6 Δεκεμβρίου 2008


Η ειδησεογραφία κυριαρχείται από τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση Βατοπεδίου, ωστόσο, πέραν αυτού, εκτός από τα σήμαντρα της μονής άρχισαν να ηχούν και οι καμπάνες για την κοινωνία, εν πρώτοις από τις δηλώσεις του κ. Μίχαλου. Δυσάρεστη πρόβα για το νέο έτος, δεν είναι;

Ευ. Βενιζέλος: Η πρόβλεψη είναι δυσάρεστη όχι μόνον για το 2009, αλλά τουλάχιστον για τα τρία επόμενα χρόνια.

Στην Ελλάδα ζούμε ακόμη το προοίμιο της κρίσης με το τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το τραπεζικό σύστημα και το οποίο μετακυλίεται ολοένα και πιο έντονα στην πραγματική οικονομία: στα κεφάλαια κίνησης των επιχειρήσεων, στους περιορισμούς των δανειοδοτήσεων. Βλέπουμε ήδη την πτώση της κίνησης στην οικοδομή, την κακή πρόγνωση για τον τουρισμό, τις απειλές κατά των εργασιακών σχέσεων, την τάση διόγκωσης της ανεργίας. Θεωρώ πολύ δύσκολο να υπάρξει το 2009 έστω και μικρός θετικός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ. Η χώρα αντιμετωπίζει σωρευτικά μια τριπλή οικονομική κρίση: κρίση του χρηματοοικονομικού συστήματος, κρίση του μοντέλου ανάπτυξης και της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, που βασίζεται στους ευάλωτους τομείς της οικοδομής, του τουρισμού και της ναυτιλίας, και κρίση δημοσιονομική, που παίρνει τώρα εκρηκτικές διαστάσεις λόγω της διόγκωσης των δανειακών αναγκών του Δημοσίου και της εκτίναξης του κόστους του δανεισμού, που με τη σειρά του τινάζει στο αέρα τις εικονικές προγνώσεις του προϋπολογισμού.

Είναι δυνατόν μια κυβέρνηση τόσο αδυνατισμένη στο εσωτερικό της, όπως η Ν.Δ., να αντιμετωπίσει την οικονομική και κοινωνική κρίση που έρχεται, και μάλιστα την ώρα που έχει ξεκινήσει η διαδοχολογία;

Ευ. Βενιζέλος: Το κακό για τη χώρα είναι πως η τριπλή οικονομική κρίση στην οποία αναφέρθηκα διασταυρώνεται με τη βαθιά κρίση της δημόσιας ηθικής και με την εξίσου βαθιά κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης μεγάλων κοινωνικών δυνάμεων που νιώθουν εχθρικές προς το πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση έχει χάσει προ πολλού τη νομιμοποιητική της βάση. Εχει διαρραγεί όχι μόνον η σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, αλλά και η απλή σχέση ανοχής. Η ηττοπάθεια και η αμηχανία που κυριαρχούν πλέον στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης μετατρέπονται σε οξύ πρόβλημα για τη χώρα, γιατί η κυβέρνηση όχι μόνον αδυνατεί να διαχειριστεί την οικονομική κρίση και να αναλάβει πρωτοβουλίες υπέρβασής της, αλλά με τη στάση της την τροφοδοτεί διαρκώς. Γι' αυτό είναι επείγουσα η ανάγκη αλλαγής της κυβέρνησης.

Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ανακάμπτει, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, όμως απέχει ακόμα αρκετά από το να διαμορφώνει ένα ρεύμα αδιαμφισβήτητου νικητή. Είναι θέμα προγράμματος, στιλ αντιπολίτευσης ή κάτι άλλο;

Ευ. Βενιζέλος: Κατ' αρχάς η αντιστροφή του συσχετισμού των δυνάμεων μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο γεγονός. Επί δύο και πλέον μήνες το ΠΑΣΟΚ καταγράφεται ως πρώτο κόμμα με διευρυνόμενη διαφορά. Αυτό αλλάζει την ψυχολογική κατάσταση των δύο χώρων. Αλλάζει την παράσταση νίκης. Οι πολίτες ξέρουν ότι οι θεσμικά προσφερόμενες και εφικτές λύσεις για τη διακυβέρνηση του τόπου και τη διαχείριση της κρίσης είναι πολύ συγκεκριμένες. Βεβαίως δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τη λογική του "ώριμου φρούτου". Η αποσάθρωση της Ν.Δ., η πολιτική και επικοινωνιακή ακύρωση του κ. Καραμανλή και η καταβύθιση της κυβέρνησης στο πέλαγος των σκανδάλων διευκολύνουν το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν συνιστούν τα υλικά μιας νέας διακυβέρνησης. Μια νέα διακυβέρνηση πρέπει να είναι ικανή να γυρίσει σελίδα, να πει την αλήθεια στο λαό, να διαμορφώσει μια στέρεη σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες, να συγκροτήσει τις αναγκαίες εθνικές και κοινωνικές συμφωνίες για το φορολογικό σύστημα, την παραγωγική αναδιάρθρωση, τους τομείς αιχμής της ελληνικής οικονομίας, την απασχόληση, το ρόλο της περιφέρειας. Από αυτά τα νέα υλικά έχει ανάγκη ο τόπος και αυτά θέλουμε και οφείλουμε να εγγυηθούμε ως ΠΑΣΟΚ.

Ποιες πρέπει να είναι οι άμεσες προτεραιότητές σας στην οικονομική και κοινωνική πολιτική, ενόψει μάλιστα και του εκλογικού, τουλάχιστον για την Ευρώπη, 2009;

Ευ. Βενιζέλος: Κορυφαία προτεραιότητα είναι η διαχείριση και η υπέρβαση της οικονομικής κρίσης. Η κρίση δεν είναι φυσικά μόνον εξωγενής και εισαγόμενη. Είναι ταυτόχρονα και κρίση ενδογενής, που οφείλεται αφενός μεν στις πολιτικά τυφλές, κοινωνικά άδικες, δημοσιονομικά εσφαλμένες και αντιαναπτυξιακές επιλογές της πενταετίας της Ν.Δ., αφετέρου δε στα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Κορυφαίο διαρθρωτικό πρόβλημα, που η κρίση το βγάζει στην επιφάνεια σε όλη του την έκταση, είναι η σύγκρουση ανάμεσα στα τυπικά και τα άτυπα χαρακτηριστικά της οικονομίας. Ανάμεσα στην οικονομία και την παραοικονομία που τροφοδότησε επί δεκαετίες την ανάπτυξη, αλλά συνδέεται και με το τεράστιο δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, στο μέτρο που και αυτό με τη σειρά του συνδέεται με τους παραλογισμούς και τις αντιφάσεις του φορολογικού συστήματος. Το άμεσο συνεπώς οικονομικό ζήτημα είναι η αποκατάσταση της πολιτικής εμπιστοσύνης, ώστε με ένα πλεόνασμα πολιτικής εμπιστοσύνης να καλυφθεί το έλλειμμα οικονομικής εμπιστοσύνης που υπάρχει τόσο στην αγορά όσο και στη σχέση οικονομίας, κοινωνίας και κράτους.

Θεωρείτε ότι ο δικομματισμός έχει ούτως ή άλλως κλείσει τον κύκλο του; Υπάρχει ανάγκη ανασύνθεσης του πολιτικού συστήματος με σχήματα συνεργασίας, σε συνθήκες μάλιστα οικονομικής, κοινωνικής αλλά και πολιτικής κρίσης;


