9 Απριλίου 2006

Η ιλαροτραγωδία των μεταρρυθμίσεων

του Ευ. Βενιζέλου

Δεν υπάρχουν ουδέτερες μεταρρυθμίσεις. Κάθε μεταρρύθμιση έχει ορόσημο. Αρνητικό ή θετικό, προοδευτικό ή συντηρητικό. Η κυβέρνηση του κ. Καραμανλή παρά την προεκλογική ρητορεία περί «ήπιας προσαρμογής», «μεσαίου χώρου» και «κοινωνικού κέντρου» έχει πλέον προσανατολιστεί προς μία σκληρή, μονομερή, κοινωνικά άδικη, ταξική αντίληψη για την διάρθρωση και την λειτουργία της ελληνικής οικονομίας.

Βασική επιλογή της είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας μέσα από τη μείωση του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους εργασίας, άρα μέσα από τη μείωση των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων και μέσα από την ανακατανομή του κοινωνικού πλεονάσματος υπέρ του συντελεστή «κεφάλαιο» και κατά του συντελεστή «εργασία».


Η προσέγγιση όμως αυτή είναι, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, οικονομικά αδικαιολόγητη και αναπτυξιακά στείρα. Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι ούτε το κόστος εργασίας, ούτε η παραγωγικότητα της εργασίας που έχει ήδη φτάσει σχεδόν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η απουσία ενός συγκροτημένου μεταβιομηχανικού μοντέλου ανάπτυξης που να βασίζεται στην ποιότητα των αγαθών και των υπηρεσιών, στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας, στο ανθρώπινο κεφάλαιο: Χωρίς εργασιακή ειρήνη, χωρίς κοινωνική συνοχή, χωρίς εργαζόμενους με υψηλά προσόντα και ικανοποιητικό  εισόδημα, χωρίς αίσθημα ασφάλειας είναι αδύνατο να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις μιας ανάπτυξης που να υπερβαίνει μακροχρόνια τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και κυρίως είναι αδύνατον να δημιουργηθούν οι αναγκαίες νέες θέσεις εργασίας. Με τους τρόπους αυτούς δεν συγκροτείται το πλαίσιο μιας εθνικής ανταγωνιστικότητας. 

Η κυβέρνηση εφαρμόζει την ίδια αδιέξοδη αντίληψη και ως προς το ασφαλιστικό που θεωρεί ότι είναι πρόβλημα «υπερβολικών ασφαλιστικών δικαιωμάτων» και όχι πρόβλημα μειωμένης απασχόλησης, εκτεταμένης εισφοροδιαφυγής, κακής εκμετάλλευσης των αποθεματικών και της περιουσίας των ασφαλιστικών ταμείων, οργανωτικών και διοικητικών δυσλειτουργιών και άρνησης του κράτους να εκπληρώσει τις νομοθετημένες υποχρεώσεις του απέναντι στα ασφαλιστικά ταμεία ενώ επί μακρά σειρά ετών αξιοποιεί τα αποθεματικά των ταμείων αυτών.

Φτάνουμε έτσι στην ιλαροτραγωδία των μεταρρυθμίσεων με την κυβέρνηση να ανοίγει συνεχώς κοινωνικά μέτωπα και να ψηφίζει, με μόνη την πλειοψηφία της στη Βουλή, νόμους που τελικά παραμένουν ανεφάρμοστοι γιατί είναι αντίθετοι προς το Σύνταγμα, αντίθετοι προς την ευρωπαϊκή κοινοτική  έννομη τάξη και φυσικά αντίθετοι προς το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών. Ας κάνουμε έναν μικρό απολογισμό. Τι απέγινε ο νόμος για τις ΔΕΚΟ; Ψηφίστηκε αλλά δεν εφαρμόζεται και δίδονται συνεχείς παρατάσεις. Τι απέγινε ο νόμος για την διευθέτηση του χρόνου εργασίας; Ψηφίστηκε αλλά το αποτέλεσμα ήταν να ενθαρρυνθούν οι άτυπες εργασιακές σχέσεις. Τι απέγινε με την εθελουσία έξοδο στον ΟΤΕ; Επτακόσιοι νέοι συνταξιούχοι του ΤΑΠ – ΟΤΕ περιμένουν εδώ και μήνες να τους εγκριθεί η σύνταξή τους, ενώ ο ΟΤΕ αναγκάστηκε να αναλάβει το σύνολο του κόστους γιατί η μεταφορά του, κατά ένα μεγάλο μέρος, στο ελληνικό δημόσιο ήταν αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο. Τι απέγινε το νέο επικουρικό ταμείο των τραπεζοϋπαλλήλων; Εδώ και εννέα μήνες έμεινε στα χαρτιά, χρειάστηκε ένας νέος νόμος και θα χρειαστούν και άλλοι προκειμένου να εφαρμοστεί το καφκικό αυτό σύστημα των αλλεπάλληλων νομικών προσώπων που διαπλέκονται και δυσλειτουργούν.

