικασία σε σχέση με το άρθρο 24. Ας κάνουν τον κόπο να διαβάσουν τα σχετικά κείμενα.

10.   Δεν πρέπει τέλος να ξεχνάμε ότι η αναθεώρηση δεν είναι  μία πρωτογενής και δικαστικά ανεξέλεγκτη διαδικασία, αλλά υπόκειται η ίδια σε δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας της. Υπάρχουν συνεπώς όρια όχι μόνο διαδικαστικά, αλλά πολιτικά και κοινοβουλευτικά, αλλά και όρια ουσιαστικά που πρέπει να λαμβάνονται απολύτως υπόψη.

Με βάση αυτές τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις, αξίζει πράγματι τον κόπο να αρχίσει ένας σοβαρός δημόσιος διάλογος όχι όμως ως πολιτικό πυροτέχνημα που ρίχνει ο Πρωθυπουργός την τελευταία βραδιά της συζήτησης για τον προϋπολογισμό, όχι ως κάρβουνο στη σβησμένη μηχανή των «μεταρρυθμίσεων» της Ν.Δ., αλλά ως ένα μεγάλο σχέδιο υπέρβασης της αμηχανία και της απαισιοδοξίας που φαίνεται να βασανίζει όλη την ελληνική κοινωνία.

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην Ημερησία, 30 Δεκεμβρίου 2005

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΆρθρα 2005