15 Οκτωβρίου 2008 

Τώρα και θεσμική κρίση

του Ευ. Βενιζέλου

Την ώρα που η παγκόσμια κοινή γνώμη και μαζί με αυτήν η ελληνική παρακολουθεί με αγωνία την εξέλιξη της διεθνούς οικονομικής κρίσης, την ώρα που ο πολίτης στρέφεται στο κράτος, στους θεσμούς και την πολιτική προκειμένου να βρει κάποια σημεία σταθερότητας μέσα στην αστάθεια της οικονομίας και των αγορών, στην Ελλάδα ανοίγει μία βαθιά θεσμική κρίση.

Μία κρίση με αφορμή το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, δηλαδή μία υπόθεση που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μπορούσε να έχει εκκαθαριστεί με απλές, αλλά αποφασιστικές κινήσεις μόλις έγιναν αντιληπτές οι πλήρεις διαστάσεις της και το μέγεθος της βλάβης που υπέστησαν η περιουσία και τα συμφέροντα του δημοσίου.

Ενός κακού όμως μύρια έπονται. Η άρνηση της κυβέρνησης να αναλάβει τις ευθύνες της και η απόφαση της να οργανώσει μετά την επιχείρηση της ανταλλαγής ακινήτων μία δεύτερη επιχείρηση συγκάλυψης μέσω της Δικαιοσύνης, οδήγησε στο διπλασιασμό του σκανδάλου. Η υπόθεση του Βατοπεδίου δεν είναι πλέον μόνον ένα μεγάλο σκάνδαλο οικονομικού και πολιτικού, αλλά και θεσμικού χαρακτήρα:

 

Η κυβέρνηση προσπαθώντας να αποφύγει την αποστολή του φακέλου στη Βουλή, δηλαδή την ανάδειξη των τυχόν πολιτικών, αλλά και ποινικών ευθυνών υπουργών και υφυπουργών, τροφοδότησε μία πρωτοφανή δικαστική κρίση. Παραβίασε βάναυσα την δικαστική ανεξαρτησία υποτιμώντας την ευαισθησία και την αξιοπρέπεια της μεγάλης πλειοψηφίας των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, δύο από τους οποίους βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα βαρύ συνειδησιακό δίλημμα και αντέδρασαν με τρόπο υποδειγματικό και τιμητικό γι΄ αυτούς και τον κλάδο τους.

Η κυβέρνηση κατάφερε κατά τον τρόπο αυτό να εκτεθεί ακόμη περισσότερο και να χρεωθεί με την πιο βίαιη ίσως παρέμβαση στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης από το 1974 έως σήμερα. Το βαθύ αίσθημα ενοχής της κυβέρνησης στην υπόθεση του Βατοπεδίου, η παντελής έλλειψη σεβασμού προς τους θεσμούς, η αίσθηση πως υπάρχει και λειτουργεί ένας πανεποπτικός και παντοδύναμος μηχανισμός πολιτικού ελέγχου της Δικαιοσύνης και η παροιμιώδης πλέον πολιτική ανικανότητα της Κυβέρνησης διαμόρφωσαν ένα εκρηκτικό μείγμα που καθιστά τον Πρωθυπουργό προσωπικά και την Κυβέρνηση συλλογικά ένοχη για κραυγαλέα και συστηματική παραβίαση του Συντάγματος.

Έχει χαθεί πια κάθε αίσθηση θεσμικότητας και νομιμότητας. Ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης είναι προφανές ότι δεν μπορούν να αντιληφθούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι σχέσεις Κυβέρνησης, Βουλής και Δικαιοσύνης. Θεωρούν ότι το πλαίσιο αυτό μπορεί να διαμορφώνεται κατά το δοκούν για να εξυπηρετείται η πολιτικά και θεσμικά απλοϊκή γραμμή της Κυβέρνησης που περιγράφεται από δύο μόλις λέξεις: συμψηφισμός και συγκάλυψη.

Είναι τραγικά αφελής και ανιστόρητος όποιος πιστεύει ότι με τέτοιου είδους δικονομικά ή επικοινωνιακά τεχνάσματα μπορεί να ανακοπεί η αποκάλυψη της αλήθειας και ο καταλογισμός των ευθυνών.

Όλες αυτές οι επιλογές της Κυβέρνησης στις οποίες δυστυχώς εμπλέκεται ενεργότατα ένας μικρός αριθμός εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών που κατέχουν κομβικές θέσεις στο δικαστικό σύστημα, είναι στοιχεία που, όπως θα λέγαμε στο ποινικό δίκαιο, επιτείνουν τον δόλο της. Πολλαπλασιάζουν το πολιτικό κόστος που καλείται να καταβάλει. Η οικονομική κρίση διασταυρώνεται ήδη προ πολλού στη χώρας με την πολιτική κρίση, την κρίση αξιοπιστίας και αντιπροσωπευτικότητας που διατρέχει το πολιτικό μας σύστημα και μετασχηματίζεται σε κρίση νομιμοποίησης της κυβέρνησης. Τώρα η κρίση καθίσταται και θεσμική. Καθίσταται και κρίση ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης που είναι το θεμέλιο του κράτους δικαίου. Τέτοιου είδους κρίσεις εκτονώνονται πολιτικά μέσα από τις αντιδράσεις και τις επιλογές του ίδιου του εκλογικού σώματος.

Υπάρχουν όμως και κάποια κρίσιμα ενδιάμεσα συμπεράσματα που αφορούν την αναγκαία πλέον νομοθετική θωράκιση του δικαιοδοτικού έργου και της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των εισαγγελικών λειτουργών. Η ιεραρχική δομή της εισαγγελίας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μοχλό για την ταπείνωση, την εξάρτηση και την προσβολή των εισαγγελικών λειτουργών που ως ισόβιοι δικαστικοί λειτουργοί περιβάλλονται με όλες τις εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας που προβλέπονται στα άρθρα 87 έως και 91 του Συντάγματος.

Ήδη από το 1975, από τη θέση σε ισχύ του μεταπολιτευτικού Συντάγματος της χώρας, όλες οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων και του Κώδικα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών που μετατρέπουν τον εισαγγελικό λειτουργό (ακόμη και όταν ασκεί το δικαιοδοτικό, άρα και το προανακριτικό του έργο) από ανεξάρτητο δικαστικό λειτουργό σε απλό υφιστάμενο του ανώτερου ή αρχαιότερου του εισαγγελέα, είναι αντισυνταγματικές και παραμεριστέες.

Η έστω καθυστερημένη συνειδητοποίηση των συνταγματικών εγγυήσεων που περιβάλλουν τους εισαγγελικούς λειτουργούς είναι ίσως το μόνο θεσμικό καλό μέσα στο θεσμικό κακό όλης αυτής της υπόθεσης. 

 


*Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο Έθνος,15 Οκτωβρίου 2008

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΔικαιοσύνηΒουλή | Κυβέρνηση | ΠτΔΆρθρα 2008