Κατά την ίδια λογική η κυβέρνηση υπονομεύει συστηματικά τον κορυφαίο κοινωνικό θεσμό των συλλογικών συμβάσεων και διαχέει με επίμονο τρόπο μια αχλή κινδυνολογίας σε σχέση με το ασφαλιστικό. Όλα δε αυτά χωρίς κανένα αναπτυξιακό στόχο. Με ιδεοληπτικά πρωτίστως κίνητρα. Το αποτέλεσμα είναι οι εργοδοτικές οργανώσεις να εμφανίζονται τελικά κοινωνικά πιο ευαίσθητες και ελαστικές από την ίδια την κυβέρνηση, όπως φάνηκε από το ποσοστό αυξήσεων στην νέα διετή εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας που υπεγράφηκε προχθές.  Την ίδια δε ώρα που η κυβέρνηση δηλώνει ότι σέβεται την αυτονομία των κοινωνικών εταίρων και δεν παρεμβαίνει για την σύναψη κλαδικής σύμβασης στο χώρο των τραπεζών, εισηγείται μονομερώς νόμους που ευνοούν συγκεκριμένες τραπεζικές επιχειρήσεις. Με το επιχείρημα ότι οι ωφελούμενες τράπεζες είναι κρατικές, αλλά σε αυτές τις κρατικές τράπεζες υποτίθεται ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να επηρεάσει την διοίκησή τους ως προς τις κλαδικές συμβάσεις. Τραγέλαφος.

Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση καλεί τα κόμματα σε μακροχρόνια, «συναινετική» διαβούλευση για το ασφαλιστικό, υπονομεύει το ΙΚΑ, αρνείται να καταβάλλει νομοθετημένες υποχρεώσεις της, προβλέπει λιγότερα κονδύλια στον κρατικό προϋπολογισμό που ξεπερνούν το 1,8 δις. Ευρώ και επιχειρεί να «σαλαμοποιήσει» το πρόβλημα ανοίγοντας μέτωπο στο ασφαλιστικό των τραπεζών.

Οι  «μεταρρυθμίσεις» έγιναν έτσι μια διελκυστίνδα πάνω στην οποία παλινδρομεί η κυβέρνηση, αλλά δυστυχώς και όλη η χώρα. Οι πολίτες βλέπουν πλέον μια κυβέρνηση που έχει διαχωρίσει την κοινωνία σε «φίλους» και «εχθρούς». Οι πολίτες βλέπουν πλέον μια κυβέρνηση που χειρίζεται με κοινωνικά άδικο τρόπο τα πιο ευαίσθητα ζητήματα και αδυνατεί να εγγυηθεί την σύναψη και  την εφαρμογή μιας εθνικής κοινωνικής αναπτυξιακής συμφωνίας. Οι πολίτες βλέπουν μια κυβέρνηση που διαρρηγνύει, αντί να διασφαλίζει, τον ιστό της κοινωνικής συνοχής και ασφάλειας. Οι πολίτες βλέπουν πλέον μια κυβέρνηση που βρίσκεται σε κρίση πολιτικής νομιμοποίησης και αντιδικεί με την κοινωνία.

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο Παρόν της Κυριακής

 

Tags: Δημόσια ΔιοίκησηΆρθρα 2006