Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

 

Συνέντευξη Ευ. Βενιζέλου στα ΝΕΑ και στη δημοσιογράφο Μυρτώ Λιαλιούτη

  

Μ. Λ.: Ησασταν ο πρώτος που μίλησε για την ανάγκη μιας συνάντησης Μητσοτάκη - Ερντογάν λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Ποιο είναι το διακύβευμά της για την Αθήνα; Μπορεί να ξεφύγει από τη διμερή ατζέντα;

Ευ. Β.: Ο πόλεμος στην Ουκρανία, που σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου ψυχρού πολέμου παγκόσμιας κλίμακας με πολλές θερμές όψεις, που ξεκινούν από τις οικονομικές κυρώσεις και φτάνουν στην πυρηνική απειλή, προκαλεί και μια πολιτική και διπλωματική υπερένταση. Όλοι συνομιλούν με όλους, αναπτύσσονται πολλές μεσολαβητικές προσπάθειες, αποκαλύπτονται νέες ή λανθάνουσες σχέσεις και δυνατότητες. Η Τουρκία και το Ισραήλ, για παράδειγμα, δείχνουν να έχουν προνομιακές επαφές με τη Ρωσία, που είναι καθοριστική για  την ασφάλεια τους και συνδέει τον πόλεμο στην Ουκρανία με τον πόλεμο στη Συρία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα θα ήταν μεγάλο λάθος να μη συνομιλήσουν η Ελλάδα και η Τουρκία, δυο χώρες μέλη του ΝΑΤΟ, ήδη από το 1952 υπό σκληρές συνθήκες Ψυχρού Πολέμου, κρίσιμες για τη λειτουργία της λεγόμενης παλιότερα νοτιοανατολικής πτέρυγας, δυο χώρες της Ανατολικής Μεσογείου που παρά τα γνωστά προβλήματα στις σχέσεις τους, έχουν πολλές συνάφειες. Κρίσιμοι για την Ελλάδα αγωγοί φυσικού αερίου διέρχονται από την Τουρκία. Η Τουρκία επικαλείται και εφαρμόζει τη Συνθήκη του Μοντρέ για τον έλεγχο των Στενών, η Συνθήκη όμως αυτή είναι ουσιαστικά δίδυμη με τη Συνθήκη της Λωζάνης. Η ενεργειακή κρίση διαμορφώνει τώρα την τελευταία πρακτικά ευκαιρία για την αξιοποίηση των ορυκτών καυσίμων της περιοχής που μετά από λίγα χρόνια θα έχουν χάσει τη χρηστική τους αξία. Και μόνο η επίσημη δήλωση ότι η ειρήνη και η σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή είναι κοινή θέση και προτεραιότητα, ακόμη και σε επίπεδο ύφους και κλίματος, διαμορφώνει ένα momentum. Η ατζέντα της συνάντησης  είναι η συγκυρία του πολέμου αλλά και το γεωπολιτικό βάθος που έχει η νέα κατάσταση που διαμορφώνεται σε διεθνή κλίμακα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Αυτή η θεματολογία προφανώς επηρεάζει τις διερευνητικές επαφές που πρέπει να διεξάγονται και όχι απλώς να διεκπεραιώνονται μεταξύ των δυο χωρών. Χαίρομαι συνεπώς γιατί αυτό που πρότεινα πρόκειται να γίνει την Κυριακή.

 

Μ. Λ.: Πώς κρίνετε την αντίδραση της Ευρώπης σε αυτόν τον «ασύμμετρο» πόλεμο; Διορθώνει σε επαρκή βαθμό λάθη της προηγούμενης περιόδου;