Ευ. Βενιζέλος: Πολλοί εδώ και καιρό έχουν κηρύξει το τέλος του δικομματισμού και την οριστική μετάβαση στην εποχή των συμμαχικών κυβερνήσεων. Η πολιτική και ψυχολογική κατάρρευση της κυβέρνησης και η πρώτη θέση του ΠΑΣΟΚ στις δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν όμως και πάλι το αίτημα για πολιτική σταθερότητα ως προέχον στη συνείδηση των πολιτών. Οι πολίτες είναι βεβαίως δύσπιστοι και επιφυλακτικοί. Δίνουν δύσκολα την ψήφο τους και ακόμη δυσκολότερα την εμπιστοσύνη τους. Θεωρώ συνεπώς ότι είναι όχι μόνο θεμιτός, αλλά και αναγκαίος στόχος για το ΠΑΣΟΚ η κοινοβουλευτική αυτοδυναμία ως εγγύηση πολιτικής σταθερότητας και προγραμματικής σαφήνειας, αλλά και ως βάση για τη διαμόρφωση των ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών συνεργασιών που είναι αναγκαίες για να κυβερνηθεί με άλλο δημόσιο ήθος και με πολιτική αποτελεσματικότητα ο τόπος. Με την κυβέρνηση της Ν. Δ. δεν κλείνει ο κύκλος των κοινοβουλευτικά αυτοδύναμων κυβερνήσεων, αλλά ο κύκλος της προσωποκεντρικής και μονοπρόσωπης διακυβέρνησης, της μονοκομματικής και αυτάρεσκης νοοτροπίας. Καμιά κυβέρνηση δεν διαθέτει πλέον εφάπαξ νομιμοποίηση που αρχίζει στις εκλογές και τελειώνει στις επόμενες εκλογές. Κάθε κυβέρνηση οφείλει να διαλέγεται συνεχώς με την κοινωνία, να πείθει καθημερινά τους πολίτες και να κατακτά την πολιτική νομιμοποίηση για κάθε μεγάλη πολιτική της απόφαση και πρωτοβουλία.

Μια τελευταία ερώτηση για το Βατοπέδι. Θα επανέλθει το ΠΑΣΟΚ στην πρότασή του για προανακριτική επιτροπή; Και ο κ. Καραμανλής από την πλευρά του τι θα κάνει;

Ευ. Βενιζέλος: Η εξεταστική επιτροπή ολοκλήρωσε ουσιαστικά το έργο της, καθώς η πλειοψηφία της Ν.Δ. απέρριψε τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για εξέταση ορισμένων ακόμη μαρτύρων. Εκκρεμεί κυρίως η συζήτηση για τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Θα αξιολογήσουμε με πλήρη συνείδηση πολιτικής αλλά και νομικής ευθύνης το υλικό που έχει συγκεντρωθεί. Δεν επιδιώκουμε την ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. Δεν θέλουμε ένα αντεστραμμένο 1989. Οφείλουμε όμως να εγγυηθούμε την αποκατάσταση της δημόσιας ηθικής. Οφείλουμε να στείλουμε στον πολίτη το μήνυμα ότι μπορούν να υπάρξουν στον τόπο μας εγγυήσεις διαφάνειας, και διαφάνεια δεν υπάρχει χωρίς ανάληψη ευθύνης. Είναι επίσης γνωστό ότι εκκρεμεί τυπικά, γιατί δεν έχει απορριφθεί, η αρχική πρόταση του ΠΑΣΟΚ για σύσταση επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης που βασιζόταν στους λόγους για τους οποίους ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρήγγειλε την διεξαγόμενη από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών προκαταρκτική εξέταση. Η θέση της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού προσωπικά είναι ιδιαίτερα δύσκολη, γιατί εγκλωβίστηκαν στην άρνηση να αποδεχθούν την ύπαρξη του σκανδάλου και στην αστεία προσπάθεια μετακύλισης της ευθύνης στο ΠΑΣΟΚ. Με βάση το γενικότερο πολιτικό κλίμα, την καθολική πολιτική αδυναμία της κυβέρνησης και την οριακή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία προφανώς και δεν μπορεί να αποκλειστεί η επίσπευση των εκλογών».

 


*   Η συνέντευξη δόθηκε  στο δημοσιογράφο Γρηγόρη Ρουμπάνη

 


Tags: Συνεντεύξεις 2008