Ευ. Β.: Η Ευρώπη νιώθει ξανά να απειλείται η ασφάλεια και το κεκτημένο της. Αντέδρασε με ταχύτητα, ενότητα και σοβαρότητα επειδή συνειδητοποίησε το μέγεθος της ρωσικής πρόκλησης. Η αλλαγή στη στάση της Γερμανίας είναι ιστορικού χαρακτήρα. Δεν έμειναν περιθώρια για επαμφοτερίζουσες και «ουδέτερες» στάσεις. Τώρα μόνο η Αυστρία επιμένει στην παραδοσιακή της ουδετερότητα, αλλά αυτή χάνεται μέσα στα κύματα κυρώσεων που επιβάλλουν  όχι μόνο τα κράτη  αλλά και οι κοινωνίες των πολιτών και οι επιχειρήσεις. Όμως η ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας έχει προφανή όρια που απορρέουν από την επιστροφή της πυρηνικής απειλής έστω ρηματικά. Ως πυρηνική δύναμη αποτροπής και άρα αυτοπροστασίας η Ευρώπη είναι μικρή και ανεπαρκής. Χρειάζεται οπωσδήποτε τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου και τη στενή στρατηγική συνεργασία των ΗΠΑ. Συνεπώς  η Ευρώπη αντιλαμβάνεται ότι η ασφάλεια και η άμυνα συνιστούν  προτεραιότητα, απαιτούν ενότητα και αλληλεγγύη, επιβάλλουν έναν ισχυρό ευρωπαϊκό πυλώνα αλλά εντός του ΝΑΤΟ. Το βασικό λάθος της προηγούμενης περιόδου ήταν η ψευδαίσθηση ότι η Ιστορία έφτασε στο τέλος της και δεν θα υπάρχουν πλέον δραματικές εκπλήξεις. Αυτή η αντίληψη εξαντλήθηκε.

 

Μ. Λ.: Μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο πρόεδρος Ζελένσκι επικαλέστηκε τα ιστορικά λόγια του Τσώρτσιλ μετά τη Δουνκέρκη. Κρίνεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το μέλλον της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ουκρανία;

Ευ. Β.: Το βασικό διακύβευμα του πολέμου στην Ουκρανία είναι όντως αξιακό. Πρόκειται για μια σύγκρουση με έντονα ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν παρουσίασε μια δική του εκδοχή για τη φιλοσοφία της Ιστορίας και για τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ κρατών. Έγινε ολοφάνερο ότι το εσωτερικό σύστημα διακυβέρνησης συνδέεται άμεσα με τα όρια της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και με τις αποφάσεις για την ανάληψη στρατιωτικών ενεργειών. Με τον τρόπο αυτό όμως φάνηκε και ο κοινός παρονομαστής της Δύσης ως στρατηγικής οντότητας και όχι ως γεωγραφικής θέσης. Η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι η επικράτεια της Δύσης. Όποιος κερδίζει ιδεολογικά κερδίζει και πολιτιστικά και τεχνολογικά και στρατιωτικά. Αυτό φάνηκε στον τρόπο που τελείωσε και ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο Ψυχρός Πόλεμος. Με τον ίδιο τρόπο θα τελειώσει και η αναζωπύρωση που ζητά να ξαναγραφεί το τέλος του Ψυχρού Πολέμου 33 χρόνια μετά.

 

Μ. Λ.: Τις προηγούμενες μέρες είδαμε τη γνωστή διαμάχη για την θέση της χώρας να επανέρχεται στην Βουλή. Υπάρχει σήμερα δίλημμα για το πού ανήκει η Ελλάδα, στην Δύση ή στους Έλληνες;

Ευ. Β.: Η Ελληνική Ιστορία επί διακόσια χρόνια κινείται σε δυο ασύμπτωτα επίπεδα. Ένα επίπεδο ρητορικό, γεμάτο με ψευδαισθήσεις, αταβισμούς, μιζέριες, κρίσεις ταυτότητας. Και ένα επίπεδο πραγματικό που μεγάλωσε την επικράτεια, τον πληθυσμό, τον εθνικό πλούτο, σταθεροποίησε τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και γενικότερα στη Δύση, εγκαθίδρυσε μια φιλελεύθερη δημοκρατία και, παρά τα προβλήματα, τις ανισότητες, τις αδικίες και τις αντιφάσεις είναι ένα μεγάλο success story στο οποίο ανήκει η Ελλάδα και το οποίο ανήκει στους Έλληνες.

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΣυνεντεύξεις 2022